Δημοκρατία ν. Αντώνης Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14247/13, 3/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2014:14 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14247/13 Μεταξύ: Δημοκρατία ν
- Αντώνης Χριστοδούλου
- Γιώργος Χριστοδούλου
- Χριστόδουλος Χριστοδούλου
- Παύλος Παύλου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 3 Σεπτεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αριστείδης. Για τους Κατηγορούμενους 2 και 3: Ο κ. Γ. Α. Γεωργίου. Για τον Κατηγορούμενο 4: Ο κ. Κ. Ταμπούρλας. Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4: Παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 2 και 3, αντιμετωπίζουν από κοινού 12 συνολικώς κατηγορίες προμήθειας καννάβεως και κοκαΐνης προς τον πρώην κατηγορούμενο 1, Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4) και μια κατηγορία προμήθειας καννάβεως προς το ίδιο πρόσωπο, από κοινού με τον κατηγορούμενο
- Θα αναφερόμαστε στους κατηγορούμενους 2, 3 και 4, ως κατηγορούμενους, εκτός και αν η συγκεκριμενοποιημένη και ξεχωριστή αναφορά του καθενός από αυτούς κρίνεται πιο πρόσφορη για τους σκοπούς της παρούσας ετυμηγορίας. Ο πρώην κατηγορούμενος 1, Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε βάσει του κατηγορητηρίου κατά την πρώτη δικάσιμο ενώπιον μας στις 6.12.13 και του επιβλήθηκαν στις 20.12.13, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3½ ετών στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, δηλαδή καννάβεως συνολικού βάρους 6 κιλών και 965 γραμμαρίων (βλ. κατηγορία 1) και 1½ έτους στην κατηγορία της κατοχής 17,415 γραμμαρίων κοκαΐνης (βλ. κατηγορία 3). Το κατηγορητήριο μεταβλήθηκε σε δύο περιπτώσεις, ήτοι την 3.12.13 και 24.2.14, με τρόπο ώστε να ανασταλεί η κατηγορία 2 (την οποία αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος 1), καθώς και οι κατηγορίες 4, 5 και 6, που αντιμετώπιζαν από κοινού οι κατηγορούμενοι 2 και 3, όπως και η κατηγορία 7, που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος
- Ακολούθως, η Κατηγορούσα Αρχή προσέθεσε στο κατηγορητήριο 12 επιπρόσθετες κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3, δηλαδή τις κατηγορίες 8, 9, 10 (μαζί με τον κατηγορούμενο 4), 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 19, στις οποίες οι εν λόγω κατηγορούμενοι απάντησαν μη παραδοχή. Στη εξέλιξη της υπόθεσης, ο πρώην κατηγορούμενος 1, κατέθεσε στην παρούσα υπόθεση ως μάρτυς κατηγορίας εναντίον των υπολοίπων κατηγορουμένων. Επιβάλλεται σε αυτό το στάδιο, να αναφερθούμε συνοπτικώς στις επίδικες κατηγορίες - ως αποτυπώνονται στο κατηγορητήριο - έτσι ώστε να καταστεί πιο κατανοητή η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά και η Υπεράσπιση των κατηγορουμένων. Όλες οι επίδικες κατηγορίες εδράζονται σε πρόνοιες του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και ειδικότερα στο άρθρο 5
(1)(β) του εν λόγω νομοθετήματος, καθώς και στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3, αντιμετωπίζουν από κοινού, κατηγορία προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β προς τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), δηλαδή καννάβεως συνολικού βάρους 3 κιλών και 500 γραμμαρίων, σε άγνωστη προς την Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνία, μεταξύ 1.10.13 και 19.10.13 στην Επαρχία Λάρνακας (βλ. κατηγορία 8). Μεταξύ των ίδιων ημερομηνιών, αλλά σε διαφορετική ημερομηνία από εκείνη της κατηγορίας 8, οι κατηγορούμενοι 2 και 3, κατηγορούνται ότι προμήθευσαν στην Επαρχία Λάρνακας τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), με ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 3 κιλών και 900 γραμμαρίων (βλ. κατηγορία 9). Επίσης, σε άγνωστη ημερομηνία προς την Κατηγορούσα Αρχή μεταξύ 1.10.13 και 19.10.13, στην Επαρχία Λεμεσού, οι κατηγορούμενοι 2 και 3, κατηγορούνται ότι προμήθευσαν τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), με ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλαδή κοκαΐνη συνολικού βάρους 17,415 γραμμαρίων (βλ. κατηγορία 11). Επιπροσθέτως, οι κατηγορούμενοι 2 και 3, σε άγνωστη προς την Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνία μεταξύ 1.1.13 και 1.9.13, στην Επαρχία Λάρνακας, κατηγορούνται ότι προμήθευσαν τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), με ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 3 κιλών (βλ. κατηγορία 12), ενώ σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1.1.13 και 20.9.13, διαφορετική από εκείνη στην κατηγορία 12, στην Επαρχία Λάρνακας, προμήθευσαν τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4) με ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 3 κιλών (βλ. κατηγορία 13). Επιπλέον, οι κατηγορούμενοι 2 και 3, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1.1.13 και 20.9.13, διαφορετική από εκείνη στην κατηγορία 13, κατηγορούνται ότι προμήθευσαν τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), στην Επαρχία Λάρνακας, με ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 3 κιλών (βλ. κατηγορία 14). Οι κατηγορούμενοι 2 και 3, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1.1.13 και 20.9.13, διαφορετική από εκείνη στην κατηγορία 14, στην Επαρχία Λεμεσού, κατηγορούνται ότι προμήθευσαν τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), με κάνναβη συνολικού βάρους 3 κιλών (βλ. κατηγορία 15). Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1.1.13 και 20.9.13, διαφορετική από εκείνη στην κατηγορία 15, κατηγορούνται επίσης ότι προμήθευσαν τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), στην Επαρχία Λεμεσού με κάνναβη συνολικού βάρους 3 κιλών (βλ. κατηγορία 16). Το ίδιο, κατηγορούνται πως έπραξαν σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1.1.13 και 20.9.13, διαφορετικής από εκείνη στην κατηγορία 16, προμηθεύοντας τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), στην Επαρχία Λεμεσού με κάνναβη συνολικού βάρους 3 κιλών (βλ. κατηγορία 17). Μεταξύ 1.1.13 και 20.9.13, σε διαφορετική ημερομηνία από εκείνη στην κατηγορία 17, κατηγορούνται ότι προμήθευσαν τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), στην Επαρχία Λεμεσού με κάνναβη συνολικού βάρους 255 γραμμαρίων (9 ουγγιών) περίπου (βλ. κατηγορία 18). Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1.1.13 και 20.9.13, διαφορετική από εκείνη στην κατηγορία 18, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατηγορούνται ότι προμήθευσαν τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), στην Επαρχία Λάρνακας, με κάνναβη συνολικού βάρους 4 κιλών (βλ. κατηγορία 19). Τέλος μεταξύ 1.10.13 και 19.10.13, σε ημερομηνία διαφορετική από εκείνη στην κατηγορία 9, οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4, κατηγορούνται ότι προμήθευσαν στην Επαρχία Λάρνακας, τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), με κάνναβη συνολικού βάρους 1 κιλού και 800 γραμμαρίων (βλ. κατηγορία 10). Σε ένα πολύ γενικό επίπεδο ανάλυσης, η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής περιέχεται στις λεπτομέρειες των επίδικων κατηγοριών, με εκείνη των κατηγορούμενων, να περιορίζεται στο ότι, αυτά που τους καταλογίζονται από την Κατηγορούσα Αρχή, είναι ψευδή και επακολούθημα αθέμιτης συναλλαγής μεταξύ της Κατηγορούσας Αρχής και του πρώην συγκατηγορούμενου Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ο οποίος για δικούς του, αλλότριους και κακόβουλους σκοπούς, αποφάσισε να ενοχοποιήσει τους κατηγορούμενους αδικαιολόγητα και άδικα. Κατά τη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 19 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, σειρά γεγονότων που αφορούν σε διάφορες συνιστώσες του ανακριτικού έργου και της υπόθεσης γενικότερα. Εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και κρίνοντας τα καθηκόντως, ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικώς 8 μάρτυρες κατηγορίας, ενώ οι κατηγορούμενοι - όπως είχαν κάθε δικαίωμα να πράξουν - μετά που κλήθηκαν σε απολογία, επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην καλέσουν μάρτυρες. Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων κατηγορίας, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν δεν διατυπώνονται γλωσσικώς στο σκεπτικό μας. Δεν απαιτείται εδώ - και δεν συνιστάται, για πρακτικούς κυρίως λόγους - η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας των μαρτύρων και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της (βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Εκείνο που καθηκόντως πράξαμε, είναι να προσδιορίσουμε τα επίδικα θέματα, να τα συναρθρώσουμε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας και να καταλήξουμε σε σαφή και σχετικά ευρήματα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Παραθέτουμε, σε πρώτο στάδιο, τη σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας, προκειμένου να καταστεί αντιληπτό το ευρύτερο πλέγμα της υπόθεσης. Θα ακολουθήσει, αμέσως μετά, σύνοψη του περιεχομένου της ανώμοτης δήλωσης του καθενός κατηγορούμενου ξεχωριστά. Ο αστυφύλακας Βαρνάβας Κωνσταντινίδης (ΜΚ1), κατέθεσε ως χειριστής τεκμηρίων κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Αναφέρθηκε στην παραλαβή και φύλαξη διαφόρων αντικειμένων που εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν στα πλαίσια των σχετικών αστυνομικών ερευνών όπως και στις ευρύτερες διεργασίες που ακολουθήθηκαν κατά την εκτέλεση σχετικού εντάλματος έρευνας που είχε εκδοθεί εναντίον του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Προέβη επίσης στη λήψη γραπτής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο 2, στις 6.11.13, ως το Τεκμήριο 40 και έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3, στις 27.10.13, ως το Τεκμήριο
- Αναφέρθηκε επίσης στη διαδικασία εξασφάλισης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων σε σχέση με την υπόθεση. Ο αστυφύλακας Βάσος Βαρνάβα (ΜΚ2), αναφέρθηκε στη διαδικασία υπόδειξης σκηνών στην οποία έλαβε μέρος ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), στις 21.10.13, ως το Τεκμήριο 47, καθώς και στη διαδικασία αναγνώρισης των κατηγορουμένων 2 και 3, από τον εν λόγω μάρτυρα. Ο αστυφύλακας Λευτέρης Ελευθερίου (ΜΚ3), αναφέρθηκε στη λήψη γραπτής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο 3, στις 30.10.13, ως το Τεκμήριο 48, την οποία ο τελευταίος αρνήθηκε να υπογράψει διότι, όπως ανέφερε, δεν γνώριζε να διαβάζει και να γράφει. Είπε επίσης για τη δεύτερη διαδικασία υπόδειξης σκηνών από τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), στις 22.10.13, ως το Τεκμήριο
- Ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), αναφέρθηκε λεπτομερώς στη εμπλοκή του ιδίου και των κατηγορουμένων 2, 3 και 4, στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Θα προβούμε σε εκτενή αναφορά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού σε κατοπινό στάδιο, ως εκ της προφανούς σημασίας που τούτη ενέχει στην παρούσα υπόθεση. Ο Μίλτος Αθανασίου (ΜΚ5), κατέθεσε ως υπεύθυνος τεχνικού προσωπικού στις υπηρεσίες πελατών της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, στη Λευκωσία. Επεξήγησε τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που εξασφαλίστηκαν δικαστικώς στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, με αναφορά στα Τεκμήρια 43, 44, 45, 53, 55, Έγγραφο ΙΒ, Έγγραφο ΙΓ και Έγγραφο ΙΔ. Ο Πανίκος Χριστοφή (ΜΚ6), όταν αρχικώς άρχισε να καταθέτει ενώπιον μας στις 29.5.14, έδειξε παντελώς απρόθυμος να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την υπόθεση επειδή, όπως είπε, αντιμετώπιζε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την ποινική υπόθεση 14246/13, ως το Έγγραφο ΚΑ, που φερόμενα σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου, ήθελε να αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο πιθανής αυτοενοχοποίησης του στην παρούσα υπόθεση. Μετά από αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής και ενδιάμεση απόφαση μας, ο μάρτυς κατήλθε του εδωλίου του μάρτυρος ώστε να δοθεί μαρτυρία από άλλον μάρτυρα κατηγορίας αναφορικώς με τη γραπτή κατάθεση που έδωσε ο Πανίκος Χριστοφή (ΜΚ6), σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και την οποία κατάθεση ο τελευταίος αρνείτο να αναγνωρίσει ενώ κατέθετε. Τελικώς, μετά που η γραπτή κατάθεση του Πανίκου Χριστοφή (ΜΚ6), κατατέθηκε ως Τεκμήριο 56, από τον Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου (ΜΚ7), το Δικαστήριο - μετά που ο Πανίκος Χριστοφή (ΜΚ6), επανήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα - απέρριψε αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής όπως ο τελευταίος κηρυχθεί ως εχθρικός μάρτυς, για όλους τους λόγους που διατυπώνονται στη σχετική ενδιάμεση απόφαση. Ο αρχιαστυφύλακας Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (ΜΚ7) - ως ανακριτής της υπόθεσης - πέραν των αναφορών στις οποίες προέβη σε σχέση με τη λήψη γραπτής κατάθεσης από τον Πανίκο Χριστοφή (ΜΚ6), ως ανωτέρω σημειώθηκε, προέβη σε αναφορά διαφόρων πτυχών και εκφάνσεων του ανακριτικού έργου, συμπεριλαμβανομένης της χρησιμοποίησης του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ως μάρτυρα κατηγορίας. Ο Λούης Θεοδώρου (ΜΚ8), παππούς του Πανίκου Χριστοφή (ΜΚ6), με αναφορά στο περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης που έδωσε προς την Αστυνομία στις 22.10.13, ως το Έγγραφο ΙΖ, αναφέρθηκε σε κάποιες τηλεφωνικές επικοινωνίες (γύρω στον Απρίλιο 2013), που είχε με κάποιον «Γιώργο», τον οποίον όμως δεν μπορούσε να αναγνωρίσει φυσιογνωμικά εντός του εδωλίου. Είπε ότι, εξ αφορμής παραδοχής του Πανίκου Χριστοφή (ΜΚ6), προς τον ίδιο ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΑΝ 297 (που του είχε αγοράσει ο Λούης Θεοδώρου (ΜΚ8)), το απέσπασαν κάποιοι Λεμεσιανοί (επειδή ο Πανίκος Χριστοφή (ΜΚ6), τους χρωστούσε λεφτά), ο τελευταίος, έδωσε στον Λούη Θεοδώρου (ΜΚ8), το τηλέφωνο κάποιου Γιώργου από τη Λεμεσό
