← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Νίκου Ιορδάνους, Αρ. Υπόθεσης: 22928/12, 20/6/2014

Δημοκρατία ν. Νίκου Ιορδάνους, Αρ. Υπόθεσης: 22928/12, 20/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2014:9 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22928/12 Δημοκρατία ν Νίκου Ιορδάνους Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 20 Ιουνίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Οι κ.κ. Ν. Κέκκος και Α. Κανναουρίδης. Για τον Κατηγορούμενο: Οι κ.κ. Κ. Ανδρέου και Θ. Καραμανής. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αποδίδεται στον κατηγορούμενο η διάπραξη του εγκλήματος του φόνου εκ προμελέτης, κατά παράβαση του άρθρου 203 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Πιο συγκεκριμένα - και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος στο κατηγορητήριο - ο κατηγορούμενος στις 10.12.12, στη Λάρνακα, εκ προμελέτης επέφερε με παράνομη πράξη το θάνατο της Σταυρούλλας Ιορδάνους, τέως από τη Λάρνακα («η Σταυρούλλα Ιορδάνους»). Αποτελεί εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος το βράδυ της 10.12.12, πυροβόλησε και φόνευσε από κοντινή απόσταση την σύζυγο του Σταυρούλλα Ιορδάνους, 56 χρονών, με Δίκαννο Οπισθογεμές Κυνηγετικό Όπλο (ΔΟΚΟ), μάρκας Browning (βλ. Τεκμήριο 5), στο σαλόνι του διαμερίσματος τους (με αριθμό 102), σε πολυκατοικία της οδού Επτανήσου 14, στην Αραδίππου. Είναι, αντιθέτως, εκδοχή της Υπεράσπισης ότι ο θάνατος της Σταυρούλλας Ιορδάνους οφείλεται σε αυτοκτονία με το υπό αναφορά κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 5, τις κάννες του οποίου το θύμα τοποθέτησε στο στόμα κρατώντας τις με το αριστερό χέρι και τραβώντας τη σκανδάλη με το δεξί χέρι σε προτεταμένη θέση, όπως απεικονίζεται στη φωτογραφία-Τεκμήριο
  3. Κατά τη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 19 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, σειρά γεγονότων που αφορούν σε ποικίλες συνιστώσες του ανακριτικού έργου και της υπόθεσης γενικότερα. Εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα (ασχέτως αν δεν τα αναφέρουμε ρητώς στην απόφαση), στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας

(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και κρίνοντας τα καθηκόντως ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε πενήντα μάρτυρες κατηγορίας (με κάποιους από αυτούς να προσφέρονται στην Υπεράσπιση για σκοπούς αντεξέτασης), ενώ ο Κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση - όπως είχε κάθε δικαίωμα να πράξει - καλώντας προς υπεράσπιση του τέσσερεις μάρτυρες. Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων κατηγορίας και Υπεράσπισης όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό έστω και αν δεν διατυπώνονται γλωσσικώς στο σκεπτικό μας. Δεν απαιτείται εδώ - και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους - η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας των μαρτύρων και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της (βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Εκείνο που καθηκόντως πράξαμε, είναι να προσδιορίσουμε τα επίδικα θέματα, να τα συναρθρώσουμε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας και να καταλήξουμε σε σαφή και σχετικά ευρήματα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Παραθέτουμε, σε πρώτο στάδιο, τη σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας έτσι ώστε να καταστεί κατανοητό το ευρύτερο πλέγμα της υπόθεσης. Θα ακολουθήσει αμέσως μετά - για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν σε σχέση με την παράθεση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας - η περίληψη της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου και η σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων που κάλεσε. Ο Αρχιλοχίας Ανδρέας Λουκά (ΜΚ1), κατέθεσε ως ειδικευμένος φωτογράφος-δακτυλοσκόπος, περιγράφοντας τις ενέργειες του στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, με σημείο αναφοράς τη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Α. Ο Αστυφύλακας Κυριάκος Μουττάς (ΜΚ2), κατέθεσε επίσης ως φωτογράφος-δακτυλοσκόπος, δίνοντας λεπτομέρειες των ενεργειών του στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, με κύρια αναφορά το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο Β. Ο Λοχίας Σωτήρης Ζαχαρίου (ΜΚ3), έδωσε μαρτυρία ως ειδικευμένος αστυνομικός φωτογράφος-δακτυλοσκόπος, καταθέτοντας (με αναφορά και στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Γ), για ζητήματα που αφορούσαν στην πραγματογνωμοσύνη του καθώς και για άλλα που σχετίζονταν με ενέργειες του εν σχέσει με τις έρευνες και ανακρίσεις που διεξήχθησαν αναφορικώς με την υπόθεση. Ο Μάριος Φωτίου (ΜΚ4), κατέθεσε ως αυτήκοος μάρτυς στο περιστατικό μια και διέμενε στο απέναντι (σε απόσταση δυο μέτρων περίπου), διαμέρισμα με αριθμό 103 στην πολυκατοικία της οδού Επτανήσου
  1. Ήταν φίλος του θύματος και του κατηγορούμενου. Επανέλαβε και διευκρίνισε το περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων προς την Αστυνομία, ως τα Έγγραφα Δ και Δ.
  2. Το βράδυ της 10.12.12, δείπνησε με τον κατηγορούμενο και το θύμα στο διαμέρισμα των τελευταίων στην πολυκατοικία. Έφυγε από το διαμέρισμα τους γύρω στις 21:
  3. Λίγα λεπτά αργότερα άκουσε ένα έντονο θόρυβο («μπαμ»). Ήταν «σιεπεδιά». Γύρω στα 5-6 λεπτά αργότερα τού κτύπησε την πόρτα ο κατηγορούμενος φωνάζοντας του «βούρα γλήορα τζαι αυτοκτόνησε η Σταυρούλλα». Ο μάρτυς περίγραψε επίσης όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του αργότερα, με ειδικότερη αναφορά στην περιγραφή της σκηνής του εγκλήματος και τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Ο Δημήτρης Μιχαήλ (ΜΚ5), γιος του θύματος, με αναφορά στο περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων προς την Αστυνομία, ως τα Έγγραφα Ε και Ε1, σημείωσε εκφάνσεις της προσωπικής ζωής της μητέρας του και της σχέσης της με τον φυσικό του πατέρα με τον οποίο η μητέρα του χώρισε το 2006, παντρευόμενη, στην εξέλιξη των πραγμάτων, τον κατηγορούμενο με τον οποίο διατηρούσε δεσμό. Είπε επίσης για τη γενικότερη στάση ζωής του θύματος έναντι των παιδιών της και για την οικονομική της συνδρομή στην οικογένεια του καθενός από αυτά. Η Χρυστάλλα Κυριάκου (ΜΚ6), νύφη της Σταυρούλλας Ιορδάνους (δηλαδή σύζυγος του γιου της, Δημήτρη Μιχαήλ (ΜΚ5)), αναφέρθηκε σε πτυχές της προσωπικής και οικογενειακής ζωής του θύματος και της σχέσης του με τον κατηγορούμενο. Επεξήγησε και ανέπτυξε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης προς την Αστυνομία-Έγγραφο ΣΤ. Ο Αστυφύλακας Αντώνης Φραγκούδης (ΜΚ7), με παραπομπή στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο Ζ, είπε για τηλεφώνημα που δέχθηκε στο Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων της Αστυνομίας από πολίτη στις 10.12.12 και ώρα 22:11, σε σχέση με πυροβολισμό που είχε ακουστεί στην πολυκατοικία της οδού Επτανήσου
  4. Η Μαρούλλα Όσμαν (ΜΚ8), αδελφή της Σταυρούλλας Ιορδάνους εξήγησε, με αναφορά στο περιεχόμενο των γραπτών της καταθέσεων-Έγγραφα Η και Η1, διάφορα σε σχέση με την προσωπική και οικογενειακή ζωή της αδελφής της, με ιδιαίτερη επικέντρωση στη σχέση της τελευταίας με τον κατηγορούμενο. Η Μαρία Άσπρου (ΜΚ9), εξήγησε την πολύ στενή σχέση που διατηρούσε με την Σταυρούλλα Ιορδάνους η οποία ήταν θεία της (αδελφή της μητέρας της). Περίγραψε στιγμές της οικογενειακής και προσωπικής ζωής του θύματος με αναφορά και στον κατηγορούμενο, τονίζοντας ότι η Σταυρούλλα Ιορδάνους ήταν δεξιόχειρας και ότι ποτέ της δεν είχε σχέση με όπλα και πυρομαχικά και ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γνώριζε περί συναρμολόγησης κυνηγετικού ή άλλου όπλου. Η μάρτυς επεκτάθηκε και σε διάφορα άλλα σημεία που διατύπωσε στη γραπτή της κατάθεση-Έγγραφο Θ. Ο μαιευτήρας-γυναικολόγος Κύπρος Σάββα (ΜΚ10), κατέθεσε ως επί πολλά χρόνια φίλος και γνωστός της Σταυρούλλας Ιορδάνους καλύπτοντας ποικίλες πτυχές της ζωής της και της συμβίωσης της με τον κατηγορούμενο, με αναφορά και στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης- Έγγραφο Ι. Ο Ζαχαρίας Καϊμακλιώτης (ΜΚ11), κατέθεσε ως συνιδιοκτήτης της εταιρείας Costas & Zack Realty Ltd, η οποία ασχολείται με την ανέγερση και αγοραπωλησία πολυκατοικιών και σπιτιών, κυρίως στην περιοχή Αραδίππου και Λάρνακας. Αναφέρθηκε στην ανέγερση της πολυκατοικίας επί της οποίας βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα, λέγοντας ότι τούτη αποτελείται από δυο ορόφους και οκτώ διαμερίσματα, τέσσερα σε κάθε όροφο. Σημείωσε λεπτομέρειες της συμφωνίας πώλησης του διαμερίσματος (ως το Τεκμήριο 32), με αναφορά στον κατηγορούμενο και στο θύμα ως αγοραστών, δικαιούμενων ο καθένας στο ½ μερίδιο του όλου. Ο μάρτυς, με αναφορά και στην κατάθεση του-Έγγραφο ΙΑ, προέβη και σε άλλες επισημάνσεις που σχετίζονταν με τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και του θύματος εν σχέσει με την επίδικη αγοραπωλησία. Ο Ανδρέας Συμεού (ΜΚ12), με αναφορά και στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο ΙΒ, αναφέρθηκε στις φιλικές οικογενειακές σχέσεις που διατηρούσε με την Σταυρούλλα Ιορδάνους και τον κατηγορούμενο. Η Αστυφύλακας Ελπίδα Ευαγγέλου (ΜΚ13), με σημείο αναφοράς τη γραπτή της κατάθεση-Έγγραφο ΙΓ, αναφέρθηκε σε έρευνα που είχε προβεί αναφορικά με την εγγραφή στο όνομα του κατηγορούμενου ενός ΔΟΚΟ (του Τεκμηρίου 5) και ενός αεροβόλου. Ο Λοχίας Σπύρος Χρυσοστόμου (ΜΚ14), αναφέρθηκε σε περιστατικό που έλαβε χώραν στις 4.5.08, το οποίο αφορούσε καταγγελία της Σταυρούλλας Ιορδάνους ότι ο σύζυγος της-κατηγορούμενος απουσίαζε από την οικία τους από τις 06:30 της μέρας εκείνης μέχρι και την 14:30, όπου η Σταυρούλλα Ιορδάνους ζήτησε τη βοήθεια της Αστυνομίας. Τελικώς, όπως