Ανδρέας Παπούλιας ν. Αθλητική Ένωση Πάφου κ.α., Υπόθεση αρ.: 22941/2012, 9/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 22941/2012 Ανδρέας Παπούλιας και
- Αθλητική Ένωση Πάφου
- Χρίστου Γλυκή Κατηγορουμένων 09 Ιουλίου,
- Για τον παραπονούμενο, εμφανίζεται ο κ. Η. Χρίστου Για τους κατηγορουμένους αρ. 1, καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Α Π Ο Φ Α Σ Η ----------------------- Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διώκονται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Επίδικη είναι η επιταγή υπ΄ αριθμόν 91250997, για το ποσόν των €10.
- Η επιταγή εξεδόθηκε επί του τραπεζικού οργανισμού «Ελληνική Τράπεζα», από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 511-01-185078-01, του οποίου δικαιούχοι είναι οι κατηγορούμενοι αρ.
- Ως δικαιούχος της επιταγής παρουσιάζεται ο παραπονούμενος. Η επιταγή παρουσιάζεται πληρωτέα στις 12.09.2012, πλην όμως, αυτή φέρει τραπεζική σφραγίδα με την ένδειξη: «Αποταθείτε στον εκδότη της επιταγής - Ακάλυπτη επιταγή». Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, ένα εγγεγραμμένο σωματείο, ως εδηλώθηκε από μάρτυρα κατηγορίας και δεν αμφισβητήθηκε, διώκονται ως οι εκδότες της επιταγής. Ο κατηγορούμενος αρ. 2, πρόεδρος των κατηγορουμένων αρ. 1 και αντιπρόσωπος αυτών, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως ο ίδιος παραδέχεται, διώκεται ως συνεργός. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ενοχή. Όσον αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 1, οι οποίοι κατά την ακροαματική διαδικασία δεν εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο, η υπόθεση προχώρησε σε απόδειξη (Petros Kimοnas & Nicos Kofteros Construction Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 310). Όσον αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 2, ένα φυσικό πρόσωπο το οποίο δύναται να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτοπροσώπως και να χειρίζεται τις προσωπικές του υποθέσεις, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση (Lindos Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1993)1 Α.Α.Δ., Deux Designs Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 828). Σημειώνεται πώς, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος αρ. 2 εβοηθήθηκε, στο μέτρο του δυνατού, να προβάλει τις θέσεις του και να παρουσιάσει την υπεράσπισή του. Όσον αφορά στο νομικό πλαίσιο το οποίο εδώ ενδιαφέρει σημειώνονται τα εξής: Το διαγραφόμενο από το άρθρο 305Α του Κεφ. 154 αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής διαπράττεται με διάφορους τρόπους. Ο εκδότης της επιταγής την καθιστά ακάλυπτη είτε γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός του είναι κλειστός ή δεν διαθέτει επαρκή υπόλοιπα (παρά.
(1)του άρθρου 305Α) είτε γιατί ανακαλεί την πληρωμή της (παρά.
(2)του άρθρου 305Α). Οι παρά.
(1)και
(2)του άρθρου 305Α διαλαμβάνουν διακεκριμένους τρόπους τέλεσης του ιδίου αδικήματος (του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής) και όχι διακεκριμένα αδικήματα. Οι πράξεις ή οι παραλείψεις του εκδότη επιταγής οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα το κλείσιμο του τραπεζικού λογαριασμού, από τον οποίον η επιταγή εξεδόθηκε, ή την ανεπάρκειά του όσον αφορά στα υπόλοιπα καθώς και η εκ μέρους του εκδότη επιταγής ανάκλησή της αποτελούν πράξεις ή παραλείψεις ομοειδείς και ανάλογες. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 265-6: «Αναφερόμαστε συγκεκριμένα στην περίπτωση πολλαπλότητας στην όψη του κατηγορητηρίου αφού τα δεδομένα καθιστούν αχρείαστη την αναφορά στην περίπτωση πολλαπλότητας κατόπιν συσχετισμού του κατηγορητηρίου με την προσαχθείσα μαρτυρία: βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14. Η πολλαπλότητα ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος. Είναι αυστηρός ο κανόνας ότι η κατηγορία δεν πρέπει να περιέχει περισσότερο από ένα αδίκημα. Για να γνωρίζει η υπεράσπιση επακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει. Αλλιώς ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς. Και για να παρέχεται η δυνατότητα διακρίβωσης προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης autrefois convict ή acquit για το ίδιο αδίκημα σε περίπτωση μεταγενέστερης κατηγορίας: βλ. π.χ. The Police v. Economides & Others