(99998736), για να επικοινωνήσει μαζί του όπως και έγινε. Έχοντας αποτυπώσει συνοπτικώς τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, προχωρούμε αμέσως στην παράθεση του περιεχομένου των ανώμοτων δηλώσεων των κατηγορουμένων. Το πράττουμε αυτό επειδή κρίνουμε ότι τούτο μπορεί να συντείνει στην πληρέστερη κατανόηση των θέσεων που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι, αλλά και των δικαστικών ευρημάτων που ακολουθούν. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3, κατέθεσαν την ανώμοτη τους δήλωση σε γραπτή μορφή (μετά που την ανέγνωσαν κατά την ακροαματική διαδικασία), ενώ ο κατηγορούμενος 4, προέβη στη δήλωση του προφορικώς χωρίς να καταθέσει γραπτό κείμενο, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν είχε υποχρέωση να πράξει. Παραθέτουμε αμέσως πιο κάτω αυτούσιο το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης των κατηγορουμένων, όπως η κάθε μια από αυτές κατατέθηκε ενώπιον μας (βλ. Ανώμοτη Δήλωση 1, για τον κατηγορούμενο 2 και Ανώμοτη Δήλωση 2, για τον κατηγορούμενο 3), καθώς και το αντίστοιχο μέρος των πρακτικών που αφορά στην αποτύπωση της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου 4. Στην κάθε περίπτωση - όπως πράττουμε με αναφορά και σε άλλα αποσπάσματα από τη μαρτυρία, όπως στο περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ως τα Έγγραφα Η και Θ - προβαίνουμε σε αυτολεξεί παράθεση των περικοπών, χωρίς επέμβαση είτε στη σύνταξη είτε στην ορθογραφία. Ο κατηγορούμενος 2, στην ανώμοτη του δήλωση, είπε τα ακόλουθα: «Είμαι αθώος. Όλα όσα είπε για μένα ο Αντώνης Χριστοδούλου είναι ψέματα. Ο άνθρωπος αυτός με κατονομάζει εμένα και τον αδελφό μου για να καλύψει αυτούς με τους οποίους πραγματικά εσυνεργάζετουν. Εγώ δεν έχω καμμιά σχέση με όσα αναφέρει για μένα. Η μόνη μου σχέση μαζί του είναι ότι σε κάποιες περιπτώσεις με προμήθευε χόρτο για την δόση μου. Εγώ ήμουν χρήστης για πολλά χρόνια. Ο Αντώνης Χριστοδούλου Νιάκας είναι ένας από τα πρόσωπα που με προμήθευαν για την δόση μου. Καμμιά άλλη σχέση δεν είχα μαζί του. Φαίνεται ότι όταν τον έπιασε η αστυνομία, προσποιούμενος ότι ήθελε να συνεργαστεί μαζί τους για να ωφεληθεί στην υπόθεση του, αντί να κατονομάσει τους πραγματικούς συνεργάτες του, έμπλεξε με εμένα και τον αδελφό μου, για να καλύψει τους συνεργάτες του. Είπε ψέματα για να καλύψει τους συνεργάτες του και να βοηθήσει τον κουνιάδο του και τον εαυτό του. Αυτή είναι η αλήθεια. Εγώ είμαι αθώος.» Ο κατηγορούμενος 3, στη δική του ανώμοτη δήλωση, ανέφερε: «Δεν παραδέχομαι καμμιά από τις κατηγορίες που μου αποδίδονται γιατί είμαι αθώος. Ο Αντώνης Χριστοδούλου Νιάκκας, είναι ψεύτης και όσα είπε για μένα είναι ψέματα. Εγώ δεν είχα ποτέ καμμιά σχέση με τον Αντώνη Χριστοδούλου. Φαίνεται ότι ο Αντώνης Χριστοδούλου κατευθυνόμενος από τους πραγματικούς του συνεργάτες στην εμπορία ναρκωτικών, ίσως και από την ΥΚΑΝ με κατονομάζει εμένα και τον αδελφό μου για να βοηθήσει τον εαυτό του και για να καλύψει τους πραγματικούς του συνεργάτες. Ξέρω ότι ο Αντώνης Χριστοδούλου προμήθευε τον αδελφό μου με χόρτο για την δόση του. Εκμεταλλεύτηκε αυτή την σχέση του με τον αδελφό μου και μας κατονόμασε για να καλύψει τους πραγματικούς του συνεργάτες. Είτε ξεγέλασε με τις καταθέσεις του την ΥΚΑΝ, είτε τους έδωσε εύκολους στόχους αφού εγώ ήμουν στην φυλακή μέχρι τες 5 Μαρτίου 2013 για υπόθεση ναρκωτικών. Εγώ δεν έκαμα ποτέ μου καμμιά πράξη με τον Αντώνη Χριστοδούλου ή με τον Κρίστοφερ τον κουνιάδο του. Όσα λέει ο Αντώνης Χριστοδούλου είναι ψέματα γι' αυτό και δεν ήρθε κανένας άλλος, από όσους αναφέρει, να τον επιβεβαιώσει για όσα είπε. Ότι είπε ο Αντώνης Χριστοδούλου, το είπε με σχέδιο για να ωφεληθεί ο ίδιος και ο κουνιάδος του. Ο άνθρωπος παραδέχτηκε ότι εμπορεύτηκε 27 κιλά και η εισαγγελία του έβαλε κατηγορία για κατοχή 7 κιλών. Η αστυνομία και η εισαγγελία του απόσυραν τόσες κατηγορίες μόνο και μόνο για να κατηγορήσει εμένα και τον αδελφό μου. Οι πραγματικοί έμποροι ναρκωτικών, με τους οποίους εσυνεργάζετο ο Αντώνης Χριστοδούλου είναι έξω και κατηγορούμαστε εγώ και ο αδελφό[ς] μου. Ενώ ο Αντώνης Χριστοδούλου που παραδέχτηκε ότι εμπορεύετουν ναρκωτικά απολαμβάνει τα προνόμια του προστατευόμενου μάρτυρα. Και ο κουνιάδος του που εμπορεύετουν, όπως είπε ο ίδιος ο Νιάκκας, ναρκωτικά θα δικαστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, αν τελικά δικαστεί και δεν είναι μέρος της συμφωνίας με την ΥΚΑΝ να του αποσύρουν την υπόθεση στο τέλος. Κύριοι Δικαστές, πιστέψετε με είμαι αθώος. Δεν έχω καμμιά σχέση με αυτή την υπόθεση.» Ο κατηγορούμενος 4, στην ανώμοτη δήλωση του, σημείωσε τα ακόλουθα: «Έντιμοι κύριοι Δικαστές για την κουβέντα που βρίσκομαι θέλω να πω για την υπόθεση, θέλω να πω ότι δεν έχω καμιά σχέση με τα λεγόμενα του Αντώνη Χριστοδούλου, είμαι αθώος, η σχέση που έχω με τον Αντώνη είναι ότι πώλησε μου 50 ευρώ μαριχουάνα και ό,τι λέει αυτά είναι ψέματα, εγώ δουλεύω στο εξωτερικό, δούλευα για 10 χρόνια συνεχόμενα οδηγός σε ψυγεία στις ανατολικές χώρες από την Ελλάδα και ιδιαιτέρως στη Θεσσαλονίκη, κουβαλώντας κοτοπόδαρα που τα κάμνουν τροφές και τέτοια και γι΄αυτό είχα και τις 3 συσκευές του τηλεφώνου για λόγους οικονομίας, όπως έχουν όλοι οι συναδέλφοι. Όταν πάεις στην άλλη χώρα τον κλείνεις τον αριθμό της Ελλάδας, όταν βγεις από την Ελλάδα και πάεις στη Βουλγαρία που θα μπεις κλείνεις τα υπόλοιπα και αφήνεις τα τηλέφωνα της χώρας τζιείνης, οπόταν όποιος σε πάρει, οι εταιρείες, ο μάστρος σου, η οικογένεια σου δεν χρεώνεσαι και γι΄αυτό είχα και τις 3 τις συσκευές. Τα τελευταία 2 χρόνια η δουλειά άρχισε και πήγαινε κάτω - κάτω και αρχίσαμε και είχαμε προβλήματα με τις πληρωμές με τη δουλειά διότι ήταν η κρίση και τα τέτοια και αποφάσισα να έρθω στην Κύπρο. Εγώ είμαι διαζευγμένος εδώ και 18 χρόνια περίπου, έχω 2 παιδιά, το ένα είναι 21 ο Νικόλας, η κόρη μου 26 η Χρυστάλλα. Ήρθα στην Κύπρο, έμενα στο σπίτι της πρώην γυναίκας μου μαζί με τα μωρά διότι είχαμε και έχουμε άριστες σχέσεις διότι τους βοηθούσα όπως μπορούσα, ασχέτως ότι έχουμε χωρίσει, μου βρήκαν ένα σπίτι, μου βρήκαν τα παιδιά ένα σπίτι λυόμενο παλιό, αλλά η τιμή του ήταν 80 ευρώ με τη συμφωνία να το σάσω, να το φτιάξω και ήταν και 500 μέτρα από το σπίτι και πηγαίναμε με τα παιδιά εκεί και με βοηθούσανε να φτιάξω το σπίτι, τα τηλέφωνα μου τα είχα στο σπίτι,τα χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα παιδιά και η οικογένεια μου για λόγους οικονομικούς. Με κατονομάζει ο Αντώνης ως χρήστη και ως τέτοια και η αλήθεια είναι ότι εγώ πήγαινα στο Basebar, ένα μπαρ στην Αραδίππου λίγο έξω από το χωριό που πάει προς τα Λειβάδια. Είμαι χρήστης χόρτου αποκλειστικά και μόνο χόρτου εδώ και πολλά χρόνια δυστυχώς, δυστυχώς και ρώτησα τζιαμέ στην Αραδίππου και μου είπαν "τον βασιλιά δεν τον ξέρεις;", συγκεκριμένα ρώτησα και μου σύστησαν τον Αντώνη Χριστοδούλου τούτο όλο το παλικάρι που ήταν εδώ και του είπα ότι θέλω να αγοράσω χόρτο, ανταλλάξαμε τηλέφωνα, αριθμούς και μου λέει θα σε πάρω εγώ και 4‑5 μέρες πριν να έρτει η Αστυνομία στο σπίτι μου εμένα ήρτε το παλικάρι τζιαμέ, έδωσε μου 5 γραμμάρια έδωκα του 50 ευρώ, μου έκανε και το αν γίνει οτιδήποτε όχι να πεις τζιαί ξέρω εγώ, εγώ όταν τον είδα τον Αντώνη τον "Νιάκκα", ήταν με ένα σταυρό στην κεφαλή, με πέτσινα ρούχα να παριστάνει το παλικάρι και ήρτα εδώ να δω ένα Άγιο να προσπαθήσει να μου φορτώσει αυτά τα πράγματα, η επαφή μας ήταν εκείνα τα 5 λεπτά στο Basebar και τα 5 λεπτά που είχε έρθει στο σπίτι μου, τα υπόλοιπα είναι παντελώς ψέματα. Η οικονομική μου κατάσταση είναι άθλια, ούτε τα δόντια μου δεν μπορούσα να τα βάλω, δόξα σοι ο Θεός είμαι ευχαριστημένος, δεν έχω καμιά σχέση με αυτά που λέει ο Αντώνης, είναι παντελώς ψέματα προς το πρόσωπο μου, τίποτε άλλο ευχαριστώ.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, υποστήριξε στην αγόρευση του ότι η μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων δεν αφήνει καμία λογική αμφιβολία, συνολικώς αποτιμώμενη, περί διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων από αυτούς, στο βαθμό και έκταση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Αντιθέτως, οι κατηγορούμενοι δια των συνηγόρων τους, υποστήριξαν ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις επίδικες κατηγορίες, επιμένοντας στην αθωότητα τους και προτάσσοντας κυρίως (και ανάμεσα σε άλλα), την αναξιοπιστία του πρώην συγκατηγορούμενου, Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Όλοι οι δικηγόροι εφοδίασαν το Δικαστήριο με γραπτό κείμενο της αγόρευσης τους, κάτι που βοήθησε στην καλύτερη κατανόηση των τοποθετήσεων τους και επιτάχυνε τη δικαστική διαδικασία. Θα αναφερθούμε πιο εξειδικευμένα στην επιχειρηματολογία των μερών, όπου κρίνουμε ότι αυτό χρειάζεται, δίχως ασφαλώς να έχουμε υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες επιχείρημα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Οδυσσέα ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490, 495), ή ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικώς απίθανο ή παράλογο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Τιμοθέου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 24/12, ημ. 23.10.12). Εάν η προσέγγιση που τώρα εξηγούμε ήταν διαφορετική από αυτή που περιγράφουμε, θα καλούμασταν να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που δεν αποτελεί δικαστικό έργο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 55, Ιωάννου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και ακούσουμε με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων στο βαθμό που τούτες αφορούσαν στο αντικείμενο της μαρτυρίας τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές, υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις όποιες μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797,1806), επειδή δεν είναι σπάνιο, κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι, κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αξιολογώντας τη μαρτυρία, δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Σε σχέση με τους πραγματογνώμονες μάρτυρες, δεν θεωρήσαμε κατά την αξιολόγηση τους, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο βάσει σαφών υποδείξεων της νομολογίας επί του θέματος, με ενδεικτική και μόνο την αναφορά στην Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και πάλι, ότι αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή ότι τους αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες, μια και κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με τις προρρηθείσες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη κάποιες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στη Volettos v The Republic
(1961)CLR 169, 180-182, προκειμένου να διακριβώσουμε αν όλα όσα ανέφεραν, εξέφραζαν πιστώς και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Προτού προχωρήσουμε με τη διατύπωση της κρίσης μας επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ύστερα επί της προσαχθείσας μαρτυρίας και των προβληθεισών εκδοχών, θεωρούμε κατάλληλο το στάδιο να σημειώσουμε και υπομνήσουμε (δίκην αυτοπροειδοποίησης), τρεις ιδιαιτέρα σημαντικές πτυχές που αφορούν στο ευρύτερο ζήτημα της αξιολόγησης μαρτύρων και μαρτυρίας. Η πρώτη πτυχή, σχετίζεται με το ότι ένας μάρτυς δεν μπορεί να ενισχύσει άλλον μάρτυρα όταν ο καθένας από αυτούς είναι συνεργός με τον κατηγορούμενο στο ίδιο αδίκημα. Τούτο, προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αλλά και από νομολογία όπως η Makris Alias Petinos v The Police
(1961)CLR 330, 337, Demetriou v The Republic
(1961)CLR 309, 314-316, DPP v Kilbourne
(1973)1 All ER 440, 446-448, DPP v Hester
(1972)3 All ER 1056, 1077-1078 και R v Baskerville (1916-17) All ER Rep 38, 43-44. Η δεύτερη πτυχή, αφορά στην άκρα επιφύλαξη με την οποία απαιτείται να προσεγγίζεται η μαρτυρία συνεργού όπως είναι ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), για να κριθεί - αναλόγως με το τι αυτή εκφράζει στην κάθε περίπτωση - και εάν μπορεί στη δεδομένη περίπτωση να αποτελέσει ασφαλή βάση για καταδίκη, δεδομένης της υπό αναφορά ιδιότητας του (βλ. Petrosyan v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 90, 96-97, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 653-660, Ευαγγέλου ν Αστυνομίας (Αρ 1)
(1999)2 ΑΑΔ 24, 33-41, Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκης
(1993)2 ΑΑΔ 231, 247-249 και Zacharia v The Republic
(1962)CLR 52, 60-64). Η τρίτη πτυχή, άπτεται της αρχής ότι το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης/ομολογίας κατηγορούμενου - και τούτο ισχύει και στην περίπτωση των ανώμοτων δηλώσεων (βλ. Fourri and Others v The Republic
(1980)2 CLR 152) - συνιστά μαρτυρία μόνο εναντίον του και όχι εναντίον των συγκατηγορουμένων του (βλ. Αριστοφάνους v Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 450, R v Finch
(2007)1 Cr App R 439, R v Hayter
(2005)2 All ER 209, Καττής και Άλλου v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 262, Νεάρχου v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 38, Miliotis v The Police
(1971)2 CLR 292, R v Rhodes
(1959)44 Cr App R 23). Οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής μάς δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί, δεν παλινδρομούσαν και απαντούσαν απεριφράστως, χωρίς καθόλου να κλονιστούν κατά την αντεξέταση, όσοι αντεξετάστηκαν. Η μαρτυρία τους, κρινόμενη στην ολότητα της - αλλά και μεμονωμένως - συνήδε πλήρως και με το περιεχόμενο της γραπτής και πραγματικής μαρτυρίας που αφορούσε στα αναφερόμενα τους και ήταν λεπτομερής, συμπαγής και αταλάντευτη ως προς την ουσία που εξέφραζε. Κάποιες μικροαντιφάσεις και μικροανακολουθίες που μπορεί να παρατηρήθηκαν, καθόλου δεν επηρέασαν τη θετικότητα της γενικής προκύπτουσας εικόνας, με το γεγονός μάλιστα να αποτελεί και ένδειξη έλλειψης αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων αλλά και των τελευταίων με την Κατηγορούσα Αρχή για το τι είναι που θα έλεγαν. Εκτός αυτού, γνωρίζουμε και ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και ότι κάποιες διαφορές στη μαρτυρία - αναλόγως του είδους τους βεβαίως - είναι αναπόφευκτες (Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Προτού συνεχίσουμε με την επιμέρους αιτιολόγηση τής κατάληξης μας επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων κατηγορίας και πέρα και πάνω απ' όλα, του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4) - του οποίου η μαρτυρία αποτελεί για την Κατηγορούσα Αρχή το δεσμείν και λύειν της υπόθεσης - επισημαίνουμε δύο τινά. Πρώτο, ότι όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες-αστυνομικοί απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και δίχως να διακατέχονται από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων έδωσαν μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Fournaris and Another v The Republic
(1978)2 CLR 28, 36). Δεύτερο, ότι με βάση τα όσα δήλωσε αναφορικώς με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία του, δεχόμαστε ως πραγματογνώμονα για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσε, τον Μίλτο Αθανασίου (ΜΚ5). Ο μάρτυς αυτός ήταν λεπτομερής και συγκεκριμένος, αναπτύσσοντας τις θέσεις και τοποθετήσεις του με τρόπο τεκμηριωμένο, διαυγή, πλήρη και κατανοητό, παρουσιάζοντας με επάρκεια και ειλικρίνεια την επιστημονική βάση επί της οποίας στηρίχθηκε για εξαγωγή των συμπερασμάτων του και ενεργώντας σε πλήρη εναρμόνιση με τις επιταγές της νομολογίας, όπως αυτές διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, στις Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ 320/08, ημ. 15.3.12 και Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787. Επανερχόμαστε στη μαρτυρία του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Θα την αναλύσουμε αμέσως. Ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4) - και συμπληρώνουμε σε αυτά που ήδη έχουμε αναφέρει σε σχέση με την γενικότερη αξιοπιστία όλων των μαρτύρων κατηγορίας - με τον ιδιόμορφο και απλό τρόπο έκφρασης του κατά τη μαρτυρία του, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ή επέδειξε συμπεριφορά τέτοια που θα μπορούσε, αντικειμενικώς, να μας οδηγήσει σε εύρημα αναξιοπιστίας του. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των κατηγορουμένων, υποστήριξαν ότι υπάρχει ισχυρή μαρτυρία ενώπιον μας που πλήττει την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα, για λόγους που εξήγησαν με λεπτομέρεια. Διαφωνούμε. Δεν διαφεύγει την προσοχή, ότι σε κάποιες περιπτώσεις ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), περιέπεσε είτε σε κάποιες μικροαντιφάσεις είτε σε κάποιες ανακολουθίες. Ωστόσο, καμία από αυτές τις μικροαντιφάσεις και ανακολουθίες δεν ήταν αρκετή, ιδωμένη μεμονωμένως ή συνολικώς με τις υπόλοιπες, να πλήξει την αξιοπιστία του. Εξειδικεύουμε αμέσως πιο κάτω τη διαπίστωση μας αυτή και προχωρούμε ακολούθως, στην ίδια ενότητα, σε διάφορες άλλες παρατηρήσεις αναφορικά με την αξιοπιστία του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Κατά την αντεξέταση του από τον κ. Γεωργίου, ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4) - απαντώντας σε ερώτηση ως προς το γιατί η Εισαγγελία τού είχε αποσύρει όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες στο κατηγορητήριο, διατηρώντας εναντίον του μόνο εκείνη της κατοχής ναρκωτικών - είχε αναφέρει τα ακόλουθα: «Γιατί ήμουν αποθηκάριος, εν επούλουν, έχει διαφορά, να πουλήσεις μια φορά γιατί τα είχες ανάγκη τα λεφτά και να του πουλάς καθημερινώς γιατί εν είχα λεφτά για να πιάσω 120 ευρώ που εν είχα να φάω». Αντεξετάζοντας τον επί αυτής της απάντησης, ο κ. Ταμπούρλας, στη βάση κάποιων άλλων απαντήσεων που είχε στο μεταξύ δώσει ο μάρτυς, του έθεσε ότι δεν ήταν μόνο μια φορά που είχε πωλήσει ναρκωτικά (καθώς ισχυρίστηκε ο μάρτυς προς τον κ. Γεωργίου), αλλά και άλλες («Ε. Άρα ψέμα είπες ότι μια φορά πούλησες ναρκωτικά, πώλησες και για το αυτοκίνητο πώλησες και για να φάεις και πουλάς και σε φίλους σου φθηνά άλλες φορές σωστό;»). Ο μάρτυς, παραδέχθηκε ότι η επισήμανση του κ. Ταμπούρλα ήταν ορθή, απαντώντας ομοίως και σε επακόλουθη υποβολή του ίδιου δικηγόρου ότι «.άρα κάποιος εν ψεύτης δαμέσα, επανειλημμένα κάποιος λαλεί ψέματα; Α. Εντάξει τζιαμέ συμφωνώ μαζί σου εν το έκαμα μια, έκαμα το 2, 3». Οι δικηγόροι πρότειναν την ανακολουθία αυτή ως ενδεικτική αναξιοπιστίας. Δεν είναι. Καθίσταται φανερό ότι ο μάρτυς, όταν έδινε αρχικώς την απάντηση του προς τον κ. Γεωργίου δεν ακριβολόγησε φραστικώς, όχι γιατί ήθελε να ψευσθεί, αλλά διότι ήθελε να τονίσει, με το δικό του τρόπο, τη διαφορά μεταξύ σποραδικών και καθημερινών πωλήσεων ναρκωτικών, σε ένα πλατύτερο πεδίο ανάλυσης. Τίποτε περισσότερο. Όπως και να έχει, η απάντηση του μάρτυρα δεν παραπέμπει, θεωρούμε, σε άτομο που σκοπό είχε να παραπλανήσει με οποιοδήποτε τρόπο το Δικαστήριο διά των απαντήσεων του, και τούτο είναι κάτι που πρέπει να αντικρίσει κανείς στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας του μάρτυρα. Έτσι είδαμε τα πράγματα και εμείς. Οι δικηγόροι Υπεράσπισης έθιξαν επίσης το γεγονός ότι ο μάρτυς παρέλειψε να αναφέρει όλη την αλήθεια στη πρώτη γραπτή του κατάθεση προς την αστυνομία στις 19.10.13, ως το Έγγραφο Η, κάτι που κατά την άποψη τους (όπως διατυπώνεται στη γραπτή αγόρευση του κ. Γεωργίου) «.δείχνει ένα άνθρωπο που από την μία προσποιείται ότι θα πει την αλήθεια και από την άλλη αποκρύπτει τα πιο ουσιαστικά γεγονότα παίζοντας το τελευταίο του χαρτί, προσδοκώντας ότι οι ανακριτές δεν θα μπορέσουν να ανακαλύψουν τις ποσότητες ναρκωτικών που έχει στην κατοχή του. Δείχνει ένα άτομο που προσπαθεί να παραπλανήσει και να ξεγελάσει τους ανακριτές για να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του. Είναι δηλαδή ένας ωφελιμιστής που λέει μόνον όσα μπορούν να τον βοηθήσουν να υποστεί τις ελάχιστες δυνατές συνέπειες, προσποιούμενος ταυτόχρονα ότι συνεργάζεται με τους ανακριτές και λέει όλη την αλήθεια. Ενώ στην πράξη τους παραπλανά ευελπιστώντας ότι δεν θα ανακαλύψουν την αλήθεια». Διαφοροποιούμαστε και πάλι. Ο μάρτυς, αντεξεταζόμενος σχετικώς, έδωσε επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις για τη συμπεριφορά του αυτή, την οποία ασφαλώς αποτιμήσαμε, σταθμίσαμε και προσεγγίσαμε με την προσήκουσα προσοχή, όπως εξάλλου πράξαμε και στην κάθε άλλη περίπτωση παρόμοιων ισχυρισμών της Υπεράσπισης. Είπε επί της συζητούμενης πτυχής ο μάρτυς, ότι δεν ήθελε να περιπλέξει τα πράγματα περισσότερο (εκεί που δεν ήταν μπλεγμένος), παίζοντας ουσιαστικά το τελευταίο του χαρτί («Διότι συνέβησαν τζείντα πράματα, τζείντα γεγονότα συνέβησαν, απλώς δεν θεωρούσα να περιπλέξω τα πράματα παρακάτω τζιαμέ που δεν ήμουν μπλεγμένος δηλαδή, έπαιξα το τελευταίο μου χαρτί που λαλεί η κουβέντα»). Όσο ανεπιθύμητη και καταδικαστέα και αν είναι μια τέτοια προσέγγιση από τον οποιονδήποτε μάρτυρα/ανακρινόμενο, δεν παύει από το να επιβάλλει αξιολόγηση εντός του ευρύτερου φάσματος των πραγματικοτήτων της κάθε περίπτωσης. Εδώ, τα όποια κίνητρα του μάρτυρα κατά την κρίσιμη στιγμή που έδινε την πρώτη του γραπτή κατάθεση προς την Αστυνομία, ως το Έγγραφο Η, δεν μπορούν να θολώσουν αυτά που επακολούθησαν και που δεν ήσαν άλλα από τα όσα απέρρευσαν ως εκ του γεγονότος ότι αποφάσισε, τελικώς, να πει όλη την αλήθεια προς τις ανακριτικές αρχές. Η μια συμπεριφορά (η πρώτη δηλαδή, κατά την οποία ο μάρτυς απέκρυψε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης), δεν αποκλείει το γνήσιο και ειλικρινές της δεύτερης συμπεριφοράς (εκείνης δηλαδή που οδήγησε στην παράθεση της δεύτερης γραπτής κατάθεσης του μάρτυρα προς την Αστυνομία, ως το Έγγραφο Θ). Η διαπίστωση μας αυτή, εκπορεύεται από την κοινή λογική - αλλά και τη δικαιϊκή λογική, αν θέλει κανείς να επεκτείνει τη σκέψη σε διαφορετικό επίπεδο πραγμάτευσης, έχοντας υπόψη και κάποιες υπογραμμίσεις του Εφετείου στη Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων v Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 653 - περί του ότι δεν υφίσταται κανόνας δικαίου που να αποκλείει ή να εξοβελίζει μαρτυρία ανάλογα με τις συνθήκες και τους λόγους που ωθούν κάποιον μάρτυρα να προβεί σε κατάθεση προς την Αστυνομία, ή να δώσει μαρτυρία στη δίκη. Δίχως αυτό βεβαίως να σημαίνει και ότι οι υπό αναφορά συνθήκες και λόγοι της απόκρυψης και όλων των συναφών με αυτή δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του μάρτυρα, όπως εξάλλου αξιολογούνται, στο ίδιο πλαίσιο, οι όποιες αντιφατικές καταθέσεις και συμβάντα. Τα ίδια, αφορούν και στο άλλο παράπονο των δικηγόρων Υπεράσπισης, ότι ο μάρτυς, παρόλο που ισχυρίστηκε κατά τον εντοπισμό του από την Αστυνομία, ότι «ευτυχώς που με πιάσετε και τελείωσε το μαρτύριο για λλόου μου», δεν απεκάλυψε αμέσως προς τους αστυνομικούς όλη την αλήθεια σε σχέση με τις υπόλοιπες ποσότητες των επίδικων ναρκωτικών, προβαίνοντας σε αναφορά μόνο για τις «.έντεκα ουντζιές μέσα σε μια σίκλα .». Όμως, ο μάρτυς έδωσε και πάλι μια ειλικρινή και αφοπλιστική θα λέγαμε εξήγηση, ότι δηλαδή, επειδή τα ναρκωτικά βρισκόντουσαν στην οικία της μητέρας του, δεν ήθελε να εντοπιστούν εκεί διότι ενδεχομένως, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, υπήρχε πιθανότητα να εμπλεκόταν στα τεκταινόμενα και η οικογένεια του, κάτι που ποσώς επιθυμούσε ο μάρτυς («Ήταν στο σπίτι της μητέρας μου για να προστατεύσω την οικογένεια μου, προσπάθησα να το κρατήσω πέρκι εν βρεθούσιν για να μεν μπερτέψουν η οικογένεια μου»). Άλλο παράπονο των δικηγόρων Υπεράσπισης σε σχέση με τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), είναι ότι για να δώσει τη μαρτυρία του, απεκόμισε τέτοιο προσωπικό όφελος ώστε τούτη να επιβάλλεται όπως θεωρηθεί ως ύποπτη και επακολούθως απορριπτέα ως αναξιόπιστη. Ούτε με αυτό συμφωνούμε. Το ότι ένας μάρτυς καταθέτει ως συνεργός των πρώην συγκατηγορουμένων του, αποτελεί χωρίς καμιά αμφιβολία, (και το επισημάναμε ήδη), λόγο για το Δικαστήριο να είναι πάρα πολύ προσεκτικό κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του μάρτυρα και να αυτοπροειδοποιείται καταλλήλως ως προς τις επιπτώσεις αποδοχής μιας τέτοιας μαρτυρίας, ιδιαίτερα εκεί όπου δεν υπάρχει μαρτυρία που να ενισχύει τις τοποθετήσεις του μάρτυρα-συνεργού. Τούτο όμως, δεν κατατάσσει εκ προοιμίου και αδηρίτως τη μαρτυρία του μάρτυρα ως αναξιόπιστη. Όπως δεν την κατατάσσει και ως απαρεγκλίτως αναξιόπιστη ως εκ του λόγου και μόνο ότι ο μάρτυς κατέθεσε ως προστατευόμενος μάρτυς - κάτι που, έχει τη δική του σημασία να σημειωθεί τώρα ως παρέκβαση, γνώριζαν εγκαίρως τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και το Δικαστήριο από προηγούμενες σαφείς τοποθετήσεις της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. R v Chan Wai-Keung
(1995)1 HKLR 123) - μια και τίποτε απολύτως δεν αναδύεται από τη μαρτυρία, ικανό να οδηγήσει σε συμπέρασμα ύπαρξης ενθάρρυνσης από μέρους της Αστυνομίας προς τον μάρτυρα να πει οτιδήποτε άλλο εκτός από την αλήθεια που ο ίδιος γνώριζε. Τούτο είναι το κριτήριο - κατά κοινή λογική και νομολογία (όπως η Αθηνής v Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 256, 268) - και όχι το ότι ο μάρτυς καταθέτει ως προστατευόμενος μάρτυς δυνάμει των διατάξεων του Περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου 95(Ι)/01. Ό,τι είναι μεμπτό και απαράδεκτο - όπως υπέδειξε και το Εφετείο στην κατ' αναλογίαν σχετική, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων v Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 652 (μια και τούτη αποφασίστηκε πριν από τη θέσπιση του Περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου 95(Ι)/01) - είναι η παρότρυνση με υποσχέσεις και ανταλλάγματα προς μάρτυρες (όπως ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4)), να πουν οτιδήποτε άλλο εκτός από την αλήθεια, ή να παραποιήσουν τη μαρτυρία τους προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπιμοτήτων. Δεν διαπιστώνουμε εδώ την παροχή οποιουδήποτε αθέμιτου ανταλλάγματος προς τον μάρτυρα για να πει την αλήθεια, πέραν του γεγονότος ότι αυτός εντάχθηκε, μετά από απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων και συνεργατών της δικαιοσύνης, όπως η αναφερόμενη νομοθεσία ορίζει. Παραμένει αξιοπερίεργο - και το αναφέρουμε τούτο με κάθε ταπεινότητα και σεβασμό προς τις εισηγήσεις των δικηγόρων των κατηγορουμένων, για ποιο λόγο ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), να αποφασίσει να εμπλέξει ψευδώς και κακοβούλως τους κατηγορούμενους σε μια υπόθεση στην οποία οι τελευταίοι δεν είχαν, υποτίθεται, καμιά απολύτως σχέση. Γνωρίζουμε ασφαλώς ότι εντοπίζονται περιπτώσεις στη νομολογία (βλ. για παράδειγμα, Ιακωβίδης και Άλλος v Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110), όπου ένας μάρτυς μηχανεύεται σενάρια με σκοπό να μπλέξει τρίτα αθώα άτομα στοχεύοντας είτε στην απαλλαγή του ιδίου από αυτά που του καταλογίζονται είτε στην αποκόμιση οφελών, παρόμοιων ενδεχομένως με εκείνα που εισηγήθηκε ενώπιον μας ο κ. Γεωργίου ότι εξασφάλισε ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4). Εδώ όμως θα πρέπει να ασχοληθούμε με την κατάσταση πραγμάτων όπως έχει παρουσιαστεί με βάση τη μαρτυρία και όχι να μελετήσουμε το θέμα από θεωρητικής απόψεως, όσο ενδιαφέρον και να έχει. Ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), για πολλές από τις αποστολές διακίνησης ναρκωτικών που περιέγραψε, καθόλου δεν αναφέρθηκε στον κατηγορούμενο 3, παρόλο που πολύ εύκολα θα μπορούσε να το πράξει αν πράγματι είχε μια τόσο μεγάλη ικανότητα να σεναριογραφεί τοιουτοτρόπως, όπως του αποδίδεται από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων. Προέβη μάλιστα ο μάρτυς επί αυτής της έκφανσης και σε μια γλαφυρή τοποθέτηση κατά την αντεξέταση του από τον κ. Γεωργίου λέγοντας (και παραθέτουμε τις σχετικές με τούτο ερωταπαντήσεις που αντανακλούν και τον τρόπο απαντήσεων του μάρτυρα γενικότερα) «Α. Δηλαδή είμαι σεναριογράφος, τούντο σενάριο ούλλο δαμέ που έγραψα εν ένα μεγάλο σενάριο που το έγραψα θα ήμουν πολλά πλούσιος εν τζαίν μόνο εγώ που τα πιστοποιώ. Ε. Είσαι ένας κουτοπόνηρος έμπορος ναρκωτικών, ο οποίος πράγματι έκανε τούτα όλα που λέεις ότι έκανες με μια διαφορά ας υποθέσουμε ότι έκανες τη δουλειά μαζί μου, αλλά λέεις έκαμα τα με τον κύριο Ταμπούρλα, τα γεγονότα πάλε μπορεί να ταιριάζουν και ενέπλεξες τους κατηγορούμενους 2 και 3 για να καλύψεις αυτούς που όντως δούλευες. Α. Έτους τζιαμέ τους 3 καρτζίν μου». Αναρωτιέται λοιπόν κάποιος, γιατί είναι που ο μάρτυς δεν ενέπλεξε με καθαρότητα τον κατηγορούμενο 3, σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις που ανέπτυξε κατά τη μαρτυρία του - ακολουθώντας μάλιστα την ίδια προσέγγιση και κατά την παράθεση της γραπτής του κατάθεσης, ως το Έγγραφο Θ, αλλά και κατά τις υποδείξεις σκηνών, ως τα Τεκμήρια 47 και 51 - εάν αποκλειστική στόχευση του ήταν, όντως, η κατά δολοπλοκία καταδίκη όλων των κατηγορουμένων αδιακρίτως. Ομοίως, μπορεί επίσης κάποιος να αναρωτηθεί γιατί ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), να ήταν ανάγκη να εμπλακεί στη διεργασία παράθεσης τόσων πολλών λεπτομερειών σχετιζομένων με αριθμό ξεχωριστών περιστατικών προμήθειας και διακίνησης ναρκωτικών διαφόρων ειδών και ποσοτήτων και σε ξεχωριστές τοποθεσίες, τη στιγμή που, εάν επιθυμία του ήταν η δια πλεκτάνης εμπλοκή των κατηγορουμένων σε αυτά που τους απέδωσε, να μην εξιστορήσει απλώς μια-δύο περιπτώσεις προμήθειας ναρκωτικών από τους κατηγορούμενους 2 και 3 (ή και 4), πολύ μεγαλύτερων μάλιστα ποσοτήτων (αφού κανείς δεν θα μπορούσε να ελέγξει την ακρίβεια των ισχυρισμών του), δίχως να αντιμετωπίζει και τους σύμφυτους κινδύνους να περιπέσει σε σοβαρές αντιφάσεις και ασυνέπειες αναφορικά με ζητήματα χρονολογιών, ωρών, γεωγραφικών σημείων, ποσοτήτων, προσώπων και ούτω καθεξής. Δεν το έπραξε όμως ούτε αυτό - και ο λόγος, είναι διότι είπε την αλήθεια, παραθέτοντας λεπτομερώς όλα όσα βίωσε. Δεν μπορεί, εξάλλου, παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι οι δικηγόροι των κατηγορουμένων ουδέποτε συγκεκριμενοποίησαν γιατί είναι που ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), επέλεξε να αναμείξει τόσο αδίκως τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους αντί άλλων προσώπων. Ούτε και ποτέ προτάχθηκε από την Υπεράσπιση ότι οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι επιλέχθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή επίτηδες, για λόγους που θα πρέπει να αφορούσαν σε κάποιες σκοτεινές της στοχεύσεις, χρησιμοποιώντας ως όχημα τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά κατά τη ταπεινή μας άποψη. Δεν υπήρξε ποτέ οποιαδήποτε ανοίκεια επιδίωξη, ραδιουργία ή συνομωσία της Πολιτείας εναντίον των κατηγορουμένων. Απλούστατα, ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), αποφάσισε, με όλους τους εγγενείς κινδύνους του εγχειρήματος του, να δώσει μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων για τους λόγους που εξήγησε. Ούτε λοιπόν αυτό το παράπονο της Υπεράσπισης ισχύει, όπως, με κάθε σεβασμό, δεν εδραιώνονται ούτε και όλοι οι άλλοι ισχυρισμοί που η τελευταία προέταξε εν σχέση με την αξιοπιστία του μάρτυρα, εισηγούμενη, ας πούμε, φερόμενες αντιφάσεις και ανακολουθίες του αναφορικά με την ακριβή ημερομηνία ένταξης του στο σχέδιο προστασίας μαρτύρων ή αντιφατικότητες μεταξύ της μαρτυρίας του και των θέσεων που υπέβαλε ο δικηγόρος του κατά το στάδιο της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής. Η κάποια αδυναμία που επέδειξε ο μάρτυς στο να τοποθετήσει επακριβώς την ημερομηνία ένταξης του στο σχέδιο προστασίας μαρτύρων, δεν θεωρούμε ότι άπτεται με οποιοδήποτε τρόπο της φιλαλήθειας του, δεδομένου ότι η συμμετοχή του στο πρόγραμμα είναι δεδομένη και προσδιορίζεται σε χρονικό σημείο πριν από, ή κατά την, παραδοχή του ενώπιον του Κακουργιοδικείου για τα αδικήματα που παραδέχθηκε ότι διέπραξε. Ούτε και η αδυναμία του αυτή θα μπορούσε ποτέ να αφήσει σκιές στους χειρισμούς της Κατηγορούσας Αρχής, στο βαθμό που τούτες συναρτώνται με την κατάθεση του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ως μάρτυρα της αλήθειας. Σημασία στα πράγματα δεν έχει στην προκειμένη περίπτωση η ακριβής ημερομηνία συμπερίληψης του μάρτυρα στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων και συνεργατών της δικαιοσύνης, αν και ασφαλώς, αποτελεί και τούτο ένα στοιχείο στο σύνολο των πραγμάτων που θα πρέπει να αξιολογηθεί και που πράγματι αξιολογήθηκε. Εκείνο που προέχει, είναι η ταύτιση της ένταξης αυτής του μάρτυρα στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων με τα αποδιδόμενα από την Υπεράσπιση απαράδεκτα του ελατήρια να δώσει μια αναληθή και στημένη μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων. Ουδόλως προκύπτει κάτι τέτοιο από αυτά που ακούσαμε και είδαμε. Σε ό,τι αφορά στη λεπτομέρεια του πράγματος και δη, στην ακριβή χρονική στιγμή που ο μάρτυς εντάχθηκε ή σκοπείτο να ενταχθεί στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων, ο ανακριτής της υπόθεσης Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (ΜΚ7), ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), είχε ζητήσει όπως μη μεταφερθεί στις Κεντρικές Φυλακές μαζί με τους υπόλοιπους συγκατηγορούμενους του διότι προτίθετο και ήθελε, να δώσει μαρτυρία εναντίον τους, εξού και κρατήθηκε αρχικώς στον Επαρχιακό Αστυνομικό Σταθμό της Επαρχίας Λάρνακας, μεταφερόμενος ακολούθως μετά την 18.11.13 (με την αποπεράτωση της διαδικασίας), στο χώρο που αποφασίστηκε ότι θα κρατείται από τις αρμόδιες αρχές. Οι διαδικασίες ένταξης του μάρτυρα στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων είχαν ήδη δρομολογηθεί, με τον μάρτυρα να τυγχάνει ανάλογης μεταχείρισης προτού κατ' ακρίβειαν κηρυχθεί επισήμως ως προστατευόμενος μάρτυς. Τούτο, δεν διαπιστώνουμε να παρεκκλίνει από τη λογική και δικαιϊκή τάξη των πραγμάτων και τίποτε δεν μας έχει υποδειχθεί από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων που να αντιμάχεται τη διαπίστωση μας ή την προοπτική διατύπωσης της από μέρους μας. Συνεπώς, με όλα αυτά που είπαμε, μπορεί κανείς να κατανοήσει τη δυσκολία του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), να δώσει ακριβή και συγκεκριμένη ημερομηνία ένταξης του στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Όσον αφορά τώρα στα περί ασυνεπειών μεταξύ των λεχθέντων του μάρτυρα κατά τη δίκη και αυτών που ο συνήγορος του είχε εισηγηθεί στο στάδιο των αγορεύσεων για μετριασμό της ποινής, τίποτε απολύτως δεν ανιχνεύεται που θα μπορούσε να αλλοιώσει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Οι αναφορές του δικηγόρου που αντιπροσώπευσε τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), στο στάδιο των αγορεύσεων για μετριασμό της ποινής - επί ενός γενικότερου επιπέδου για ό,τι εδώ μας απασχολεί - με τα ελατήρια του μάρτυρα σε σχέση με την κακουργηματική του συμπεριφορά και τη μετάδοση της απολογίας και μεταμέλειας του στο Δικαστήριο διά της δικηγορικής τοποθέτησης περί πλήρους συναίσθησης του μάρτυρα για ό,τι έπραξε. Δεν σκοπεύουμε να προχωρήσουμε περαιτέρω επί του ζητήματος αυτού, όχι μόνο διότι κρίνουμε πως τίποτε απολύτως δεν προκύπτει που να δικαιολογεί περαιτέρω συζήτηση γι' αυτά που εδώ ενδιαφέρουν, αλλά επειδή με κανένα τρόπο δεν θα θέλαμε να ταυτίσουμε τα γεγονότα που αναφέρθηκαν στο στάδιο επιβολής ποινής (δίχως, εννοείται, συγκεκριμένη αναφορά στους παρόντες κατηγορούμενους), διότι ενδεχομένως κάτι τέτοιο - από τη στιγμή που τίποτε απολύτως δεν προκύπτει υπέρ των θέσεων των τελευταίων - να προξενούσε σε αυτούς αδικία. Ο κ. Γεωργίου, έθιξε ακόμη μια πτυχή που, κατά την άποψη του, αμβλύνει την αξιοπιστία του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Τούτη, αφορά στο κατά πόσο ο μάρτυς είπε ή δεν είπε στους ανακριτές ότι είχε πωλήσει προς τον Κρίστοφερ Ανδρέου ποσότητα καννάβεως τής τάξης των 500-600 γραμμαρίων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υποστήριξε ότι από όποια γωνία και αν ήθελε προσεγγιστεί το θέμα, η αναφορά του μάρτυρα επηρεάζει την αξιοπιστία του διότι, αν είναι ψευδής, τότε προσθέτει ακόμη ένα έρεισμα για κατάταξη του ως αναξιόπιστου μάρτυρα, αν δε είναι αληθής, τότε το γεγονός ότι δεν ανέφερε τίποτε προς τους ανακριτές σε σχέση με την πώληση αυτή των ναρκωτικών προς τον Κρίστοφερ Ανδρέου (διότι ήθελε προφανώς να προστατεύσει τον τελευταίο από επακόλουθη ποινική δίωξη), δείχνει ένα άτομο το οποίο, για να πετύχει αυτό που στη δική του ηθική τάξη κρίνει ως ορθό, είναι αποφασισμένο να αποκρύψει γεγονότα και στοιχεία για να εξασφαλίσει το επιδιωκόμενο με κάθε κόστος. Ούτε με αυτή την περί ωφελιμισμού ερμηνεία του ευπαίδευτου δικηγόρου - την οποία έχουμε παραφράσει κάπως - μπορούμε να συμφωνήσουμε. Κατ' αρχάς, ο μάρτυς δεν ανέφερε ποτέ στη μαρτυρία του ότι την επίδικη αναφορά την εξέφρασε προς τον ανακριτή της υπόθεσης Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου (ΜΚ7), ο οποίος, αντεξεταζόμενος από τον κ. Γεωργίου επί του σημείου, τόνισε ότι αν κάτι τέτοιο του αναφερόταν από τον μάρτυρα κατά τη λήψη της γραπτής κατάθεσης - Έγγραφο Θ, θα το κατέγραφε. Ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), είχε πει όμως κατά την αντεξέταση του, ότι τα περί πώλησης καννάβεως στον Κρίστοφερ Ανδρέου δεν καταγράφηκαν στη γραπτή του κατάθεση διότι τούτο το γεγονός το είχε, απλώς, αναφέρει προς την Αστυνομία εκτός πλαισίου γραπτής κατάθεσης («το ανέφερα στην Αστυνομία στην κατάθεση, αλλά δεν έννεν πας την κατάθεση που γράφτηκε»). Ήταν καθαρή η εικόνα που αποκομίσαμε κατά την παράθεση της μαρτυρίας του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), πάνω σε αυτό που συζητούμε, ότι στο μυαλό του μάρτυρα υπήρχαν αναφορές του που αποτέλεσαν μέρος της γραπτής του κατάθεσης, ενώ υπήρχαν άλλες προφορικές αναφορές του που δεν καταγράφηκαν από την Αστυνομία διότι δεν αποτελούσαν μέρος, είτε της γραπτής του κατάθεσης είτε της γενικότερης ανάκρισης του. Αυτές τις προφορικές αναφορές, ο μάρτυς τις θεώρησε πως αποτελούσαν μέρος της ευρύτερης κατάθεσης του προς την Αστυνομία, απλώς και μόνο διότι απευθύνονταν προς αυτή. Το τι ισχυρίστηκε ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), στη μαρτυρία του είναι ότι τα περί Κρίστοφερ Ανδρέου τα είπε σε κάποιους αστυνομικούς οι οποίοι, με τη σειρά τους, του δήλωσαν ότι μπορεί να χρειαζόταν να κατέθετε προς τούτο ως μάρτυς εναντίον του συγκεκριμένου αυτού ατόμου, δίχως ποτέ να του ζητηθεί να δώσει οποιαδήποτε γραπτή κατάθεση επί του ζητήματος, ή να του λεχθεί οτιδήποτε ως δικαιολογία ή αιτιολογία για τον ανακριτικό χειρισμό. Αξιολογήσαμε την τοποθέτηση αυτή του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας του και τις όποιες γνώσεις ή αντίληψη είναι που έδειξε ότι απεκόμισε ή κατείχε αναφορικά με τις ανακριτικές διεργασίες εν γένει. Δεν προσεγγίσαμε τα λεχθέντα του με την αυστηρότητα που πιθανώς να δικαιολογείτο στην περίπτωση που ο μάρτυς ήταν καλός γνώστης των ανακριτικών μηχανισμών και διεργασιών - αλλά και της ποινικής δικονομίας. Το κατά πόσο θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε να καταγραφόταν η συζητούμενη αυτή αναφορά του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), από τον αποδέκτη αστυνομικό ή αστυνομικούς, αποτελεί πτυχή αυτόνομης νομικής σημασίας και ενδιαφέροντος, πλην όμως έχουσας εδώ ακαδημαϊκή και μόνο σημασία με τον τρόπο που εκτυλίχθηκαν τα πράγματα, κυρίως, λόγω του κενού που υπάρχει ως προς την ταυτότητα εκείνων που ο μάρτυς ανέφερε ότι διατύπωσε τη θέση. Ο μάρτυς δεν είπε ψέματα ούτε επί αυτής της πτυχής. Το κατά πόσο ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), επιθυμούσε να περιβάλει με ιστό προστασίας τον Κρίστοφερ Ανδρέου κατά το ανακριτικό στάδιο - για όλους τους λόγους που μας εξήγησε στη μαρτυρία του - αποτελεί οπωσδήποτε αξιολογήσιμη πτυχή (και πολύ σωστά και καθηκόντως είναι που επισημάνθηκε από τους δικηγόρους Υπεράσπισης), πλην όμως όχι αμετακινήτως καταδεικνύουσα σε αναξιοπιστία του μάρτυρα ή σε επιμόλυνση των πραγματικών του κινήτρων να εξιλεωθεί και απομακρυνθεί από την κατάσταση στην οποία περιπλέχθηκε, όπως και πάλι σαφώς εξήγησε τόσο στη μαρτυρία του ενώπιον μας όσο και προς την Αστυνομία και τους ανακριτές σχεδόν αμέσως μετά τη σύλληψη του. Το ότι ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), ένιωθε και νιώθει καθήκον να προστατεύσει τον Κρίστοφερ Ανδρέου, αποτελεί πραγματικότητα. Μας το είπε και εξήγησε άλλωστε. Μάλιστα, ακόμη και κατά την κυρίως εξέταση, όταν ρωτήθηκε από τον κ. Αριστείδου να εξηγήσει τη διαφορά των 700 τόσων γραμμαρίων που προέκυψε μεταξύ της ποσότητας των ναρκωτικών που ο μάρτυς είχε παραλάβει, με τον τρόπο που επεξήγησε στη μαρτυρία του και εκείνης που εντόπισε η Αστυνομία κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας εναντίον του, ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), είπε ότι είχε δώσει μια ποσότητα 500 γραμμαρίων προς κάποιο πρόσωπο «.που αν είναι να μην το ονομάσω αν δεν είναι απαραίτητο.». Όταν κλήθηκε να ονοματίσει το πρόσωπο αυτό από τον κ. Αριστείδου κατά την κυρίως εξέταση, ο μάρτυς ανέφερε ότι εκείνος στον οποίο έδωσε την ποσότητα αυτή των ναρκωτικών ήταν ο κουνιάδος του (αδελφός της συζύγου του μάρτυρα, όπως μας εξήγησε κατοπινά ο μάρτυς κατά την αντεξέταση του από τον κ. Γεωργίου) και μόνο τότε ανέφερε το όνομα του κουνιάδου του, όταν κλήθηκε ξανά από τον κ. Αριστείδου να το πράξει. Εντούτοις, η στάση αυτή του μάρτυρα, όπως τη ζυγίσαμε με μεγάλη προσοχή και παρακολουθήσαμε καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του - με τις εντάσεις που παρατηρήθηκαν μεταξύ του ιδίου και των δικηγόρων των κατηγορουμένων αλλά και λόγω του κάπως ιδιότυπου τρόπου εκφοράς του λόγου ένεκα του μεγάλου χρονικού διαστήματος που ο μάρτυς έζησε στην Αγγλία (γεννήθηκε στο Λονδίνο, επέστρεψε στην Κύπρο το 1974 και ακολούθως, μετέβη στο Λονδίνο μέχρι το 1984, οπόταν και παλιννόστησε) - δεν θα μπορούσε ποτέ να οδηγήσει ευλόγως και αντικειμενικώς στα συμπεράσματα που εισηγήθηκε η Υπεράσπιση. Ας μην ξεχνά κανείς, ότι ο μάρτυς προέβη σε αρκετές άκρως ενοχοποιητικές δηλώσεις εναντίον του Κρίστοφερ Ανδρέου κατά τη μαρτυρία του, τόσο σε ό,τι αφορά στην εμπλοκή του τελευταίου στη χρήση απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών όσο και σε ό,τι σχετίζεται με την εμπλοκή του σε παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών. Εάν τώρα, η μεταβλητή που ονομάζεται Κρίστοφερ Ανδρέου, εντάχθηκε και συνυπολογίστηκε στα ευρύτερα πλαίσια της απόφασης ένταξης του μάρτυρα στο σχέδιο προστασίας μαρτύρων από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τούτο αποτελεί μια ξεχωριστή παράμετρο (αξιολογήσιμη οπωσδήποτε σε ό,τι αφορά στις επιπτώσεις της), που όμως, για λόγους που έχουμε ήδη εξηγήσει, δεν επηρεάζει και δεν θα μπορούσε να επηρεάσει εδώ την αξιοπιστία του μάρτυρα. Μήτε και διαπιστώνουμε - μια και αναφερθήκαμε στην πτυχή αυτή λίγο πριν - σοβαρό υπόβαθρο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), από το γεγονός ότι παρατηρείται μια διαφορά της τάξης των 700 περίπου γραμμαρίων καννάβεως μεταξύ της ποσότητας των 6 κιλών και 965 γραμμαρίων καννάβεως που βρέθηκαν στην κατοχή του μάρτυρα κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε εναντίον του στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και των ποσοτήτων καννάβεως που ο μάρτυς ανέφερε στη μαρτυρία του ότι προμηθεύτηκε από τους κατηγορούμενους. Όπως καταλλήλως ανέπτυξε στην αγόρευση του ο κ. Αριστείδης, το σύνολο της ποσότητας καννάβεως που ο μάρτυς προμηθεύτηκε από τους κατηγορούμενους 2 και 3 εντός του Οκτωβρίου 2013, ήταν 9 κιλά και 200 γραμμάρια. Από αυτά, ο μάρτυς διένειμε το 1 κιλό και 500 γραμμάρια. Αιτιολόγησε ο μάρτυς πως η προκύπτουσα διαφορά στην ποσότητα της καννάβεως οφείλεται στο ότι - χωρίς να το γνωρίζουν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 - πώλησε σε τρίτους κάποια ποσότητα από την υπό αναφορά ποσότητα χρησιμοποιώντας και ο ίδιος (και το επισημάναμε αυτό και πιο πάνω υπό διαφορετικό πλέγμα ανάλυσης εντός της θεματολογίας που αφορά στην αξιοπιστία του μάρτυρα) κάποια ποσότητα για δική του χρήση. Επομένως, ούτε και μέσα από αυτό το φακό διακρίνεται κάτι που να ανησυχεί αντικειμενικώς σε οτιδήποτε αφορά στην αξιοπιστία του μάρτυρα. Το γεγονός ότι ο Κρίστοφερ Ανδρέου αν και μάρτυς επί του κατηγορητηρίου, δεν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία, δεν οδηγεί το μυαλό σε οτιδήποτε το μεμπτό (όπως εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να γίνει ο κατηγορούμενος 3, στην ανώμοτη του δήλωση), ιδιαίτερα γνωρίζοντας ότι αντιμετωπίζει σειρά κατηγοριών που αφορούν σε ναρκωτικά στην ποινική υπόθεση 14246/13, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ως το Έγγραφο ΚΑ - και ότι τούτος ο λόγος, χωρίς να συνδυάζουμε απαραιτήτως τα δύο, ήταν και εκείνος που οδήγησε τον Πανίκο Χριστοφή (ΜΚ6), να δηλώσει ενώπιον μας ότι δεν επιθυμούσε να δώσει μαρτυρία μήπως και αυτοενοχοποιηθεί σε σχέση με ζητήματα που άπτονται της συγκεκριμένης εκείνης υπόθεσης, στο βαθμό και έκταση που θα μπορούσαν να σχετίζονται με όσα εδώ απασχολούν. Η Υπεράσπιση επιτέθηκε εναντίον της αξιοπιστίας του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4) και για ακόμη ένα λόγο. Μας προτάθηκε ότι ενώ κάλλιστα ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4) - ή ακόμη και ο Κρίστοφερ Ανδρέου - θα μπορούσαν εύκολα να εξοφλούσαν τα οφειλόμενα προς τον κατηγορούμενο 2, δεν το έπραξαν, δίνοντας προς τούτο (ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4)), διάφορες δικαιολογίες και προφάσεις που όχι μόνο δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής αλλά ούτε και συνάδουν με τα γεγονότα που παρέθεσε ο μάρτυς. Μάλιστα δε - εκτός όλων των άλλων - αν προβεί κανείς και σε πρόσθεση των ποσών που ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), είπε ότι κατέβαλε έναντι της επίδικης οφειλής, τότε (πρότεινε η Υπεράσπιση), διαπιστώνεται με τη μεγαλύτερη ευκολία ότι το οφειλόμενο χρέος του Κρίστοφερ Ανδρέου ύψους €6.300, είχε εξοφληθεί σε καλό χρόνο και επομένως δεν υπήρχε λόγος για τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), να συνέχιζε τη συνεργασία του με τους κατηγορούμενους 2 και 3, με τον τρόπο που περιέγραψε. Ούτε με αυτά συμφωνούμε. Ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), ήταν σαφής στο ότι δεν είχε ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και ο Κρίστοφερ Ανδρέου, την οικονομική ευχέρεια εξόφλησης του χρέους αυτού εντός των αυστηρών και στενών χρονικών περιθωρίων που τους έθεσε ο κατηγορούμενος 2, με ή χωρίς δόσεις. Εδώ έγκειται η ουσία του πράγματος. Μπορεί μεν κατά τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ο κατηγορούμενος 2, να ήταν καλό παιδί «.εν καλό παιδί» και αναμφιβόλως, ένα λεβεντόπαιδο («.ο Γιώργος θα σου πω εν ένα λεβεντόπαιδο, δεν έχω καμιά αμφιβολία πάνω σε τούτο το πράμα»), πλην όμως, εναργώς είναι που εξήγησε στη μαρτυρία του ότι δεν γνώριζε ποιοι βρίσκονταν πίσω από τον κατηγορούμενο 2 και επομένως, δεν ήταν σε θέση ο μάρτυς να κρίνει εάν εκείνοι που ήσαν πίσω από τον κατηγορούμενο 2 (όποιοι και να ήσαν, εάν υπήρχαν), ήσαν το ίδιο καλά παιδιά και λεβεντόπαιδα όπως ο κατηγορούμενος 2 («.Εν ξέρω ποιοι εν πίσω που τον Γιώρκο εν οργάνωση, εγώ ξέρω τον Γιώρκο. Ο Γιώρκος έχει οργάνωση. Πρέπει να κάμω ώσπου να ξέρω ηντάμπου γίνεται παρακάτω ναι ξέρω τον Γιώρκο εν καλό παιδί, ξέρω ο Γιώρκο[ς] ποιόν έχει πίσω του; Ξέρω αν είναι καλό παιδί αυτός που έχει πίσω του ο Γιώρκος;»). Κατάλαβε λοιπόν ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), ότι τα πράγματα δεν ήσαν τόσο εύκολα όσο αρχικώς ίσως να τα υπολόγιζε και ότι το ξέπλεγμα του Κρίστοφερ Ανδρέου, από τους Λεμεσιανούς (δηλαδή, τους κατηγορούμενους 2 και 3), θα είχε και για τον μάρτυρα κόστος. Πήρε μια γεύση των πραγμάτων ο μάρτυς, όταν γύρω στον Μάιο 2013, ο κατηγορούμενος 2, τον ανάγκασε να πουλήσει το αυτοκίνητο του (Isuzu Trooper), γιατί ήθελε καταβολή χρημάτων έναντι του οφειλόμενου χρέους. Ο κατηγορούμενος 2, τον πίεζε πάρα πολύ και του έλεγε να «.κανονίσω τα λεφτά γιατί φώναζαν οι μαστόροι του τζιαι αν δεν έβρισκα τουλάχιστον €1500 ευρώ ήταν να έχω σοβαρό πρόβλημα γιατί με τούτους που είχαμε να κάμουμε εν αστειευκούνταν». Ο μάρτυς, επειδή φοβήθηκε, μερίμνησε και πούλησε το αυτοκίνητο δίνοντας στον κατηγορούμενο 2, το ποσό των €800, που εξασφάλισε από την αγοραπωλησία. Λέχθηκαν διάφορα από τους συνηγόρους Υπεράσπισης για την απόφαση του μάρτυρα να πωλήσει το αυτοκίνητο του. Αυτά - κρινόμενα στο πλαίσιο των πραγματικοτήτων που βίωνε ο μάρτυς κατά τους κρίσιμους χρόνους - καθόλου δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιοπιστία του μάρτυρα, είτε επί του ειδικότερου είτε επί του γενικότερου. Ο μάρτυς ανέλαβε, κατ' ουσίαν, ο ίδιος πλέον την ευθύνη αποπληρωμής του χρέους του Κρίστοφερ Ανδρέου έναντι των κατηγορουμένων 2 και 3 και έπρεπε να τηρήσει τα συμφωνηθέντα αλλά και το λόγο που έδωσε τόσο προς τον Κρίστοφερ Ανδρέου όσο και προς τον κατηγορούμενο 2, επί προσωπικού επιπέδου. Εμπέδωσε ο μάρτυς ότι το σύστημα εντός του οποίου προσπάθησε να κινηθεί - με κάποια ίσως αλαζονεία και «μαγκιά» (δικός του ο όρος) - για να εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή συμφωνία για τον Κρίστοφερ Ανδρέου (και κατ' επέκτασιν, για τον ίδιο τον μάρτυρα), είχε τους δικούς του άτεγκτους κανόνες, που αν και ο μάρτυς φαίνεται να γνώριζε σε κάποιο βαθμό, ενδεχομένως να μην τους ενέταξε στη σωστή τους διάσταση ευθύς εξ' αρχής. Το σύστημα αυτό δεν θα του επέτρεπε να ξεφύγει τόσο εύκολα. Τουναντίον, τον εκμεταλλεύτηκε και τον χρησιμοποίησε, με άξιο αντιπρόσωπο του τον οργανωτή των πραγμάτων σε αυτά που αφορούν στην παρούσα υπόθεση κατηγορούμενου 2, που βλέπουμε πώς είναι που άδραξε την ευκαιρία και στρατολόγησε κατ' ουσίαν τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), στο οργανωμένο δίκτυο διακίνησης ναρκωτικών του οποίου ο κατηγορούμενος 2, αποτελούσε ενεργό και οργανωτικό μέλος. Αυτά είναι που συνάγονται από τις αναφορές του μάρτυρα και δικαιολογούν, εν μέρει, τη διαχείριση στην οποία προέβη αναφορικά με τις διάφορες καταστάσεις οικονομικής και άλλης φύσεως που του είχαν προκληθεί και που, εκ καθήκοντος ασφαλώς οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των κατηγορουμένων θεώρησαν καλό να αναδείξουν και προτάξουν ως δεικτικά της αναξιοπιστίας του μάρτυρα, με τρόπο όμως που μας βρίσκει αποκλίνοντες για τους λόγους που εξηγήσαμε. Ο Κρίστοφερ Ανδρέου φαίνεται - κατά τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4) - να σχημάτισε την εντύπωση πως ο μάρτυς (λόγω του ότι είχε έρθει από την Αγγλία και ήταν καταστηματάρχης, πρώην ιδιοκτήτης πρακτορείου στοιχημάτων), χαρακτηριζόταν από τέτοιας εμβέλειας οικονομική επιφάνεια που θα μπορούσε εύκολα να μεσολαβήσει αποφασιστικά και να διευθετήσει το χρέος του έναντι των Λεμεσιανών. Τα πράγματα όμως δεν ήσαν έτσι. Ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), δεν μπορούσε να ξοφλήσει αμέσως το χρέος του Κρίστοφερ Ανδρέου, ούτε βεβαίως - (στη βάση των ενυπαρχουσών πραγματικοτήτων), να καταγγείλει τις απειλές εναντίον του Κρίστοφερ Ανδρέου στα συντεταγμένα όργανα του Κράτους - όπως γενικώς αφέθη να νοηθεί κατά την αντεξέταση του μάρτυρα από τον κ. Γεωργίου με αναφορά στους χειρισμούς του Λούη Θεοδώρου (ΜΚ8), σε σχέση με την αποπληρωμή του χρέους που φερόμενα όφειλε ο Πανίκος Χριστοφή (ΜΚ6) προς τους Λεμεσιανούς («Ε. Είπεν τους εν ναρκωτικά αν συνεχίσετε εν να πάω στην αστυνομία, επειδή είναι για ναρκωτικά το χρέος, εγώ εν σας το πληρώνω;») - ή όπως ομοίως υπεβλήθη στον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ο τελευταίος να συμβούλευε απλώς τον Κρίστοφερ Ανδρέου να αλλάξει κινητό τηλέφωνο έτσι ώστε να μην μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί του οι Λεμεσιανοί, αφού «.δεν είναι έτσι τα πράματα, εάν σε έβρουσιν, αφού το σπίτι σου ξέρει πού είναι, εν θα έρτει σπίτι σου να σε έβρει;». Ούτε ασφαλώς ο μάρτυς, μπορούσε να αποπληρώσει το χρέος του Κρίστοφερ Ανδρέου μετά που πώλησε στον τελευταίο τα 500-600 γραμμάρια καννάβεως (στα οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω), έναντι €2.700 περίπου, διότι απλούστατα - καθώς είπε στην αξιόπιστη μαρτυρία του - δεν είχε πληρωθεί συναφώς από τον Κρίστοφερ Ανδρέου, μια που ούτε και ο τελευταίος είχε την οικονομική δυνατότητα να το πράξει. Ο Κρίστοφερ Ανδρέου, θα πλήρωνε τον μάρτυρα για την ποσότητα αυτή των ναρκωτικών, σε κατοπινό στάδιο. Επομένως, ούτε από αυτής της απόψεως θα μπορούσε κανείς ευλόγως να χρησιμοποιήσει τους χειρισμούς του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), για να πλήξει την αξιοπιστία του και την εκδοχή που προέβαλε. Σε σχέση τώρα με τα περί εξόφλησης των οφειλομένων του Κρίστοφερ Ανδρέου, ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), επεξήγησε με σαφήνεια ότι ο τρόπος με τον οποίο συμφωνήθηκαν οι όροι της συνεργασίας του για την προμήθεια και διακίνηση των ναρκωτικών μαζί με τους κατηγορούμενους 2 και 3, δεν επέτρεψαν την εξόφληση του χρέους, όσο και αν σε περίπτωση που ο μάρτυς κατέληγε να κερδίσει και κάτι μετά την εξόφληση «.εν θα ελάλουν όχι», όπως είπε. Το ζήτημα είναι ότι - σύμφωνα με το λογαριασμό που κρατούσε ο κατηγορούμενος 2 - ο μάρτυς δεν εξόφλησε. Πρώτο, διότι είχε χρεωθεί με επιπρόσθετο ποσό €1.600, σε μια περίπτωση κατά την οποία τοποθέτησε ναρκωτικά σε σημείο που του είχε υποδείξει ο κατηγορούμενος 2, στην Άχνα (σε αυτό το περιστατικό αναφερόμαστε και αργότερα), τα οποία όμως, για κάποιο λόγο, δεν έφθασαν ποτέ στα χέρια των πελατών. Οι δικηγόροι Υπεράσπισης, δεν φαίνεται να έλαβαν υπόψη το ποσό αυτό των €1.600, κατά τους υπολογισμούς τους όταν συζητούσαν το ζήτημα κατά τις αγορεύσεις. Δεύτερο, ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), δεν εξόφλησε το οφειλόμενο ποσό διότι από τα ναρκωτικά που προμηθευόταν από τους κατηγορούμενους, χρησιμοποιούσε για δική του χρήση, κάποιες πολύ μικρές ποσότητες που μπορούσαν να αξίζουν στην ολότητα τους γύρω στις €2.000 και που θα έπρεπε στο τέλος να συνυπολογίζονταν στην εξίσωση της αποπληρωμής. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τους όρους της συνεργασίας, τα μεταφορικά έξοδα του μάρτυρα κατά την εκτέλεση των αποστολών του, τα κατέβαλλε ο ίδιος, με αποτέλεσμα τα ποσά που αποκόμιζε να μειώνονται αναλόγως. Ας μην παραγνωρίζει κανείς και το εξής. Ότι δηλαδή, αρκετές φορές είναι που ο μάρτυς επανέλαβε στη μαρτυρία του (χωρίς να αμφισβητηθεί), ότι προσέβλεπε σε βελτίωση των όρων συνεργασίας του με τους κατηγορούμενους 2 και 3, διότι όπως του έλεγαν οι τελευταίοι, θα έφερναν «.πράμα δικό μας και θα εξοφλήσεις». Εννοούσαν με αυτό οι κατηγορούμενοι 2 και 3, κατά τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ότι το κέρδος τους θα ήταν μεγαλύτερο, άρα και μεγαλύτερη η δυνατότητα τους να προσφέρουν στον μάρτυρα κάπως καλύτερους όρους απασχόλησης, επειδή δεν θα αγόραζαν τα ναρκωτικά από αλλού («.μα είχαμε συμφωνία στα επόμενα ότι θα αυξηθεί η ποσότητα γιατί τζιαί τζιείνοι αγοράσαν τα από αλλού τα πράματα, εστοίχισε τους λλίο παραπάνω τζιαί που εν να έρτει που το δικό τους εν να μου αφαιρέσουν.». Συνεπώς, ούτε και διά αυτής της οπτικής που εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των κατηγορουμένων, δύναται να προσβληθεί ευχερώς η συνοχή και θεμελίωση της μαρτυρίας του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Όπως, ούτε και με τη θέση των συνηγόρων, ότι ο μάρτυς θα έπρεπε να είχε σταματήσει την υποτιθέμενη (κατά τους κατηγορούμενους 2 και 3), συνεργασία μαζί τους, όταν σε κάποιες περιπτώσεις δεν πληρωνόταν για τη διακίνηση κοκαΐνης που διενεργούσε με μεσολάβηση των τελευταίων. Ο μάρτυς ανέφερε σαφώς ότι είχε παραπονεθεί σχετικώς προς τους κατηγορούμενους 2 και 3, ζητώντας τους να μιλήσουν με τον προμηθευτή (διότι η κοκαΐνη δεν ήταν δική τους), με τους κατηγορούμενους 2 και 3, να λεν στον μάρτυρα ότι θα μιλούσαν για το θέμα με τον αρχικό προμηθευτή. Το ζήτημα όμως αφέθηκε ως εκεί και ξεχάστηκε, όχι όμως από τον μάρτυρα ο οποίος περίμενε τα λεφτά του τα οποία ποτέ δεν πληρώθηκε. Δεν βλέπουμε ούτε και σε αυτή την περίπτωση πώς τούτη η στάση του μάρτυρα αποδυναμώνει την αξιοπιστία του. Υπογραμμίζουμε, σε σχέση με τη τελευταία αυτή συζήτηση περί διακίνησης κοκαΐνης, ότι διαγράψαμε από το μυαλό κάθε δυσμενές συμπέρασμα που θα μπορούσε θεωρητικώς να προκύψει, ως εκ της αναλυόμενης αναφοράς του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3, έχοντας υπόψη ότι οι τελευταίοι αντιμετωπίζουν (αναφορικώς με κοκαΐνη), μόνο την κατηγορία 11, που άπτεται προμήθειας 17,415 γραμμαρίων τής απαγορευμένης αυτής ουσίας, σε μια μόνο περίπτωση μεταξύ 1.10.13 και 19.10.13, στην Επαρχία Λεμεσού. Απορρίπτουμε όλες ανεξαιρέτως τις τοποθετήσεις των δικηγόρων Υπεράσπισης, περί αναξιοπιστίας του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Αναφορικά με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Πανίκου Χριστοφή (ΜΚ6), ως το Τεκμήριο 56 - την οποία ο μάρτυς, ούτε αναγνώρισε ούτε υιοθέτησε στο εδώλιο του μάρτυρα, για λόγους που έχουμε ήδη εξηγήσει - ο κ. Αριστείδης υπέβαλε ότι θα πρέπει να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο εναντίον των κατηγορουμένων ως αποδεκτή μαρτυρία δεδομένου ότι ο μάρτυς ορκίστηκε ως τέτοιος κατά την ακροαματική διαδικασία και μπορούσε να αντεξεταστεί από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων. Αντίθετη ήταν η θέση των δικηγόρων Υπεράσπισης. Δεν συμφωνούμε πλήρως με τη θέση του κ. Αριστείδη. Μπορεί μεν το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Πανίκου Χριστοφή (ΜΚ6), να κατατέθηκε στη διαδικασία ως το Τεκμήριο 56, τούτο όμως έγινε για τον περιορισμένο σκοπό που αποφασίστηκε από το Δικαστήριο και ζητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, δηλαδή ως η κατάθεση που πάρθηκε από τον Πανίκο Χριστοφή (ΜΚ6) και όχι - όπως ανέφερε ο κ. Αριστείδης κατά τις αγορεύσεις που προηγήθηκαν της ενδιάμεσης απόφασης μας για κατάθεση του υπό αναφορά τεκμηρίου «.ως εξ ακοής μαρτυρία καθώς είναι ο ίδιος ο μάρτυρας που την έλαβε [δηλαδή, ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (ΜΚ7)], ο ίδιος έχει γνώση της λήψης της κατάθεσης και των όσων του είπε ο μάρτυρας, ο Πανίκος Χριστοφή και με αυτή την κατάθεση προτίθεμαι να υποβάλω ερωτήσεις ξανά στον Πανίκο Χριστοφή». Είτε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Πανίκου Χριστοφή (ΜΚ6), αποτιμηθεί ως πρωτογενής μαρτυρία είτε αξιολογηθεί ως εξ ακοής μαρτυρία βάσει των προνοιών του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9 (την αξιολογήσαμε βεβαίως βάσει των προνοιών αυτών αλλά και ως πρωτογενή μαρτυρία), η γραπτή κατάθεση - Τεκμήριο 56 δεν μπορεί να αποκτήσει, στα πλαίσια του τι εδώ συζητούμε, ως εκ των συνθηκών που περιέβαλαν την μετατροπή της σε δικαστικό τεκμήριο, οποιαδήποτε βαρύτητα, δεδομένου ότι ουδέποτε υιοθετήθηκε από τον μάρτυρα (προκειμένου να καταστεί μέρος της κυρίως εξέτασης του), ή ήταν ποτέ πρακτικώς εφικτό να αντεξεταστεί ουσιωδώς επί του περιεχομένου της λόγω της σταθερής και απόλυτης στάσης που τήρησε και σαφώς είναι που σκόπευε να τηρήσει μέχρι το τέλος ο μάρτυς. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Λούη Θεοδώρου (ΜΚ8), τονίζουμε ότι - αν και την κατατάσσουμε ως περιθωριακής και ισχνής σημασίας για τα επίδικα θέματα, όπως αυτά έχουν εκτυλιχθεί - την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή. Αυτό έγινε, λόγω της στενής συγγενικής σχέσης του μάρτυρα με τον Πανίκο Χριστοφή (ΜΚ6) - περί του οποίου έχουμε ήδη αναφερθεί ανωτέρω - και τη φερόμενη ανάμειξη του τελευταίου στα εδώ επίδικα γεγονότα αλλά (φερόμενη) και σε εκείνα της ποινικής υπόθεσης 14246/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ως το Έγγραφο ΚΑ και της άρνησης του Πανίκου Χριστοφή (ΜΚ6), να δώσει σχετική μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση για τους λόγους που έχουμε ήδη παραθέσει. Θεωρούμε λοιπόν τον Λούη Θεοδώρου (ΜΚ8), ως μάρτυρα με κατά τεκμήριο δικό του σκοπό να εξυπηρετήσει και δη, εκείνου της προστασίας των συμφερόντων και ευημερίας του εγγονού του Πανίκου Χριστοφή (ΜΚ6). Τούτου δοθέντος, αξιολογώντας τη μαρτυρία του Λούη Θεοδώρου (ΜΚ8), αυτοπροειδοποιηθήκαμε κατά τα πρότυπα του σκεπτικού στη Mousoulides v The Republic
(1983)2 CLR 336, περί των σύμφυτων, δηλαδή, κινδύνων που χαρακτηρίζουν μαρτυρίες όπως τη δική του, καταλήγοντας ότι δεν υφίσταται εδώ οποιοσδήποτε τέτοιος κίνδυνος - ως θέμα γεγονότος πλέον - αφού η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ήταν σταθερή και συγκροτημένη σε κάθε έκφανση της. Αλλά και υποστηριζόμενη η μαρτυρία του αυτή - σε μια όχι αδιάφορη πτυχή της που σχετίζεται με τη χρήση του αριθμού κινητού τηλεφώνου 99998763, ο οποίος αποτελεί ένα από τους αριθμούς κινητού τηλεφώνου που συνδέεται με τις τηλεφωνικές επαφές μεταξύ Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4) και κατηγορουμένων 2 και 3 - από τη μαρτυρία του Μίλτου Αθανασίου (ΜΚ5) και την ανάλυση στην οποία προέβη ο μάρτυς αυτός σε σχέση με τα επίδικα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα. Εκείνο που δεν μπορούμε να διατυπώσουμε με ασφάλεια ως εύρημα - ελλείψει ανακριτικής προσπάθειας για διενέργεια (στο χρόνο της), διαδικασίας αναγνώρισης φωνής του κατηγορούμενου 2 (αφού ο Λούης Θεοδώρου (ΜΚ8), δεν μπορούσε να αναγνωρίσει με άλλο τρόπο τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος, όπως άφησε να νοηθεί η Κατηγορούσα Αρχή, ήταν εκείνος που μιλούσε με τον μάρτυρα στο κινητό τηλέφωνο με αριθμό 99998763) - είναι ότι ο Λούης Θεοδώρου (ΜΚ8), μιλούσε με τον κατηγορούμενο 2, στον εν λόγω αριθμό κινητού τηλεφώνου 99998763, όπως περιέγραψε. Το μόνο εύρημα στο οποίο μπορούμε να καταλήξουμε με ασφάλεια επί του συζητούμενου (και με δικαιότητα προς τους κατηγορούμενους), είναι ότι κατά τον Απρίλιο 2013, ο αριθμός κινητού τηλεφώνου 99998763 (που εμφανίζεται και στο Έγγραφο ΙΒ), έχοντας εντοπίσει στην κατοχή του κατηγορούμενου 3 - εντός του κινητού τηλεφώνου μάρκας NOKIA (Τεκμήριο 25), ως τα Παραδεκτά Γεγονότα - Έγγραφο Β - ήταν ενεργός. Τίποτε πέραν τούτου. Έχοντας εξηγήσει το σκεπτικό μας για την αποδοχή της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και ιδιαίτερα του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), θα καταπιαστούμε τώρα με την ανάλυση του περιεχομένου των ανώμοτων δηλώσεων των κατηγορουμένων. Λέμε ευθύς εξαρχής ότι - αναλύοντας και αποτιμώντας την κάθε μια από τις ανώμοτες αυτές δηλώσεις, με τον τρόπο που έχουμε ήδη προαναφέρει - αυτοϋπενθυμιστήκαμε ότι το περιεχόμενο τους δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία (Εφραιμίδου v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 134/13, ημ. 2.5.14), αν και συνεξετάζεται κατά την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Κοφτερός v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 187/10, ημ. 20.2.12). Σε σχέση με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2, δεν θα μπορούσε να παραγνωριστεί η γενικότητα της εκεί προβαλλόμενης θέσης, ταυτόσημης πάντα με αυτή που προκρίνεται από την πλευρά του αδελφού και συγκατηγορούμενου του, Χριστόδουλου Χριστοδούλου (κατηγορούμενου 3), ότι δηλαδή, πρόθεση του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), εμπλέκοντας τους κατηγορούμενους 2 και 3 στην επίδικη υπόθεση, ήταν για να ωφεληθεί ο ίδιος ο μάρτυς στην υπόθεση του καλύπτοντας μάλιστα και συνεργάτες του. Καλώς αναγνωρισμένο και αλώβητο παραμένει οπωσδήποτε το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου να προβάλλει οποιαδήποτε θέση επιθυμεί στο πλαίσιο παρουσίασης της υπόθεσης του, ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν του αόριστου τρόπου με τον οποίο προτάσσεται το ζήτημα της προσπάθειας κάλυψης των φερόμενων συνεργατών του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), θα πρέπει να σημειωθεί - και εννοείται, των υπό αναφορά ανώμοτων δηλώσεων των κατηγορουμένων 2 και 3, ιδωμένων αυστηρώς ξεχωριστά και στεγανοποιημένα η μια από την άλλη - πως τίποτε δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου είτε διά υποβολών κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ή άλλως πως, ικανών να υποστηρίξουν έστω τη θέση του κατηγορούμενου 2 στην ανώμοτη του δήλωση (αλλά και του κατηγορούμενου 3), επιτρέποντας άλλους χειρισμούς και διαπιστώσεις. Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 3 και πέραν αυτών που υπογραμμίσαμε ανωτέρω κατά την ανάλυση της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου 2 (με σαφή τη θέση περί της απαγόρευσης χρησιμοποίησης αναφορών στην κάθε μια από αυτές εναντίον οιουδήποτε εκ των συγκατηγορουμένων), ο κατηγορούμενος 3, λέγει ότι δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4) και ότι γνωρίζει ότι αυτός «.προμήθευε τον αδελφό μου με χόρτο για τη δόση του» και πως ο κατηγορούμενος 3, ουδέποτε προέβη σε πράξη μαζί του. Η θέση αυτή του κατηγορούμενου 3, συγκρούεται με υποβολή που τέθηκε στον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), κατά την αντεξέταση του από τον κ. Γεωργίου ότι «.η μοναδική επαφή που είχες με οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους 2 και 3 ήταν ότι ήταν ερχόσουν σε επαφή μαζί τους διότι ήσουν έμπορος να τους προμηθεύσεις τη δόση τους». Προκύπτει άρα, ανακολουθία στην προβαλλόμενη εκδοχή του κατηγορούμενου 3, δεδομένου ότι από τη μια, αυτός ισχυρίζεται στην ανώμοτη του δήλωση παντελή έλλειψη επαφής με τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ενώ από την άλλη, διατείνεται ότι είχε όντως επαφή με τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), για την προμήθεια της δόσης του. Παρόμοια, σημειώνουμε και σε σχέση με την αναντίλεκτη αναφορά του Βαρνάβα Κωνσταντινίδη (ΜΚ1), ότι όταν στις 27.10.13, ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), είδε στο Σταθμό Αγίας Νάπας τον κατηγορούμενο 3 και τον αναγνώρισε - και μετά που ο μάρτυς ανέφερε στον κατηγορούμενο 3 «Ττοουλή μου ντάμπου να κάμουμεν εσινάξαν μας» - ο κατηγορούμενος 3, ανέφερε στον Βαρνάβα Κωνσταντινίδη (ΜΚ1), ότι δεν γνώριζε τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4) («εν τον ηξέρω»). Ένα άλλο ζήτημα - δευτερευούσης ομολογουμένως σημασίας αλλά με τη δική του βαρύτητα όταν ενταχθεί στο σύνολο της προκύπτουσας εικόνας - είναι και το γεγονός ότι, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Λευτέρη Ελευθερίου (ΜΚ3), όταν ο τελευταίος ζήτησε από τον κατηγορούμενο 3, να υπογράψει τη γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 48 (η οποία, αποτελεί όντως την κατάθεση του κατηγορούμενου 3, όπως δόθηκε στις 30.10.13), ο τελευταίος αρνήθηκε να την υπογράψει επειδή όπως ανάφερε στον Λευτέρη Ελευθερίου (ΜΚ3), δεν γνώριζε να γράφει και να διαβάζει. Παρά ταύτα, ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν ισχυρίστηκε τα ίδια όταν τέσσερεις μέρες προηγουμένως υπέγραφε τα Δικαιώματα Επικοινωνίας Κρατουμένων, ως το Τεκμήριο 50. Σε σχέση με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 4, ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), πουλώντας του 5 γραμμάρια «χόρτου», έναντι ποσού €50, είπε στον κατηγορούμενο 4 «.αν γίνει οτιδήποτε όχι να πεις τζιαί ξέρω εγώ.», θέση την οποία ο τελευταίος δεν υπέβαλε διά του δικηγόρου του στον μάρτυρα ενώ κατέθετε ενόρκως, ώστε ο τελευταίος να μπορούσε να τοποθετηθεί σχετικώς. Ούτε και ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος 4, στην ανώμοτη του δήλωση ότι ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), τον ενοχοποίησε με σκοπό να γίνει πιο πιστευτή η μαρτυρία του όπως υπέβαλε ο ευπαίδευτος του δικηγόρος στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση. Παραμένοντας εντός της θεματολογίας των εκδοχών που προώθησαν οι κατηγορούμενοι είτε μέσω της ανώμοτης τους δήλωσης είτε διά των δικηγόρων τους, κρίνουμε ότι πρέπει να ενδιατρίψουμε σε κάποιες από αυτές, μια και αποτέλεσαν κοινό σημείο αναφοράς με την Κατηγορούσα Αρχή και υπέχουν σημασίας για αυτά που απασχολούν. Το πράττουμε αμέσως. Ο κατηγορούμενος 2, απαντώντας στην Ερώτηση 71 που του τέθηκε στις 29.10.13, κατά τη γραπτή του προς την Αστυνομία κατάθεση - Τεκμήριο 57,ως προς το αν υπήρχε οποιαδήποτε περίπτωση να εντοπιζόταν το γενετικό του υλικό ή τα δακτυλικά του αποτυπώματα επί των συσκευασιών των ναρκωτικών που βρέθηκαν στα υποστατικά του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), απάντησε αρνητικά. Ωστόσο, σύμφωνα με τα Παραδεκτά Γεγονότα - Έγγραφο ΙΘ1, μεταγενέστερα της γραπτής κατάθεσης του Τεκμήριο 57 και δη, στις 3.12.13, εντοπίστηκε το γενετικό του υλικό στη συσκευασία - Τεκμήριο 15, σε δύο διαφορετικά σημεία στην εξωτερική πλευρά του νάιλον σακουλιού επί του στομίου που το σφραγίζει (zip lock). Το Τεκμήριο 15, για να υπενθυμίσουμε, είχε εντοπιστεί κατά τις έρευνες της Αστυνομίας στα υποστατικά της μητέρας του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), στην οδό Αγίου Ιακώβου 3Γ στη Λάρνακα, εντός άσπρης βαλίτσας με την επιγραφή «Mammy Care», ως το Τεκμήριο 2. Ο κατηγορούμενος 2, δεν έδωσε καμιά εξήγηση για τον εντοπισμό του γενετικού του υλικού επί του Τεκμηρίου 15. Το λέμε αυτό όχι διότι θεωρούμε με οποιοδήποτε τρόπο ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε υποχρέωση να δώσει μια τέτοια εξήγηση ή να μην προτάξει προσηκόντως τα νομοθετικά και συνταγματικά του δικαιώματα που αφορούν στη τήρηση σιωπής προστατεύοντας τον από τους δυνητικούς κινδύνους της αυτοενοχοποίησης αλλά για να υποδείξουμε ότι παρόλο που ενάσκησε κατά γράμμα τα δικαιώματα του τούτα, δεν έδωσε επί του συζητούμενου θέματος κάποια εξήγηση στην ανώμοτη του δήλωση και αυτό, μ' όλο που το υπό αναφορά παραδεκτό γεγονός δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως τέτοιο από το Δικαστήριο στις 18.6.14, πριν ακόμα κλείσει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή. Ο κ. Αριστείδης, εισηγήθηκε ότι η πιο πάνω τοποθέτηση του κατηγορούμενου 2 στη γραπτή κατάθεση - Τεκμήριο 57, ισοδυναμεί με ψέμα εκτός Δικαστηρίου και ως τέτοιο είναι που θα πρέπει να αξιολογηθεί εναντίον του. Διαφωνούμε. Η νομολογία που αφορά στο ζήτημα των ψεμάτων ενός κατηγορούμενου εκτός Δικαστηρίου καθορίζει με αυστηρότητα τις παραμέτρους αποτίμησης τους δεικνύοντας ότι τούτα πρέπει να είναι σκόπιμα, να αφορούν σε ουσιώδες ζήτημα, το κίνητρο τους να είναι η επίγνωση ενοχής και ο φόβος του κατηγορούμενου για την αλήθεια και να αποδεικνύονται με ανεξάρτητη μαρτυρία ή με παραδοχή (βλ., Σοφοκλέους v Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259, 278-279, R v Lucas
(1981)2 All ER 1008, 1011-1012). Οι αρχές αυτές είναι δεδομένες. Εκείνο που δεν είναι δεδομένο - και που ασφαλώς απασχολεί στην κάθε τέτοια περίπτωση - είναι ότι το προβαλλόμενο ως ψέμα πρέπει να αφορά σε σαφή και καθαρή τοποθέτηση του κατηγορούμενου έτσι που να μην υπάρχει πιθανότητα παρερμηνείας της σχετικής του δήλωσης, για ευνόητους πασιφανώς λόγους. Κρίνουμε, με κάθε σεβασμό, ότι όπως τέθηκε η Ερώτηση 71 στη γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου 2 (Τεκμήριο 57), απέχει από το ανακριτικώς ιδεώδες των πραγμάτων. Εξηγούμε. Η συζητούμενη ερώτηση είναι πολυσύνθετη. Εμπεριέχει διττό ερώτημα και δη, για το κατά πόσο υπήρχε περίπτωση να εντοπιζόταν στις συσκευασίες των ναρκωτικών, γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 2 ή τα δακτυλικά του αποτυπώματα, με την απάντηση του τελευταίου (όπως την έχουμε παραθέσει πιο πάνω), να υπόκειται αντικειμενικώς σε ποικίλες ερμηνείες. Αναμφιβόλως, η αρνητική απάντηση του κατηγορούμενου 2, μπορεί στη λογική τάξη των πραγμάτων να εκληφθεί ότι αφορά και στα δύο μέρη της ερώτησης, δηλαδή τόσο στο γενετικό υλικό όσο και στα δακτυλικά αποτυπώματα, μπορεί όμως και όχι και τούτο ασχέτως εάν θα μπορούσε ή δεν θα μπορούσε ο κατηγορούμενος 2, να προέβαινε σε κάποια επί τούτω διευκρινιστική αναφορά στην ανώμοτη του δήλωση ή ακόμη και στην ίδια την απάντηση που έδωσε στην Ερώτηση 71 της γραπτής κατάθεσης - Τεκμήριο 57. Η υπό ανάλυση ανακριτική ερώτηση είναι όμως και διφορούμενη. Όπως τέθηκε η εν λόγω ερώτηση καλεί (ή φαίνεται να καλεί), τον ανακρινόμενο να εκφράσει, κατ' ουσίαν, γνώμη για το κατά πόσο υπήρχε περίπτωση να εντοπιζόταν το γενετικό του υλικό ή τα δακτυλικά του αποτυπώματα στις υπό αναφορά συσκευασίες του Τεκμηρίου 15, με την απάντηση που έδωσε, να μην είναι σαφές εάν αφορούσε στη δυνατότητα των ανακριτικών αρχών να εντοπίσουν το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 2 ή τα δακτυλικά του αποτυπώματα των υπό συζήτηση συσκευασιών (δεδομένου ότι ήρθε σε επαφή μαζί τους), ή στο ότι το γενετικό του υλικό ή τα δακτυλικά του αποτυπώματα δεν υπήρχε περίπτωση να εντοπίζονταν στις συσκευασίες διότι (ας πούμε), ο κατηγορούμενος 2, ουδέποτε ήρθε σε επαφή μαζί τους. Επομένως, ο ανακριτικός αυτός χειρισμός - οι υπόλοιποι υπήρξαν σχεδόν άψογοι - οδηγεί σε απόρριψη της θέσης της Κατηγορούσας Αρχής. Ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε στη γραπτή κατάθεση Τεκμήριο 57, ότι δεν γνώριζε τους αριθμούς κινητού τηλεφώνου 97803253 και 97742635, οι οποίοι, όπως του τέθηκε στη σχετική Ερώτηση 54 της εν λόγω γραπτής κατάθεσης, ήσαν οι αριθμοί τηλεφώνου με τους οποίους επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Ο κ. Αριστείδης πρότεινε ότι η εν λόγω απάντηση του κατηγορούμενου 2, αποτελεί ψέμα εκτός Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να αποτιμηθεί ως ενισχυτική μαρτυρία εναντίον του εν λόγω κατηγορούμενου. Συμφωνούμε. Η σαφής απάντηση του κατηγορούμενου 2, στην εξίσου σαφή ερώτηση του ανακριτή αποτελεί πράγματι εξωδικαστικό ψέμα του κατηγορούμενου 2, το οποίο συνιστά - για ό,τι εκφράζει - ενισχυτική μαρτυρία εναντίον του αφού ικανοποιούνται προς τούτο όλες οι προϋποθέσεις που θέτει σχετικώς η νομολογία, όπως την έχουμε παραθέσει (και σε κάποιο βαθμό εξηγήσει), πιο πάνω, με αναφορά, ανάμεσα σε άλλες αποφάσεις, στην R v Lucas
(1981)All ER 1008, η οποία αποτελεί και τη locus classicus νομολογιακή διατύπωση επί του ζητήματος στο κοινοδίκαιο. Παραμένουμε στο πεδίο των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων για να επισημάνουμε μερικές ακόμη θεωρήσεις που αφορούν στην ανάλυση τους και το συσχετισμό τους με τα επίδικα θέματα. Πριν το πράξουμε - και τούτο έχει σημασία να λεχθεί από τώρα - σημειώνουμε ότι σε καμιά άλλη περίπτωση (εκτός από εκείνη που έχουμε επισημάνει πιο πάνω), δεν δικαιολογείται η εξαγωγή συμπεράσματος περί εξωδικαστικών ψεμάτων του κατηγορούμενου 2 (όπως εισηγήθηκε ο κ. Αριστείδης), με αναφορά στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, αφού καμιά προϋπόθεση από τις νομολογιακώς ισχύουσες δεν συντρέχει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι από τα τηλεπικοινωνιακά αυτά δεδομένα δεν προκύπτει ενίσχυση εκφάνσεων της μαρτυρίας του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), σε ό,τι αφορά σε κάποιες δηλώσεις του εν σχέσει με επικοινωνίες που είχε με τους κατηγορούμενους. Προχωρούμε στα της ανάλυσης των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), χρησιμοποιούσε τους αριθμούς κινητού τηλεφώνου 97670386 και 97803219, με τον τελευταίο να του τον εφοδιάζει ο κατηγορούμενος 2, για να το χρησιμοποιεί ο μάρτυς στις αποστολές του. Εντός των τηλεφωνικών συσκευών που βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων 2 και 3 και κατατέθηκαν στη δίκη ως Τεκμήρια 26, 27, 28 και 29, είχαν τοποθετηθεί και χρησιμοποιηθεί - όπως σαφώς προκύπτει από τη μαρτυρία του Μίλτου Αθανασίου (ΜΚ5) - οι αριθμοί κινητού τηλεφώνου 97742635, 97803253, 99828481, 99959118, 99940392, 99998763, 99273775 και
- Όλοι αυτοί οι αριθμοί κινητού τηλεφώνου, είχαν επικοινωνία με αμφότερους τους αριθμούς κινητού τηλεφώνου του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), δηλαδή με τους αριθμούς κινητού τηλεφώνου 97803219 και 97670386, ως εμφαίνεται λεπτομερώς στα Έγγραφα ΙΒ και ΙΓ. Ειδικότερα, ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), δέχθηκε στον αριθμό τηλεφώνου 97670386, μέσω των πιο πάνω αριθμών κινητού τηλεφώνου που βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων 2 και 3, συνολικώς 658 κλήσεις μεταξύ 22.4.13 και 20.10.13, στον δε αριθμό 97803219, 100 τέτοιες κλήσεις. Στη συσκευή τηλεφώνου - Τεκμήριο 27, που εντοπίστηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου 2, χρησιμοποιήθηκαν οι αριθμοί κινητού τηλεφώνου 97742635, 97803253 και 99273775, οι οποίοι, ως φαίνεται στα Έγγραφα ΙΒ και ΙΓ, είχαν επικοινωνία με τους αριθμούς κινητού τηλεφώνου 97803219 και 97670386 του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Παρομοίως, στη συσκευή τηλεφώνου - Τεκμήριο 28, που εντοπίστηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου 2, χρησιμοποιήθηκαν οι αριθμοί κινητού τηλεφώνου 97742635, 99828481, 97714316 και 97823514, που και αυτοί είχαν επικοινωνία με τους υπό αναφορά αριθμούς κινητού τηλεφώνου του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ως και πάλι φαίνεται στα Έγγραφα ΙΒ και ΙΓ. Τα ίδια, ισχύουν και σε σχέση με την τηλεφωνική συσκευή - Τεκμήριο 29, που επίσης εντοπίστηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου 2 και στην οποία χρησιμοποιήθηκαν οι αριθμοί κινητού τηλεφώνου 99959110 και 99940392, ξανά για σκοπούς επικοινωνίας με τους προαναφερθέντες αριθμούς κινητού τηλεφώνου του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Στην τηλεφωνική συσκευή - Τεκμήριο 25, η οποία εντοπίστηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου 3, χρησιμοποιήθηκαν οι αριθμοί κινητού τηλεφώνου 99998763 και 99828481, για σκοπούς επικοινωνίας με τους αριθμούς κινητού τηλεφώνου του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Δηλώθηκε μάλιστα και ως παραδεκτό γεγονός ότι ο αριθμός κινητού τηλεφώνου 99998763 βρισκόταν τοποθετημένος εντός της συσκευής κινητού τηλεφώνου - Τεκμήριο 25, όταν αυτή παραλήφθηκε ως τεκμήριο από την Αστυνομία. Υπογραμμίζεται επιπλέον ότι ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), είχε επικοινωνία μέσω του αριθμού 97670386 με τον υπό αναφορά αριθμό κινητού τηλεφώνου 99998763, συνολικώς 256 φορές μεταξύ 22.4.13 και 23.6.13, όπως αναφέρεται στο Έγγραφο ΙΒ. Σημειώνεται επίσης, ότι ο αριθμός κινητού τηλεφώνου 99828481, είχε χρησιμοποιηθεί και στη συσκευή τηλεφώνου - Τεκμήριο 28, που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου
- Στη συσκευή τηλεφώνου - Τεκμήριο 26, που ανευρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου 3, χρησιμοποιήθηκαν οι αριθμοί κινητού τηλεφώνου 97742635 και 97803253, που και αυτοί είχαν επικοινωνία με τους προαναφερθέντες αριθμούς κινητού τηλεφώνου του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Ο αριθμός κινητού τηλεφώνου 97742635, είχε επίσης χρησιμοποιηθεί και στις συσκευές τηλεφώνου - Τεκμήρια 27 και 28, που εντοπίστηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου 2, ενώ στη συσκευή τηλεφώνου - Τεκμήριο 27, είχε χρησιμοποιηθεί και ο αριθμός κινητού τηλεφώνου
- Ευλόγως εξάγει κανείς από τα πιο πάνω, πως όχι μόνο επιβεβαιώνεται η θέση του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3, άλλαζαν τακτικά αριθμούς κινητού τηλεφώνου, αλλά και καταρρίπτεται η θέση του κατηγορούμενου 3, ότι δεν τον γνώριζε και ότι δεν επικοινωνούσε με τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4). Δεν διαφεύγει την προσοχή, ότι ο Μίλτος Αθανασίου (ΜΚ5), ανέφερε κατά την αντεξέταση ότι δεν μπορεί κάποιος να γνωρίζει ποιος είναι που χρησιμοποιεί δύο συγκεκριμένους αριθμούς κινητού τηλεφώνου στην κάθε περίπτωση επικοινωνίας διά τηλεφωνικής συσκευής, όπως ούτε βεβαίως και αν τα φυσικά αυτά πρόσωπα έχουν μεταξύ τους οποιαδήποτε λεκτική επικοινωνία κατά την τηλεφωνική επαφή. Το ζήτημα όμως που απασχολεί εδώ, δεν κατατάσσεται στη σφαίρα του θεωρητικού αλλά του πραγματικού. Με απόλυτη καθαρότητα - και χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση επί της διάστασης αυτής - ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), είπε ότι είναι με τη χρήση των αριθμών κινητού τηλεφώνου που προείπαμε (97670386 και 97803219), που επικοινωνούσε με τους κατηγορούμενους 2 και 3, με τον τρόπο που παρέθεσε. Η αμφισβήτηση της πτυχής αυτής κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα, θα μπορούσε να έχει τη δική της ιδιαίτερη σημασία διότι θα έδινε την ευκαιρία στον τελευταίο να τοποθετείτο σχετικώς και ενδεχομένως να προέβαλλε και άλλους σχετικούς με το ζήτημα ισχυρισμούς που ίσως να διευκρίνιζαν περαιτέρω τα πράγματα, όπως και το πως και υπό ποιες περιστάσεις, για παράδειγμα, επικοινωνούσε με τον κατηγορούμενο 3 (ή αντιστρόφως), ενώ ο τελευταίος κρατείτο στις Κεντρικές Φυλακές μέχρι την 5.3.13 (με παραχωρηθείσες τέσσερεις άδειες εξόδου χωρίς συνοδεία), όπως αναφέρεται στο Παραδεκτό Γεγονός - Έγγραφο Κ, με την πρόσθετη επισήμανση μας - και το έθιξε αυτό ο κ. Αριστείδης στην αγόρευση του - ότι η κράτηση του κατηγορούμενου 3, στις Κεντρικές Φυλακές δεν αποκλείει άνευ ετέρου τη δυνατότητα διενέργειας οποιωνδήποτε τηλεφωνημάτων. Δεν προωθήθηκε όμως μια τέτοια γραμμή αντεξέτασης. Αναφορικά με την πληροφόρηση που προκύπτει από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα σε σχέση με τον κατηγορούμενο 4, ο κ. Ταμπούρλας επιχειρηματολόγησε ότι, με βάση τις σχετικές αναφορές του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ότι δηλαδή η συνάντηση του με τον κατηγορούμενο 4, πρέπει να έλαβε χώραν περί το τέλος Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου 2013 και ότι αποκλείεται η συνάντηση αυτή να έγινε πέντε μέρες πριν από τη σύλληψη του μάρτυρα στις 19.10.13, η κρίσιμη συνάντηση δεν μπορεί να επεσυνέβη όπως την περιέγραψε ο μάρτυς διότι με βάση τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, η τηλεφωνική συνδιάλεξη μεταξύ τους έγινε στις 14.10.
- Δεν συμφωνούμε με το επιχείρημα αυτό. Ο μάρτυς αναφέρθηκε κατά προσέγγιση στην ημερομηνία συνάντησης του με τον κατηγορούμενο 4, με το περιεχόμενο των εν λόγω τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, να μην αποκλείει ως εκ τούτου και μόνο το βάσιμο της εκδοχής του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), όπως το περιέγραψε αλλά ούτε και να ενισχύει, στην απουσία άλλης αξιόπιστης μαρτυρίας, τη θέση του κατηγορούμενου
- Ερχόμαστε στο ζήτημα της αναγνώρισης του κατηγορούμενου
- Ο κατηγορούμενος 4, αναγνωρίστηκε (χωρίς να εγερθεί οποιαδήποτε ένσταση ή αμφισβήτηση για τούτο), κατά τη διάρκεια της δίκης. Δεν υπήρξε οποιασδήποτε μορφής αναγνώριση του κατηγορούμενου 4, από τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), κατά το ανακριτικό στάδιο, όπως έγινε στην περίπτωση των κατηγορουμένων 2 και 3, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν νομίμως και κανονικώς από τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), δια της επίδειξης προς αυτόν (τουλάχιστον) 12 φωτογραφιών, όπως απαιτεί η Αστυνομική Διάταξη 3/8 των Αστυνομικών Διατάξεων που εκδίδονται βάσει του άρθρου 12 του Περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/
- Παρόλο που, επαναλαμβάνουμε, δεν υπήρξε ένσταση στη διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορούμενου 4, ενώ αυτός βρισκόταν εντός του εδωλίου του κατηγορούμενου και ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), στο εδώλιο του μάρτυρα (dock identification) και ασχέτως ακόμη εάν ο δικηγόρος του κατηγορούμενου 4, δεν συζήτησε τέτοιο ζήτημα, εμείς καθηκόντως είναι που αυτοπροειδοποιηθήκαμε και κατευθύναμε το μυαλό - με την εγρήγορση και προσοχή που απαιτείται - στο ζήτημα των σύμφυτων κινδύνων που ελλοχεύουν στην κάθε περίπτωση τέτοιας μορφής αναγνώρισης, έχοντας κατά νουν κάποιες νομολογιακές τοποθετήσεις στις υποθέσεις (Lawrence v R
(2014)UKPC 2, France v R
(2012)UKPC 28 και R v Cartwright
(1914)10 Cr App R 219). Η αναγνώριση του κατηγορούμενου 4, από τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), υπήρξε άψογη και κανένας απολύτως κίνδυνος δεν προέκυψε στην πραγματικότητα από τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και ούτε ασφαλώς επηρεάστηκε η δίκαιη δίκη που αποτελεί - κατά τη Holland v Her Majesty's Advocate
(2005)All ER (D)193 - το κυριότερο μέτρο κρίσης των πραγμάτων σε τέτοιες περιπτώσεις. Το ίδιο αψεγάδιαστη ανακριτικώς ήταν και η αναγνώριση των κατηγορουμένων 2 και 3, από τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), με τον τρόπο που προαναφέραμε και με παραπομπή στο Τεκμήριο 33 (σε σχέση με την αναγνώριση του κατηγορούμενου 2) και στο Τεκμήριο 32 (σε σχέση με την αναγνώριση του κατηγορούμενου 3), ως σαφώς επίσης περιγράφεται και στο Έγγραφο Ι. Εξάλλου - για να επανέλθουμε στην αναγνώριση του κατηγορούμενου 4 - ο κ. Ταμπούρλας κατά την αντεξέταση του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), πέραν του ότι δεν αμφισβήτησε τα πράγματα, υπέβαλε και προς τον τελευταίο (δείχνοντας προς τον κατηγορούμενο 4 εντός του εδωλίου), ότι ο μάρτυς είχε προμηθεύσει τον κατηγορούμενο 4, με 5 γραμμάρια «.χόρτο για το ποσό των €50» και όχι, κατά λογικό επακόλουθο, ο τελευταίος τον Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), με την επίδικη ποσότητα που αναφέρεται στην κατηγορία 10. Για όλους τους λόγους που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε, δεχόμαστε τη μαρτυρία και εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, ως αξιόπιστη και απορρίπτουμε την εκδοχή των κατηγορουμένων, ως αναξιόπιστη. Τούτη η κατάληξη δεν αρκεί από μόνη της για να κρίνει θετικώς την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Θα εξηγήσουμε αμέσως γιατί. Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει - και σε αυτό είναι που αναφερόμαστε ότι η κατάληξη περί της αξιοπιστίας του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), δεν μπορεί να οδηγήσει αυτομάτως σε επιτυχία της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής - είναι το κατά πόσο θα ήμασταν διατεθειμένοι να βασιστούμε στη μαρτυρία του συνεργού των κατηγορουμένων Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4) και να τους καταδικάσουμε νοουμένου ότι αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων (βλ. Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 657-658). Επί αυτής λοιπόν της πολύ σημαντικής πτυχής, είχαμε συνέχεια κατά νουν και υπενθυμίζαμε εαυτόν, ότι τέτοιοι συνεργοί-μάρτυρες - όπως ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4) - είναι κατά τεκμήριο σπιλωμένοι (βλ. V Gattie και M Krishnamachariar, Wills' Principles of Circumstantial Evidence, Butterworth & Co, 7η Έκδ., 1937, σελ. 29), με τη μαρτυρία τους να υπόκειται σε επηρεασμό από τη σχέση τους με το έγκλημα και ως εκ τούτου να δημιουργούνται εγγενείς κίνδυνοι για το Δικαστήριο να βασίζεται επί αυτής και να καταδικάζει χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Αυτοϋπενθυμιστήκαμε ταυτοχρόνως - και αυτοκαθοδηγηθήκαμε σχετικώς - ότι η προσέγγιση της μαρτυρίας του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), θα πρέπει να γίνει με επιφύλαξη, περίσκεψη και προσοχή, σε ύψιστο βαθμό. Έτσι είναι που λειτουργήσαμε. Αφού εξετάσαμε το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4) - χωρίς ασφαλώς υποβιβασμό της σημασίας των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας και το τι είναι που εκπήγασε από αυτή σχετικώς με τα επίδικα θέματα - και έχοντας αδιαλείπτως στο μυαλό τις συζητούμενες αρχές και αυτοπροειδοποιήσεις, αξιολογώντας ατομικώς και συνολικώς τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα σε αντιπαραβολή εκείνης των άλλων αξιόπιστων μαρτύρων και του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού, λαμβάνοντας υπόψη και την πολύ καλή εντύπωση που μας δημιούργησε κατά τη μαρτυρία του - η οποία, όπως είχαμε την ευκαιρία να ξαναδιατυπώσουμε με γενικότερους όρους, αποτελεί ένα συμπαγές σύνολο, χωρίς ρωγμές και αντιφάσεις και με παράθεση τέτοιων λεπτομερειών, που μόνο ένας που πραγματικά βίωσε πρωτογενώς τα όσα ο μάρτυς εξιστόρησε, θα μπορούσε να τα αποδώσει με τον τρόπο και στην έκταση που τα απέδωσε, ως έχουμε ήδη περιγράψει κατά την εκτενή αξιολόγηση του - καταλήξαμε ότι μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή με απόλυτη ασφάλεια χωρίς ενίσχυση, παρόλο που κάποια ψήγματα ενισχυτικής μαρτυρίας υπάρχουν χωρίς όμως να αφορούν σε όλες τις επίδικες κατηγορίες (όπως ήδη επισημάναμε). Προχωρούμε τώρα να εξετάσουμε δύο άλλα ζητήματα που προέταξε ο κ. Γεωργίου κατά τις αγορεύσεις. Το πρώτο, αφορά στην απουσία, κατά την άποψη του, βαρύνουσας μαρτυρίας αναφορικά με την απόδειξη των επίδικων ναρκωτικών ουσιών ως τέτοιων αλλά και ως ελεγχόμενων φαρμάκων βάσει της αφορώσας νομοθεσίας. Το δεύτερο, αφορά στο ότι, ελλείψει κατηγορίας κατοχής των επίδικων ναρκωτικών από τους κατηγορούμενους, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθούν οι επίδικες κατηγορίες της προμήθειας ναρκωτικών. Θα ασχοληθούμε με την κάθε μια από τις εισηγήσεις αυτές με τη σειρά. Αρχίζουμε από την πρώτη. Ο κ. Γεωργίου, πρότεινε ότι - στην απουσία χημικής ανάλυσης από το Κρατικό Χημείο - η μαρτυρία που προσέφερε η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει ότι τα επίδικα ναρκωτικά είναι όντως ναρκωτικά και δη του είδους που ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), αναφέρει και το κατηγορητήριο περιγράφει (στις κατηγορίες 12-19), δεν είναι ικανή για να αποδείξει το γεγονός. Για να θεμελιώσει το επιχείρημα του, ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε στην υπόθεση Ιn the Matter of Abdullah Rashid
(1985)1 CLR 393, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπό πενταμελή σύνθεση απεφάσισε ότι μόνο ένας πραγματογνώμονας-μάρτυς μπορεί να γνωματεύσει περί της φύσης και ιδιοτήτων ενός ελεγχόμενου ναρκωτικού φαρμάκου. Επί τούτω, ο κ. Γεωργίου, υπέδειξε και την απόφαση του Μονίμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας, στην υπόθεση με αριθμό 7489/98, Δημοκρατία v Φράγκου και Άλλων, ημερομηνίας 21.12.98, όπου υπήρξε εντρύφηση επί ομοίου ζητήματος. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος, έκανε επίσης αναφορά και στην Djemal v The Republic
(1966)2 CLR 21, όπου κρίθηκε ότι η μαρτυρία αστυνομικών που είδαν τον κατηγορούμενο να κρατά κάποιο αντικείμενο, που οι εν λόγω μάρτυρες χαρακτήρισαν ως όπλο «stengun», δεν ήταν αρκετή για να αποδείξει ότι, πράγματι, το συγκεκριμένο αντικείμενο ήταν όπλο «stengun». Στη βάση αυτής της συλλογιστικής, ο κ. Γεωργίου κατέληξε ότι δεν θα ήταν δικαστικώς θεμιτό να προβαίναμε σε οποιεσδήποτε εικασίες αναφορικά με το εγειρόμενο θέμα καταλήγοντας έτσι ανεπίτρεπτα στο ότι οι αναφερόμενες στο κατηγορητήριο και στη μαρτυρία του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ουσίες αποτελούν όντως απαγορευμένα ελεγχόμενα φάρμακα Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη. Δεν συγκλίνουμε με την εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου. Αιτιολογούμε. Κατ΄ αρχάς, η απόφαση Ιn the Matter of Abdullah Rashid
(1985)1 CLR 393, αναγνωρίζει και επαναλαμβάνει την εμπεδωμένη αρχή του αποδεικτικού δικαίου ότι γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία γνώμης, εκείνη η μαρτυρία που προέρχεται από πραγματογνώμονα επί του συγκεκριμένου πεδίου που η μαρτυρία αυτή αφορά και ότι, ως τέτοιος πραγματογνώμονας, αναγνωρίζεται εκείνος που, λόγω γνώσης και πείρας, μπορεί να εκφράσει αποδεκτώς γνώμη επί του κρίσιμου ζητήματος. Αναφέρει επίσης το Ανώτατο Δικαστήριο στην ίδια υπόθεση, ότι η κατάταξη μιας ουσίας ως επικίνδυνης ή ως φαρμακευτικώς ελεγχόμενης, δεν αποτελεί αντικείμενο κοινής γνώσης. Δεν διαφωνούμε με αυτά. Απεναντίας. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα εδώ επίδικα ζητήματα και ιδιαίτερα με τη μαρτυρία του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ο οποίος σαφώς είναι που δήλωσε - χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί επί της πτυχής αυτής κατά την αντεξέταση - ότι είναι χρόνιος χρήστης καννάβεως από την ηλικία των 16 χρόνων [εδώ και 30 χρόνια δηλαδή] («.έχει που 16 χρονών που πίνω πράμα, νομίζω είμαι σε θέση να αναγνωρίζω το skunk που το χόρτο, που την κοκαΐνη, είμαι 46, έχει 30 χρόνια, άμα δεν μπορώ εγώ ποιος ε να μπορεί;»), στην Ιn the Matter of Abdullah Rashid
(1985)1 CLR 393 (η οποία αφορούσε σε έφεση μετά από έκδοση προνομιακού εντάλματος habeas corpus), πουθενά στις καταθέσεις των συνεργών δεν φαινόταν να προτάσσεται η ιδιότητα τους ως πραγματογνωμόνων στην αναγνώριση της φύσης και ιδιοτήτων των εκεί επίδικων ναρκωτικών φαρμάκων. Δεν προέκυπτε ότι ήσαν προσοντούχοι πραγματογνώμονες ή ότι η μαρτυρία τους προσφέρθηκε - σε αντίθεση με την περίπτωση του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4) - ως μαρτυρία γνώμης ατόμου που θα μπορούσε με βαρύτητα να τοποθετηθεί επί του θέματος. Σε αυτό θα επανέλθουμε. Ούτε και η περιγραφή των επίδικων ουσιών στην υπό αναφορά υπόθεση ως «hashish», περιλαμβανόταν στους σχετικούς Πίνακες του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77. Εδώ όμως, ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), ήταν σαφής στη μαρτυρία του - και βεβαίως, στη γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 20.10.13, ως το Έγγραφο Θ - ότι οι αναφορές του κατά τις απαντήσεις του, σε «πράμα» ή «χόρτο», αναφέρονταν σε κάνναβη, εκτός εκεί όπου εξειδικευμένα πια, εννοούσε με την αναφορά σε «πράμα», την κοκαΐνη. Αυτή λοιπόν η παράμετρος - τουλάχιστον από απόψεως πραγματικών γεγονότων - δεν ταυτίζεται με τα όσα αντιστοίχως απασχόλησαν στην Ιn the Matter of Abdullah Rashid
(1985)1 CLR 393. Επανερχόμαστε στα της μαρτυρίας γνώμης του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), για να τα εντάξουμε στο σκεπτικό της Ιn the Matter of Abdullah Rashid
(1985)1 CLR 393. Προκύπτει σαφώς - κατά την ταπεινή μας αντίληψη - από το σκεπτικό της Ιn the Matter of Abdullah Rashid
(1985)1 CLR 393, ότι, αναλόγως της περίπτωσης και της δυναμικής που ενέχει η εκάστοτε προσφερόμενη μαρτυρία επί του συζητούμενου, είναι δυνατόν να αποδειχθεί η φύση και ιδιότητα ενός ελεγχόμενου φαρμάκου (όπως η κάνναβη), διά μαρτυρίας μάρτυρα ο οποίος, αν και δεν θα μπορούσε να καταταχθεί ως επαγγελματίας ή ακαδημαϊκώς προσοντούχος πραγματογνώμονας επί του ζητήματος περί του οποίου καταθέτει, κατέχει ως εκ της εκτενούς και πραγματικής τριβής του με το θέμα, την πείρα και ικανότητα να ξεχωρίζει τη φύση και ιδιότητες ενός ελεγχόμενου φαρμάκου, όπως η κάνναβη, δίνοντας προς τούτο αποδεκτή και βαρύνουσας σημασίας μαρτυρία γνώμης, εμπειρικής υφής - όπως έπραξε εδώ, ας μην ξεχνά κανείς, ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), με αναφορά και στις ποσότητες καννάβεως που αφορούν στις κατηγορίες 8-10 και οι οποίες επιβεβαιώθηκαν ως προς την ιδιότητα τους τούτη από το Κρατικό Χημείο, ως το Έγγραφο ΙΗ1. Ας μην παραβλέπουμε επίσης - και ερχόμαστε τώρα στο λόγο της Djemal v The Republic
(1966)2 CLR 21 - ότι ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), δεν περιορίστηκε απλώς στο να παρατηρεί εξ αποστάσεως και να υπολογίζει ότι τα αντικείμενα στα οποία αναφερόταν ήσαν ναρκωτικά (και δη κάνναβη), αλλά τα παρατηρούσε πρωτογενώς και τα περιεργαζόταν διά αφής και γεύσης. Τα επεξεργαζόταν, τα ζύγισε, τα διαχώριζε σε συσκευασίες αναλόγως του βάρους που απαιτούσε η περίσταση και τα δοκίμαζε, προβαίνοντας μάλιστα και σε χρήση μικρής ποσότητας από αυτά, όπως σαφώς και αναντιλέκτως ανέφερε κατ' επανάληψιν στη μαρτυρία του. Ως εκ τούτου, τα πράγματα διαφοροποιούνται εδώ και σε αυτή την πτυχή τους, τόσο από τα γεγονότα στην Djemal v The Republic
(1966)2 CLR 21, όσο και από εκείνα στην Ιn the Matter of Abdullah Rashid
(1985)1 CLR 393, καταρρίπτοντας συν τω χρόνω τη συναφή επιχειρηματολογία του κ. Γεωργίου σε ό,τι αφορά στην επίκληση αμφότερων των νομολογιακών αυτών αυθεντιών. Έχουμε την ταπεινή άποψη ότι δεν ήταν ποτέ πρόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ιn the Matter of Abdullah Rashid
(1985)1 CLR 393, να θέσει ανελαστικό κανόνα αρχής ότι ποτέ δεν μπορεί να αποδειχθεί η φύση και ιδιότητα ενός ελεγχόμενου ναρκωτικού φαρμάκου εκτός και αν η μαρτυρία που παρουσιάζεται σχετικώς προέρχεται από επαγγελματία πραγματογνώμονα είτε τούτος στελεχώνει το Κρατικό Χημείο είτε άλλη αρμόδια δημόσια ή ιδιωτική υπηρεσία ή κλάδο. Απεναντίας, αποφαινόμαστε ότι ακριβώς ως εκ της αναδίπλωσης του δικαστικού σκεπτικού στην Ιn the Matter of Abdullah Rashid
(1985)1 CLR 393, συνάγεται ότι το όλο ζήτημα παραμένει πάντοτε στη σφαίρα των πραγματικών γεγονότων και κατ' ακολουθίαν, της βαρύτητας που θα μπορούσε να προσδοθεί στη σχετικώς παρουσιαζόμενη μαρτυρία. Έτσι λοιπόν και εμείς στην παρούσα περίπτωση, αποφασίζουμε, με πλήρη συναίσθηση της σοβαρότητας του πράγματος - πέραν και ανεξαρτήτως των εγγενών προβληματισμών που μας απασχόλησαν ένεκα της ιδιότητας του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ως συνεργού - ότι η μαρτυρία του αναφορικά με τη φύση των επίδικων ναρκωτικών ουσιών και της ποσότητας τους (αφού στην κάθε περίπτωση τις ζύγιζε με τη ζυγαριά - Τεκμήριο 30), είναι επαρκής για να στοιχειοθετήσει, όχι μόνο το συστατικό στοιχείο της κατάταξης των αναφερόμενων ουσιών ως ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (δηλαδή, καννάβεως), αλλά και τις επίδικες ποσότητες τους. Παρεμβάλλουμε και το εξής. Η προσέγγιση μας αλλά και η ερμηνεία που έχουμε δώσει στο σκεπτικό της Ιn the Matter of Abdullah Rashid
(1985)1 CLR 393, δεν αφίσταται - τουναντίον συγκλίνει - με τη δικαστική άποψη άλλων δικαιοδοσιών του κοινοδικαίου επί του ζητήματος και δη, εκείνης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Συγκεκριμενοποιούμε. Στη State v Fletcher, 92 NC App 50
(1988), ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για κατοχή και πώληση μαριχουάνας σε υπό κάλυψη αστυνομικό. Η μαριχουάνα παραδόθηκε στον αστυνομικό από τον κατηγορούμενο μέσα σε τσάντα. Δεν έγινε οποιαδήποτε χημική ανάλυση του περιεχομένου της τσάντας και της επίδικης ουσίας. Στη δίκη, κατέθεσαν δύο αστυνομικοί οι οποίοι βάσει της εκπαίδευσης και πείρας τους έδωσαν μαρτυρία ότι η επίδικη ουσία ήταν, τωόντι, μαριχουάνα. Ο κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι τούτη η μαρτυρία ήταν ανεπαρκής για να αποδείξει ότι η επίδικη ουσία ήταν μαριχουάνα. Το Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση του κατηγορούμενου, αποφαινόμενο ότι η μαρτυρία των δύο αστυνομικών ήταν αποδεκτή μια και αυτοί ήσαν σε καλύτερη θέση (δίκην πραγματογνώμονα) από τους ενόρκους (εδώ, από εμάς), να σχηματίσουν αποδεκτή γνώμη ως προς το περιεχόμενο της βαλίτσας και των ναρκωτικών ουσιών που περιέχονταν εκεί. Τόνισε, βεβαίως, το Ανώτατο Δικαστήριο της Βόρειας Καρολίνας, ότι θα ήταν σίγουρα καλύτερο για την Κατηγορούσα Αρχή εάν παρουσίαζε μαρτυρία χημικής ανάλυσης της επίδικης ουσίας, πλην όμως, καθώς κρίθηκε, η απουσία τέτοιας άμεσης μαρτυρίας δεν θα μπορούσε να κριθεί ως ανατρεπτική για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης. Τα γεγονότα στη State v Fletcher, 92 NC App 50
(1988), δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς από αυτά που έχουν τεθεί ενώπιον μας στην προκειμένη περίπτωση. Τουναντίον, συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό και θα ήταν τουλάχιστον ατυχές κατά τη γνώμη μας να ισχυριζόταν κανείς ότι η μαρτυρία δύο αστυνομικών που με βάση την πείρα και εκπαίδευση τους έδωσαν αποδεκτή και βαρύνουσα μαρτυρία, στη State v Fletcher, 92 NC App 50
(1988), ως προς τη φύση της επίδικης ναρκωτικής ουσίας, δεν θα μπορούσε να έχει, κατά το έλασσον, την ίδια αποδεικτική αξία και βαρύτητα με εκείνη ενός πλήρως αξιόπιστου και χρόνιου χρήστη καννάβεως (επί τριακονταετία σχεδόν), ο οποίος μάλιστα, παρέθεσε τη μαρτυρία του χωρίς να αμφισβητηθεί επί του αναλυόμενου σημείου, με τον λεπτομερή τρόπο που το έπραξε. Το γεγονός ότι ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), δεν είναι αστυνομικός αλλά ένας ναρκομανής κατάδικος δίχως πτυχία δικανικής χημείας ή άλλων τινών, δεν τον κατατάσσει είτε σε δεύτερης κατηγορίας πολίτη είτε σε άτομο ανίκανο να δώσει αξιόπιστη, αποδεκτή και σημαίνουσα μαρτυρία απορρέουσα από την πείρα του επί της επίδικης πτυχής, τουλάχιστο για ό,τι αφορά στον προσδιορισμό των επίδικων ουσιών ως κάνναβη. Παρομοίως, στη State v Freeman, 185 NC App 408, 648 SE 2d 876
(2007), ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για κατοχή κοκαΐνης που βρισκόταν σε μορφή δύο άσπρων χαπιών. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Βόρειας Καρολίνας, έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ενήργησε εκτός του πεδίου της διακριτικής του ευχέρειας να επιτρέψει στον αστυνομικό που κατάσχεσε τα επίδικα χάπια να δώσει αποδεκτή μαρτυρία και να αναφέρει ότι αυτά ήσαν κοκαΐνη-κρακ (crack cocaine). Επετράπη στον εν λόγω αστυνομικό να εκφράσει τη γνώμη του αναφορικά με τη σύνθεση των επίδικων χαπιών στη βάση της οκταετούς πείρας που απέκτησε ως αστυνομικός και κατά την οποία ήρθε σε επαφή με αυτού του είδους το ναρκωτικό, γύρω στις 500-1000 φορές. Ούτε και στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία που εδώ ενδιαφέρουν, αποκλίνουν είτε κατά γεγονός είτε κατ' αρχήν με όσα εκφράζει η State v Freeman, 185 NC App 408, 648 SE 2d 876
(2007), μια και η πείρα και τριβή του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), στη χρήση καννάβεως για τρεις τόσες δεκαετίες δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εντόνως διαφοροποιητικό στοιχείο από όσα είναι που συνέθεσαν το σκεπτικό της υπό αναφορά αυθεντίας με αναφορά στη μαρτυρία του μάρτυρα αστυνομικού που κατέθεσε εκεί. Ομοίως, στη State v Ferguson, NC App, 694 SE 2d 470 (June 15, 2010), o κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε δύο κατηγορίες κατοχής μαριχουάνας. Ο αστυνομικός που τον συνέλαβε κατέθεσε δίχως να αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση ότι ερεύνησε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο κατηγορούμενος, εντοπίζοντας δύο σακούλια μαριχουάνας κάτω από την μπροστινή καρέκλα του συνοδηγού, ένα άλλο σακούλι μαριχουάνας σε θήκη του αυτοκινήτου και ένα χρησιμοποιημένο τσιγάρο μαριχουάνας εντός σημειωματάριου τσέπης του κατηγορούμενου. Δεν δόθηκε μαρτυρία για το αν ο αστυνομικός αφαίρεσε τη μαριχουάνα από το σακούλι για σκοπούς αναγνώρισης του περιεχομένου του ή ότι άνοιξε το τσιγάρο για να διαπιστώσει κατά πόσο περιείχε φύλλα μαριχουάνας. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε στην έφεση ότι η αποδοχή από το πρωτόδικο Δικαστήριο της γνώμης του αστυνομικού επί του επίδικου θέματος ήταν καταφανώς λανθασμένη. Το Εφετείο της Βόρειας Καρολίνας, δεν διαπίστωσε σφάλμα στην αποδοχή της μαρτυρίας γνώμης του αστυνομικού, σημειώνοντας ότι η απουσία μαρτυρίας σε σχέση με το βαθμό στον οποίο ο αστυνομικός βασίστηκε στη μυρωδιά και οπτική αναγνώριση των επίδικων ναρκωτικών, αφορούσε στη βαρύτητα της μαρτυρίας και όχι στην αποδεκτότητα της ως τέτοιας. Βλέπουμε ότι και με βάση αυτή τη δικαστική άποψη που εκφράστηκε στην State v Ferguson, NC App, 694 SE 2d 470 (June 15, 2010), η μαρτυρία που προσέφερε στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή, όχι μόνο ήταν πλήρως αποδεκτή και η καλύτερη δυνατή υπό τις περιστάσεις - στην απουσία εντοπισμού των επίδικων ναρκωτικών που αφορούν στις κατηγορίες 12-19, ή της παράλειψης του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4) [για να εντάξουμε τα πράγματα σε ένα πιο πρακτικό επίπεδο κοινής λογικής και τάξης έστω και ακραίως, χάριν παραδείγματος], να αποστείλει τις επίδικες ναρκωτικές ουσίες στο Κρατικό Χημείο ή σε άλλο πραγματογνώμονα προς ανάλυση προτού τις διαθέσει στους αγοραστές - αλλά και πολύ πιο βαρύνουσα από εκείνη που δόθηκε από τον μάρτυρα στη υπό ανάλυση απόφαση. Αφού (και θυμίζουμε την προσέγγιση μας πιο πάνω, σε σχέση με την Djemal v The Republic
(1966)2 CLR 21), στην παρούσα υπόθεση ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4) και είδε και επεξεργάστηκε και ζύγισε και χρησιμοποίησε τις επίδικες ποσότητες καννάβεως, δίχως και αυτός (όπως και ο αστυνομικός-μάρτυς στη State v Ferguson, NC App, 694 SE 2d 470 (June 15, 2010)), να αμφισβητηθεί. Επομένως, απορρίπτουμε τη σχετική εισήγηση του κ. Γεωργίου. Φθάνουμε τώρα στη δεύτερη εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου. Ο κ. Γεωργίου, υποστήριξε ότι από τη στιγμή που οι κατηγορούμενοι 2 και 3, δεν αντιμετωπίζουν κατηγορία κατοχής ναρκωτικών, δεν μπορεί κατά λογική συνέπεια να καταδικαστούν για το ομώνυμο αδίκημα και εφόσον τέτοια είναι η περίπτωση εδώ, δεν θα μπορούν να καταδικαστούν ούτε και για τα επίδικα αδικήματα της προμήθειας ναρκωτικών. Εννοείται ότι η θέση που εξέφρασε ο ευπαίδευτος συνήγορος, καλύπτει έτσι και αλλιώς και τον κατηγορούμενο 4. Με κάθε σεβασμό, αποκλίνουμε και από αυτό το επιχείρημα. Επεξηγούμε. Η κατοχή προϋποθέτει φυσικό έλεγχο ή φύλαξη ενός πράγματος (από ένα πρόσωπο), γνώση από το συγκεκριμένο πρόσωπο ότι έχει αυτό το πράγμα υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του και γνώση για τη φύση του αντικειμένου της κατοχής (βλ. Queiss v Republic
(1987)2 CLR 49 και Καϊμης ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 662). Στην R v McNamara
(1988)87 Cr App R 246, υποδεικνύεται ότι πρέπει να στοιχειοθετείται τόσο το φυσικό στοιχείο όσο και το νοητικό στοιχείο της κατοχής. Κατά το άρθρο 2
(3)του Περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, πρόσωπο θεωρείται ότι έχει στην κατοχή του αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο του μολονότι τα αντικείμενα αυτά βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Η νομολογία, εξήγησε και επεξέτεινε τη νομοθετική πρόβλεψη που αναφέρουμε πιο πάνω, καθιστώντας εφικτή την κατοχή ναρκωτικών και από πρόσωπα που δεν έχουν φυσική κατοχή των ναρκωτικών (βλ. κατ' αναλογίαν, Κούκος ν Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 125/10, ημ. 20.2.12, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 256). Κατ' ακολουθίαν - έχοντας στη σκέψη αυτά που προείπαμε αναφορικά με τη νομική διάσταση του ζητήματος αλλά και επιπροσθέτως, όλα όσα διατυπώνονται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2014, Oxford University Press, παρ. B19.23-Β19.26 - στην προκειμένη περίπτωση (και με δοσμένη την αξιοπιστία του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4)), κρίνουμε ότι είναι δυνατόν και δικαίως θεμιτό οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4, να καταδικαστούν ως το κατηγορητήριο. Το ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και κατηγορία κατοχής των αντίστοιχων ποσοτήτων ναρκωτικών που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών για προμήθεια τους, καθόλου δεν μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα, τουλάχιστον με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο κ. Γεωργίου, διότι η κατοχή των επίδικων ναρκωτικών προκύπτει ως ζήτημα πραγματικών γεγονότων πέραν του ότι η κατοχή ναρκωτικών αποτελεί έτσι και αλλιώς συστατικό στοιχείο των αποδιδόμενων εγκλημάτων. Η τυχόν παράνομη συμπεριφορά των κατηγορούμενων, δεν προσδιορίζεται από τη φύση των κατηγοριών που θα μπορούσαν να τους προσαφθούν και δεν τους προσάφθηκαν αλλά από τα γεγονότα που συνθέτουν την αξιόποινη συμπεριφορά που τους καταλογίζεται. Κατά συνέπεια, απορρίπτουμε και αυτή τη θέση των κατηγορουμένων 2 και
- Προτού προχωρήσουμε, χρειάζεται να εγκύψουμε σε συντομία επί του ευρύτερου ζητήματος της αυτουργίας, δοσμένου ότι όλες οι επίδικες κατηγορίες εμπερικλείουν (όπως και η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής εξάλλου), αναφορά στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, το οποίο οριοθετεί νομοθετικώς τις παραμέτρους κρίσης τής εγκληματικής συμπεριφοράς που καταγιγνώσκεται στους κατηγορούμενους. Σε σχέση λοιπόν με το θέμα της αυτουργίας, παραθέτουμε αυτούσιο το περιεχόμενο του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, για σκοπούς ευχερέστερης παρακολούθησης του σκεπτικού μας καθώς και των εναπομεινάντων ευρημάτων που θα επακολουθήσουν: «
- Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά στο ποινικό αδίκημα· (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον· (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος· (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. Δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, μόλο που εν πολλοίς είναι σαφές και αυτονόητο ως προς τις στοχεύσεις του, έτυχε ερμηνείας και ανάλυσης σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων, η Πουτζιουρής και Άλλος ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309, 358-369 (στην οποία το Εφετείο, διά του Πογιατζή, Δ., προέβη σε εις βάθος ανάλυση των προνοιών του εν λόγω άρθρου, σε συσχετισμό και με τις ιστορικές δικαιϊκές του καταβολές) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Binnington και Άλλου
(2008)2 ΑΑΔ 108, 121-123 και Iacovou and Others v The Republic
(1976)2 CLR 114, 125. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δεν δημιουργεί αφ΄ εαυτού αδίκημα παρά απλώς καθορίζει τους τρόπους πραγμάτωσης του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9, 16) και καθιστά ποινικώς υπεύθυνους για διαπραχθέν αδίκημα - εκτός από τους φυσικούς αυτουργούς - και κάθε έναν συνεργό ο οποίος συνδράμει ή ενθαρρύνει τη διάπραξη του αδικήματος ή συμβουλεύει και παροτρύνει άλλον να το διαπράξει (βλ. Ηλία ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 ΑΑΔ 137, 143). Έχοντας ενασχοληθεί σε πολύ αδρές γραμμές με το γενικό δικαιϊκό υπόβαθρο που αφορά σε κάποιες θεωρήσεις των αποδιδόμενων αδικημάτων, προχωρούμε αμέσως να διατυπώσουμε τα (επιπρόσθετα) ευρήματα και αποφάνσεις μας επί των επίδικων θεμάτων, λέγοντας ευθύς εξ αρχής ότι εύρημα μας αποτελεί και το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας όπως το συνοψίσαμε ανωτέρω, όπως και εκείνο των παραδεκτών γεγονότων που εγκρίθηκαν στα πλαίσια της δίκης. Βρίσκουμε ότι η πρώτη επαφή του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), με τον κατηγορούμενο 2, ξεκίνησε περί το Φεβρουάριο
- Ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), δεν ήταν άγνωστος στον ευρύτερο χώρο των ναρκωτικών. Ήταν και εξακολουθεί να είναι αδιαλείπτως, στα 46 τόσα χρόνια του, χρήστης ναρκωτικών, με ένα μικρό διάλειμμα ενός περίπου χρόνου αποχής όταν είχε υποβληθεί σε κάποια εγχείρηση κατά τη διαμονή του στην Αγγλία. Γύρω στο Φεβρουάριο 2013, εξ αφορμής κάποιας έντονης συζήτησης που είχε ακούσει να λαμβάνει χώραν έξω από την οικία του κουνιάδου του (Κρίστοφερ Ανδρέου), που διαμένει δίπλα από την οικία του στην οδό Αισχύλου 11 στην Ορόκλινη, ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), εξήλθε της οικίας και άκουσε τον Πανίκο Χριστοφή (ΜΚ6), να ζητά λεφτά από τον Κρίστοφερ Ανδρέου για κάποιους λόγους που όπως αναφέρθηκε επιτόπου αφορούσαν σε διακίνηση ναρκωτικών. Ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), άκουσε τον Πανίκο Χριστοφή (ΜΚ6), να απειλεί τον Κρίστοφερ Ανδρέου ότι θα έδινε τον αριθμό κινητού τηλεφώνου τού τελευταίου σε κάποια άτομα από τη Λεμεσό έτσι ώστε να λογαριάζονταν οι ίδιοι μαζί με τον Κρίστοφερ Ανδρέου «εν να δώκω το τηλέφωνο σου στους Λεμεσιανούς τζαι εν να σε πιάσει τηλέφωνο τζείνος να τα κανονίσεις». Ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), λόγω της στενής σχέσης που είχε αναπτύξει με τον μακαρισμένο πατέρα του Κρίστοφερ Ανδρέου, ανέλαβε να τον προσέχει μετά που αυτός απεβίωσε γύρω στο 2006-
- Ένιωθε ανεπτυγμένο το αίσθημα ευθύνης έναντι του Κρίστοφερ Ανδρέου. Ως εκ τούτου, ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), θεώρησε ότι έπρεπε να επέμβει στη συζήτηση. Ζύγωσε και ζήτησε από τον Πανίκο Χριστοφή (ΜΚ6), να μη δώσει το τηλέφωνο του Κρίστοφερ Ανδρέου στους Λεμεσιανούς, δηλαδή στους κατηγορούμενους 2 και
- Του εισηγήθηκε να έδινε στους Λεμεσιανούς, το δικό του τηλέφωνο (δηλαδή του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4)), ώστε αυτός να μπορέσει να μιλήσει μαζί τους και να εξηγηθεί περί των θεμάτων που αφορούσαν στον Κρίστοφερ Ανδρέου, ο οποίος, όπως αντιλήφθηκε ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), είχε φοβηθεί κατά την περιγραφόμενη συζήτηση με τον Πανίκο Χριστοφή (ΜΚ6). Κατά την αντίληψη του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), ο Πανίκος Χριστοφή (ΜΚ6), ενεργούσε προς όφελος των κατηγορουμένων 2 και 3, όπως ακριβώς ενεργούσε και ο ίδιος ο Αντώνης Χριστοδούλου (ΜΚ4), αφότου τους γνώρισε, δηλαδή (όπως είπε ο τελευταίος) «.ετάρασσε τους το πράμα τζιαι εφύλαε τους το τζιαι κάποτε είσπρασσε τους τζιαι λεφτά». Σύμφωνα πάντοτε με την άποψη του Αντώνη Χριστοδούλου (ΜΚ4), όπως μορφώθηκε βάσει των συνειρμών και άλλων ερεθισμάτων του, ο Κρίστοφερ Ανδρέου «.έπιανε πράμα που τον Πανίκο τζιαι επούλαν το στους