ανέφερε ο μάρτυς με αναφορά και στην κατάθεση-Έγγραφο ΙΔ, ο κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε από ταμία υπεραγοράς στην Πόλη Χρυσοχούς και παρουσιάστηκε στις 7.5.08, στο Αρχηγείο Αστυνομίας λέγοντας ότι ήταν καλά στην υγεία του και εκφράζοντας επιθυμία όπως μη έχει οποιαδήποτε επαφή με τους οικείους του. Ο Αστυφύλακας Γιάννος Ιωαννίδης (ΜΚ15), αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο ΙΕ, δηλώνοντας ότι στις 18.12.06 και ενώ υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, προσήλθε στο Σταθμό ο κατηγορούμενος και του ανέφερε ότι αντιμετώπιζε τακτικώς προβλήματα με την σύζυγο του Σταυρούλλα Ιορδάνους λόγω ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η τελευταία. Του είπε ο κατηγορούμενος ότι η Σταυρούλλα Ιορδάνους στις 15.12.06, προσπάθησε να κατέβει από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου με κίνδυνο να τραυματιστεί και γι' αυτό φίλοι και συγγενείς την πρόσεχαν στο σπίτι μέχρι να τύχει βοήθειας. Ωστόσο, τα πράγματα δεν προχώρησαν σε περαιτέρω διερεύνηση ή αστυνομική παρέμβαση κατόπιν ρητής επιθυμίας του κατηγορούμενου. Ο δικηγόρος Ιωσήφ Φράγκος (ΜΚ16), με σημείο αναφοράς τη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο ΙΣΤ, κατέθεσε ως πρώην δικηγόρος της Σταυρούλλας Ιορδάνους σε σχέση με αίτηση διαζυγίου στα πλαίσια της υπόθεσης 167/09, που είχε καταχωρισθεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας από τον κατηγορούμενο-σύζυγο της και αναφορικώς με κάποια διαφορά που είχε με τον κατηγορούμενο εν σχέσει με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του διαμερίσματος 102 στην οδό Επτανήσου 14 στην Αραδίππου. Ο Αστυφύλακας Αλέξανδρος Γεωργίου (ΜΚ17), έχοντας υιοθετήσει το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο ΙΖ, αναφέρθηκε σε καταγγελία που υπέβαλε ο κατηγορούμενος το απόγευμα της 12.11.12, στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου αναφορικώς με απειλητικό μήνυμα που του απέστειλε η Σταυρούλλα Ιορδάνους μέσω κινητού τηλεφώνου. Η Αστυφύλακας Κατερίνα Μιχαήλ (ΜΚ18), επανέλαβε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης-Έγγραφο ΙΗ, σε σχέση με τα καθήκοντα που διεκπεραίωσε ως μέλος της ανακριτικής ομάδας. Προέβη σε αναφορά του περιεχομένου προφορικής ανάκρισης που διενήργησε στον κατηγορούμενο στις 14.12.12 και 15.12.12, στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Σημείωσε επίσης διάφορα ισχυριζόμενα με την αναπαράσταση της σκηνής εγκλήματος που έλαβε χώραν στις 24.12.12, στο διαμέρισμα 102 επί της οδού Επτανήσου 14 στην Αραδίππου κατά την οποία διαδραμάτισε ρόλο υποτιθέμενου θύματος ακολουθώντας τις οδηγίες που τις έδιναν οι παριστάμενοι ιατροδικαστές. Η Βαρβάρα (Βαλεντίνα) Πελιβανίδου (ΜΚ19), με αναφορά στο περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης-Έγγραφο ΙΘ1 (που αποτελεί τη μετάφραση στα Ελληνικά τής γραπτής κατάθεσης της μάρτυρος στη μητρική της γλώσσα, ως το Έγγραφο ΙΘ), αναφέρθηκε στη σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο από το 2010 περίπου (στον οποίο πρόσφερε υπηρεσίες μασάζ) και σε διάφορα που της έλεγε ο τελευταίος αναφορικώς με τη συζυγική του σχέση με την Σταυρούλλα Ιορδάνους. Ο Μάριος Ιορδάνους (ΜΚ20), γιος του κατηγορούμενου και της πρώην συζύγου του τελευταίου Γιαννούλλας Παντελή, με αναφορά στο περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων-Έγγραφα Κ, Κ1 και Κ2, έδωσε μαρτυρία σε σχέση με διάφορες πτυχές της προσωπικής ζωής του κατηγορούμενου και της σχέσης του με την Σταυρούλλα Ιορδάνους, μετά που χώρισε με τη μητέρα του μάρτυρα. Είπε επίσης για αναφορές του κατηγορούμενου αναφορικά με τη μεταβίβαση στο όνομα του μάρτυρα τού διαμερίσματος 102 στην οδό Επτανήσου 14, στην Αραδίππου. Ο Κώστας Ποντικός (ΜΚ21), κατέθεσε ως νοσηλευτής στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, περιγράφοντας, με αναφορά στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο ΚΑ, πώς μετέβη μετά από σχετική κλήση μαζί με τον οδηγό ασθενοφόρου Σαμουήλ Αντρέου στη σκηνή του επίδικου εγκλήματος, περιγράφοντας ταυτοχρόνως αυτά που πρωτογενώς διαπίστωσε εκεί. Ο Λοχίας Κυριάκος Λειβαδιώτης (ΜΚ22), κατέθεσε σε σχέση με όσα εντόπισε και διαπίστωσε μετά που κατέφθασε στη σκηνή του εγκλήματος με αναφορά στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο ΚΒ. Ο Γενετιστής Μάριος Καριόλου (ΜΚ23), με σημείο αναφοράς τα αποτελέσματα ηλεκτροφόρησης και τα ηλεκτροφερογράματα-Έγγραφο ΚΓ4 και τη σημασία των ηλεκτροφερογραμάτων αυτών για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, ως τα Έγγραφα ΚΓ2 και ΚΓ3, ανέλυσε και εξήγησε την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης-Έγγραφο ΚΓ
  5. Ο ιδιώτης ψυχίατρος Ευάγγελος Αναστασίου (ΜΚ24), κατέθεσε και εξήγησε την Ψυχιατρική Γνωμάτευση-Έγγραφο ΚΔ1, που ετοίμασε σε σχέση με το κατά πόσο η δραστηριότητα και συμπεριφορά της Σταυρούλλας Ιορδάνους δικαιολογούσε την αυτοκτονία, περαίνοντας ότι αυτή ήταν απίθανο να είχε αυτοκτονήσει. Ο Υπαστυνόμος Χριστάκης Αντωνίου (ΜΚ25), κατέθεσε ως ειδικός στην αναγνώριση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών επεξηγώντας και αναλύοντας σχετική Έκθεση Πραγματογνώμονα-Έγγραφο ΚΕ, σε σχέση με το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο
  6. Ο Αρχιαστυφύλακας Μάριος Αποστόλου (ΜΚ26), υιοθετώντας και επεξηγώντας τις γραπτές του καταθέσεις-Έγγραφα ΚΣΤ και ΚΣΤ1, αναφέρθηκε στην εμπλοκή του στο ανακριτικό έργο και την επαφή που είχε με τον κατηγορούμενο σε διάφορες φάσεις των ανακριτικών διεργασιών και στις φραστικές τοποθετήσεις του τελευταίου αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους μετακίνησε το κυνηγετικό όπλο από τη θέση του όταν εντόπισε νεκρή την Σταυρούλλα Ιορδάνους αλλά και σε σχέση με τις κινήσεις του την προηγούμενη του επίδικου συμβάντος. Ο Μίλτος Αθανασίου (ΜΚ27), κατέθεσε ως Τεχνικός Επόπτης στις Υπηρεσίες Πελατών της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, εξηγώντας και αναλύοντας διάφορα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, ως το Τεκμήριο 115, για την περίοδο 1.11.12 μέχρι 10.12.12, που λήφθηκαν μετά από την έκδοση σχετικού διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στις 20.12.12, ως το Τεκμήριο
  7. Η Βασιλική Πάλμα (ΜΚ28), με αναφορά στη γραπτή της κατάθεση-Έγγραφο ΚΖ, κατέθεσε ως υπεύθυνη του κλάδου Αναγκαστικών Πωλήσεων και Επιβαρύνσεων του Κτηματολογίου Λάρνακας. Έδωσε μαρτυρία σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του διαμερίσματος 102 στην οδό Επτανήσου 14, στην Αραδίππου. Ο Γεώργιος Χρυσάνθου (ΜΚ29), κατέθεσε ως πραγματογνώμονας-γραφολόγος, εξηγώντας και αναλύοντας την Εμπιστευτική Έκθεση-Έγγραφο ΚΗ, που συνέταξε σε σχέση με την υπόθεση, αποφαινόμενος περί της αυθεντικότητας της υπογραφής στο πληρεξούσιο έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος 102 στην πολυκατοικία της οδού Επτανήσου 14, στην Αραδίππου. Ο μάρτυς μετά που ορκίστηκε, κατέβη από το εδώλιο (stepped down), μετά από αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής και ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ώστε να δώσει μαρτυρία ο Andre De Villiers Horne (ΜΚ30). Η μαρτυρία του Γεώργιου Χρυσάνθου (ΜΚ29), συμπληρώθηκε μετά την περάτωση της μαρτυρίας του Andre De Villiers Horne (ΜΚ30). Ο Andre De Villiers Horne (ΜΚ30), με αναφορά στη γραπτή του δήλωση-Έγγραφο ΚΘ, την οποία εξήγησε και ανέλυσε ως δικανικός εξεταστής πυροβόλων όπλων, πυρομαχικών, εργαλείων και άλλων εξετάσεων απτόμενων της δικανικής βαλλιστικής, αναφέρθηκε στο πυροβόλο όπλο-Τεκμήριο 5, αλλά και σε ζητήματα αφορώντα στον τρόπο θανάτωσης της Σταυρούλλας Ιορδάνους καθόσον αφορά στο πεδίο πραγματογνωμοσύνης του, απορρίπτοντας την εκδοχή περί αυτοπυροβολισμού του θύματος. Η Μελανή Λυσάνδρου (ΜΚ31), με αναφορά στο περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης-Τεκμήριο 94, έδωσε μαρτυρία ως φίλη της Σταυρούλλας Ιορδάνους, αναφερόμενη σε διάφορες εκφάνσεις τής μεταξύ τους σχέσης καθώς και τις σχέσεις της τελευταίας με τον κατηγορούμενο. Η Μαρία Μυλωνά (ΜΚ32), με αναφορά στο περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης-Έγγραφο Λ, κατέθεσε ως ένοικος του διαμερίσματος 202 που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το διαμέρισμα 102 της οδού Επτανήσου 14, στην Αραδίππου. Είπε για κάποιες φωνές που άκουγε από το διαμέρισμα 102 μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος, κατά το εξάμηνο που διέμενε εκεί, δίχως να ξεχωρίζει απειλές ή το περιεχόμενο των συζητήσεων. Αναφέρθηκε επίσης στην ώρα που άκουσε τον πυροβολισμό, τον οποίο τοποθέτησε μεταξύ 10:00-10:10 περίπου, το βράδυ της 10.12.
  8. Ο Άγης Μεταξάς (ΜΚ33), κατέθεσε ως Λειτουργός Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών και ως Προϊστάμενος Κανονιστικής Συμμόρφωσης στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης. Έδωσε μαρτυρία σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού των Δημήτρη Μιχαήλ (ΜΚ5) και Χρυστάλλας Κυριάκου (ΜΚ6), ως το Τεκμήριο
  9. Η Λουκία Γρηγορίου (ΜΚ34), με αναφορά στο περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης-Τεκμήριο 93, αναφέρθηκε στην επαγγελματική (και φιλική) της σχέση με την Σταυρούλλα Ιορδάνους η οποία εργαζόταν σε οίκο ευγηρίας στη Δασούπολη του οποίου η μάρτυς ήταν ιδιοκτήτρια και διευθύντρια. Η Σωτήρης Κυριάκου Σάββα (ΜΚ35), με αναφορά στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο ΛΑ, αναφέρθηκε στο πώς περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2012, ενώ βρισκόταν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με τον δικηγόρο του Κύπρο Ανδρέου, κατέληξε να αγοράσει από τον κατηγορούμενο αυτοκίνητο του τελευταίου με αριθμούς εγγραφής ΚΤΕ 787, έναντι ποσού €3.