(1951)XX (Part II) C.L.R. 11. Το κατά πόσο η ποινική διάταξη αποβλέπει στη δημιουργία μόνο ενός αδικήματος ή περισσοτέρων, είναι ζήτημα ερμηνείας, με πρακτική μάλλον παρά με αναλυτική διάθεση, υπό το φως της κοινής λογικής και του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις: βλ. D.P.P. v. Merriman
(1973)AC 584 (ιδιαίτερα στις σελ. 593 Α-Ε και 607 C) και Wilson
(1979)69 Cr App. R. 83 (ιδιαίτερα στις σελ. 85-87 και 88). Χωριστά αδικήματα στην ίδια διάταξη έχουμε όταν προβλέπεται για το καθένα διαφορετική, από τη φύση της, πράξη: βλ. Frangiskos Kyriakou v. The Welfare Office
(1961)C.L.R. 227, Mallon and another v. Allon
(1963)3 All E.R. 843. Όταν όμως η πράξη είναι βασικά του ίδιου είδους αλλά διαφέρει στη μορφή της δεν έχουμε παρά μόνο ένα αδίκημα: βλ. A.G. v. HjiConstanti
(1969)2 C.L.R. 5, Police v. Economides & Others (ανωτέρω). Το μόνο ένα αδίκημα μπορεί να διαπράττεται με περισσότερο από έναν τρόπο, είτε ως προς την αντικειμενική υπόσταση είτε ως προς την υποκειμενική. Σε τέτοια περίπτωση επιτρέπονται στην ίδια κατηγορία οι διαζεύξεις». Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) η οποία, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα ή αργότερα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασής της και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της (Ιωάννου ν. Σαμουρίδης
(2000)2 Α.Α.Δ. 299). Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560-1). Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής σωματείου, εκδότης είναι το ίδιο το σωματείο και όχι ο αντιπρόσωπός του. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) σε σχέση τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Όταν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός υπέγραψε την επιταγή, η αξιόποινη συμπεριφορά του συντελείται κατά το χρόνο της υπογραφής. Αυτός ο χρόνος είναι και ο κρίσιμος για να κριθεί η συνδρομή ένοχης πρόθεσης εκ μέρους του συνεργού (Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), 268 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009 Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, ημερ. 15.10.2012.). Όσον αφορά στην υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, δηλαδή όσον αφορά στην πρόθεση του δράστη, σημειώνεται πως αυτή προκύπτει ως εξυπακουομένη επί τη βάσει των αποδειχθέντων γεγονότων (Halsbury΄s Laws of England, Fourth ediotion, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Αθανασίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Για να αποδειχθεί η υπόθεση κατέθεσαν ο ίδιος ο παραπονούμενος Ανδρέας Παπούλιας (Μ.Κ.1), ο Παύλος Παύλου (Μ.Κ.2), υπάλληλος του οργανισμού «Ελληνική Τράπεζα», και ο Ζαχαρίας Συμεού (Μ.Κ.3), δικηγόρος. Για να προωθηθεί η υπεράσπιση κατέθεσε ο κατηγορούμενος αρ. 2, ο Μιχάλης Σολωμονίδης (Μ.Υ.1), ο Πολύμνιος Μηχαηλίδης (Μ.Υ.2), δικηγόρος, και ο Νίκος Στυλιανίδης (Μ.Υ.3), επίσης, υπάλληλος του οργανισμού «Ελληνική Τράπεζα». Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατεχώρισαν και έγγραφη μαρτυρία. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη μαρτυρία είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοση της μαρτυρίας εφ΄ όσον η προκείμενη υπόθεση κρίνεται επί τη βάσει των ακόλουθων αδιαμφισβήτητων γεγονότων και παραδοχών: Ο κατηγορούμενος αρ. 2 δεν αμφισβήτησε και, κατ΄ ακρίβειαν, παρεδέχθηκε το γεγονός πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 1 είναι εγγεγραμμένο σωματείο και πώς, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο ίδιος ήταν πρόεδρος και εκπρόσωπος αυτών. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 δεν αμφισβήτησε το γεγονός πώς ο τραπεζικός λογαριασμός υπ΄ αριθμόν 511-01-185078-01 ανήκε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στους κατηγορουμένους αρ. 1 και πώς ο ίδιος ήταν εξουσιοδοτημένος να υπογράφει τις επιταγές οι οποίες εξεδίδοντο από τον λογαριασμό αυτό. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του παραπονουμένου Ανδρέα Παπούλια (Μ.Κ.1) πώς, ως πρόεδρος και εκπρόσωπος των κατηγορουμένων αρ. 1, υπέγραψε στις 16.07.2012 την επιταγή η οποία ήταν μεταχρονολογημένη και πληρωτέα στις 12.09.
