IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD ν. ACTICON CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD τελούσα υπό εκκαθάριση δυνάμει διατάγματος ημερ. 28.09.2012 κ.α., Υπόθεση αρ.: 15944/2011, 23/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15944/2011 IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD και
- ACTICON CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD
- ΣΑΒΒΑ ΣΑΒΒΙΔΗ Κατηγορουμένων Ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 29.01.2014 IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD και
- ACTICON CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD τελούσα υπό εκκαθάριση δυνάμει διατάγματος ημερ. 28.09.2012
- ΣΑΒΒΑ ΣΑΒΒΙΔΗ Κατηγορουμένων 23 Ιουλίου,
- Για τους παραπονουμένους, εμφανίζεται η κ. Γ. Καραμαλή για τους κ.κ. Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1, καμία εμφάνιση Για τον κατηγορούμενο αρ. 2, εμφανίζεται ο κ. Κ. Ανδρέου Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Ex tempore Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 διώκονται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 δεν εμφανίζονται στη διαδικασία. Συνεπώς, ως προς αυτούς η υπόθεση οδηγήθηκε σε απόδειξη. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 εμφανίζεται στη διαδικασία, εκπροσωπούμενος από δικηγόρο, και ως προς αυτόν η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Επίδικες είναι επιταγές εκδοθείσες επί του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Πειραιώς», από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριμόν 552911, του οποίου δικαιούχοι είναι οι κατηγορούμενοι αρ.
- Η επιταγή υπ΄ αριθμόν 10577829, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της 1ης και της 2ης κατηγορίας, αφορά στο ποσόν των €2.000, παρουσιάζεται ως πληρωτέα στις 31.03.2011 και καταγράφει, ως δικαιούχους, την οντότητα «Iacovou Brothers Ltd (CONCRETE)». Η επιταγή υπ΄ αριθμόν 10577831, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της 3ης και της 4ης κατηγορίας, αφορά στο ποσόν των €2.000, παρουσιάζεται ως πληρωτέα στις 31.05.2011 και καταγράφει, ως δικαιούχους, την οντότητα «Iacovou Brothers Ltd». Τέλος, η επιταγή υπ΄ αριθμόν 10577770, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της 5ης και της 6ης κατηγορίας, αφορά στο ποσόν των €1.198,90, παρουσιάζεται ως πληρωτέα στις 30.06.2011 και καταγράφει, ως δικαιούχους, την οντότητα «Iacovou Brothers Ltd». Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν η Αλίκη Κετώνη (Μ.Κ.1), λειτουργός στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ο Ανδρέας Χατζηνικόλας (Μ.Κ.2), υπάλληλος του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Πειραιώς», και ο Αναστάσιος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.3), γενικός διευθυντής των παραπονουμένων. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν έγγραφο από το αρχείο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη στο οποίο καταγράφονται τα ονόματα 11 εγγεγραμμένων εταιρειών οι οποίες ανήκουν στον όμιλο εταιρειών «Iacovou Brothers» καθώς και το όνομα «Iacovou Brothers Ltd», ως οντότητας της οποίας η εγγραφή εκκρεμεί (τεκμήριο 1), δέσμη πιστοποιητικών, εκδοθέντων από το Τμήμα Εφόρου εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, τα οποία αφορούν στους μετόχους, τους αξιωματούχους και τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου, 10 από τις 11 εταιρείες που καταγράφονται στο τεκμήριο 1, της εταιρείας «Iacovou Brothers (Concrete) Limited» συμπεριλαμβανομένης (τεκμήριο 2) καθώς και επίδικες επιταγές (τεκμήρια 6 έως και 8). Η προφορική μαρτυρία, την οποία προσεκόμισε η πλευρά των παραπονουμένων, είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη μαρτυρία είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Κεντρική θέση στη μαρτυρία την οποίαν προσεκόμισε η πλευρά των παραπονουμένων κατέχουν οι επιβεβαιωμένες, δια των τεκμηρίων 1 και 2, δηλώσεις της Αλίκης Κετώνη (Μ.Κ.1) και του Αναστασίου Κωνσταντίνου (Μ.Κ.2) πώς δεν υφίστανται εγγεγραμμένες εταιρείες με τις επωνυμίες «Iacovou Brothers Ltd» και «Iacovou Brothers Ltd (CONCRETE)». Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους των παραπονουμένων τέθηκε αυτεπαγγέλτως, προς συζήτησιν, το ακόλουθου ερώτημα: Κατά πόσον οι επίδικες επιταγές (τεκμήρια 6 έως και 8) ανταποκρίνονται στο νομοθετικό ορισμό του όρου «επιταγή», ως αυτός δίδεται δια του άρθρου 4 του Κεφ.
- Και αυτό δεδομένης της παρουσιασθείσας, από την πλευρά των παραπονουμένων, μαρτυρίας σύμφωνα με την οποία οι κατεγραμμένοι ως δικαιούχοι των επιταγών αυτών, δεν είναι υπαρκτές νομικές οντότητες. Στα πλαίσια των αγορεύσεων εν σχέσει με το κατά πόσον έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν και επί του ερωτήματος αυτού και εξέφρασαν τις διαφορετικές απόψεις τους. Ας σημειωθεί πώς «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους.» (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεσή της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» ........... Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Μελετήθηκε το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Σημειώνονται δε και διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Ο περί Ποινικού Κώδικα (Τροποιποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2003 (Ν. 164(Ι)/2003, ο οποίος ετέθηκε σε ισχύ στις 24.10.2003) προσέθεσε, στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, τον εξής ορισμό της «επιταγής»: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Ο νομοθετικός ορισμός της «επιταγής» καθιστά σαφές ότι το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα δεν αφορά σε οιονδήποτε τραπεζικό έγγραφο. Αφορά μόνον στα αξιόγραφα τα οποία εμπίπτουν στο σχετικό ορισμό που παρατίθεται στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154. Παρενθετικώς, και όσον αφορά στο φαινόμενο των νομοθετικών ορισμών, παρατίθεται το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση στην Υπόθεση αρ. 156/1996 Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λεμεσού ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Υπουργού Οικονομικών κ.α., ημερ. 20.03.1998 (πρωτόδικη απόφαση του Έντιμου Δικαστή Σ. Νικήτα, στα πλαίσια αναθεωρητικής δικαιοδοσίας): «Θα ήταν χρήσιμο να έχουμε υπόψη ότι ο νομοθετικός ορισμός χρησιμοποιείται από το νομοθέτη στην προσπάθειά του να άρει τις αοριστίες που δημιουργεί πολλές φορές η πολυσημία των λέξεων. Ο καθηγητής Π. Σουρλάς εξηγά τις διαστάσεις του φαινομένου στο έργο του «Θεμελιώδη Ζητήματα της Μεθοδολογίας του Δικαίου»
(1986)σελ. 84 και 85: «Μονοσημία της γλώσσας του δικαίου στη σημασιολογική της διάσταση θα μπορούσε βέβαια να επιδιωχθεί με τη βοήθεια ορισμών. Και πράγματι ο νομοθέτης συχνά προσφεύγει στο μέσο αυτό, τους λεγόμενους νομοθετικούς ορισμούς, για να καθορίσει τη σημασία συγκεκριμένων λέξεων που χρησιμοποιούνται στα νομοθετικά κείμενα .... Η χρησιμότητα των νομοθετικών ορισμών έγκειται στο ότι με αυτούς περιορίζεται σε σημαντικό βαθμό το περιθώριο του εφαρμοστή να εκτιμήσει αν συντρέχει ή όχι περίπτωση εφαρμογής των κανόνων δικαίου όπου απαντά η οριζόμενη λέξη, καθώς είναι υποχρεωμένος να αντικαταστήσει τη λέξη αυτή με τις άλλες που συνιστούν τη σημασία της και επιπλέον οι λέξεις τούτες, με το να αποδίδουν την οριζόμενη περιφραστικά και με το να είναι κατά τεκμήριο προσιτότερες από αυτήν στον εφαρμοστή, διαλευκαίνουν τα σημεία ακριβώς εκείνα, για τα οποία ο νομοθέτης προβλέπει ότι χωρίς τον ορισμό θα προέκυπταν ασάφειες και αμφιβολίες» Εν προκειμένω, όπως οι μάρτυρες των παραπονουμένων Αλίκη Κετώνη (Μ.Κ.1) και Αναστάσιος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.3) δηλώνουν και τα τεκμήρια 1 και 2 επιβεβαιώνουν, δεν υφίστανται εγγεγραμμένες νομικές οντότητες με τις επωνυμίες «Iacovou Brothers Ltd» και «Iacovou Brothers Ltd (CΟNCRETE)». Συνεπώς, τα τεκμήρια 6 έως και 8, τα οποία δεν περιέχουν εντολή για πληρωμή σε ορισμένο υπαρκτό φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε υπαρκτό δικαιούχο κομιστή, δεν αποτελούν «επιταγές» εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ. 154. Άρα, τα τεκμήρια 6 έως και 8 δεν δύνανται να αποτελούν αντικείμενα της ποινικής απαγόρευσης την οποίαν καθιερώνει το άρθρο 305Α του Κεφ. 154. Ο νομοθετικός ορισμός του όρου «επιταγή», ο οποίος δίδεται δια του άρθρου 4 του Κεφ. 154, είναι ουσιώδης και δεσμευτικός. Εφ΄ όσον δε τα τεκμήρια 6 έως 8 δεν ανταποκρίνονται στον ορισμό αυτό ελλείπει, εν προκειμένω, συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος. Τέλος, σημειώνεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 4 και 305Α του Κεφ. 154 είναι ποινικές και ως τέτοιες δεν μπορούν να ερμηνευθούν διασταλτικά. Όπως αναφέρεται στην Ερμογένους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387, 391: «Πρόκειται άλλωστε περί ποινικής διάταξης και επομένως, όπου θα μπορούσαν, ενδεχομένως να υπάρξουν εναλλακτικές λύσεις, η διάταξη ερμηνεύεται περιοριστικά». Επί του ζητήματος της περιοριστικής ερμηνείας των ποινικών νομοθετικών διατάξεων γίνεται παραπομπή και στην απόφαση Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η υπόθεση απορρίπτεται. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο