← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χριστάκη Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 8825/12, 8/10/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χριστάκη Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 8825/12, 8/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8825/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Χριστάκη Γεωργίου Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τον κατηγορούμενο: κ. Κ. Ανδρέου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί μία κατηγορία, ότι μέσα σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, δηλαδή 1.4.2009 μέχρι 6.4.2010, και ως αντιπρόσωπος της εταιρείας Anytime Enteprisises Ltd, συστηματικά έκλεβε τα εμπορεύματα της εταιρείας κατά παράβαση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Η συνολική αξία των κλαπέντων εμπορευμάτων ανέρχεται στο ποσό των €31.618,
  2. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος παραλάμβανε εμπορεύματα από την παραπονούμενη εταιρεία και ενεργούσε ως αντιπρόσωπος αυτής της εταιρείας για την προώθηση και μεταπώληση των εμπορευμάτων της στην αγορά. Στην κατοχή του κατηγορούμενου περιήλθαν εμπορεύματα είδη περιπτέρου αξίας €31.618,
  3. Μέσα στο χρονικό διάστημα που καταγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατόρθωσε να μεταπωλήσει τα εμπορεύματα και εισέπραξε από την πώληση των εμπορευμάτων το τίμημα για την αξία των εμπορευμάτων ως ανωτέρω. O κατηγορούμενος δεν απέδωσε το χρηματικό ποσό από την πώληση των εμπορευμάτων στην παραπονούμενη εταιρεία. Έγινε καταγγελία στην αστυνομία και ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Συνεργάσθηκε με την αστυνομία και τους ανέφερε όλα τα γεγονότα σε σχέση με την εμπλοκή του στην διάπραξη του αδικήματος. Καταχωρήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου στις 2.10.2010, για την κλοπή, αλλά δεν κατέστη δυνατόν ο εντοπισμός του διά την προώθηση της δίωξης, με αποτέλεσμα αυτή να ανασταλεί. Μετά πάροδο δύο ετών λήφθηκαν πληροφορίες για τον εντοπισμό του και καταχωρήθηκε η παρούσα δίωξη ως εμφαίνεται πολύ καθυστερημένα το
  4. Κατά το χρόνο καταχώρησης της δεύτερης δίωξης το οφειλόμενο ποσό ακόμη δεν είχε αποδοθεί στην παραπονούμενη εταιρεία και εξακολουθούσαν οι αντιπρόσωποι της εταιρείας να επιθυμούν τη δίωξη του κατηγορούμενου. Έκτοτε ο κατηγορούμενος έχει καταβάλει στην παραπονούμενη εταιρεία το οφειλόμενο ποσό των €14.000 και έτσι η εταιρεία δεν έχει παράπονο και δεν επιθυμεί τη συνέχιση της δίωξης εναντίον του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την κατηγορία από το 2013, όμως ζητούσε χρόνο από το Δικαστήριο επειδή θέση του ήταν ότι το ποσό της αξίας της κλαπείσας περιουσίας ήταν πολύ μικρότερη των €31.000, κατά το χρόνο της καταχώρησης της δεύτερης δίωξης το
  5. Η κατηγορούσα αρχή δεν δέχθηκε αυτή την θέση, επανειλημμένως η υπεράσπιση ζήτησε χρόνο διά να διαβουλευθεί με την κατηγορούσα αρχή. Τελικά, ακολούθησε τροποποίηση του κατηγορητηρίου και παραδοχή του κατηγορούμενου για το αδίκημα της κλοπής με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα. Η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κλοπής είναι μέχρι 3 χρόνια ποινή φυλάκισης. Ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε τη θέση του ως συνεργάτης της παραπονούμενης εταιρείας, διά να κλέβει συστηματικά και ανενόχλητα σε διάρκεια ετών, εμπορεύματα μεγάλης αξίας. Ενδεικτικό της ζημιάς που προκάλεσε με την δόλια του συμπεριφορά, είναι ότι η κλοπή έγινε σταδιακά με έντεχνο τρόπο με αποτέλεσμα να συνεχίζει απρόσκοπτα να απολαμβάνει τους καρπούς της παράνομης του συμπεριφοράς για πολλά έτη, μέχρι να ανακαλυφθεί και καταγγελθεί στην αστυνομία. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τελικά έχει αποκαταστήσει το θύμα, αλλά όχι αμέσως όταν ανακαλύφθηκε η κλοπή. Ακολούθησε καταγγελία στην αστυνομία, μια αποτυχημένη δίωξη διότι δεν εντοπίζετο και τελικά μετά από τρομερή καθυστέρηση τεσσάρων ετών ακολούθησε η διορθωτική κίνηση του κατηγορούμενου. Το κίνητρο του κατηγορούμενου ήταν οικονομικό. Αλλά αντί να αποταθεί με νόμιμο μέσο στο να εξεύρει τρόπο αύξησης της ρευστότητας του προς επίλυση άμεσων οικονομικών αναγκών, προτίμησε να εξαπατήσει τους συνεργάτες του και να αφήσει την παραπονούμενη εταιρεία εκτεθειμένη με έλλειμμα πολλών χιλιάδων ευρώ. Ο κατηγορούμενος εσκεμμένα και με σχέδιο πραγματοποίησε την κλοπή. Αυτός ήταν και ο λόγος που η κλοπή δεν ανακαλύφθηκε παρά χρόνια μετά. Επομένως, η πράξη του κατηγορούμενου είναι ιδιαίτερα απεχθής, επειδή καταχράστηκε της εμπιστοσύνης των συνεργατών του οι οποίοι του παρέδωσαν εμπορεύματα αξίας πολλών χιλιάδων ευρώ, εν αγνοία τους ότι ο κατηγορούμενος θα αποκόμιζε μεγάλο χρηματικό όφελος εις βάρος τους. Δεύτερο, με την συμπεριφορά του προκάλεσε ταλαιπωρία στους συνεργάτες του εξαιτίας της κλοπής. Η αξία των εμπορευμάτων ήταν μεγάλη και δεν είναι δυνατόν να μην επηρεάσθηκαν τα οικονομικά δεδομένα της παραπονούμενης εταιρείας από τέτοια μεγάλη σε έκταση κλοπή. Εν τέλει, έχουν αποζημιωθεί, αλλά όχι προτού υποστούν ταλαιπωρία, άγχος για την απώλεια των χρημάτων και αχρείαστες περιπέτειες για να ανακτήσουν την αξία της περιουσίας τους που τους είχε παράνομα στερηθεί. Οι μετριαστικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι:
  6. Οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενου. Είναι 52 ετών. Έχει ενήλικα παιδιά, αλλά δεν είναι εξαρτώμενα πρόσωπα. Έχει ιδιόκτητη κατοικία, όμως διαμένει σε βοηθητικό υποστατικό της οικίας διότι ενοικιάζει την κύρια κατοικία. Είναι πωλητής αλλά δεν έχει σταθερό εισόδημα. Είχε δικές του επιχειρήσεις αλλά τις έκλεισε διότι είχαν ζημιές. Σε σχέση με την επίδικη εταιρεία, εργαζόταν ως πωλητής αντιπρόσωπος αλλά το παράπονο του ήταν ότι τα εισοδήματα δεν ήταν ικανοποιητικά. Έχει υποστεί δύο καρδιακά επεισόδια. Βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση. Είναι διαζευγμένος από τη σύζυγο του όμως πρόσφατα αυτή έχει χειρουργηθεί για ανεύρυσμα εγκεφάλου και ο κατηγορούμενος έχει αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην περίθαλψη της.
  7. Το λευκό ποινικό μητρώο.
  8. Καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης.
  9. Παραδοχή και συνεργασία με την αστυνομία. Αυτός είναι σημαντικός μετριαστικός παράγοντας εξαιτίας της φύσεως και της περιπλοκότητας του συγκεκριμένου αδικήματος. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
  10. Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει μέτρα να μην επαναλάβει αυτή τη συμπεριφορά.
  11. Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με τα να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
  12. Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους πιθανόν παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη του και τους τρεις στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (Βλ. Sentencing in Cyprus, R v S Georgiou[1]). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Τα αδικήματα που έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος είναι αρκετά σοβαρά, λαμβανομένου υπόψη το ανώτατο όριο ποινής όπως προβλέπεται από τους νόμους γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Το αδίκημα της κλοπής είναι σοβαρό αδίκημα, διότι με παράνομη ενέργεια ο δράστης της κλοπής αποστερεί το νόμιμο ιδιοκτήτη του κλαπέντος αντικειμένου από την ιδιοκτησία του. Το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέχει την περιουσία του είναι θεμελιώδες δικαίωμα του που κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί αυτό το δικαίωμα με νόμους που ποινικοποιούν την άδικη και παράνομη στέρηση της περιουσίας του ανθρώπου. Εκεί όπου η κλοπή έχει επιτευχθεί με σχεδιασμό και με σκέψη, θεωρείται πιο σοβαρό το αδίκημα. Εκεί όπου ο παραβάτης έχει χρησιμοποιήσει βία ή απειλή της βίας εναντίον του θύματος για να πετύχει το σκοπό του, το αδίκημα θεωρείται πιο σοβαρό. Στις σοβαρές μορφές της κλοπής η ποινή που πρέπει να επιβληθεί πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Όμως, στις περιπτώσεις όπου η κλοπή έχει διαπραχθεί με ερασιτεχνικό τρόπο και ο δράστης της κλοπής ενήργησε μ' αυτό το τρόπο, από απελπισία ή χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεων του, το Δικαστήριο μπορεί να δώσει περισσότερη προσοχή στις προσωπικές του συνθήκες, ιδιαίτερα εάν έχει επιδείξει μεταμέλεια για τις πράξεις του. Αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφής ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5534, ημερ. 13.2.1992, όπου η αξία του κλαπέντος αντικειμένου ήταν πολύ μικρή και η κλοπή διαπράχθηκε από πρόσφυγα πατέρα ο οποίος αμέσως ομολόγησε το έγκλημα του και αποζημίωσε τους ιδιοκτήτες. Επίσης, στην περίπτωση που η κλοπή δεν παρουσιάζει κανένα επιβαρυντικό στοιχείο και ο δράστης έχει με τις ενέργειες του αποδείξει την έμπρακτη μεταμέλεια του, το Δικαστήριο δύναται και οφείλει να του επιβάλει ποινή που προσιδιάζει με την προσωπικότητα του. (Βλ. Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5443, ημερ. 30.4.1991). Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικού χαρακτήρα ποινής. Πέραν από την εμφανή σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, προκύπτει ότι αυτά τα αδικήματα διαπράττονται συχνά, εύκολα και έχουν δυσμενείς επιπτώσεις για το κοινωνικό σύνολο. Υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικού χαρακτήρα ποινής σ' αυτά τα αδικήματα, διότι παρουσιάζεται επιτακτική ανάγκη της αναχαίτισης αυτού του φαινομένου, ενόψει της έξαρσης που παρατηρείται στην διάπραξη αυτών των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος εύκολα και χωρίς ουσιαστικό εμπόδιο κατόρθωσε να κλέψει εμπορεύματα μεγάλης αξίας, συστηματικά και με σχέδιο, εξαιτίας της συνεργασίας του με την παραπονούμενη εταιρεία. Τέτοιες συνεργασίες είναι ωφέλιμες και αναγκαίες για την αγορά και για την οικονομία του τόπου. Ευρύ φάσμα οικονομικών συναλλαγών διεξάγονται με παρόμοιο τρόπο και το Δικαστήριο οφείλει να επιβάλει αποτρεπτικές ποινές για να προστατεύει επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται σ' αυτό τον τομέα και χρησιμοποιούν τους συνεργάτες τους για επέκταση της οικονομικής τους δραστηριότητας. Δεν μπορεί η κλοπή τέτοιας μεγάλης αξίας περιουσίας να περάσει απαρατήρητη, ακόμη και με δεδομένο ότι εν τέλει ο κατηγορούμενος έστω και πολύ καθυστερημένα αποζημίωσε το θύμα. Μία ανεπαρκής ποινή θα ενεθάρρυνε δόλιο τυχοδιωκτισμό από άλλους ανέντιμους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους επιχειρήσεων και θα προκαλούσε δυσβάστακτο βάρος σ' αυτές τις επιχειρήσεις να ελέγχουν ακόμη πιο αυστηρά τους συνεργάτες τους ή ακόμη χειρότερα, να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα σε παρόμοια οικονομική δραστηριότητα που ο τόπος μας έχει τόση ανάγκη για οικονομική ανάκαμψη. Αυτά τα αδικήματα είναι από την φύση τους σοβαρά διότι τέτοιες ενέργειες υπονομεύουν την αναγκαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ συνεργατών επί της οποίας στηρίζεται ευρύ φάσμα οικονομικής δραστηριότητας. (Βλ. Πέτρου ν. Δημοκρατίας

(2002)2 Α.Α.Δ. 219). Ο κατηγορούμενος είχε υπεύθυνη θέση και οι συνεργάτες του λανθασμένα τον εμπιστεύθηκαν με εμπορεύματα αξίας πολλών χιλιάδων ευρώ. Η ενέργεια του, να καταχραστεί την εμπιστοσύνη που του έδειξαν για να λύσει τα οικονομικά του προβλήματα με δόλιο τρόπο, δεν είναι αποδεκτή συμπεριφορά και πρέπει να τιμωρηθεί αυστηρά ως προειδοποίηση σε άλλα πρόσωπα που δυνατόν να συμπεριφερθούν με παρόμοιο τρόπο. Δεν παραγνωρίζω τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου και ειδικά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα υγείας για τα οποία χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή. Παρόλο τούτο, η μόνη κατάλληλη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η ποινή φυλάκισης επειδή ενήργησε με δόλιο τρόπο συστηματικά. Για μεγάλο χρονικό διάστημα συνέχιζε να κλέβει από τους συνεργάτες του χωρίς να μετανοήσει παρά μόνον όταν η συμπεριφορά του έγινε επιτέλους αντιληπτή. Σε διαφορετική περίπτωση, ο κατηγορούμενος δεν τιμωρείται για τις πράξεις του, με αποτέλεσμα την εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και δεν επιτυγχάνεται ο στόχος του Δικαστηρίου για αποτροπή του εγκλήματος. Οι προσωπικές του περιστάσεις, το λευκό ποινικό μητρώο και η παραδοχή του, επιδρούν στη διάρκεια της ποινής φυλάκισης όχι όμως για την επιλογή του τύπου της ποινής που θα του επιβληθεί. Υπάρχει σημαντική καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, καθότι το αδίκημα είχε γίνει αντιληπτό από τον εργοδότη του τον Απρίλιο του
  1. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6739 και 6740, ημερ. 27 Μαρτίου 2000, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξετάζει το ζήτημα της καθυστέρησης χωρίς αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα στους λόγους που διαπιστώνεται καθυστέρηση στην ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου. Όταν ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για την καθυστέρηση, τότε παύει να έχει την ίδια σημασία η καθυστέρηση ως στοιχείο για την επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Τσιολής ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7461, ημερ. 8 Μαρτίου 2004.) Στην παρούσα περίπτωση, διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος ευθύνεται εν μέρει για την καθυστέρηση, αφού οι διωκτικές αρχές αγνοούσαν την ύπαρξη του με αποτέλεσμα να υπάρχει αδυναμία προώθησης της δίωξης. Μετά την καταχώρηση της ποινικής δίωξης, το Δικαστήριο επέδειξε ομολογουμένως αδικαιολόγητη ανοχή μέχρι να συμφωνηθούν μεταξύ των δύο πλευρών τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτή η καθυστέρηση επιδρά ως ισχυρός μετριαστικός παράγοντας κατά το στάδιο της επιβολής της ποινής, ιδιαίτερα επειδή σ' αυτό το χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος επέδειξε έμπρακτα την μεταμέλεια του με την επιστροφή του οφειλόμενου ποσού. Παρόλο τούτο, κρίνω ότι η ανάγκη επιβολής μιας αυστηρής και ενδεδειγμένης ποινής για το αδίκημα δεν έχει ατονήσει. Η καθυστέρηση δεν ήταν τέτοιας διάρκειας, έχοντας υπόψη και την σοβαρότητα του αδικήματος, που να αναιρεί πλέον την ανάγκη επιβολής της ενδεδειγμένης ποινής για το αδίκημα. Η αξία των κλαπέντων αντικειμένων ήταν πολύ μεγάλη. Ο κατηγορούμενος δεν έκλεψε ένα μικρό ποσό χρημάτων μία φορά για να επιβιώσει, αλλά έκλεβε συστηματικά και πλούτισε αθέμιτα εις βάρος των συνεργατών του. Λυπήθηκε ότι εκμεταλλεύτηκε πρόσωπα που του είχαν εμπιστοσύνη μόνο τη στιγμή που ήρθε αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο τιμωρίας για τις πράξεις του. Αποζημίωσε τους παραπονούμενους, όχι αμέσως αλλά μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος. Συνεπώς, δεν θεωρώ ότι το στοιχείο της καθυστέρησης επιδρά καταλυτικά στην επιλογή του τύπου της ποινής που θα του επιβληθεί, όμως επιδρά σημαντικά στην διάρκεια της. Η μόνη ενδεδειγμένη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης. Ούτε και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου δικαιολογούν απόκλιση από την ενδεδειγμένη ποινή. Ο κατηγορούμενος είναι διαζευγμένος από τη σύζυγο του. Είναι βέβαιο ότι της παρέχει πολύτιμη φροντίδα κατά την ανάρρωση της, όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός παράγοντας που να δικαιολογεί την μεταβολή της ενδεδειγμένης μεταχείρισης προσώπων που έχουν διαπράξει σοβαρά αδικήματα με δυσμενείς συνέπειες για τα θύματα και της κοινωνίας στο σύνολο της. Ενόψει των πιο πάνω επιβαρυντικών στοιχείων, της μεγάλης αξίας εμπορευμάτων που κλάπηκε από τους συνεργάτες του κατηγορούμενου, τη δόλια και συστηματική μορφή της κλοπής, η μόνη ενδεδειγμένη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτής της φυλάκισης. Οι προσωπικές του συνθήκες δεν είναι τέτοιες που να επιδρούν με καταλυτικό τρόπο στην επιλογή της ποινής που θα του επιβληθεί, αλλά ενδεχομένως να επιδρούν στη διάρκεια της. Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν ιατρικά από τον Διευθυντή Φυλακών, όμως επιδρά και αυτό σημαντικά στην διάρκεια της ποινής που θα του επιβληθεί. Ως εκ τούτου αφού έλαβα υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος, την όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου ως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, τους μετριαστικούς παράγοντες που απαριθμούνται πιο πάνω, της ανάγκης να τιμωρηθεί για τις πράξεις του και της ανάγκης να επιβληθεί ποινή με την οποία επιτυγχάνεται ο στόχος του Δικαστηρίου για αποτροπή του εγκλήματος, του επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών που να αρχίζει από τις 2 Οκτωβρίου 2014, ημέρα κράτησης του. Νοείται ότι οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου εάν αξιολογηθούν σε συνδυασμό με την όλη εγκληματική του συμπεριφορά, δεν δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης. Η αναστολή της ποινής φυλάκισης στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι δεν εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας, αλλά και ούτε συνάδει ως ορθή αντιμετώπιση για την εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ως αυτή προκύπτει από τα ποινικά αδικήματα που έχει διαπράξει. (Βλ. υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2012, ημερ. 19/12/12). Επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η ποινή φυλάκισης αρχίζει από την ημέρα κράτησης του κατηγορούμενου, ήτοι στις 2 Οκτωβρίου
  2. Τα έξοδα της κατηγορούσας αρχής, ήτοι €120, να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] 22 CLR 147 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.