← Κύπρος

Cat Catertec Services Ltd ν. Πούρτου Γεωργίου Κωνσταντίνου, Υπόθεση αρ.: 6057/2012, 31/7/2014

Cat Catertec Services Ltd ν. Πούρτου Γεωργίου Κωνσταντίνου, Υπόθεση αρ.: 6057/2012, 31/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 6057/2012 Μεταξύ: Cat Catertec Services Ltd και Πούρτου Γεωργίου Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου 31 Ιουλίου, 2014. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζεται η κ. Κ. Κώστα για τον κ. Γ. Βασιλείου Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κ. Α. Κουμής Κατηγορούμενος, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Σύμφωνα με τις καταγεγραμμένες, στο κατηγορητήριο, λεπτομέρειες, επίδικες είναι η επιταγή υπ' αρ. 05455374, για το ποσόν των €3.180 (1η κατηγορία), η επιταγή υπ' αρ. 05455375, για το ποσόν των €1.500 (2η κατηγορία), η επιταγή υπ' αρ. 05455376, για το ποσόν των €4.000 (3η κατηγορία) και η επιταγή υπ' αρ. 05455377, επίσης, για το ποσόν των €4.000 (4η κατηγορία). Οι επιταγές εξεδόθηκαν από τον κατηγορούμενο επί του τραπεζικού οργανισμού "Marfin Laiki Bank" και παρουσιάζουν, ως δικαιούχους, τους παραπονουμένους. Παρουσιασθείσες "εις την Τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη(καν)", "σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία κατά την οποίαν κατέστη(σαν) πληρωτέ(ες)", οι επιταγές δεν εξοφλήθηκαν ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη. Σύμφωνα πάντα με τις καταγεγραμμένες, στο κατηγορητήριο, λεπτομέρειες, η επιταγή υπ' αριθμόν 05455374 (1η κατηγορία) εξεδόθηκε στις 31.12.2011, η επιταγή υπ' αριθμόν 05455375 (2η κατηγορία) εξεδόθηκε στις 15.1.2012, η επιταγή υπ' αριθμόν 0545376 (3η κατηγορία) εξεδόθηκε στις 31.1.2012 και η επιταγή υπ' αριθμόν 05455377 (4η κατηγορία) εξεδόθηκε στις 28.2.2012. Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Εξ αρχής σημειώνεται η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων που καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και αν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων που στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Όσον αφορά στο νομικό πλαίσιο το οποίο εδώ ενδιαφέρει σημειώνονται τα εξής: Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) η οποία, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα ή αργότερα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασής της και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της (Ιωάννου ν. Σαμουρίδης
(2000)2 Α.Α.Δ. 299). Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560-1). Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη της επιταγής, δηλαδή το πρόσωπο από τον τραπεζικό λογαριασμό του οποίου εκδίδεται η επιταγή, το οποίο την υπογράφει. Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή, τουλάχιστον, την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Επειδή η αξιόποινη συμπεριφορά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής συντελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της, ο χρόνος αυτός είναι κρίσιμος για να κριθεί η συνδρομή της ένοχης πρόθεσης (Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), 268 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009 Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, ημερ. 15.10.2012.). Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν ο Άγγελος Εφραίμη (Μ.Κ.1), διευθυντής των παραπονουμένων, ο Κώστας Εγγλέζος (Μ.Κ.2), υπάλληλος του τραπεζικού οργανισμού "Τράπεζα Κύπρου", στον οποίο μετεφέρθηκαν προσφάτως οι εργασίες του τραπεζικού οργανισμού "Marfin Laiki Bank", και η Diana Halvadjieva (Μ.Κ.3), υπάλληλος των παραπονουμένων. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Κατετέθηκαν οι επίδικες επιταγές υπ' αριθμόν 05455374, 05455375, 05455376 και 05455377 (τεκμήρια 1 έως και 4, αντιστοίχως), δέσμη 3 τιμολογίων εκδοθέντων από την οντότητα "Cater Tec Catering Equipment Sirvices Ltd", επ' ονόματι της οντότητας "Marfin Popular Bank Public Co Ltd" (τεκμήριο 5), σημείωμα υπογεγραμμένο από κάποιον Πέτρο Κάττο (τεκμήριο 6), δελτίο μεταφοράς εμπορευμάτων υπ' αριθμόν 233, ημερ. 20.12.2011 (τεκμήριο 7), έντυπο με δείγμα υπογραφής (τεκμήριο 8), καταστάσεις του τραπεζικού λογαριασμού υπ' αριθμόν 037-11-033271, οι οποίες αφορούν στις περιόδους από την 1.4.2011 έως και την 30.4.2011 (τεκμήριο 9), από την 14.4.2011 εως και την 31.12.2011 (τεκμήριο 11) και από την 1.1.2012 έως και την 1.10.2012 (τεκμήριο 12), τραπεζικό έγγραφο για την παραχώρηση τραπεζικής πίστωσης (τεκμήριο 10), δέσμη πιστοποιητικών εκδοθέντων από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, τα οποία αφορούν στη σύσταση, το εγγεγραμμένο γραφείο και τους αξιωματούχους των παραπονουμένων (τεκμήριο 13) και έγγραφο εκδοθέν από τους παραπονουμένους στο οποίο καταγράφονται οι επίδικες επιταγές, η ημερομηνία έκδοσης, το ποσόν και η ημερομηνία πληρωμής κάθε μίας από αυτές (τεκμήριο 14). Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους των παραπονουμένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε πώς δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του. Μεταξύ άλλων, ο κ. Κουμής υπέδειξε πώς δεν επαρουσιάσθηκε θετική μαρτυρία όσον αφορά στο χρόνο έκδοσης κάθε μίας από τις επίδικες επιταγές. Υπέδειξε, επίσης, πως, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, οι επίδικες επιταγές δεν επαρουσιάσθηκαν στην τράπεζα επί της οποίας αυτές εξεδόθηκαν. Η ευπαίδευτη συνήγορος των παραπονουμένων εξέφρασε αντίθετες απόψεις. Ας σημειωθεί πώς «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» Σε μετάφραση: «Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ΄ έφεση.» Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Εν προκειμένω, η εξέταση της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασαν οι παραπονούμενοι, σε συνάρτηση με τα όσα καταγράφονται στο κατηγορητήριο ως λεπτομέρειες των επίδικων αδικημάτων και υπό το πρίσμα του ως άνω νομοθετημένου και νομολογημένου πλαισίου, αποκαλύπτει, ουσιώδεις αντιφάσεις και ουσιώδη κενά εν σχέσει με γεγονότα που στοιχειοθετούν τόσον την αντικειμενική όσον και την υποκειμενική υπόσταση του επίδικου αδικήματος. Συγκεκριμένα, διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Κατά την κυρίως εξέτασή του, η οποία διεξήχθηκε με την ανάγνωση και κατάθεση γραπτής δήλωσης, ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει, ο Άγγελος Εφραίμη (Μ.Κ.1) ανέφερε, ως χρόνο έκδοσης όλων των επιταγών, την περίοδο "κατά ή περί των Απρίλιο του 2011" (δείτε στο έγγραφο αρ. 1). Όμως, κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας ανήραισε την αρχική του θέση κατά τρόπον σαφή και ρητό, και εδήλωσε πως όλες οι επιταγές εξεδόθηκαν από τον κατηγορούμενο ενώπιόν του και του παρεδόθηκαν στις 20.12.
  1. H Diana Halvadjieva (Μ.Κ.3) διέψευσε τον Άγγελο Εφραίμη (Μ.Κ.1), εν σχέσει με το χρόνο έκδοσης των επίδικων, επιταγών δηλώνοντας, κατά τρόπον εξίσου σαφή και ρητό, πως οι επιταγές εξεδόθηκαν στις 14.4.
  2. Προς ενίσχυση των δηλώσεών της, η μάρτυρας κατέθεσε έγγραφο εκδοθέν από τους παραπονούμενους στο οποίο καταγράφονται οι επιταγές, το ποσόν, η ημερομηνία έκδοσης και η ημερομηνία πληρωμής εκάστης (τεκμήριο 14). Αυτή η αντινομία μεταξύ των δηλώσεων του Άγγελου Εφραίμη (Μ.Κ.1) και της Diana Halvadjieva (Μ.Κ.3), όσον αφορά στο χρόνον έκδοσης των επιταγών είναι αποφασιστικής σημασίας: Ο ακριβής χρόνος έκδοσης εκάστης επιταγής καθώς και το πιστωτικό υπόλοιπο του κρίσιμου λογαριασμού κατά το χρόνο αυτό είναι στοιχεία κρίσιμα για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους του κατηγορουμένου. Η έκδοση, εκ μέρους του κατηγορουμένου, των επιταγών είναι αξιόποινη μόνον εφ΄ όσον αυτός, κατά τον χρόνο έκδοσης κάθε μίας επιταγής, είχε πρόθεση να επιφέρει αυτό που οι πράξεις του επάγονται. Εφ΄ όσον η μαρτυρία την οποίαν προσκόμισε η πλευρά των παραπονουμένων εν σχέσει με το χρόνο έκδοσης κάθε μίας επιταγής είναι αντιφατική, ο χρόνος αυτός παραμένει άγνωστος. Είναι δε αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή άλλες συμπεριφορές του κατηγορουμένου ικανά να πείσουν πως αυτός εγνώριζεν τα ουσιώδη και, άρα, είχε πρόθεση. Συναφώς αναφέρεται πως η μαρτυρία για έκδοση των επιταγών και η μαρτυρία για την μη εξόφλησή τους λόγω ανεπαρκών υπολοίπων δεν αρκεί. Απαιτείται και η παρουσίαση θετικής μαρτυρίας για την γνώση και την πρόθεση του κατηγορουμένου κατά τον χρόνο έκδοσής των επιταγών, δηλαδή κατά τον χρόνο εκδήλωσης της αδικοπραγίας.
(2)Εν πάση περιπτώσει, ούτε η μαρτυρία του Άγγελου Εφραίμη (Μ.Κ.1) ούτε η μαρτυρία της Diana Halvadjieva (Μ.Κ.3) περί του χρόνου έκδοσης των επιταγών στοιχειοθετούν τα σχετικά πρωτογενή γεγονότα ως αυτά καταγράφονται στο κατηγορητήριο. Υπενθυμίζεται πώς στο κατηγορητήριο καταγράφονται, ως ημερομηνίες έκδοσης των επιταγών, δηλαδή ως ημερομηνίες εκδήλωσης των αδικοπραγίων εκ μέρους του κατηγορουμένου, η 31.12.2011 (για την επιταγή υπ' αριθμόν 05455374 - τεκμήριο 1), η 15.1.2012 (για την επιταγή υπ' αριθμόν 05455375 - τεκμήριο 2), η 31.1.2012 (για την επιταγή υπ' αριθμόν 05455376 - τεκμήριο 3) και η 28.2.2012 (για την επιταγή υπ' αριθμόν 05455377 - τεκμήριο 4).
(3)Κατά την αντεξέτασή του ο Κώστας Εγγλέζος (Μ.Κ.2) εκλήθηκε, από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου, να αναγνωρίσει τις τραπεζικές σφραγίδες επί των επιταγών. Ο μάρτυρας εδήλωσε πώς οι σφραγίδες αυτές ετέθηκαν εκ μέρους της "Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας" καθώς και εκ μέρους της "Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας". Ερωτηθείς κατά πόσον οι επιταγές φέρουν οιανδήποτε σφραγίδα του τραπεζικού οργανισμού "Marfin Laiki Bank", δηλαδή του τραπεζικού οργανισμού επί του οποίου αυτές εξεδόθηκαν, ο μάρτυρας απήντησε αρνητικά. Αρνητικά απήντησε και στην ερώτηση κατά πόσον οι επιταγές επαρουσιάσθηκαν για πληρωμή στον τραπεζικό οργανισμό "Marfin Laiki Bank". Οι δηλώσεις αυτές του Κώστα Εγγλέζου (Μ.Κ.3) είναι, επίσης, αποφασιστικής σημασίας εφ' όσον εκθεμελιώνουν το συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος το οποίο συνίσταται στην ανάγκη παρουσίασης των επιταγών στην τράπεζα επί της οποίας αυτές εξεδώθηκαν (Ιωάννου v. Σαμουρίδη) (ανωτέρω). Συναφώς αναφέρεται πως οι διατάξεις του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154 είναι ποινικές και ως τέτοιες δεν μπορούν να ερμηνευθούν διασταλτικά (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ 29). Όπως ελέχθηκε στην Ερμογένους v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 387, 391, κατά την ερμηνεία ποινικής διάταξης ". όπου θα μπορούσαν ενδεχομένως να υπάρξουν εναλλακτικές λύσεις, η ποινική διάταξη ερμηνεύεται περιοριστικά". Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν θεωρηθεί πως η προϋπόθεση της παρουσίασης των επιταγών στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκαν δεν είναι αυστηρή και πάλιν η προσκομισθείσα μαρτυρία παρουσιάζει κενό. Και αυτό γιατί απουσιάζει μαρτυρία η οποία να εξομοιώνει ή να ταυτίζει ή έστω να συσχετίζει τη "Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα" και/ή τη "Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας" με την "Marfin Laiki Bank" (Ιωάννου v. Σουμουρίδη) (ανωτέρω). Κατά συνέπειαν, και εφ' όσον δεν έχουν στοιχειοθετηθεί συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος, δεν έχει στοιχειοθετήθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Η υπόθεση απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.