  10. Η Ελένη Μανωλούδη (ΜΚ36), κατέθεσε ως Γραμματειακός Λειτουργός στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών και με αναφορά στη γραπτή της κατάθεση-Έγγραφο ΛΒ, αναφέρθηκε στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του αυτοκινήτου ΚΤΕ 787 και τις διάφορες μεταβιβάσεις που έγιναν σε σχέση με αυτό. Η Στέλλα Ιορδάνους (ΜΚ37), θυγατέρα του κατηγορούμενου, με αναφορά στο περιεχόμενο των γραπτών της καταθέσεων-Έγγραφα ΛΓ1 και ΛΓ2, είπε για το καλόν τού χαρακτήρος του πατέρα της και για το πόσο ανίκανο τον θεωρεί να προξενήσει κακό σε οποιονδήποτε άνθρωπο. Ο εργολάβος οικοδομών Κύπρος Ηροδότου (ΜΚ38), υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο ΛΔ, κατέθεσε για την επαγγελματική συνεργασία που είχε με τον Δημήτρη Μιχαήλ (ΜΚ5) και για διάφορες οικονομικές δοσοληψίες που έλαβαν χώρα μεταξύ τους ως εκ της σχέσης τους αυτής. Ο Ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους (ΜΚ39), αναφέρθηκε στην ιατροδικαστική εξέταση της Σταυρούλλας Ιορδάνους και της σκηνής του εγκλήματος στην οποία προέβη μαζί με τον Ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους (ΜΚ40). Εξήγησε και ανέλυσε την αναπαράσταση που έλαβε χώραν στις 24.12.12, στο διαμέρισμα 102 της οδού Επτανήσου 14, στην Αραδίππου. Κατάληξη της ιατροδικαστικής εξέτασης ήταν ότι η Σταυρούλλα Ιορδάνους δεν αυτοκτόνησε αλλά δέχθηκε πυροβολισμό από κυνηγετικό όπλο, από κοντινή απόσταση. Ο Ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ40), αναφέρθηκε και αυτός στην ιατροδικαστική εξέταση του θύματος και της σκηνής του εγκλήματος την οποία διενήργησε μαζί με τον Νικόλα Χαραλάμπους (ΜΚ39), εξηγώντας και αυτός τα πορίσματα και συμπεράσματα του. Ο Λοχίας Χαράλαμπος Ευδοκίμου (ΜΚ41), με αναφορά στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο ΛΘ, αναφέρθηκε στη μετάβαση του στη σκηνή του εγκλήματος στις 10.12.12 και ώρα 22:40, μεταφέροντας ενώπιον μας τις πρωτογενείς του διαπιστώσεις. Είπε επίσης για συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου στις 23:45, της ίδιας νύχτας κατά την οποία ο κατηγορούμενος, μετά που του επεστήθηκε η προσοχή στο νόμο, ανέφερε τις ενέργειες του μετά που εντόπισε το θύμα να κάθεται αιματωμένο στον καναπέ του διαμερίσματος. Ο εργολάβος οικοδομών Μιχάλης Μιχαήλ (ΜΚ42), υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο ΛΚ, αναφέρθηκε στην εργοδότηση του γιου τής Σταυρούλλας Ιορδάνους, Δημήτρη Μιχαήλ (ΜΚ5), από την εργοληπτική εταιρεία του μάρτυρα ΜΙΑΜΙ Λτδ και σε ένα διπλοκάμπινο αυτοκίνητο που δώρισε στον Δημήτρη Μιχαήλ (ΜΚ5), θέλοντας να τον βοηθήσει λόγω της φιλίας και συνεργασίας τους μετά που αναγκάστηκε να τερματίσει την εργοδότηση του με την εταιρεία. Η χημικός Κατερίνα Κονάρη (ΜΚ43), με αναφορά στην Έκθεση Εξέτασης-Έγγραφο ΜΑ, που συνέταξε ενώ βρισκόταν στην υπηρεσία του Γενικού Χημείου του Κράτους (αφού έχει πλέον αφυπηρετήσει), αναφέρθηκε στην ανίχνευση σωματιδίων με στοιχεία μόλυβδου, βαρίου και αντιμονίου σε πουκάμισο του κατηγορούμενου-Τεκμήριο 54 και σε μπλούζα του -Τεκμήριο 57, υποστηρίζοντας ότι τα υπό αναφορά σωματίδια αποδεικνύουν αποκλειστικώς την ύπαρξη υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης όπλου. Ο Υπαστυνόμος Χρίστος Αντρέου (ΜΚ44), με αναφορά και στην κατάθεση του-Έγγραφο ΜΒ, κατέθεσε ως εξεταστής της υπόθεσης και υπεύθυνος των σχετικών ανακρίσεων, παραθέτοντας λεπτομέρειες των ενεργειών και οδηγιών του σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η γενική ιατρός Γεωργία Χατζηκακού (ΜΚ45), με παραπομπή στην κατάθεση της-Έγγραφο ΜΓ, περίγραψε τις παρατηρήσεις στις οποίες προέβη σε σχέση με τον κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος προσήλθε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας στις 10.12.12 και περί ώρα 22:
  11. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάσταση συναισθηματικής φόρτισης δίχως να παρουσιάζει κάτι το παθολογικό. Δεν μιλούσε καθόλου αλλά φαινόταν ότι αντιλαμβανόταν τι γινόταν γύρω του. Ακολούθως και αφού ο κατηγορούμενος άρχισε να μιλά, του έδωσε εξιτήριο, αφού του είχε χορηγήσει προηγουμένως ηρεμιστική ένεση. Ο δικηγόρος Κυριάκος Μούσκος (ΜΚ46), κατέθεσε ως πρώην δικηγόρος της Σταυρούλλας Ιορδάνους σε σχέση με την υπόθεση διαζυγίου που είχε παλαιότερα καταχωρίσει ο κατηγορούμενος στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας. Έδωσε επίσης μαρτυρία - με αναφορά και στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Έγγραφο ΜΔ) - σε σχέση με διάφορες διαβουλεύσεις που έγιναν αναφορικώς με τη μεταβίβαση ενός διαμερίσματος της οδού Επτανήσου 14 που ο κατηγορούμενος και η Σταυρούλλα Ιορδάνους είχαν αγοράσει από κοινού καθώς και σε σχέση με πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 12.7.10, που είχε δοθεί από το Κτηματολόγιο στην Σταυρούλλα Ιορδάνους και στο οποίο η τελευταία παρατήρησε ότι η υπογραφή δεν ήταν δική της. Ο Δημήτρης Παγώνης (ΜΚ47), με σημείο αναφοράς τη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο ΜΕ, κατέθεσε ως κοινοτάρχης της Ενορίας Αποστόλου Λουκά στην Αραδίππου και ως πιστοποιών υπάλληλος. Αναγνώρισε την υπογραφή και σφραγίδα του στα Τεκμήρια 74-78, λέγοντας ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται ποια άτομα είχαν παρουσιαστεί ενώπιον του κατά τους κρίσιμους χρόνους. Ο Φαίδων Μαρκίδης (ΜΚ48), κατέθεσε ως ένοικος του διαμερίσματος 201, στο δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού Επτανήσου
  12. Αναφέρθηκε σε πολύ δυνατό και απότομο θόρυβο που άκουσε (κάτι σαν πόρτα που έκλεισε δυνατά), το βράδυ της 10.12.12, λίγο μετά που ξάπλωσε να κοιμηθεί και σε φωνές που επακολούθησαν δυο με τρία λεπτά ακολούθως. Η ψυχίατρος Άρτεμις Καλυβωκά (ΜΚ49), η οποία προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή προς αντεξέταση από την Υπεράσπιση, έκανε αναφορά στην εξέταση του κατηγορούμενου στις 13.12.12, με σκοπό να διαπιστωθεί η ικανότητα του να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία. Σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε δείξει συμπτώματα οξείας μετατραυματικής διαταραχής. Ο Amer Habis Awwad Alassaf (ΜΚ50), που και αυτός προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή προς αντεξέταση από την Υπεράσπιση, είπε ότι τον Δεκέμβριο 2012, κατοικούσε σε διαμέρισμα δίπλα από το διαμέρισμα του κατηγορούμενου, απέναντι από το οποίο ήταν το διαμέρισμα του Μάριου Φωτίου (ΜΚ4). Γύρω στις 10:00 το βράδυ, άκουσε ένα πολύ δυνατό θόρυβο που δεν μπορούσε να κατατάξει αν ήταν πυροβολισμός ή όχι. Σε χρόνο λιγότερο από ένα λεπτό κοίταξε από το μάτι της πόρτας του και είδε τον Μάριο Φωτίου (ΜΚ4), να μιλά με κάποιον. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση, διατρανώνοντας την αθωότητα του, αναφέρθηκε στην αγάπη που έτρεφε για την Σταυρούλλα Ιορδάνους, σε πτυχές της προσωπικής τους ζωής και στο πως του ήταν αδύνατον να προκαλέσει κακό στην Σταυρούλλα Ιορδάνους. Η δικηγόρος Μαρία Κυπριανού (ΜΥ1), με αναφορά και στο περιεχόμενο γραπτής της δήλωσης-Έγγραφο ΜΖ, αναφέρθηκε στην επαγγελματική σχέση που διατηρούσε με τον κατηγορούμενο ως πελάτη της από το Μάιο
  13. Είπε για τις σχέσεις του κατηγορούμενου με την Σταυρούλλα Ιορδάνους τις οποίες η μάρτυς διαπίστωσε στα πλαίσια χειρισμού υποθέσεων του κατηγορούμενου οικογενειακής φύσης. Έκανε επίσης αναφορά και στις διάφορες επαφές που είχε με τον κατηγορούμενο μετά το επίδικο περιστατικό του θανάτου της Σταυρούλλας Ιορδάνους καθώς και σε συμμετοχή της σε αναπαράσταση στις 24.12.12, που έλαβε χώραν στο διαμέρισμα όπου βρέθηκε το πτώμα του θύματος. Ο Χαράλαμπος Λυσάνδρου (ΜΥ2), κατέθεσε ως γείτονας του κατηγορούμενου διαμένοντας σε οικία πίσω από την πολυκατοικία της οδού Επτανήσου
  14. Προέβη σε αναφορά διαφόρων πτυχών της οικογενειακής ζωής του κατηγορούμενου και της Σταυρούλλας Ιορδάνους όπως ο μάρτυς τις είχε διαπιστώσει πρωτογενώς ή δευτερογενώς. Η Ιατροδικαστής Αστερία Παπαβδή (ΜΥ3), με παραπομπή και στην ιατροδικαστική της έκθεση-Έγγραφο ΜΚ, παρέθεσε τη γνώμη της επί διαφόρων πτυχών αφορούντων στο θάνατο της Σταυρούλλας Ιορδάνους, υποστηρίζοντας ότι η απώλεια της ζωής του θύματος οφειλόταν σε αυτοπυροβολισμό. Η Στασούλλα Κωνσταντίνου (ΜΥ4), κατέθεσε ως φίλη της Σταυρούλλας Ιορδάνους αναφερόμενη - με αναφορά και στη γραπτή της δήλωση-Έγγραφο ΜΝ - σε εκφάνσεις της μεταξύ τους σχέσης και σε κάποιες διαπιστώσεις που είχε την ευκαιρία να διαμορφώσει αναφορικώς με το χαρακτήρα και ζωή της φίλης της. Οι αγορεύσεις των δικηγόρων εστιάστηκαν, κυρίως, στην επάρκεια του μαρτυρικού υλικού σε αντιπαραβολή με τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος, με τον κ. Κανναουρίδη να προτάσσει απόδειξη της επίδικης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τον κ. Ανδρέου να υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Θα αναφερθούμε πιο εξειδικευμένα στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων όπου κρίνουμε ότι αυτό χρειάζεται, δίχως ασφαλώς να έχουμε υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες επιχείρημα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Οδυσσέα ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490, 495) ή ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικώς απίθανο ή παράλογο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Τιμοθέου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 24/12, ημ. 23.10.12). Εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική από αυτή που περιγράφουμε, τότε θα καλούμασταν να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα, που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που δεν αποτελεί δικαστικό έργο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 55, Ιωάννου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και ακούσουμε με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν σε αυτά για τα οποία κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές, υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις όποιες μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797,1806), επειδή δεν είναι σπάνιο, κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αξιολογώντας τη μαρτυρία, δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας είτε αυτή προερχόταν από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την Υπεράσπιση (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Στις περιπτώσεις όπου οι μάρτυρες είχαν στενή συγγενική, φιλική ή επαγγελματική σχέση μεταξύ τους ή με τον κατηγορούμενο ή με μέλη της οικογένειας του ή με την οικογένεια και φίλους του θύματος (όπως για παράδειγμα, έγινε ενδεικτικώς, σε σχέση με τους Μάριο Φωτίου (ΜΚ4), Δημήτρη Μιχαήλ (ΜΚ5), Χρυστάλλα Κυριάκου (ΜΚ6), Μαρούλλα Όσμαν (ΜΚ8), Μαρία Άσπρου (ΜΚ9), Κύπρο Σάββα (ΜΚ10), Ανδρέα Συμεού (ΜΚ12), Βαρβάρα (Βαλεντίνα) Πελιβανίδου (ΜΚ19), Μάριο Ιορδάνους (ΜΚ20), Μελανή Λυσάνδρου (ΜΚ31), Λουκία Γρηγορίου (ΜΚ34), Στέλλα Ιορδάνους (ΜΚ37), Κύπρο Ηροδότου (ΜΚ38) και Στασούλλα Κωνσταντίνου (ΜΥ4)), ήμασταν εξίσου προσεκτικοί στην πραγμάτευση της μαρτυρίας τους έχοντας υπόψη ότι, από μόνη της, μια τέτοια σχέση δεν μπορεί - στη συνήθη ροή των πραγμάτων - να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Σοφοκλέους ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 385, 395 - 398, Σάββα ν Κυριακίδη
(2008)1(Α) ΑΑΔ 83, 93-94, Κότσαπας ν Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 167, 175-176, Μουζάκης v Αστυνομίας
(1995)1 ΑΑΔ 220, 224), καίτοι μπορεί να αποβεί κρίσιμη, αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή, ΠΕ 278/08, ημ. 10.10.12, Χαμπή ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 70, 77-78, Γεωργίου ν Δημητριάδου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 273, 278). Σε σχέση με τους πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν θεωρήσαμε κατά την αξιολόγηση τους τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο κατ' ακολουθίαν σαφών υποδείξεων της νομολογίας επί του θέματος, με ενδεικτική και μόνο την αναφορά στην Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και πάλι, ότι αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή τους αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες, μια και κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με τις προρρηθείσες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Χωρίς αμφιβολία, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες προσέγγισαν το έργο τους, αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ΄αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων - ασχέτως αν κάποιοι από αυτούς ήσαν ταυτοχρόνως και πραγματογνώμονες επί της πτυχής που κατέθεσαν - την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη κάποιες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στη Volettos v The Republic
(1961)CLR 169, 180-182, προκειμένου να διακριβώσουμε αν όλα όσα ανέφεραν, εξέφραζαν πιστώς και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής μάς δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί, δεν παλινδρομούσαν και απαντούσαν απεριφράστως, χωρίς καθόλου να κλονιστούν κατά την αντεξέταση τους. Η μαρτυρία τους, μεταξύ άλλων, κρινόμενη στην ολότητα της - αλλά και μεμονωμένως - συνήδε πλήρως και με το περιεχόμενο της γραπτής και πραγματικής μαρτυρίας που αφορούσε σε αυτά περί των οποίων κατέθεταν και ήταν λεπτομερής, συμπαγής και αταλάντευτη ως προς την ουσία που εξέφραζε. Κάποιες μικροαντιφάσεις και μικροανακολουθίες που μπορεί να παρατηρήθηκαν, καθόλου δεν επηρέασαν τη θετικότητα της γενικής προκύπτουσας εικόνας, με το γεγονός αυτό μάλιστα, να αποτελεί αναλόγως της περίπτωσης και ένδειξη έλλειψης αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων για το τι θα πουν. Εκτός αυτού, γνωρίζουμε ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και ότι οι διαφορές στη μαρτυρία - αναλόγως του είδους τους βεβαίως - είναι αναπόφευκτες (Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Όπως θα παραθέσουμε με κάποια λεπτομέρεια κατωτέρω, όλοι οι μάρτυρες Υπεράσπισης, μας δημιούργησαν αρνητική εντύπωση. Με το δέοντα σεβασμό, αναφέρουμε ότι αυτοί ήσαν ασαφείς, αμφίλογοι και αμφιρρεπείς. Οι απαντήσεις τους, ακόμη και κατά την κυρίως εξέταση (για μερικούς από αυτούς), χαρακτηρίζονταν από διστακτικότητα και μια αισθητή προσπάθεια αποστασιοποίησης από οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικειμενικώς βλαπτικό της εκδοχής και των συμφερόντων που προωθούσαν. Προτού προχωρήσουμε με τις επιμέρους αξιολογήσεις κάποιων μαρτύρων επισημαίνουμε τρία τινά. Πρώτο, ότι όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες-αστυνομικοί απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και δίχως να διακατέχονται από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων έδωσαν μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Fournaris and Another v The Republic
(1978)2 CLR 28, 36). Δεύτερο, ότι με βάση τα όσα δήλωσαν αναφορικώς με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία τους, δεχόμαστε ως πραγματογνώμονες για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσαν - με μια γενικότερη επιφύλαξη σε σχέση με την Αστερία Παπαβδή (ΜΥ3), για λόγους που θα αναπτύξουμε στο κατάλληλο στάδιο - τους Ανδρέα Λουκά (ΜΚ1), Κυριάκο Μουττά (ΜΚ2), Σωτήρη Ζαχαρίου (ΜΚ3), Μάριο Καριόλου (ΜΚ23), Ευάγγελο Αναστασίου (ΜΚ24), Χριστάκη Αντωνίου (ΜΚ25), Γεώργιο Χρυσάνθου (ΜΚ29), Andre De Villiers Horne (ΜΚ30), Νικόλα Χαραλάμπους (ΜΚ39), Σοφοκλή Σοφοκλέους (ΜΚ40), Κατερίνα Κονάρη (ΜΚ43), Γεωργία Χατζηκακού (ΜΚ45) και Άρτεμη Καλυβωκά (ΜΚ49). Τρίτο, σε σχέση με την αναπαράσταση του εγκλήματος που διενεργήθηκε στις 24.12.12, σημειώνουμε ότι την αξιολογήσαμε ως πραγματική μαρτυρία συμφώνως των επιταγών της σχετικής νομολογίας για να βοηθηθούμε στο να αντιληφθούμε καλύτερα τη μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με το θάνατο της Σταυρούλλας Ιορδάνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Σταυρινού v Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706, 723-725). Οι ως άνω αναφερόμενοι πραγματογνώμονες, ήσαν λεπτομερείς και συγκεκριμένοι, αναπτύσσοντας τις θέσεις και τοποθετήσεις τους με τρόπο τεκμηριωμένο, διαυγή, πλήρη και κατανοητό, παρουσιάζοντας με επάρκεια την επιστημονική βάση επί της οποίας στηρίχθηκαν για εξαγωγή των όποιων συμπερασμάτων τους και ενεργώντας σε πλήρη εναρμόνιση με τις επιταγές της νομολογίας, όπως αυτές διατυπώνονται μεταξύ, άλλων στις Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ 320/08, ημ. 15.3.12 και Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-
  1. Προτού προχωρήσουμε με τη λεπτομερειακή ανάλυση της μαρτυρίας των μαρτύρων Υπεράσπισης, κρίνουμε επιβεβλημένο όπως ενασχοληθούμε με κάποιες πτυχές της μαρτυρίας συγκεκριμένων μαρτύρων κατηγορίας που απασχόλησαν την Υπεράσπιση, είτε στο στάδιο των αγορεύσεων είτε κατά την αντεξέταση τους από τους δικηγόρους του κατηγορούμενου. Το πράττουμε αμέσως. Σχετικώς με τη μαρτυρία του Κύπρου Σάββα (ΜΚ10), υπογραμμίζουμε ότι αγνοήσαμε τις αναφορές του εκείνες που άπτονταν της αποτίμησης από μέρους του της ψυχοσύνθεσης της Σταυρούλλας Ιορδάνους, μια και ο μάρτυς, μολονότι γιατρός, δεν είχε εξειδικευμένες γνώσεις ψυχολογίας ή ψυχιατρικής ώστε να μπορούσε κανείς να βασισθεί στις γενικότερες αξιολογήσεις στις οποίες προέβηκε περί της ψυχολογίας και χαρακτηριστικών του θύματος. Εν σχέσει με τη μαρτυρία του ψυχίατρου Ευάγγελου Αναστασίου (ΜΚ24), τονίζουμε - και η κατάληξη μας αυτή εκπηγάζει, κυρίως, λόγω της απουσίας πρωτογενούς αξιολόγησης της Σταυρούλλας Ιορδάνους από μέρους του μάρτυρα - ότι το συμπέρασμα του ότι το θύμα ήταν απίθανο να είχε αυτοκτονήσει δεν θα μπορούσε να αποκτήσει αντικειμενικώς οποιαδήποτε σημαίνουσα βαρύτητα στην περίπτωση που εδώ αφορά. Δεχόμαστε όμως τη μαρτυρία του, στη γενικότερη της διάσταση, ως προς την ύπαρξη κάποιων γενικών χαρακτηριστικών που κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να καταδείξουν στην ύπαρξη κάποιας προδιάθεσης ή ενδείξεων αναφορικώς με την ύπαρξη αυτοκτονικών τάσεων από κάποια άτομα. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του, είχαμε επίσης υπόψη ότι ο εντοπισμός κάποιων εκ των γενικών χαρακτηριστικών και ενδείξεων σε ορισμένα πρόσωπα - όπως περιέγραψε ο μάρτυς - δεν μπορούν να οδηγήσουν εκ των πραγμάτων σε ταξινόμηση τους - όπως και την Σταυρούλλα Ιορδάνους - ως αδηρίτως αυτοκτονικών. Αναφορικώς με τη μαρτυρία του δικανικού εξεταστή πυροβόλων όπλων, Andre De Villiers Horne (ΜΚ30) - και ως συμπληρωματική διαπίστωση της αιτιολογίας που έχουμε ήδη δώσει περί της πολύ καλής εντύπωσης που μας δημιούργησε ως πραγματογνώμονας μάρτυς - δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε την εξαιρετικά λεπτομερή και απολύτως εμπεριστατωμένη τοποθέτηση του επί κάθε πτυχής επί της οποίας ρωτήθηκε και αφορούσε στην πραγματογνωμοσύνη του. Οι αναφορές του ήσαν πάντοτε αντικειμενικές και επαρκώς θεμελιωμένες, με αναφορά τόσο στην εμπειρική του τριβή όσο και στην ακαδημαϊκή του γνώση. Σε ό,τι αφορά στη μαρτυρία των ιατροδικαστών Νικόλα Χαραλάμπους (ΜΚ39) και Σοφοκλή Σοφοκλέους (ΜΚ40) - και πέραν της γενικότερης θετικής εντύπωσης που μας δημιούργησαν, ως ανωτέρω περιγράψαμε - σημειώνουμε ότι και οι δυο ασχολήθηκαν πρωτογενώς και απευθείας τόσο με τη σκηνή του εγκλήματος όσο και με τη σορό της Σταυρούλλας Ιορδάνους, σε διάφορα στάδια της ιατροδικαστικής εξέτασης, με αποτέλεσμα (αλλά όχι μόνο γι' αυτό το λόγο), τα ευρήματα και διαπιστώσεις τους (σε συνδυασμό και με τη σαφή, πλήρη και λεπτομερή αιτιολογία που έδωσαν αναφορικώς με κάθε πτυχή των πραγμάτων που τους αφορούσε και επί των οποίων ρωτήθηκαν), να παραμείνουν αδιάσειστα και συμπαγή. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Φαίδωνα Μαρκίδη (ΜΚ48), προσεγγίσαμε τις αναφορές του σε σχέση με τους χρονικούς προσδιορισμούς στους οποίους αναφέρθηκε, με μεγάλη επιφυλακτικότητα όχι διότι ο μάρτυς ήταν με οποιοδήποτε τρόπο αναξιόπιστος αλλά επειδή όπως επανειλημμένως ανέφερε «.ήταν του ύπνου» κατά τις κρίσιμες στιγμές και ότι οι αναφορές του σε χρόνους των 2-3 λεπτών αποτελούσαν γι' αυτόν σχήμα λόγου. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Amer Habis Awwad Alassaf (ΜΚ50), υπογραμμίζεται η αναφορά του ότι, όντας κάτοικος του διπλανού διαμερίσματος (του κατηγορούμενου) και έχοντας ακούσει ένα δυνατό θόρυβο γύρω στις 22:00, της 10.12.12, έτρεξε προς την πόρτα του διαμερίσματος του σε χρόνο λιγότερο του ενός λεπτού και κοίταξε από το μάτι της πόρτας και είδε τον Μάριο Φωτίου (ΜΚ4), να μιλά με κάποιο πρόσωπο. Δεν γνωρίζουμε εάν το πρόσωπο αυτό ήταν ο κατηγορούμενος. Από μια πρώτη όψη των πραγμάτων, η αναφορά του μάρτυρα φαίνεται να συγκρούεται με την εκδοχή του Μάριου Φωτίου (ΜΚ4), που ισχυρίστηκε ότι άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος του μετά που είχε ακούσει τον πυροβολισμό και αφού είχαν παρέλθει, πριν το πράξει αυτό, περίπου πέντε λεπτά. Σε αντίθεση με τον μάρτυρα, ο Μάριος Φωτίου (ΜΚ4), με σημείο αναφοράς συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβη μετά την επιστροφή του στο διαμέρισμα του έχοντας δειπνήσει με τον κατηγορούμενο και το θύμα και που αφορούσαν στο άδειασμα του πλυντηρίου ρούχων και στο κρέμασμα της μπουγάδας, έδωσε μια πιο ακριβή περιγραφή του διαρρεύσαντος χρόνου από ό,τι οι αναφορές ο Amer Habis Awwad Alassaf (ΜΚ50), ο οποίος αναφέρθηκε σε παρέλευση χρόνου λιγότερου του λεπτού από τη στιγμή που άκουσε τον πυροβολισμό, χωρίς όμως να παραθέσει οτιδήποτε για να αιτιολογήσει τη θέση του και τούτο ανεξαρτήτως του αν δεν κλήθηκε να το πράξει είτε από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την Υπεράσπιση. Επιστρέφουμε στα της ανάλυσης της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου και της μαρτυρίας των μαρτύρων Υπεράσπισης. Θα αρχίσουμε με την ανώμοτη δήλωση. Αναφορικώς με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, αυτοϋπενθυμιστήκαμε ότι το περιεχόμενο της δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία (Εφραιμίδου v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 134/13, ημ. 2.5.14), αν και συνεξετάζεται ασφαλώς κατά την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Κοφτερός v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 187/10, ημ. 20.2.12). Δεν μπορεί λοιπόν να μην λεχθεί σε σχέση με την επίδικη ανώμοτη δήλωση ότι κάποιες από τις εκεί αναφορές συγκρούονται είτε με υποβολές της Υπεράσπισης προς μάρτυρες κατηγορίας είτε με την απουσία αντεξέτασης επί αντίθετων εκδοχών μαρτύρων κατηγορίας, με αποτέλεσμα η προκύπτουσα εικόνα να δημιουργεί, κατά το λιγότερον, ασυνέπεια και αντιφατικότητα στις προβαλλόμενες εκδοχές του κατηγορούμενου. Για παράδειγμα - και τα έθιξε αυτά η Κατηγορούσα Αρχή στην αγόρευση της - ο κατηγορούμενος ανέφερε στην ανώμοτη δήλωση ότι ο Μάριος Φωτίου (ΜΚ4), του κτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος του στις 10.12.12, ενώ η Υπεράσπιση, αντεξετάζοντας τον μάρτυρα, δεν αμφισβήτησε τη θέση του ότι ήταν ο κατηγορούμενος που του είχε κτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος και όχι το αντίθετο, καλώντας τον σε φαγητό. Επίσης, ο κατηγορούμενος λέγει ότι όταν τον επισκέφθηκε ο Μάριος Φωτίου (ΜΚ4), στο διαμέρισμα του στις 10.12.12, κάθισαν σε τραπέζι έξω στη βεράντα και ότι ο Μάριος Φωτίου (ΜΚ4), είδε το όπλο που άρχισε να καθαρίζει ο κατηγορούμενος λέγοντας στον τελευταίο ότι είναι μερακλής στο καθάρισμα του όπλου, μένοντας εκεί για περίπου 20 λεπτά, με τον μάρτυρα να φεύγει και να επιστρέφει σε κατοπινό στάδιο. Όλα αυτά όμως ο Μάριος Φωτίου (ΜΚ4), δεν τα αναφέρει καν στη μαρτυρία του, δίχως η Υπεράσπιση να τον αντεξετάσει ή να του εισηγηθεί θέσεις όμοιες ή παρόμοιες με αυτές που ο κατηγορούμενος πρόταξε στην ανώμοτη του δήλωση. Αξίζει επίσης να υπογραμμιστεί ότι ο κατηγορούμενος κατά την (καθόλα νόμιμη), προφορική του ανάκριση στις 14.12.12, από την Κατερίνα Μιχαήλ (ΜΚ18) - και παρεμβάλλουμε εδώ ότι το σύνολο του ανακριτικού έργου αλλά και των ανακρίσεων του κατηγορούμενου ήσαν απολύτως εντός του πλαισίου της νομιμότητας από κάθε άποψη - δήλωσε ότι ο Μάριος Φωτίου (ΜΚ4), από τη στιγμή που ήρθε στο διαμέρισμα του στις 10.12.12, κάθισε μαζί του στο σαλόνι του διαμερίσματος ενώ, αντιθέτως, στην ανώμοτη του δήλωση ισχυρίστηκε ότι κάθισαν έξω στο τραπέζι της βεράντας πίνοντας καφέ, κάτι που επίσης δεν τέθηκε στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση. Επιπροσθέτως, ο κατηγορούμενος παρέθεσε στην ανώμοτη δήλωση τηλεφωνικό διάλογο που έλαβε χώραν μεταξύ του ιδίου και του Χαράλαμπου Λυσάνδρου (ΜΥ2), τον Σεπτέμβριο 2012, τονίζοντας ότι ο τελευταίος μαζί με τη σύζυγο του Μελανή Λυσάνδρου (ΜΚ31), ρώτησαν την Σταυρούλλα Ιορδάνους που ήρθε στο σπίτι τους κλαίγοντας, μη μπορώντας να σταθεί στα πόδια και κρατώντας την κοιλιά της, τι είναι που είχε, ενώ ο Χαράλαμπος Λυσάνδρου (ΜΥ2), επέμενε στη μαρτυρία του ότι το περιστατικό αυτό δεν το είχε αναφέρει στην σύζυγο του Μελανή Λυσάνδρου (ΜΚ31), πριν από το θάνατο της Σταυρούλλας Ιορδάνους. Χρήζει επίσης επισήμανσης, ότι η Μελανή Λυσάνδρου (ΜΚ31), δεν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση για το συγκεκριμένο αυτό περιστατικό, όπως το παρέθεσε ο κατηγορούμενος. Υπάρχουν όμως και άλλα. Ο κατηγορούμενος πρόταξε στην ανώμοτη δήλωση του ότι η Σταυρούλλα Ιορδάνους τον είχε εξουσιοδοτήσει για τις πράξεις εκ μέρους της στο Κτηματολόγιο, κάτι που ουδέποτε προβλήθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και ιδιαίτερα στον γραφολόγο Γεώργιο Χρυσάνθου (ΜΚ29). Ο κατηγορούμενος ανέφερε στην ανώμοτη του δήλωση ότι όταν αντίκρισε το θύμα μετά τον πυροβολισμό, αυτό «.καθόταν στον καναπέ στην θέσην που κάθεται βλέποντας στην τηλεόραση . το όπλο μου ήταν στημένο στο αριστερό της πόδι με το κοντάκι στο πάτωμα, η κάννη προς τα πάνω περίπου όπως το σχεδίασε με την πέννα ο Δικηγόρος μου στη φωτογραφία που εμπήκε τεκμήριο [εννοώντας τη φωτογραφία-Τεκμήριο 114]. Πήρα το όπλο το έβαλα στο κρεβατάκι του σκύλου και πήρα τα δυο της χέρια και τότε εκατάλαβα ότι επαίχτηκε η Σταυρούλλα». Η θέση όμως του κατηγορούμενου προς την Αστυνομία κατά την προφορική του ανάκριση στις 11.12.12, ήταν ότι είδε στα αριστερά του θύματος το κυνηγετικό όπλο με ακουμπισμένες τις κάννες στο χέρι του καναπέ (στο πλάι) και το κοντάκι ακουμπημένο στο κρεβάτι του σκύλου που βρισκόταν στη βάση δίπλα και αριστερά του καναπέ. Τούτη η θέση του κατηγορούμενου, συνάδει με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και συγκεκριμένα με τη μαρτυρία του Νικόλα Χαραλάμπους (ΜΚ39), που τοποθέτησε το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 5, κατά την αναπαράσταση που διενήργησε η Αστυνομία, ως οι φωτογραφίες 9-10 του σετ φωτογραφιών-Τεκμήριο
  2. Περιττό να πούμε ότι η υποτιθέμενη τούτη τελική θέση του κυνηγετικού όπλου-Τεκμήριο 5, όπως την τοποθέτησε ο κατηγορούμενος, δεν θα μπορούσε να είναι αληθινή διότι θα ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον (σύμφωνα με τη μαρτυρία που δεχθήκαμε ως αξιόπιστη), το θύμα να αυτοπυροβολείτο με τον τρόπο που άφησε να νοηθεί ο κατηγορούμενος (σχετικές είναι οι φωτογραφίες 12-22, 26-43 του σετ φωτογραφιών-Τεκμήριο 18). Κατά τη διάρκεια όμως της προφορικής ανάκρισης του κατηγορούμενου στις 14.12.12, ανέφερε ότι είδε την Σταυρούλλα Ιορδάνους να κάθεται στον καναπέ, με το αριστερό της χέρι να βρίσκεται κάτω αριστερά από το χέρι του καναπέ και το όπλο δίπλα της σε όρθια θέση, διαγώνια από το χέρι του καναπέ και το κάτω μέρος του, στο κρεβατάκι του σκύλου, θέση που δεν συνάδει εν πάση περιπτώσει με την εκδοχή που αποτυπώθηκε από την Υπεράσπιση στη φωτογραφία-Τεκμήριο
  3. Είπε επίσης κατά την προφορική του ανάκριση στις 10.12.12, ότι είχε δει δίπλα από τον καναπέ το όπλο να είναι ακουμπισμένο προς τον καναπέ, με τις κάννες να ακουμπούν πάνω στον καναπέ «φάρσα» και τον ίδιο να το παίρνει, να το μετακινεί και να το τοποθετεί επί της ξαπλώστρας του σκύλου. Διατείνεται επίσης στην ανώμοτη του δήλωση, ότι τα παιδιά της Σταυρούλλας Ιορδάνους τον δέχτηκαν με αγάπη, ωστόσο κατά την προφορική ανάκριση του από την Κατερίνα Μιχαήλ (ΜΚ18), ανέφερε ότι για την οικογένεια του θύματος ήταν πάντοτε ξένος και ότι ποτέ δεν νοιάζονταν γι' αυτόν ή είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του. Ως κατακλείδα σε σχέση με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, προσθέτουμε ότι πρόκειται περί ενός επιτηδευμένου και φτιαχτού κειμένου που μοναδικό σκοπό είχε να απομακρύνει τον κατηγορούμενο από όσα του καταλογίζει η Κατηγορούσα Αρχή και τίποτε περισσότερο. Τούτη η άποψη μας ασφαλώς, δεν μπορεί να προσμετρήσει - και στοιχειωδώς - εναντίον του κατηγορούμενου, ή να αποτελέσει ένδειξη, έστω, περί της ενοχής του τελευταίου, όπως τούτη προτείνεται από την Κατηγορούσα Αρχή. Εν σχέσει με τη μαρτυρία της Μαρίας Κυπριανού (ΜΥ1) - και πέραν της γενικότερης εντύπωσης που αποκομίσαμε και αποτυπώσαμε ανωτέρω εν είδει πλατύτερης τοποθέτησης επί της αναξιοπιστίας της ιδίας και των υπόλοιπων μαρτύρων Υπεράσπισης - θα πρέπει να πούμε ότι καθόλου δεν εντυπωσιαστήκαμε από τον τρόπο με τον οποίο η μάρτυς απάντησε σε σχέση με την έλλειψη γνώσης εκ μέρους της ότι ο κατηγορούμενος (και τότε πελάτης της), είχε ανακριθεί προφορικώς από τον Χαράλαμπο Ευδοκίμου (ΜΚ41), στις 10.12.12, τον Χρίστο Ανδρέου (ΜΚ44), την επομένη, αλλά και την Κατερίνα Μιχαήλ (ΜΚ18), στις 14.12.12 - και όλα αυτά, μολονότι είχε ήδη στην κατοχή της το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης. Καθόλου επίσης δεν είδαμε με θετικό μάτι την αναφορά της μάρτυρος ότι η αναπαράσταση που υποτίθεται ότι διενεργήθηκε από την Υπεράσπιση - όπως τούτη η αναπαράσταση απεικονίζεται στη φωτογραφία-Τεκμήριο 177, με την μάρτυρα να παρουσιάζεται εκεί κρατώντας κάποιο κυνηγετικό όπλο σε θέση αυτοπυροβολισμού - μια και η θέση της μάρτυρος ήταν ότι η αναπαράσταση έγινε λίγο μετά την αναπαράσταση που διενήργησε η Αστυνομία στις 24.12.
  4. Όμως η μάρτυς, στα πολλά αντιφατικά και αόριστα που ανέφερε σε σχέση με την πτυχή αυτή κατά τη μαρτυρία της, σημείωσε ότι η εν λόγω αναπαράσταση από μέρους της Υπεράσπισης έλαβε χώραν καλοκαίρι καιρό και προφανώς - προσθέτουμε - όχι το χειμώνα 2012-
  5. Τούτη η αναφορά της, όπως και το γεγονός ότι, καθώς μας είπε, είχε προβεί η ίδια σε δική της αναπαράσταση πολύ πιο πριν να δει τη φωτογραφία 34 του σετ φωτογραφιών-Τεκμήριο 18 (που αφορά στην αναπαράσταση της Αστυνομίας), δημιουργεί έντονες αμφιβολίες ως προς την αλήθεια του συγκεκριμένου ισχυρισμού (τον οποίο και απορρίπτουμε όπως εξάλλου και τις υπόλοιπες θέσεις των μαρτύρων Υπεράσπισης). Ως τελευταία επισήμανση σε σχέση με τη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος, υποσημειώνουμε (για να καταδείξουμε και πάλι την έλλειψη συνέπειας στις προβαλλόμενες εκδοχές από πλευράς Υπεράσπισης), ότι η εν λόγω μάρτυς είχε αναφέρει κατά την αντεξέταση ότι δεν είχε πει οτιδήποτε σε οποιονδήποτε (ιατροδικαστή ή αστυνομικό), κατά τη διάρκεια της αναπαράστασης στις 24.12.12, αν και ο δικηγόρος του κατηγορούμενου, είχε υποβάλει κατά την αντεξέταση του Νικόλα Χαραλάμπους (ΜΚ39), ότι η μάρτυς (κατά την αναπαράσταση της Αστυνομίας), είχε καθίσει στον καναπέ, πήρε το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 5, το τοποθέτησε σε σημείο του στόματος της και κάλεσε τον Νικόλα Χαραλάμπους (ΜΚ39), να εξετάσει το ενδεχόμενο αυτοπυροβολισμού από το στόμα με τον τρόπο που του υποδείκνυε. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία της Μαρίας Κυπριανού (ΜΥ1), ως αναξιόπιστη. Σε ό,τι αφορά στον Χαράλαμπο Λυσάνδρου (ΜΥ2), αυτός ήταν φανερό ότι παρουσιάστηκε ενώπιον μας με σκοπό να βοηθήσει αθέμιτα τον κατηγορούμενο στα πλαίσια της προσπάθειας του τελευταίου να πείσει ότι η Σταυρούλλα Ιορδάνους διακατείχετο από αυτοκτονικές τάσεις οι οποίες μετουσιώθηκαν στο τέλος σε πράξη στις 10.12.
  6. Αναφέρθηκε σε περιστατικό απόπειρας αυτοκτονίας της Σταυρούλλας Ιορδάνους με τη λήψη χαπιών για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, δίχως ποτέ να ισχυριστεί κάτι τέτοιο στη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία-Έγγραφο ΜΗ, στην οποία, αντιθέτως, δηλώνει ρητώς ότι «. η Σταυρούλλα δεν έδειξε ποτέ της ότι μπορεί να αυτοκτονήσει». Αξιοπρόσεκτο είναι και το γεγονός ότι ο μάρτυς είπε ότι ο κατηγορούμενος τού είχε τηλεφωνήσει από τις Κεντρικές Φυλακές για να τον θυμίσει περί του περιστατικού της υποτιθέμενης απόπειρας αυτοκτονίας της Σταυρούλλας Ιορδάνους, που κατά τον κατηγορούμενο επεσυνέβη την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου
  7. Δεν μπορεί επίσης να μην σημειωθεί (ως ενδεικτικό και τούτο της ασυνέπειας των προβληθεισών εκδοχών από μέρους της Υπεράσπισης και σε τούτο κάναμε ήδη μνεία στα πλαίσια διαφορετικής φύσης αξιολόγησης), ότι ενώ ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση διατείνεται ότι ο Χαράλαμπος Λυσάνδρου (ΜΥ2), του είχε πει ότι ρώτησε μαζί με την σύζυγο του Μελανή Λυσάνδρου (ΜΚ31), την Σταυρούλλα Ιορδάνους σχετικώς με την απόπειρα αυτοκτονίας και ότι η τελευταία ανέφερε στην Μελανή Λυσάνδρου (ΜΚ31), ότι είχε πιει χάπια, η Μελανή Λυσάνδρου (ΜΚ31), ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο είτε στη γραπτή της κατάθεση - Τεκμήριο 94, είτε κατά την αντεξέταση της. Μάλιστα δε, ο Χαράλαμπος Λυσάνδρου (ΜΥ2), είπε ότι δεν είχε αναφέρει στην σύζυγο του Μελανή Λυσάνδρου (ΜΚ31), το περιστατικό της υπό αναφορά απόπειρας αυτοκτονίας. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία του Χαράλαμπου Λυσάνδρου (ΜΥ2), ως αναξιόπιστη. Εν σχέσει με την Αστερία Παπαβδή (ΜΥ3), θα πρέπει να πούμε, με τον απαιτούμενο σεβασμό προς την επιστήμη που υπηρετεί και την ιδιότητα της ως ιατροδικαστού, ότι η έντονη εντύπωση που μας προξένησε ενόσω κατέθετε ενώπιον μας ήταν άκρως αρνητική και μάλιστα σε βαθμό που κατέστη απολύτως καθαρό, ότι σκοπός της ήταν να υποστηρίξει την εκδοχή αυτοκτονίας του θύματος που προωθούσε η Υπεράσπιση με κάθε τρόπο. Πολύ απείχε φοβούμαστε από την αντικειμενικότητα που θα έπρεπε να την χαρακτηρίζει ως πραγματογνώμονα μάρτυρα. Αρκετές φορές ήταν που επιχείρησε να υποστηρίξει τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε διάφορες εκφάνσεις του ανακριτικού έργου, λέγοντας ότι μερικές από τις προβαλλόμενες ως αντιφάσεις ή ανακολουθίες του, οφείλονταν στην ψυχολογική του κατάσταση ως εκ του γεγονότος ότι εντόπισε πυροβολημένη την σύζυγο του με τον τρόπο που περίγραψε. Άφησε, με άλλα λόγια, το συναίσθημα και τον επιλήψιμο υποκειμενισμό να επηρεάσουν την καθαρή κρίση που έπρεπε να χαρακτηρίζει τις προσεγγίσεις και ευρήματα της ως πραγματογνώμονος. Δεν μπορούμε επίσης να μην σημειώσουμε - χωρίς ποτέ να μας διαφεύγει η αναγκαιότητα για την επίδειξη ύψιστης προσοχής κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, η απόδοση ιδιαίτερης βαρύτητας στην συμπεριφορά του ενώ τούτος καταθέτει (πόσω δε μάλλον, όταν πρόκειται περί πραγματογνώμονα), ότι πολύ μας ξένισε ο τρόπος με τον οποίο η μάρτυς ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση ότι είχε μετρήσει το χέρι της δικηγόρου Μαρίας Κυπριανού (ΜΥ1), διαπιστώνοντας ότι τούτο είχε μήκος 59 εκατοστά με σκοπό. Σκοπός της μάρτυρος (όπως φανερώς στα μάτια μας αναδείχθηκε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της), να διορθώσει τη μαρτυρία της Μαρίας Κυπριανού (ΜΥ1), η οποία είχε αναφέρει κατά τη δική της αντεξέταση ότι, όταν μέτρησε το χέρι της, τούτο είχε μήκος 42 εκατοστά (και όχι ασφαλώς 59 εκατοστά όπως μας είπε η Αστερία Παπαβδή (ΜΥ3). Εκτός αυτών, η τελευταία, επιδίωξε να προσθέσει στο όλο σκηνικό του επίδικου συμβάντος, λεπτομέρειες (εξειδικευμένες και μη), ώστε να δικαιολογήσει από τη μια, το φερόμενα ανυπόστατο της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής σε συνάρτηση με τις πράξεις και ενέργειες του κατηγορούμενου (όπως η Κατηγορούσα Αρχή τού τις αποδίδει) και από την άλλη, να ερμηνεύσει τις όποιες πράξεις και παραλήψεις του κατηγορούμενου με τρόπο ώστε να τον απομακρύνει και απαλλάξει από οποιουσδήποτε δυσμενείς για την υπεράσπιση του συνειρμούς που θα μπορούσαν να λάβουν χώραν σε σχέση με αυτά που τούτος προβάλλει. Πολύ σωστά και ευστόχως οι ευπαίδευτοι εκπρόσωποι της Κατηγορούσας Αρχής υπέδειξαν στο στάδιο των αγορεύσεων ότι η μάρτυς προσπάθησε να δικαιολογήσει για ποιο λόγο είναι που ο κατηγορούμενος δεν θα ήταν λογικό να προέβαινε σε θανάτωση της Σταυρούλλας Ιορδάνους, δεδομένου ότι αυτός γνώριζε ότι, τουλάχιστον σε ένα από τα γειτονικά διαμερίσματα, θα υπήρχε αυτήκοος μάρτυς του γεγονότος (ο Μάριος Φωτίου (ΜΚ4), που μόλις λίγο προηγουμένως αναχώρησε από το διαμέρισμα τους μετά που δείπνησαν μαζί για να πάει στο δικό του παρακείμενο διαμέρισμα) και το ότι στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου και του θύματος υπήρχαν μόνο δυο άτομα, δηλαδή ο ίδιος και η θανούσα. Αναποφεύκτως λοιπόν, πέρανε η μάρτυς, δεν θα ήταν δύσκολο να συνδεόταν ο κατηγορούμενος με την αξιόποινη πράξη του πυροβολισμού του θύματος. Δεν ήταν όμως μόνο τούτα. Υπήρξαν και άλλα. Όπως το ότι μας είπε η μάρτυς ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του πρώην αστυνομικού και μέχρι πρότινος κυνηγού, σήμαινε ότι γνώριζε τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες του όπλου του για τις κακώσεις που τούτο θα μπορούσε να προκαλέσει και ότι ήταν γνώστης ότι η πλήξη στόχου με την επίδικη γόμωση από απόσταση ενός μέτρου μπορούσε να προκαλέσει μόνο επιφανειακές βλάβες, με σχεδόν σίγουρη την επιβίωση του θύματος, δεδομένου ότι το θύμα θα επλήγετο μόνο με μια βολή. Επιπροσθέτως, μας είπε η μάρτυς, ότι γνώριζε ο κατηγορούμενος πως εντός του φυσιγγίου που χρησιμοποιήθηκε για να πυροβοληθεί η Σταυρούλλα Ιορδάνους, περιέχονταν γύρω στα 400 σκάγια και ότι από την απόσταση των 75 εκατοστών και πλέον, αυτά τα σκάγια διασκορπίζονται στον περιβάλλοντα χώρο αναλόγως της απόστασης. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος, ούτε στην ανώμοτη του δήλωση, αλλά ούτε και κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, ανέφερε (ή υπέβαλε), ότι πράγματι, γνώριζε για τις δυνατότητες του κυνηγετικού του όπλου-Τεκμήριο 5 (όπως τόσο εξειδικευμένα αναφέρθηκαν από την μάρτυρα). Τούτο δείχνει, κατά την άποψη μας, ότι η μάρτυς προσπάθησε στοχοθετημένα να συμπληρώσει με εύσχημο τρόπο διά της μαρτυρίας της στοιχεία και λεπτομέρειες που μπορούσαν να είχαν αναφερθεί από τον κατηγορούμενο στην ανώμοτη του δήλωση αλλά δεν αναφέρθηκαν, ή να προσδώσει βαρύτητα με το λόγο της σε διάφορα υποθετικά σενάρια και συνειρμούς στους οποίους θα μπορούσε να προέβαινε ο κατηγορούμενος με σκοπό να επιρρώσει τη θέση του περί αναξιοπιστίας της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής και αξιοπιστίας της εκδοχής της Υπεράσπισης. Η μάρτυς δεν είχε πείρα ως ιατροδικαστής σε υποθέσεις πρόκλησης θανάτου με κυνηγετικά όπλα αλλά ούτε και χειρίστηκε ποτέ περιπτώσεις αυτοκτονιών με τέτοια όπλα. Κατ' ακολουθίαν, δεν είχε ούτε και εμπειρία σε σχέση με τραύματα εισόδου και εξόδου που προκαλούνται από κυνηγετικά όπλα και ιδιαίτερα με τραύματα κρανίου, όπως αυτό της Σταυρούλλας Ιορδάνους στην προκειμένη περίπτωση. Την απουσία εμπειρικής γνώσης της μάρτυρος την προσεγγίσαμε, θα πρέπει να πούμε, με κάποια ελαστικότητα γνωρίζοντας ότι μια τέτοια πρακτική εμπειρία μπορεί να συμπληρωθεί από ακαδημαϊκή γνώση επί του συγκεκριμένου αντικειμένου. Μολαταύτα, βλέποντας τα πράγματα και μέσα από αυτό το φακό και αξιολογώντας τις γνώσεις της και τον τρόπο που απαντούσε επί των συναφών τούτων ζητημάτων με αναφορά ενίοτε και σε βιβλιογραφία, καθόλου δεν ικανοποιηθήκαμε ότι οι αναφορές της θα μπορούσαν να καταταχθούν ως τέτοιας βαρύνουσας σημασίας και επιστημοσύνης ώστε να μας παράσχουν αντικειμενικώς και ασφαλώς το αναγκαίο εκείνο υπόβαθρο με βάση το οποίο θα μπορούσαμε να καταλήξουμε σε ανάλογα συμπεράσματα. Επισημαίνουμε επίσης - και τούτο είναι πολύ σημαντικό για ό,τι εδώ αφορά - ότι μολονότι η μάρτυς άφησε να νοηθεί ότι γνώριζε καλώς περί της βαλλιστικής ειδικότητας, δεν κατείχε την ειδικότητα αυτή όπως σε κάποια στιγμή αναγκάστηκε να παραδεχθεί, με αποτέλεσμα όλες οι σχετικές αναφορές της επί ζητημάτων που άπτονται της βαλλιστικής επιστήμης να παραγνωρίζονται για ό,τι εδώ είναι που προβληματίζει. Προσπάθησε επίσης να πείσει - ανεπιτυχώς και πάλι - ότι καθόλου δεν θα βοηθούσε ή θα επηρέαζε τη δυνατότητα εξαγωγής από μέρους της σχετικών συμπερασμάτων το αν διενεργούσε η ίδια τη νεκροψία του θύματος ή, κατά το ελάσσων, το αν θα ήταν παρούσα κατά την εν λόγω διαδικασία, προσπαθώντας μάλιστα να επιβάλει τη θέση ότι εντόπισε αιθάλη σε σημείο της στοματικής κοιλότητας του θύματος βασιζόμενη για το συμπέρασμα της αυτό στο χρώμα της εγκαυματικής περιοχής στο οποίο παρέπεμψε κατά τη μαρτυρία της και δη - κατά παράδειγμα - στη φωτογραφία-Τεκμήριο
  8. Η παρουσία αιθάλης - για να αναδείξουμε τη σημασία του πράγματος στην ευρύτερη εκδοχή που προώθησε ο κατηγορούμενος - αποτέλεσε για την Υπεράσπιση την αιχμή του δόρατος των εισηγήσεων της, αφού η παρουσία της αιθάλης τούτης στην υπό συζήτηση στοματική περιοχή αποτελεί κατά γενικό κανόνα χαρακτηριστικό των τραυμάτων που προέρχονται από αυτοπυροβολισμό με πυροβόλο όπλο από πολύ μικρή απόσταση ή και εξ επαφής. Η μάρτυς δεν κατάφερε επίσης να εξηγήσει πειστικώς και επαρκώς πώς και τα σκάγια που απεικονίζονται στη φωτογραφία 22 του σετ φωτογραφιών- Τεκμήριο 16 βρίσκονταν κάτω από τη μεμβράνη που συγκρατεί τον εγκέφαλο του θύματος και όχι στο πάνω μέρος της. Ούτε και κατόρθωσε να εξηγήσει επιστημονικώς, σαφώς και πειστικώς, πώς η θέση του σώματος της Μαρίας Κυπριανού (ΜΥ1), κατά την αναπαράσταση που υποτίθεται ότι η τελευταία διενήργησε, κατά τα εμφανιζόμενα στη φωτογραφία-Τεκμήριο 177, συνάδει με το τραύμα στην αριστερή κροταφοβρεγματική χώρα του θύματος, αλλά ούτε και το γιατί δεν εντοπίστηκαν σκάγια στον περιβάλλοντα χώρο και στον καναπέ επί του οποίου βρέθηκε καθήμενο το θύμα παρά το γεγονός ότι η μάρτυς χαρακτήρισε το επίδικο τραύμα ως σαφώς και αμετακλήτως τραύμα εξόδου (δηλαδή, από την περιοχή του στόματος του θύματος προς τα πάνω, με έξοδο από την αριστερή κροταφοβρεγματική χώρα) και όχι βεβαίως ως τραύμα εισόδου με αντίστροφη φορά. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία της Αστερίας Παπαβδή (ΜΥ3), ως αναξιόπιστη. Αναφορικά με την Στασούλλα Κωνσταντίνου (ΜΥ4), θα πρέπει να πούμε ότι τούτη μας δημιούργησε - και πολύ λυπούμαστε που το λέμε - χείριστη εντύπωση. Ήταν φανερό ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να ενισχύσει και αυτή, με πολύ άκομψο τρόπο ομολογούμε, την ψεύτικη, όπως τη θεωρούμε, εκδοχή του κατηγορούμενου περί αυτοκτονικών τάσεων της Σταυρούλλας Ιορδάνους αλλά και των ευρύτερων κακών σχέσεων της τελευταίας μαζί του. Μας ανέφερε ότι σε κάποια στιγμή η Σταυρούλλα Ιορδάνους την είχε βρίσει, με την μάρτυρα να μην αναρωτιέται πώς και η για δεκαπέντε τόσα χρόνια φίλη της (και πρώτη κουμέρα), της συμπεριφέρθηκε τόσο εχθρικά, και αφήνουμε κατά μέρος το γεγονός ότι η μάρτυς δεν θυμόταν πού είναι που διαδραματίστηκε το περιστατικό αυτό παρά μόνο ότι επεσυνέβη ένα μήνα πριν από το θάνατο του θύματος. Μας είπε ότι ήθελε να δώσει μαρτυρία από την πρώτη ημέρα που εντοπίστηκε νεκρή η Σταυρούλλα Ιορδάνους και ότι μάλιστα την επιθυμία της αυτή τη διαμήνυσε στους συγγενείς και στα παιδιά της, ανασκευάζοντας όμως την τοποθέτηση αυτή κατά την αντεξέταση και περιορίζοντας τον κύκλο στον οποίο υποτίθεται μίλησε περί των προθέσεων της, σε εκείνο των παιδιών της και μόνο. Ισχυρίστηκε στη γραπτή της δήλωση ότι η Σταυρούλλα Ιορδάνους, λίγο πριν από το περιστατικό του θανάτου της, της ανέφερε ότι δεν αγαπούσε τον κατηγορούμενο και ότι δεν μπορούσε να τον βλέπει και να βρίσκεται μαζί του, αλλάζοντας όμως τη θέση αυτή κατά την αντεξέταση, ισχυριζόμενη ότι η Σταυρούλλα Ιορδάνους αγαπούσε τον σύζυγο της, για να προβεί επέκεινα σε ένα συμφυρμό ισχυρισμών και δήθεν διαπιστώσεων της, με απώτερο στόχο τη δικαιολόγηση της αντίφασης αυτής και χωρίς, για να πούμε το λιγότερο, να πείσει με τις προβαλλόμενες δικαιολογίες. Δεν μπορούμε επίσης να μην σημειώσουμε (όχι ως στοιχείο αξιοπιστίας της μάρτυρος αλλά μάλλον ως προβληματισμό), το ότι, παρ΄όλη την προβαλλόμενη ως στενή φιλική και συγγενική της σχέση με το θύμα και τη διάθεση της να δώσει μαρτυρία αναφορικώς με ό,τι είναι που αφορούσε στην Σταυρούλλα Ιορδάνους και τον κατηγορούμενο (όπως άφησε να νοηθεί), δεν παρέστη στην κηδεία της φιλενάδας και κουμέρας της διότι «πώς ήταν να πάω μόνη μου, μια γυναίκα από την Ανθούπολη στη Λάρνακα;». Βεβαίως, η μάρτυς βρήκε τρόπο να έρθει στη Λάρνακα για να δώσει μαρτυρία υπέρ του κατηγορούμενου κατά τη δίκη. Δεν είναι δύσκολο να συμπεράνει κανείς, με βάση τις αναφορές της μάρτυρος, ότι για κάποιους λόγους που ευσχήμως τούτη προσπάθησε να μην αποκαλύψει, είχε διαφορές με την Σταυρούλλα Ιορδάνους, τέτοιας μάλιστα έκτασης που οδήγησαν την τελευταία (κατά την μάρτυρα), να την εξυβρίσει με τον τρόπο που η μάρτυς περίγραψε (όπως είδαμε πιο πάνω) αλλά και να την οδηγήσει στο να μην παραστεί στην κηδεία από φόβο (όπως είπε κατά την αντεξέταση), μήπως και την λυντσάρουν οι συγγενείς του θύματος («Αν με εδέρναν οι δικοί της, τα παιδιά της, η οικογένεια της;»). Απορρίπτουμε τη μαρτυρία της Στασούλλας Κωνσταντίνου (ΜΥ4), ως αναξιόπιστη. Σε αντίθεση με τη μαρτυρία και εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας (με τις όποιες σχετικές επιφυλάξεις αναφέραμε και αναλύσαμε στο σκεπτικό μας), απορρίπτουμε τη μαρτυρία και εκδοχή των μαρτύρων Υπεράσπισης ως παντελώς αναξιόπιστη και εστερημένη αποδεικτικής βαρύτητας. Άμεση απόρροια της κατάληξης τούτης είναι βεβαίως και η απόρριψη της εκδοχής της Υπεράσπισης ότι η Σταυρούλλα Ιορδάνους αυτοκτόνησε στις 10.12.