- Ούτε αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του μάρτυρος αυτού πώς, παρουσιασθείσα στις 20.09.2012 στην τράπεζα για εξαργύρωση, η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στον λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 511-01-185078-
- Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αρ. 2 δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του Παύλου Παύλου (Μ.Κ.2) πώς στις 16.07.2012, χρόνο έκδοσης της επιταγής, ο λογαριασμός υπ΄ αριθμόν 511-01-185078-01 δεν διέθετε υπόλοιπα επαρκή για να καλύψει στην επιταγή. Περαιτέρω, στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονουμένου ότι στις 16.07.2012 ο ίδιος εγνώριζε πώς ο λογαριασμός υπ΄ αριθμόν 511-01-185078-01 δεν διέθετε επαρκή υπόλοιπα, ο κατηγορούμενος αρ. 2 απήντησε, επί λέξει τα εξής: «Όταν είχαν βγει οι επιταγές, βγήκαν μόνον βάσει πλάνου, δηλαδή εσόδων και εξόδων. Κάποιες επιταγές, και αυτή που μιλούμε, λόγω του ότι δεν είχαν έρθει κάποια έσοδα, είναι λογικό όταν έγινε κατάθεση στάλθηκαν πίσω ...» Αυτά τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και οι παραδοχές τεκμηριώνουν τόσον την αντικειμενική όσον και την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.
- Αυτά τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και παραδοχές αποδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την διάπραξη, εκ μέρους των κατηγορουμένων, του αδικήματος για το οποίο αυτοί εγκαλούνται. Όσον αφορά στην υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, δηλαδή όσον αφορά στην πρόθεση των κατηγορουμένων, σημειώνεται πώς αυτή προκύπτει ως εξυπακουομένη επί τη βάσει της ως άνω καταγραφείσας απάντησης του κατηγορουμένου αρ.
- Δηλώνοντας πώς η επίδικη μεταχρονολογημένη επιταγή εξεδόθηκε «μόνον βάσει πλάνου, δηλαδή εσόδων και εξόδων», ο κατηγορούμενος αρ. 2 δηλώνει, κατ΄ ακριβείαν, πώς κατά το χρόνο έκδοσης της, το ενδεχόμενο αυτή να μην τιμηθεί κατά την μελλοντική παρουσίασή της για εξαργύρωση ήταν προβλεπτό. Είναι δε αδιάφορο κατά πόσον ο ίδιος επιθυμούσε την εξέλιξη αυτή ή όχι. Όσον αφορά στην υπεράσπιση της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία, την οποίαν ο κατηγορούμενος αρ. 2 επέμεινε να προβάλλει μέχρι τέλους της ακροαματικής διαδικασίας, παρατηρείται πώς αυτή είναι, εν προκειμένω, άνευ σημασίας: Στο κατηγορητήριο προσδιορίζεται, ως διακεκριμένος τρόπος τέλεσης του επίδικου αδικήματος, η ανεπάρκεια των υπολοίπων του κρίσιμου τραπεζικού λογαριασμού (άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154). Όπως δε εξηγείται πιο πάνω η πλευρά των παραπονουμένων επέτυχε να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την ενοχή των κατηγορουμένων για τον διακεκριμένο αυτό τρόπο τέλεσης του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Τέλος, και απαντώντας σε ισχυρισμό του κατηγορουμένου αρ. 2 ο οποίος προβάλλεται δια της τελικής αγόρευσής του, αναφέρεται πώς το γεγονός ότι το επίθετό του ορθογραφείται με τελικό «υ» αντί τελικού «η» (ως γράφεται στο κατηγορητήριο) ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου. Η ύπαρξη του κατηγορουμένου αρ. 2, ως φυσικού προσώπου με το συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο, είναι αυταπόδεικτη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο