← Κύπρος

Γιώργος Θεοφάνους ν. Elsmaco Contracting Ltd κ.α., Υπόθεση αρ.: 1408/2012, 8/7/2014

Γιώργος Θεοφάνους ν. Elsmaco Contracting Ltd κ.α., Υπόθεση αρ.: 1408/2012, 8/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 1408/2012 Γιώργος Θεοφάνους και

  1. Elsmaco Contracting Ltd
  2. Σπύρου Ελενοδώρου Κατηγορουμένων 08 Ιουλίου,
  3. Για τον παραπονούμενο, εμφανίζεται ο κ. Σ. Σταύρου για τους κ.κ. Αντωνάκης Σωτηρίου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Π. Αβραάμ για τους κ.κ. Ανδρέας Β. Ζαχαρίου και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η ----------------------- Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διώκονται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Επίδικη είναι η επιταγή υπ΄ αριθμόν 93658118, για το ποσόν των €3.
  1. Η επιταγή εξεδόθηκε επί του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Κύπρου», από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 0550-11-034887, του οποίου δικαιούχοι είναι οι κατηγορούμενοι αρ.
  2. Ως δικαιούχος της επιταγής παρουσιάζεται ο παραπονούμενος. Η επιταγή παρουσιάζεται πληρωτέα στις 19.11.2010, πλην όμως, αυτή φέρει σωρεία τραπεζικών σφραγίδων με τις ενδείξεις: «Αποταθείτε στον εκδότη - Ανεπαρκή υπόλοιπα», «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπα». Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, μία εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία τους, διώκονται ως οι εκδότες της επιταγής. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 διώκεται ως ο συνεργός των κατηγορουμένων αρ.
  3. Όσον αφορά στο νομικό πλαίσιο το οποίο εδώ ενδιαφέρει σημειώνονται τα εξής: Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) η οποία, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα ή αργότερα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασής της και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της (Ιωάννου ν. Σαμουρίδης
(2000)2 Α.Α.Δ. 299). Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560-1). Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) σε σχέση τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Όταν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός υπέγραψε την επιταγή, η αξιόποινη συμπεριφορά του συντελείται κατά το χρόνο της υπογραφής. Αυτός ο χρόνος είναι και ο κρίσιμος για να κριθεί η συνδρομή ένοχης πρόθεσης εκ μέρους του συνεργού (Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), 268 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009 Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, ημερ. 15.10.2012.). Περαιτέρω, σημειώνεται πώς μια επιταγή είναι, ως εκ της φύσεώς της, χρεόγραφο, το οποίο δύναται να μεταβιβαστεί. Κάθε πρόσωπο το οποίο υπογράφει την επιταγή θεωρείται, κατά τεκμήριον, ως μέρος αυτής «για αξία» (άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Με άλλα λόγια, η έκδοση μίας επιταγής δηλώνει, κατ΄ αρχήν, την ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος. Ο κάτοχος της επιταγής θεωρείται, κατά τεκμήριον, ως κάτοχος κατά τον προσήκοντα τρόπο, δηλ. ότι έδωσε αξιόλογη και καλή αντιπαροχή (άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262, Λοίζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 18/2012 Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, ημερ. 16.04.2014). Τέλος, στην πρόσφατη απόφαση Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Γ. Χρήστου (ανωτέρω), ο έντιμος Δικαστής Ναθαναήλ υποδεικνύει τα εξής σχετικώς με τη θέση της επιταγής στις εμπορικές συναλλαγές τα οποία, κατ΄ αναλογίαν ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση: « .... Η ποινική .... ευθύνη (εννοείται του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) είναι βεβαίως νομοθετική επιλογή και συνάδει με το αξιόγραφο μιας επιταγής, η οποία ισοδυναμεί με μετρητά. Η έκδοση επιταγής είναι κοινή συναλλακτική πρακτική και αποτελεί ένα γρήγορο και αποτελεσματικό μέσο εμπορικής δραστηριότητας. Υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τιμάται κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα, ώστε να υπάρχει ασφάλεια στις εμπορικές συναλλαγές. Επομένως η ποινικοποίηση της ανάκλησης χωρίς εύλογη αιτία ήρθε να προσθέσει και όχι να αφαιρέσει στην αποτελεσματικότητα της. .....» Για να αποδειχθεί η υπόθεση κατέθεσαν ο ίδιος ο παραπονούμενος Γιώργος Θεοφάνους (Μ.Κ.1) και ο Γεώργιος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.2), υπάλληλος του οργανισμού «Τράπεζα Κύπρου». Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν η επίδικη επιταγή (τεκμήριο 1) και αναλυτική κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού για τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2010 (τεκμήριο 8). Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με την κοινή δήλωση και την έγκριση ως παραδεκτών, των ακόλουθων γεγονότων: (α) Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 αποτελούν εταιρεία νομίμως εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία.
(2)Ο κατηγορούμενος αρ. 2 είναι διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 1 από το έτος 2003 έως και σήμερα. Η πλευρά των κατηγορουμένων επέλεξε να μην παρουσιάσει μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 προέβηκε σε δήλωση ανωμοτί προβάλλοντας ποικίλους και πολυσχιδείς ισχυρισμούς. Συναφώς σημειώνεται πώς κάθε κατηγορούμενος, κληθείς σε απολογία, δικαιούται να προβεί σε δήλωση ανωμοτί. Η επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν προσφέρεται για εξαγωγή οιουδήποτε συμπεράσματος και, ιδίως, η επιλογή αυτή δεν πρέπει να συσχετίζεται με την ενοχή του κατηγορουμένου. Οι ανωμοτί δηλώσεις έχουν κάποια αξία και εξετάζονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όμως, οι δηλώσεις αυτές δεν αποτελούν μαρτυρία (Ιωάννου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 225 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 187/2010 Αναστάσιος Κοφτερός ν. Αστυνομίας, ημερ. 20.02.2012). Ακολουθεί η παρουσίαση και ο σχολιασμός της μαρτυρίας: Κατά την κυρίως εξέταση του, η οποία διεξήχθηκε με την ανάγνωση και κατάθεση γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ. 1), ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει, ο Γιώργος Θεοφάνους εδήλωσε τα εξής: «........ ασχολούμαι με οδοποιία και διαχωρισμό οικοπέδων. Επίσης είμαι διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της εταιρείας George P. Theophanous Ltd με αρ. εγγραφής Η.Ε. 184883 ....... κατά τον ουσιώδη χρόνο η εταιρεία μου εργοδοτούσε τέσσερις υπαλλήλους... Με την κατηγορουμένη εταιρεία 1 και τον διευθυντή της κατηγορούμενο 2, συνεργαζόμασταν στα πλαίσια των επαγγελματικών μας δραστηριοτήτων για πάρα πολλά χρόνια. Η κατηγορουμένη εταιρεία 1 ασχολείται με οδοποιία και διαχωρισμό οικοπέδων και είναι μέσα στα πλαίσια αυτών των δραστηριοτήτων τους που ανέθεταν στην εταιρεία μου George P. Theophanous Ltd με αρ. εγγραφής ΗΕ184883 υπεργολαβικές εργασίες .... Η συνεργασία μας με τον κατηγορούμενο 2 χρονολογείται από το 1994 ...... Για τις δοσοληψίες μεταξύ των εταιρειών μας διατηρούσα τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας George P. Theophanous Ltd ο οποίος ανάλογα με τις εξελίξεις των εργασιών χρεωνόταν και ανάλογα με τις πληρωμές πιστωνόταν ... Στις 19.11.2010 ημέρα Παρασκευή, το απόγευμα, η κατηγορουμένη εταιρεία 1 μέσω του διευθυντή της κατηγορούμενου 2, εξέδωσε και παρέδωσε επ΄ ονόματι μου έναντι της οφειλής της προς της εταιρείας μου George P. Theophanous Ltd την επίδικη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 93658118 για το ποσό των €3.000,00 με ημερομηνία πληρωμής την ιδία μέρα .... Την επίδικη επιταγή υπόγραψε ενώπιον μου ο κατηγορούμενος 2, Σπύρος Ελενόδωρου ως διευθυντής και ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράψει την επιταγή της κατηγορουμένης 1 και μου την παρέδωσε όταν εγώ είχα πάει στο σπίτι του στην Ορόκλινη ... Λόγω του ότι είχα ανάγκη από μετρητά για να πληρώσω τους υπαλλήλους της εταιρείας μου για την εβδομάδα που εργάστηκαν, οπισθογράφησα την επίδικη επιταγή και την έδωσα σε κάποιον Μιχάλη ο οποίος πάντοτε με εξυπηρετούσε, ο οποίος μου έδωσε μετρητά για να πληρώσω τους μισθούς των υπαλλήλων της εταιρείας μου ... Το εν λόγω πρόσωπο, όπως αργότερα με ενημέρωσε, παρουσίασε την επίδικη επιταγή για πληρωμή αρκετές φορές, όπως