← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Alempi Cristina κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8934/14, 8/10/2014

Δημοκρατία ν. Alempi Cristina κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8934/14, 8/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2014:15 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8934/14 Μεταξύ: Δημοκρατία ν

  1. Alempi Cristina
  2. ΄Ελληνας Ανδρέου
  3. Αναστάσιος Φραγκίσκου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου,
  4. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Δημητρίου. Για τoν Κατηγορούμενo 3: Ο κ. Κ. Ανδρέου. Κατηγορούμενoς 3: Παρών. Π Ο Ι Ν Η O κατηγορούμενος 3 («ο κατηγορούμενος»), βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στην κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6

(1), 6
(2), 30, 31 και 38 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 5) και της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1), 6
(3), 30, 30Α, 31 και 38 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 6). O κατηγορούμενoς αντιμετώπιζε άλλες τέσσερεις κατηγορίες με βάση το ίδιο κατηγορητήριο όπως αρχικώς είχε καταχωρισθεί, οι οποίες όμως αναστάληκαν από την Κατηγορούσα Αρχή στις 17.9.14 (βλ. κατηγορίες 1, 2, 3 και 4). Σε σχέση με την πρώην κατηγορούμενη 1, σημειώνουμε ότι επιβάλαμε σε αυτήν συντρέχουσα ποινή φυλάκισης δέκα ετών στις 28.8.14, στην κατηγορία 4 (εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β) - την οποία δεν αντιμετωπίζει εν προκειμένω ο κατηγορούμενος - και στην κατηγορία 6 (κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια), ενώ δεν της επιβάλαμε ποινή στην κατηγορία 5 (κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β), για λόγους που εξηγούνται στην απόφαση μας εκείνη. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, τονίζεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή ανέστειλε στις 17.9.14, όλες τις κατηγορίες που τούτος αντιμετώπιζε με βάση το κατηγορητήριο (δηλαδή τις κατηγορίες 1-11), διότι καθώς αναφέρθηκε από τον κ. Δημητρίου, η Κατηγορούσα Αρχή «είχε την ευκαιρία στο μεταξύ διάστημα, για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης να εμβαθύνει στην ποιότητα της μαρτυρίας, που αφορά την καταδίκη του δεύτερου κατηγορούμενου, που έχει πάρει τέτοια έκταση που να μην οδηγήσει στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης της υπόθεσης .». Επανερχόμαστε στα του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για το ότι στις 30.5.14, είχε στην κατοχή του, με σκοπό μάλιστα να τα προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα χωρίς άδεια από τον Υπουργό Υγείας, 20 κιλά και 401 γραμμάρια καννάβεως. Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως παρατέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση, την 30.5.14 αφίχθηκε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας, προερχόμενη από Αθήνα, η πρώην κατηγορούμενη 1 έχοντας στην κατοχή της δύο αποσκευές εντός των οποίων υπήρχαν 20 κιλά και 401 γραμμάρια πράσινης ξηρής φυτικής ύλης καννάβεως από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Η κατηγορούμενη συνελήφθη και οδηγήθηκε για σκοπούς ανάκρισης στα γραφεία της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών Λάρνακας (ΥΚΑΝ). Ανακρινόμενη, ανάφερε ότι θα παρέδιδε την εν λόγω ποσότητα καννάβεως σε συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο τούτη γνώριζε όχι μόνο ονομαστικώς αλλά