  9. Τούτο ασφαλώς δεν σημαίνει ότι μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ή έρεισμα υπέρ της αποδοχής της μαρτυρίας ή εκδοχής των μαρτύρων κατηγορίας ή - στοιχειωδώς - απόδειξης της επίδικης κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου. Το βάρος απόδειξης της επίδικης κατηγορίας εξακολουθεί να βαραίνει την Κατηγορούσα Αρχή στο ποινικό επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Προτού προχωρήσουμε στη διατύπωση των ευρημάτων μας, θεωρούμε κατάλληλο το στάδιο να παραθέσουμε συνοπτικώς, το νομικό υπόβαθρο που θεμελιώνει την επίδικη κατηγορία του φόνου εκ προμελέτης. Η προμελέτη αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του κακουργήματος του φόνου εκ προμελέτης, καθώς προσδιορίζεται στο άρθρο 203 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  10. Πρόκειται για έννοια πλήρως αποσαφηνισμένη, η οποία ορίστηκε αυθεντικώς στην Κύπρο, στην υπόθεση R v Shaban
(1908)8 CLR 82, 84, με επακόλουθη εφαρμογή σε πολλές άλλες υποθέσεις μετά τη θέσπιση του Άρθρου 7 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (μια και εκδόθηκε, ενώ ακόμα βρισκόταν σε ισχύ ο Οθωμανικός Ποινικός Κώδικας), όπως φερ' ειπείν, στην Aristidou v The Republic
(1967)2 CLR 43, 74-78. Στη Γιουρούκκης v Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ, 402, 448-49, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διά του Λοϊζου, Π., ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά και από τα οποία αντλήσαμε καθοδήγηση: «Τα συμπεράσματα για την ύπαρξη προμελέτης μπορεί να εξαχθούν από τα γεγονότα που περιστοιχίζουν τη δολοφονία του θύματος .Το κριτήριο ως προς την ύπαρξη ή μη προμελέτης είναι αν κάτω από το φως όλων των περιστάσεων της υποθέσεως ο δράστης είχε αρκετή ευχέρεια μετά που σχημάτισε την πρόθεση να σκοτώσει, να ξανασκεφτεί με σκοπό να αποφασίσει αν θα σκοτώσει ή όχι, και ότι αποφάσισε να σκοτώσει σαν αποτέλεσμα αυτής της σκέψης. Με άλλα λόγια η δολοφονία πρέπει να είναι αποτέλεσμα αυτού του αναλογισμού και όχι κάτι το ξαφνικό. Βέβαια πολλά εξαρτώνται από τη ψυχική και πνευματική κατάσταση του δράστη την ώρα εκείνη, την ηρεμία του πνεύματός του ή το αντίθετο. Υπάρχουν περιπτώσεις που έχει ένας δράστης αρκετό χρόνο μεταξύ της απόφασης να σκοτώσει και της εκτέλεσης της πρόθεσής του αλλά η κατάστασή του είναι τέτοια που να μη μπορεί να αναλογισθεί τις συνέπειες και αποστεί από την εκτέλεση της απόφασης. Σε άλλες περιπτώσεις η ψυχραιμία και η περίσκεψη του δράστη μπορεί να είναι τέτοια που και ένα ασήμαντο διάστημα μεταξύ του σχηματισμού της πρόθεσης και της εκτέλεσής της να ήταν αρκετό για την προμελέτη. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται και η επιμονή του δράστη στο να επιφέρει το θάνατο είναι στοιχεία αποκαλυπτικά των προθέσεών του που μπορεί να συνεκτιμηθούν για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με την ύπαρξη προμελέτης.» Παρομοίως, καθοδηγηθήκαμε από τα όσα ευσύνοπτα υπενθύμισε το Εφετείο στην Ονησίλλου ν Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, 569-570, διά του Πική Δ.: «Η προμελέτη είναι το στοιχείο που διακρίνει το έγκλημα του φόνου εκ προμελέτης (Άρθρο 203 - Κεφ. 154) από εκείνο της ανθρωποκτονίας (Άρθρο 205 - Κεφ. 154). Η πρόκληση θανάτου με παράνομη πράξη προσδιορίζει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας. Η προμελετημένη ανθρωποκτονία συνιστά το έγκλημα του φόνου εκ προμελέτης. Η πρόκληση θανάτου δεν επιμαρτυρεί αφεαυτής προμελέτη. Η προμελέτη δεν εξομοιώνεται αλλά αντίθετα διακρίνεται από την πρόθεση πρόκλησης θανάτου, εκδηλούμενη με την παράνομη πράξη που επιφέρει το θάνατο, που ήταν το κύριο γνώρισμα του εγκλήματος του φόνου με δόλια πρόθεση (murder with malice aforethought), γνωστό στο Κυπριακό Δίκαιο πριν την ανεξαρτησία. Η προμελέτη, όπως υποδηλώνει ο όρος, και στερεότυπα επαναλαμβάνει η νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων, πρέπει να αποδειχθεί ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πρόθεση πρόκλησης του θανάτου του θύματος, εκδηλούμενη από την παράνομη πράξη που επιφέρει το θάνατο. Η προμελέτη πρέπει να αποδειχθεί ως η κινητήρια δύναμη για τη φόνευση του θύματος. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της προμελέτης και της θανάτωσης (του θύματος) πρέπει να είναι άμεση.» Έχοντας ενασχοληθεί, σε αδρές γραμμές, με το δικαιϊκό υπόβαθρο που αφορά στο αποδιδόμενο κακούργημα, προχωρούμε αμέσως να διατυπώσουμε τα ευρήματα και αποφάνσεις μας επί των επίδικων θεμάτων λέγοντας από τώρα ότι εύρημα μας αποτελεί και το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας όπως το συνοψίσαμε ανωτέρω, στο βαθμό βεβαίως που τούτο δεν περιορίστηκε ή αναλύθηκε διαφορετικά κατά την αξιολόγηση. Βρίσκουμε λοιπόν ότι η σχέση μεταξύ κατηγορούμενου (ηλικίας 63 ετών) και θύματος (ηλικίας 56 ετών), χαρακτηριζόταν από συναισθηματικές διακυμάνσεις και εντάσεις. Ο κατηγορούμενος δεν συμπεριφερόταν καλώς προς το θύμα και σίγουρα η στάση του έναντι του, πόρρω απείχε από την εξιδανικευμένη εικόνα αγάπης και στοργής που δήθεν χαρακτήριζε τη σχέση τους, ακόμη και λεπτά πριν το θάνατο της Σταυρούλλας Ιορδάνους. Δεν μπορεί ασφαλώς να παραγνωριστεί ότι παρ' όλες τις φραστικές του τοποθετήσεις κατά την ανώμοτη του δήλωση, ο κατηγορούμενος διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό μαζί με την μασέρ Βαρβάρα (Βαλεντίνα) Πελιβανίδου (ΜΚ19), από το 2010 περίπου. Ένα από τα κυριότερα σημεία τριβής μεταξύ θύματος και κατηγορούμενου, αποτελούσε το ιδιοκτησιακό καθεστώς του διαμερίσματος στο οποίο διέμεναν επί της οδού Επτανήσου 14, στην Αραδίππου, αυτό δηλαδή στο οποίο έμελλε να χάσει τη ζωή της η Σταυρούλλα Ιορδάνους. Τέτοια έκταση πήραν τα πράγματα, που δικαιολογημένα η Σταυρούλλα Ιορδάνους, θεωρούσε ότι ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να καρπωθεί ολόκληρο το μερίδιο του διαμερίσματος στο όνομα του, αντί του ½ που του αναλογούσε με βάση το πωλητήριο έγγραφο-Τεκμήριο
  1. Μάλιστα δε έφθασε στο σημείο να ζητήσει τη νομική βοήθεια του δικηγόρου Ιωσήφ Φράγκου (ΜΚ16), ο οποίος διά επιστολής του ημερομηνίας 18.6.09, ως το Τεκμήριο 33, κατάγγελλε προς τους πωλητές του διαμερίσματος ότι η Σταυρούλλα Ιορδάνους είχε πληροφορηθεί ότι ο κατηγορούμενος με δόλιο τέχνασμα και πλαστογραφώντας την υπογραφή της είχε επιχειρήσει και δυνατόν να είχε καταφέρει την ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου-Τεκμήριο 32 και την υπογραφή νέου πωλητηρίου, (ως το Τεκμήριο 39). Αρκετές φορές ήταν που τσακώθηκαν για το ζήτημα αυτό. Τα πράγματα εκτραχύνθηκαν ακόμη περισσότερο όταν η Σταυρούλλα Ιορδάνους όντως διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε προχωρήσει και μεταβιβάσει στο όνομα του το μερίδιο της (δηλαδή το ½ μερίδιο επί του διαμερίσματος), χρησιμοποιώντας πλαστογραφημένο πληρεξούσιο έγγραφο (βλ. Τεκμήριο 26). Η μεταβίβαση αυτή έλαβε χώραν την 1.6.
  2. Η Σταυρούλλα Ιορδάνους είχε αντιδράσει πολύ έντονα στην ενέργεια αυτή. Οι διαφορές όμως του ζεύγους δεν επικεντρώνονταν αποκλειστικώς στις ευρύτερες διαστάσεις του ζητήματος της ιδιοκτησίας του διαμερίσματος και όλων όσων τούτο εξυπονοούσε είτε για την ίδια είτε για τα παιδιά της ή ακόμη και για τον κατηγορούμενο. Οι διαφωνίες και φιλονικίες τους ήσαν πολυεπίπεδες. Αναδείχθηκε, φέρ΄ ειπείν, εναργώς κατά την ακροαματική διαδικασία ότι η απαίτηση του θύματος να υποστηρίζει οικονομικώς τα παιδιά της προκαλούσε την αντίδραση του κατηγορούμενου και όξυνση των σχέσεων της μαζί του. Πέραν τούτου, στις 12.11.12, ο κατηγορούμενος κατήγγειλε ψευδώς στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου ότι η Σταυρούλλα Ιορδάνους του είχε στείλει δήθεν απειλητικό μήνυμα λέγοντας ο κατηγορούμενος στον αστυφύλακα Αλέξανδρο Γεωργίου (ΜΚ17), ότι τούτο έγινε με αφορμή καυγά που είχε με την Σταυρούλλα Ιορδάνους τη μέρα εκείνη, στη βάση ότι τον ζήλευε παράφορα και νόμιζε συνεχώς ότι αυτός είχε εξωσυζυγικές σχέσεις. Που είχε βεβαίως. Αναμφισβήτητα επομένως ο κατηγορούμενος είχε κίνητρο να φονεύσει την Σταυρούλλα Ιορδάνους. Ήθελε να την διαζευχθεί αλλά του ήταν δύσκολο καθότι τον απειλούσε ότι θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία για το ζήτημα της πλαστογραφίας. Στις 10.12.12 και γύρω στις 19:30, με τον τρόπο που περιέγραψε ο Μάριος Φωτίου (ΜΚ4), κατηγορούμενος, θύμα και μάρτυς δείπνησαν στο διαμέρισμα του ζεύγους στην οδό Επτανήσου
  3. Ο κατηγορούμενος ήταν κατηφής και σιωπηλός σε αντίθεση με άλλες προηγούμενες φορές. Αιωρείτο μια αίσθηση έντασης μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος. Δεν είχαν όμως καυγαδίσει μεταξύ τους θύμα και κατηγορούμενος, τουλάχιστον μπροστά στον Μάριο Φωτίου (ΜΚ4), κατά τη διάρκεια του δείπνου. Τίποτε δεν προμήνυε το κακό που θα επακολουθούσε. Ο Μάριος Φωτίου (ΜΚ4), έφυγε από το διαμέρισμα γύρω στις 21:
  4. Μετάβηκε στο διαμέρισμα του όπου και ασχολήθηκε με τα του πλυσίματος ρούχων στο πλυντήριο και παρακολούθησε τηλεόραση. Περίπου μια ώρα μετά που περατώθηκε το δείπνο και αποχώρησε από το διαμέρισμα ο Μάριος Φωτίου (ΜΚ4), για λόγους που δεν μπορούμε με την απαιτούμενη ασφάλεια να γνωρίζουμε ή αποδεκτώς να εικάσουμε στη βάση της παρουσιασθείσας μαρτυρίας που κρίναμε ως αξιόπιστη, ο κατηγορούμενος πήρε στα χέρια το κυνηγετικό του όπλο-Τεκμήριο 5, στόχευσε το αριστερό μέρος του κεφαλιού του θύματος (όπως αυτό καθόταν στον καναπέ επί του οποίου βρέθηκε αμέσως μετά το συμβάν) και από κοντινή απόσταση (30-75 εκατοστών από τις κάννες του κυνηγετικού όπλου-Τεκμήριο 5), πυροβόλησε την Σταυρούλλα Ιορδάνους (κατ' ανάλογο τρόπο αυτού που φαίνεται στις φωτογραφίες 44 - 47, 49 και 50 του σετ φωτογραφιών-Τεκμήριο 18), με σκοπό να την φονεύσει. Τούτο έγινε γύρω στις 22:
  5. Το είδος του όπλου και των πυρομαχικών που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, σε συνδυασμό με την απόσταση από την οποία πυροβόλησε το θύμα και το σημείο επί του οποίου επέφερε το πλήγμα (δηλαδή στο κεφάλι) - με τη φύση και έκταση των τραυματισμών τούτων να αποτυπώνεται με σαφήνεια στις φωτογραφίες 5-10, 12, 14, 17, 30-33 του σετ φωτογραφιών-Τεκμήριο 15, των φωτογραφιών 1-34 του σετ φωτογραφιών-Τεκμήριο 16 και των φωτογραφιών 1-11 και 14-16 του σετ φωτογραφιών-Τεκμήριο 21, που έτυχαν επεξήγησης και ανάλυσης από αρμόδιους μάρτυρες κατηγορίας, όπως είδαμε πιο πάνω - δεν αφήνουν καμιά απολύτως αμφιβολία περί της πρόθεσης θανάτωσης της Σταυρούλλας Ιορδάνους. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 5, ήταν ήδη έμφορτο με δυο φυσίγγια κατά την παραλαβή του από τον κατηγορούμενο (όπως βρέθηκε τελικώς μετά το συμβάν, ως η φωτογραφία 18 του σετ φωτογραφιών-Τεκμήριο 15), ή οπλίστηκε από τον κατηγορούμενο τη στιγμή που τα πράγματα ήσαν πλέον φανερό ότι θα οδηγούνταν στην τελική εγκληματική πράξη του θύτη. Υπάρχει εν προκειμένω χρονικό κενό, σημαντικό στην εξέλιξη των πραγμάτων για ό,τι εδώ ενδιαφέρει, από τη στιγμή της αναχώρησης του Μάριου Φωτίου (ΜΚ4) και του πυροβολισμού του θύματος. Τούτο το γεγονός λειτουργεί αποτρεπτικά στην εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ως προς το τι είναι ακριβώς που οδήγησε τελικώς τον κατηγορούμενο να πυροβολήσει το θύμα. Δεν μπορεί να μην επενεργήσει υπέρ του κατηγορούμενου (υπό την έννοια ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας), ότι τα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς του κατά τη διάρκεια του δείπνου, όπως πρωτογενώς τα αντιλήφθηκε και αποτύπωσε στη μαρτυρία του ο Μάριος Φωτίου (ΜΚ4), ήσαν τέτοια που δεν αποκλείουν - έχοντας υπόψη το προηγούμενο ιστορικό του ζεύγους - την κορύφωση κάποιας μορφής διένεξης μεταξύ τους που στο τέλος οδήγησε τον κατηγορούμενο στην κακουργηματική του πράξη. Το γεγονός ότι δεν ακουστήκαν φωνές από το διαμέρισμα στο κρίσιμο τούτο χρονικό διάστημα που περιγράφουμε από την αποχώρηση του Μάριου Φωτίου (ΜΚ4), δεν υπονοεί με κανένα τρόπο ότι θα μπορούσε με ασφάλεια να αποκλείσει το ενδεχόμενο να έλαβε χώραν πράγματι μια τέτοια αντιμαχία μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος στο διάστημα αυτό. Ο όποιος καυγάς μπορεί να συνέβη μεταξύ τους χαμηλόφωνα ή, κατά την κοινή λογική, να μην έτυχε να ακουστεί από τον Μάριο Φωτίου (ΜΚ4), ο οποίος κατά τους κρίσιμους εκείνους χρόνους παρακολουθούσε στο διαμέρισμα του την τηλεοπτική σειρά «Βήματα στην Άμμο», διεκπεραιώνοντας σε κάποια στιγμή και το πλύσιμο των ρούχων του στο πλυντήριο. Το διαπιστωμένο τούτο κενό και όσα συζητούμε εν σχέσει με αυτό, αφήνει μετέωρη την όποια απόφανση θα μπορούσε να διατυπωθεί με την προσήκουσα δικαιϊκή ασφάλεια (στο τελικό αυτό στάδιο κρίσης της υπόθεσης σε αντίθεση με εκείνο του εκ πρώτης όψεως), ως προς την ύπαρξη προαπόφασης από μέρους του κατηγορούμενου για θανάτωση της Σταυρούλλας Ιορδάνους με τρόπο που να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις και δικλίδες που η νομολογία θέτει επί του ζητήματος της προμελέτης. Το ότι ο κατηγορούμενος πυροβόλησε μόνο μια φορά το θύμα και όχι δυο, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι στόχος του ήταν η προμελετημένη δολοφονία του θύματος, ή κατά αντίστροφη λογική, ότι στόχος του δεν ήταν η εξόντωση της Σταυρούλλας Ιορδάνους, ασχέτως αν δεν σκόπευε να το πράξει αυτό προμελετημένα. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος σε μεγάλο βαθμό προσποιήθηκε - καθώς βρίσκουμε - τα περί της κατάστασης σοκ στην οποία βρέθηκε μετά το περιστατικό, ή ακόμη και οι αντιφάσεις, ανακολουθίες και κάποια ψέματα που αναδύονται από την ανώμοτη του δήλωση και το περιεχόμενο των προφορικών του ανακρίσεων (όπως τα θίξαμε κατά την αξιολόγηση της ανώμοτης του δήλωσης ανωτέρω), αλλά ακόμη και το γεγονός ότι επέλεξε ευσχήμως να μην αναφερθεί στην ανώμοτη του δήλωση στο πού άφησε τελικώς το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 5 (μετά που υποτίθεται ότι το καθάριζε μπροστά στον Μάριο Φωτίου (ΜΚ4), το βράδυ του τελευταίου δείπνου), ή ακόμη και το ότι ο κατηγορούμενος περίμενε την παρέλευση πέντε περίπου λεπτών μετά τον πυροβολισμό για να εξέλθει του διαμερίσματος και να κτυπήσει την πόρτα του διαμερίσματος του Μάριου Φωτίου (ΜΚ4), πληροφορώντας τον για τα καθέκαστα, δεν θα μπορούσαν (ξεχωριστά ή συνολικώς αποτιμώμενα), να οδηγήσουν τα πράγματα σε συμπέρασμα ύπαρξης προμελέτης από μέρους του για θανάτωση της Σταυρούλλας Ιορδάνους. Η ύπαρξη υπονοιών περί προμελετημένης δολοφονίας του θύματος δεν θα μπορούσε ποτέ να αποβεί επαρκής για τη διατύπωση ευρήματος προαπόφασης και προμελέτης θανάτωσης της Σταυρούλλας Ιορδάνους. Το τραύμα που δημιουργήθηκε ως εκ του πυροβολισμού από τον κατηγορούμενο, δεν μπορούσε να προέλθει από την Σταυρούλλα Ιορδάνους. Προξενήθηκε από έξω προς τα μέσα, με φορά και γωνία πυροβολισμού ελαφρώς προς τα κάτω, κατά τα γενικότερα πρότυπα των θέσεων βολής που αποτυπώνονται στις φωτογραφίες 44-47 και 49-50 του σετ φωτογραφιών-Τεκμήριο
  6. Δεν εντοπίστηκε αιθάλη ή υπολείμματα πυρίτιδος στη στοματική κοιλότητα ή σε οποιαδήποτε εγκαυματική περιοχή του τραύματος ή της γλώσσας του θύματος ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της εκδοχής του κατηγορούμενου, όπως εναργώς και πειστικώς εξήγησαν οι ιατροδικαστές Νικόλας Χαραλάμπους (ΜΚ39) και Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ40), καθώς και ο βαλλιστής Andre De Villiers Horne (ΜΚ30). Η Σταυρούλλα Ιορδάνους δεν παρουσίαζε αυτοκτονικές τάσεις και ούτε γνώριζε να συναρμολογεί ή να χρησιμοποιεί όπλα, όπως και ούτε και θα μπορούσε ως εκ των διαστάσεων των χεριών της, σε συνδυασμό με εκείνες του όπλου-Τεκμήριο 5, να προκαλέσει στον εαυτό της τους θανατηφόρους τραυματισμούς που έλαβαν χώραν ως εκ του πυροβολισμού. Αφήσαμε ως τελευταίο θέμα το ζήτημα της επάρκειας του ανακριτικού και ιατροδικαστικού έργου για το οποίο λέχθηκαν και τέθηκαν διάφορα από την Υπεράσπιση τόσο κατά τις αγορεύσεις όσο και κατά την εξέταση και αντεξέταση των ενώπιον μας μαρτύρων. Δεν έχουμε να πούμε πολλά γι' αυτό το θέμα παρά μόνο να σημειώσουμε ότι τόσο το ανακριτικό όσο και το ιατροδικαστικό έργο ήταν θετικό και επαρκές. Το ότι διαπιστώθηκαν κάποιες παραλήψεις, για παράδειγμα, το ότι δεν προστατεύθηκαν αμέσως μετά την άφιξη στη σκηνή, τα χέρια του θύματος (ή ακόμη και του κατηγορούμενου), δεν επέδρασε αρνητικά σε οποιοδήποτε δικαίωμα ή δυνατότητα του κατηγορούμενου να προωθήσει την υπεράσπιση του με το δέοντα τρόπο. Μήτε και άφησε οποιεσδήποτε εύλογες αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των ιατροδικαστικών και ανακριτικών εξετάσεων που έλαβαν χώραν. Όμοια, ισχύουν και για τα περί μη εργαστηριακής εξέτασης του ιστού που εντοπίστηκε σε τοίχο, λοξώς δεξιά της σορού της Σταυρούλλας Ιορδάνους, ως εμφαίνεται στις φωτογραφίες 15-16 του σετ φωτογραφιών-Τεκμήριο
  7. Καμιά από τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης δεν μας έπεισε, ούτε κατ' ελάχιστον, για το αντίθετο. Η Κατηγορούσα Αρχή, για τους λόγους που εξηγήσαμε, απέτυχε να αποδείξει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία το συστατικό στοιχείο της προμελέτης στην παρούσα περίπτωση, με αποτέλεσμα το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης εναντίον του κατηγορούμενου να μην έχει αποδειχθεί. Έχει όμως αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος στις 10.12.12, επέφερε το θάνατο της Σταυρούλλας Ιορδάνους, τέως από τη Λάρνακα, πυροβολώντας την παρανόμως με το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 5, διαπράττοντας με αυτό τον τρόπο και με την απαραίτητη πρόθεση, το κακούργημα της ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  8. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας της Σταυρούλλας Ιορδάνους, κατά παράβαση του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  9. (Υπ.)................ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. /ΓΚ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.