φαίνεται και από την όψη της επιταγής, στο τραπεζικό ίδρυμα επί του οποίου εξεδόθη, ήτοι την Τράπεζα Κύπρου, πλην όμως η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» ... Κατά τις αρχές Δεκεμβρίου του 2010 μου τηλεφώνησε το εν λόγω πρόσωπο και μου ανέφερε ότι παρά τις πολλαπλές προσπάθειες του η επιταγή δεν τιμήθηκε και μου είπε να βρεθούμε για να μου την επιστρέψει και να του δώσω τα χρήματα ... Βρεθήκαμε με το εν λόγω πρόσωπο στα Λατσιά και μου επέστρεψε την επίδικη επιταγή και του παρέδωσα το αντίστοιχο ποσό σε μετρητά ... Ενημέρωσα τηλεφωνικώς τον κατηγορούμενο 2 για την πιο πάνω εξέλιξη ότι δηλαδή η επιταγή που μου έδωσε δεν τιμήθηκε. Στα πλαίσια αυτής της συζήτησης πήγα στα γραφεία του στην Ορόκλινη και ο ίδιος μου ζήτησε να κάνω λίγη υπομονή και θα μου αντκαταστήσει την επίδικη επιταγή με μετρητά .... Λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας μας αλλά και λόγω του ότι το ίδιο φαινόμενο επαναλήφθηκε πολλές φορές συμφώνησα να του δώσω κάποιο χρόνο. Περνούσε ο χρόνος και παρά το ότι τον ενοχλούσα συνέχεια και καθημερινά δυστυχώς έμεινε μόνο στις υποσχέσεις .... Τότε μη έχοντας άλλη επιλογή επισκέφθηκα δικηγόρο και έδωσα οδηγίες για τη λήψη δικαστικών μέτρων ..... Η επίδικη επιταγή παραμένει απλήρωτη μέχρι και σήμερα και οι κατηγορούμενοι δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για την εξόφληση της...» (δείτε στο έγγραφο αρ. 1). Κατά την αντεξέτασή του, ο Γιώργος Θεοφάνους (Μ.Κ.1), με λόγο ήρεμο, σταθερό και άμεσο επέμεινε στις θέσεις του. Απέρριψε δε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων σύμφωνα με τις οποίες ο ίδιος δεν είναι νόμιμος κάτοχος της επιταγής, η επιταγή εδόθηκε από τον υιό του κατηγορουμένου αρ. 2, η επιταγή έχει εξοφληθεί, η δε προκείμενη ιδιωτική ποινική υπόθεση κατεχωρίστηκε εκδικητικά γιατί οι κατηγορούμενοι διέκοψαν την επαγγελματική συνεργασία μαζί του. Ο Γεώργιος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.2), εξηγώντας τα καταγεγραμμένα στο τεκμήριο 8, επληροφόρησε για το γεγονός πώς το πιστωτικό όριο του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 0550-11-034887 ανήρχετο στο ποσόν των €270.000 και πώς, καθ΄ όλην την διάρκεια του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2010, ο λογαριασμός αυτός επαρουσίαζε σημαντική υπέρβαση. Διευκρίνισε δε, κατ΄ επανάληψιν, πώς καθ΄όλην τη διάρκεια του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2010 ουδεμία επιταγή των κατηγορουμένων αρ. 1, εκδοθείσα από τον τραπεζικό λογαριασμό, θα μπορούσε να τιμηθεί λόγω, ακριβώς, ανεπαρκών υπολοίπων. Ειδικότερα, ο μάρτυς εδήλωσε πώς κατά την κρίσιμη ημερομηνία 19.11.2010, ο τραπεζικός λογαριασμός υπ΄ αριθμόν 0550-11-034887 επαρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €314.753,71. Αντεξετασθείς ο Γεώργιος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.2) επανέλαβε τα πιο πάνω προσθέτοντας πώς, παρά την ύπαρξη χρεωστικού υπολοίπου στον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 0550-11-034887, εντούτοις, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες επιταγές, εκδοθείσες από τους κατηγορουμένους αρ. 1 από το λογαριασμό αυτό, ετιμήθηκαν. Αυτό συνέβηκε περιστασιακά. Δεν υπήρξε, εκ μέρους της τράπεζας, σταθερή πρακτική για εξαργύρωση των ακάλυπτων επιταγών τις οποίες εξέδιδαν οι κατηγορούμενοι αρ. 1. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση του μάρτυρος: «..... Ε. Σας υποβάλλω κύριε μάρτυς ότι ένεκα της πρακτικής που είχατε με την κατηγορουμένη εταιρεία, οι κατηγορούμενοι σε καμία περίπτωση δεν πίστευαν ότι δεν θα τιμηθεί η επιταγή τους, δεν το πίστευαν ένεκα της προηγούμενης πρακτικής. Α. Έχω την εντύπωση ότι με τις επιταγές που είχαν επιστραφεί μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα μπορούσε να ξανασυμβεί. Ε. Σας υποβάλλω ότι κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής οι κατηγορούμενοι λόγω της συνεργασίας, της πρακτικής που είχατε, πίστευαν ειλικρινά ότι η επιταγή θα πληρωθεί ή ότι θα ειδοποιηθούν. Α. Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι αν δεν είχαν ειδοποιηθεί τότε. Ε. Εσείς δεν ειδοποιήσατε; Α. Δεν μπορώ να θυμάμαι για το 2010 αν ειδοποιήθηκε ή όχι. Ε. Σας υποβάλλω ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκαν. Α. Ο λογαριασμός έχει όριο €270,000, είχαν επιστραφεί και παλαιότερα άλλες επιταγές. Επαναλαμβάνω ότι δεν μπορώ να θυμούμαι αν είχε ειδοποιηθεί ο πελάτης ή όχι, αλλά δεν σημαίνει ότι θα περνούσαν οι επιταγές. ....». Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η προσαχθείσα μαρτυρία: Παρατηρείται, κατ΄ αρχάς, πώς τα όσα οι δύο μάρτυρες κατηγορίας εδήλωσαν είναι ευθυγραμμένα, συγκροτημένα, συνεκτικά και λογικά. Παρά δε την επίμονη αντεξέτασή τους σε ουδεμίαν ουσιαστική αντίφαση περιέπεσαν. Εξέταση της στάσης και της συμπεριφοράς του παραπονουμένου Γιώργου Θεοφάνους (Μ.Κ.1) και του Γεώργιου Κωνσταντίνου (Μ.Κ.2), στο εδώλιο του μάρτυρος, και μελέτη των όσων αυτοί εδήλωσαν δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία πώς αυτοί προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να πουν την αλήθεια. Άλλωστε, ουδεμία μαρτυρία περί του αντιθέτου επαρουσιάσθηκε. Τα όσα υπεβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας, κατά την αντεξέταση τους παρέμειναν, εν τέλει, χωρίς πραγματικό έρεισμα εφ΄ όσον η πλευρά των κατηγορουμένων επέλεξε να μην καλέσει μάρτυρες και να περιορισθεί σε ανωμοτί δήλωση του κατηγορουμένου αρ. 2. Έτσι, η εκδοχή της πλευράς των κατηγορουμένων παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Χωρίς να χρειάζεται να επαναληφθεί η μαρτυρία την οποίαν επαρουσίασε η πλευρά του παραπονουμένου, η οποία παρουσιάζεται πιο πάνω, διαπιστώνεται πώς αυτή είναι αξιόπιστη και επαρκής. Τα όσα ο παραπονούμενος Γιώργος Θεοφάνους (Μ.Κ.1) και ο Γεώργιος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.2) ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνονται ως αληθή, αξιόπιστα και επαρκή για να αποδείξουν την εκ μέρους των κατηγορουμένων διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Όσον αφορά στην υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, δηλαδή όσον αφορά στην πρόθεση του δράστη, σημειώνεται πως αυτή προκύπτει ως εξυπακουομένη επί τη βάσει των αποδειχθέντων γεγονότων (Halsbury΄s Laws of England, Fourth ediotion, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Η αξιόπιστη μαρτυρία του Γιώργου Θεοφάνους (Μ.Κ.1) και του Γεωργίου Κωνσταντίνου (Μ.Κ.2) τεκμηριώνει το γεγονός πώς, εκδίδοντας την επίδικη επιταγή, οι κατηγορούμενοι είχαν κατά νουν και απεδέχθηκαν το ενδεχόμενο αυτή να είναι ακάλυπτη (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.