και προσωπικώς ξέροντας επίσης και τον αριθμό τηλεφώνου του προσώπου αυτού. Η κατηγορούμενη 1 προθυμοποιήθηκε να συμμετάσχει σε διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης των υπό αναφορά ναρκωτικών. Αφού λήφθηκε σχετική έγκριση από τον Αρχηγό Αστυνομίας και τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και αντικαταστάθηκαν οι ναρκωτικές ουσίες με ομοιώματα, άρχισε η διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης της επίδικης καννάβεως. Προς τούτο, η κατηγορούμενη 1 επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο «ταξί» το οποίο οδηγούσε υπό κάλυψη αστυνομικός. Με την επιβίβαση της στο ταξί, η κατηγορούμενη 1 μέσω του τηλεφώνου της άρχισε να συνομιλεί με το πρόσωπο που κατονόμασε ως παραλήπτη των ναρκωτικών ο οποίος την καθοδηγούσε σχετικώς, καθοδηγώντας και αυτή με τη σειρά της τον οδηγό του ταξί σε σχέση με το σημείο όπου θα παραλαμβάνονταν τα ναρκωτικά. Το σημείο παραλαβής ήταν ο κυκλικός κόμβος στο χωρίο Βρυσούλλες. Αφού μετέβησαν εκεί και μετά που σταμάτησε το αυτοκίνητο ταξί, αφίχθη στο μέρος με μοτοσικλέτα το πρόσωπο που η κατηγορούμενη 1 κατονόμασε ως παραλήπτη των ναρκωτικών και το οποίο μάλιστα αναγνωρίσθηκε από τον υπό κάλυψη οδηγό αφού ήταν πολύ γνωστό άτομο στην ΥΚΑΝ. Ο τελευταίος προθυμοποιήθηκε να πληρώσει τον οδηγό του ταξί δίνοντας του προς τούτο €40 πλην όμως ο οδηγός του ταξί ζήτησε €50 ποσό το οποίο του καταβλήθηκε από το συγκεκριμένο πρόσωπο. Στο σημείο έφθασε και τρίτο όχημα στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός ο κατηγορούμενος και ο οποίος σύμφωνα με τις οδηγίες του οδηγού της μοτοσικλέτας θα παραλάμβανε τις αποσκευές, ενώ η κατηγορούμενη 1 θα αναχωρούσε με τη μοτοσικλέτα. Ωστόσο, ο οδηγός της μοτοσικλέτας εγκατέλειψε το μέρος και ο κατηγορούμενος μαζί με τον οδηγό του οχήματος παρέλαβαν τις αποσκευές της κατηγορούμενης 1 και τις τοποθέτησαν στο αυτοκίνητο. Όταν ο οδηγός του αυτοκινήτου με το οποίο έφθασε στο χώρο ο κατηγορούμενος κάθισε εντός του οχήματος και κατά τη διαδικασία επιβίβασης τόσο της πρώην κατηγορούμενης 1 όσο και του κατηγορούμενου, ο οδηγός του αυτοκινήτου ανέπτυξε ταχύτητα και εγκατέλειψε το χώρο. Έλαβε χώραν καταδίωξη του χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το όχημα εντοπίσθηκε αργότερα στην Ορμήδεια έχοντας εγκαταλειφθεί από τον άγνωστο οδηγό του. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο οδηγός του οχήματος γνώριζαν ότι θα παραλάμβαναν ναρκωτικές ουσίες τις οποίες θα παρέδιδαν στον τελικό παραλήπτη. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, αναφέρθηκε (ανάμεσα σε άλλα), στις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του πελάτη του με αναφορά και στην Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας που ετοιμάστηκε για τους παρόντες σκοπούς, το οποίο και υιοθέτησε. Στο περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης Κοινωνικής Έρευνας αναφερόμαστε λίγο πιο κάτω. Ο ευπαίδευτος συνήγορος προέταξε επίσης ως μετριαστικά στοιχεία, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την ηλικία του, τα οικονομικά του προβλήματα, την παραδοχή και μεταμέλεια του, το χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο, το γεγονός ότι από 16 ετών είναι χρήστης σκληρών ναρκωτικών, έχοντας μάλιστα ενταχθεί για κάποιο χρονικό διάστημα σε πρόγραμμα απεξάρτησης στην Αγία Σκέπη, δίχως όμως να μπορέσει να το ολοκληρώσει, το ότι έχει απεξαρτηθεί από τη χρήση σκληρών ναρκωτικών μετά από μαρτύριο έξι μηνών περιοριζόμενος πλέον στη χρήση «ελαφριών ναρκωτικών» στα οποία δυστυχώς εξακολουθεί να είναι εξαρτημένος, τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η μητέρα του, ως τα Έγγραφα Γ και Δ και τη συμπεριφορά του κατά τη διάπραξη των αδικημάτων που παραδέχθηκε. Σε όλα αυτά θα επανέλθουμε. Επανερχόμαστε στο περιεχόμενο της Έκθεσης Κοινωνικής Έρευνας. Το συνοψίζουμε. Αναφέρεται λοιπόν στην υπό αναφορά Έκθεση - και όλα όσα περιέχει τα αποδεχόμαστε πλήρως - ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 36 ετών, έχοντας γεννηθεί στη Λευκωσία στις 18.1.78. Προέρχεται από συγκροτημένη πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του κατάγεται από την Αγία Τριάδα Αμμοχώστου και εργάζεται ως υπάλληλος σε κουζίνα ξενοδοχείου. Η μητέρα του κατάγεται από τη Ξυλοτύμπου και είναι ανίκανη για εργασία λόγω προβλημάτων υγείας. Ο ίδιος είναι ο μεγαλύτερος από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Έχει τρείς αδελφές, εκ των οποίων οι δύο είναι έγγαμες και η μικρότερη σπουδάζει στην Ελλάδα. Είναι απόφοιτος Δημοτικού. Άρχισε να εργάζεται από νεαρή ηλικία. Απασχολήθηκε στις οικοδομές και σε διάφορες άλλες εργασίες. Δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Είναι όμως εξαρτημένος στα ναρκωτικά. Τα τελευταία πέντε χρόνια ήταν άνεργος. Εργαζόταν ευκαιριακά και βοηθείτο από τους γονείς του. Αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε αποδίδοντας την πράξη του στο ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών κάτι που είχε επιπτώσεις στη συμπεριφορά του όχι ασφαλώς - προσθέτουμε εμείς - σε βαθμό αναιρετικό της ποινικής του ευθύνης, όπως συνάγεται από την αγόρευση του δικηγόρου του ο οποίος δεν συζήτησε τέτοιο ζήτημα. Αξιολογήσαμε κάθε τι το οποίο αναφέρθηκε και τέθηκε ενώπιον μας στο στάδιο της παράθεσης των γεγονότων και της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής, όπως ασφαλώς και το περιεχόμενο της προαναφερθείσας Έκθεσης Κοινωνικής Έρευνας. Η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων - και συμφωνεί με τούτο ο κ. Ανδρέου - αναδεικνύεται με ενάργεια από τις ανώτατες προβλεπόμενες ποινές τής ισοβίου φυλάκισης και/ή προστίμου για την κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (βλ. κατηγορία 6), καθώς και της οκταετούς φυλάκισης και/ή προστίμου για την κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (βλ. κατηγορία 5). Τα αδικήματα τούτα, κατατάσσονται ως σοβαρά ενόψει και των ευρύτερων κοινωνικών και άλλων συνεπόμενων που επιφέρουν στον κοινωνικό ιστό. Αυτή η σοβαρότητα, μαζί με την πολύ μεγάλη συχνότητα διάπραξης των εγκλημάτων αυτών, σε συνδυασμό και με την κοινωνική απαξία που τα χαρακτηρίζει, καλούν στην επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Βεβαίως, ακόμη και εντός των πλαισίων αυτών, το δικαστικό καθήκον για εξατομίκευση της ποινής ουδόλως μειώνεται ή ατονεί, αφού, βάσει πάγιας νομολογίας (βλ. μεταξύ άλλων, Παναγιώτου ν Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 478, 484-485), ακόμη και στα σοβαρότερα των αδικημάτων (στα οποία δεν προβλέπεται η επιβολή αναγκαστικής ποινής), το Δικαστήριο καθηκόντως και προσηκόντως είναι που οφείλει - και έτσι πράξαμε και εμείς - να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον καθένα κατηγορούμενο, αναλόγως των δικών του προσωπικών και άλλων περιστάσεων. Τούτη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτοχρόνως να υπερακοντίζει και το έτερο δικαστικό καθήκον επιβολής της αρμόζουσας ποινής που η νομοθεσία προβλέπει και η νομολογία υποδεικνύει. Επιβάλλεται, επομένως, προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων στην κάθε περίπτωση, κάτι που κάναμε και εμείς εδώ. Αναφορικώς με την αναγκαιότητα για αποτρεπτική αντιμετώπιση ατόμων που εμπλέκονται στη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων αδικημάτων σχετιζομένων με τα επίδικα, αρκούμαστε στο να υιοθετήσουμε και να επαναλάβουμε εμφαντικώς όλα όσα διατύπωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κλεομένης ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 29/12, ημ. 20.5.13, διά του Πασχαλίδη, Δ., τα οποία εφαρμόζονται κατ΄ αναλογίαν και στη δική μας περίπτωση: «Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική». (Βλ. Παντελής Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 172/2009 και 178/2009, ημερομηνίας 21/12/2010 και την εκεί σχετική νομολογία που η απόφαση παραπέμπει).» Αναφορικώς με τη νομολογία στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Ανδρέου στα πλαίσια της θεμιτής του στόχευσης να οριοθετήσει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο ποινολογικής μεταχείρισης του κατηγορούμενου - και την οποία νομολογία μελετήσαμε πολύ προσεκτικά όπως και άλλη σχετική - θα πρέπει να σημειώσουμε ότι καμιά από τις προβληθείσες αυθεντίες δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως πανομοιότυπη ή έστω παρόμοια με την παρούσα αφού η κάθε μια από αυτές διακρίνεται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, επί ουσιαστικών πτυχών, όπως σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, την ύπαρξη ιδιαζουσών προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων των κατηγορουμένων, την ύπαρξη ή ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών, την έκταση της εμπλοκής των κατηγορουμένων στη διάπραξη των αδικημάτων, το νεαρό ή προχωρημένο της ηλικίας τους, τη θέση και το ρόλο τους στην επηρεαζόμενη οικογένεια και άλλα. Παραμένοντας στο πεδίο της χρησιμότητας του δικαστικού προηγούμενου στο πεδίο της ποινολογικής μεταχείρισης - και αντί άλλων περαιτέρω σχολίων επί αυτής της πτυχής - παραπέμπουμε στη Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, 130-131, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, διά του Νικήτα Δ., σημείωσε τα ακόλουθα σχετικά: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γι αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών. Τα σεξουαλικά αδικήματα δεν αποτελούν εξαίρεση: βλ. π.χ. R. ν. Billam [1986] 1 All E.R. 985. Όντως, όπου διαφαίνεται η τάση, πάνω σε στέρεες βάσεις, μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δε θα ισχύσει η διατίμηση, όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Χρειάζεται όμως προσοχή γιατί, παρόλο που τα ανθρώπινα επαναλαμβάνονται, είναι ανιχνεύσιμες διαφορές και λεπτομέρειες που προσδίδουν στο προηγούμενο άλλη, διαφοροποιημένη, διάσταση. Τα λέγουμε αυτά όχι για να μειώσουμε την μεγάλη προσπάθεια του συνηγόρου, να μας ενημερώσει για κάθε τι σχετικό, αλλά για να θέσουμε τις παραμέτρους της χρήσιμης καταφυγής στο προηγούμενο.» Λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, τα οικονομικά του προβλήματα, το γεγονός ότι είναι χρήστης ναρκωτικών εδώ και πολλά χρόνια, την επίδραση που είχε ο εθισμός του στα ναρκωτικά στην απόφαση του να εμπλακεί στην επίδικη κακουργηματική συμπεριφορά τυγχάνοντας προς τούτο εκμετάλλευσης από τους εμπόρους ναρκωτικών, την απεξάρτηση του από τα σκληρά ναρκωτικά, τις προσπάθειες απεξάρτησης του από τα ελαφρότερα ναρκωτικά και τα παρεπόμενα που μπορεί να ανακύψουν στην πορεία του αυτή ως εκ του πιθανού εγκλεισμού του στις Κεντρικές Φυλακές, το λευκό του ποινικό μητρώο, τις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής του στον ίδιο και στην οικογένεια του και ιδιαίτερα στην ασθενούσα μητέρα του η οποία υποβλήθηκε σε ολική κολεκτομή το 1998 και εμφανίζει έκτοτε επεισόδια ληκυθίτιδας τα οποία αντιμετωπίζονται με κατάλληλη αγωγή, την παραδοχή του (που δεν ήταν άμεση και που εξακολουθεί ωστόσο να έχει τη δική της σημασία στα πράγματα), την ηλικία του (36 ετών), το χαμηλό του μορφωτικό επίπεδο, τη συμπεριφορά του στη σκηνή του εγκλήματος μετά που διαπιστώθηκε η εμπλοκή του στα αδικήματα που διέπραξε και τη θετικότητα του ως ανθρώπου, όπως την περιέγραψε ο δικηγόρος του. Αναφορικά με την εισήγηση του κ. Ανδρέου ότι ο κατηγορούμενος εγκλημάτησε όντας εξαρτημένος από τα ναρκωτικά με σκοπό την εξασφάλιση της δόσης του (δίχως όμως να βρίσκεται σε κατάσταση στέρησης), θεωρούμε επαρκή την παράθεση χωρίς άλλα σχόλια (απορρίπτοντας την εισήγηση του συνηγόρου), όσων σχετικώς σημειώθηκαν από το Εφετείο στην Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 466, 469, διά του Νικολαϊδη, Δ.: «Θεωρούμε όμως, ούτως ή άλλως, ότι ο ισχυρισμός είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας, γιατί, στο κάτω κάτω, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ελαφρυντικό ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών. Είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια. Η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.» Υπό τον ίδιο φακό - και στη βάση της ίδιας κοινής και δικαιϊκής λογικής που αποτέλεσε τη βάση του σκεπτικού στην Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 466 - απαντάται και η άλλη θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου, ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να τύχει επιεικέστερης αντιμετώπισης από το Δικαστήριο διότι σε αντίθεση με την πρώην κατηγορούμενη 1 τούτος δεν εγκλημάτησε έναντι συγκεκριμένης χρηματικής αμοιβής. Αμφότεροι - κατηγορούμενος και πρώην κατηγορούμενη 1 - εγκλημάτησαν έναντι αντιπαροχής, η οποία σε κάθε περίπτωση εξυπηρετούσε τους δικούς τους σκοπούς και συμφέροντα υπό τις περιστάσεις. Τα υπόλοιπα περιττεύουν. Ο κ. Ανδρέου τόνισε το δευτερεύοντα ρόλο που διαδραμάτισε ο κατηγορούμενος στη διάπραξη των αδικημάτων που παραδέχθηκε, υπό την έννοια ότι τούτος ενήργησε (όπως χαρακτηριστικά διατύπωσε ο συνήγορος στη γραπτή του αγόρευση), ως «.απλά ένα πιόνι στην όλη υπόθεση ..» και ως «.απλώς βαποράκι μεταφοράς των ναρκωτικών από την εισαγωγέα κατηγορούμενη 1 στον τελικό παραλήπτη των ναρκωτικών που μέχρι στιγμής ξεφεύγει της δικαιοσύνης και έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του». Το αξιολογήσαμε και τούτο. Δεν μπορούμε όμως να μην υπογραμμίσουμε και το στοιχειώδες, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος, ως μεταφορέας των ναρκωτικών, αποτέλεσε και αυτός - όπως και η πρώην κατηγορούμενη 1 - ένα άκρως σημαντικό και εκ των πραγμάτων αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών και τη διασπορά τους στη χώρα μας. Τούτο δεν πρέπει να το ξεχνά ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και οι οποιοιδήποτε άλλοι επίδοξοι μιμητές του. Καθόλου δεν παραβλέψαμε ή λησμονήσαμε - και το πράξαμε τούτο ώστε να υπάρχει κατά το δυνατόν ενιαίο και δίκαιο μέτρο μεταχείρισης, όπως ορθώς εισηγήθηκε (επί το γενικότερον), ο κ. Ανδρέου - τον ποινολογικό χειρισμό που έτυχε η πρώην κατηγορούμενη 1 σε σχέση με την κατηγορία 6 (κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα), λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τη διαφορετικότητα μεταξύ των δικών της περιστάσεων συγκρινόμενων με εκείνες του κατηγορούμενου. Μολαταύτα, κρίνουμε ότι η περίπτωση του κατηγορούμενου διαφοροποιείται εν προκειμένω από εκείνη της πρώην κατηγορούμενης 1 (με το ρόλο που διαδραμάτισαν οι δυο τους στη διάπραξη των αντίστοιχων αδικημάτων να μη δικαιολογεί διαφοροποίηση στη τιμωρία τους, όπως ούτε και το γεγονός ότι η πρώην κατηγορούμενη 1 καταδικάστηκε περιπλέον σε κατηγορία εισαγωγής των επίδικων ναρκωτικών στην Κύπρο), με την όποια τυχόν όμοια ή παρόμοια (κατά το επιεικέστερον), μεταχείριση του κατηγορούμενου (σύμφωνα με την εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του), να οδηγεί κατά την ταπεινή μας αντίληψη (και στην καλύτερη περίπτωση για τον κατηγορούμενο), σε αριθμητική εξίσωση της ποινής που θα του επιβληθεί με εκείνη που επιβλήθηκε στην πρώην κατηγορούμενη 1 και όχι σε ίση μεταξύ τους ποινολογική μεταχείριση καθώς η νομολογία ορίζει και εννοεί (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χαρτούπαλλος v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28, 34-37). Εξηγούμε. Όπως παραθέτουμε λεπτομερώς στην απόφαση επιβολής ποινής στην πρώην κατηγορούμενη 1 - το περιεχόμενο της οποίας δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε σε έκταση - η πρώην κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίστηκε από το Δικαστήριο με τη μεγαλύτερη δυνατόν επιείκεια που η περίπτωση της δικαιολογούσε αφού επρόκειτο περί νεαρού ατόμου ηλικίας 23 ετών (ο κατηγορούμενος είναι 36 ετών), με ιδιάζουσες προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις [υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης εντός της οικογένειας, έχουσα διακορευτεί για πρώτη φορά από τον παππού της σε ηλικία 12 ετών, με τις συνεπόμενες επιπτώσεις της κακοποίησης της να έχουν διασυνδεθεί με τη κακουργηματική της συμπεριφορά στην παρούσα υπόθεση ως δημιουργούσες ανεπανόρθωτα ψυχικά τραύματα στο πρόσωπο της πρώην κατηγορούμενης 1 καθιστώντας την ως άτομο ευκόλως χειραγωγούμενο] (γεγονότα που δεν ισχύουν για τον κατηγορούμενο όσο και αν αποτιμηθεί - και αποτιμήθηκε - η σύνδεση μεταξύ τής από μέρους του διάπραξης των επίδικων αδικημάτων με την εξάρτηση του από τα ναρκωτικά), με την πρώην κατηγορούμενη 1 να έχει, επιπροσθέτως, παραδεχθεί και ομολογήσει αμέσως τη διάπραξη των αδικημάτων που της καταγνώστηκαν (σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο όπως εξηγούμε πιο πάνω), συνεργαζόμενη με την Αστυνομία διά της συμμετοχής της σε ελεγχόμενη παράδοση των επίδικων ναρκωτικών και της παροχής προς την Αστυνομία συγκεκριμένων πληροφοριών που αφορούσαν στην εξάρθρωση διεθνούς κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών από την Ελλάδα στην Κύπρο, αλλά και διά της ετοιμότητας της να καταθέσει ως μάρτυς κατηγορίας στην παρούσα υπόθεση όπως και σε οποιαδήποτε άλλη υπόθεση ήθελεν καταχωρισθεί σε περίπτωση σύλληψης του ατόμου που τούτη ονομάτισε προς τις ανακριτικές αρχές και το οποίο μέχρι σήμερα καταζητείται (εικόνα που δεν χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση και του οποίου η συνεργασία εξικνείται με την κάπως καθυστερημένη παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου) και το ότι η πρώην κατηγορούμενη 1 αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει δια απαγχονισμού ενώ βρισκόταν σε υποδικία στις Κεντρικές Φυλακές αναμένοντας την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο εμπράκτως τη μεταμέλεια της και αποδεικνύοντας, με το απονενοημένο αυτό διάβημα, ότι κατανόησε πλήρως το λάθος που διέπραξε εμπλεκόμενη στην περί ής ο λόγος εγκληματική της συμπεριφορά (κάτι που δεν ισχύει σε τέτοια έκταση και δυναμική αναφορικά με τον κατηγορούμενο τού οποίου η μεταμέλεια αναδύεται ως εκ της παραδοχής του στις επίδικες κατηγορίες και της δεδηλωμένης αποφασιστικότητας του να απεξαρτηθεί από τη χρήση παράνομων ναρκωτικών ουσιών). Επομένως - και έχοντας υπόψη όλα όσα άλλα αναδύονται από τις δύο περιπτώσεις - κρίνουμε ότι δικαιολογείται εδώ η επιβολή αυστηρότερης ποινής στον κατηγορούμενο από εκείνη που επιβλήθηκε στην πρώην κατηγορούμενη 1. Ο κατηγορούμενος, μέσω του δικηγόρου του, ζήτησε από το Δικαστήριο την επίδειξη κάθε δυνατής επιείκειας. Τούτο το αξιολογήσαμε πρεπόντως, εντάσσοντας το στα πλαίσια της μεταμέλειας και αποφασιστικότητας του κατηγορούμενου, όχι μόνο να μην εμπλακεί ξανά σε τέτοιες κακουργηματικές συμπεριφορές αλλά και να απεξαρτηθεί μια για πάντα από τη χρήση απαγορευμένων ουσιών, με όλες τις δυσκολίες που τούτο ενέχει. Ο κατηγορούμενος όμως - για να αποδώσουμε κάπως διαφορετικά τα όσα ανέφερε το Εφετείο στην Kablawi & Others v Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 494, 497 - είχε εμφανώς σταθμίσει τα πράγματα προτού αποφασίσει να προχωρήσει με την εκτέλεση της εγκληματικής του συμπεριφοράς, έστω και υπό τις συνθήκες και περιστάσεις που περιέγραψε ο συνήγορος του. Οι ενέργειες του κατηγορούμενου, αν και αιτιολογημένες, ήσαν παντελώς αδικαιολόγητες. Συνεκτιμώντας όλα όσα παραθέσαμε και συζητήσαμε - και έχοντας κατά νουν και τη μεγάλη σχετικώς ποσότητα ναρκωτικών (20 κιλά και 401 γραμμάρια καννάβεως) που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι κατείχε με σκοπό να τα προμηθεύσει σε τρίτα πρόσωπα, υπό τις περιστάσεις που περιγράψαμε, καθώς και την κατηγορία ταξινόμησης τους ως Τάξεως Β «.και ως εκ τούτου όχι από τα σκληρότερα ναρκωτικά.» (βλ. Ηλιάδη ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 412, 414) - κρίνουμε ότι η μοναδική ενδεικνυόμενη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αφεύκτως αυτή της φυλάκισης του. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 12 ετών στην κατηγορία 6 (κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα). Δεν επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο ποινή στην κατηγορία 5 (κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β), δεδομένης της ταύτισης των συστατικών στοιχείων του αναφερόμενου αδικήματος με εκείνα που αποτελούν, εν μέρει, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στην κατηγορία 6 (κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα). Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή από την 30.5.14, να συνυπολογιστεί βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα τεκμήρια που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας, δεδομένης της εκκρεμότητας που υφίσταται σε σχέση με άτομο το οποίο καταζητείται σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. (Υπ.)................ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.