← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ali Ibrahim κ.α., Υπόθεση αρ.: 4328/2012, 19/9/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ali Ibrahim κ.α., Υπόθεση αρ.: 4328/2012, 19/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 4328/2012 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και

  1. Ali Ibrahim
  2. Aziz K.A. Alamer
  3. Firas Jaber
  4. Safeddenn Alawad
  5. Ευέλθωντος Μιχαηλίδη
  6. Κωνσταντίνου Γεωργίου
  7. Τριαντάφυλλου Καπελάρη
  8. Χριστόφορου Τσαγγαρίδη
  9. Παναγιώτη Κλεοβούλου Κατηγορουμένων 19 Σεπτεμβρίου,
  10. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Θ. Παπανικολάου, Δημόσιος Κατήγορος Α. Για τον κατηγορούμενο αρ. 6, εμφανίζεται ο κ. Λ. Ιωαννίδης. Για τον κατηγορούμενο αρ. 7, εμφανίζεται ο κ. Φ. Σοφρωνίου. Για τον κατηγορούμενο αρ. 8, εμφανίζεται ο κ. Λ. Νεοφύτου. Κατηγορούμενος αρ. 9, παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Κατηγορούμενοι αρ. 6, 7 και 8, παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Η προκείμενη ποινική δίωξη αφορά σε επεισόδια διαδραματισθέντα το βράδυ της 5.11.2010 στην περιοχή επί και παραπλεύρως της Λεωφόρου Αθηνών στην Λάρνακα, η οποία είναι γνωστή ως «η περιοχή των φοινικούδων». Τα επεισόδια εξελίχθηκαν όταν διακεκριμένες εκδηλώσεις, διοργανωθείσες από το «Κίνημα Ελληνικής Αντίστασης» («το Κ.Ε.Α.») και από την «Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη και Αντιρατσισμό» («η Κ.Ι.Σ.Α.») συνέπεσαν. Ως μάρτυς κατηγορίας εδήλωσε και δεν αμφισβητήθηκε, το Κ.Ε.Α. και η Κ.Ι.Σ.Α. «αποτελούν ομάδες αντικρουόμενες». Πρόσωπα τα οποία μετέσχαν στις δύο αυτές εκδηλώσεις ήρθαν σε αντιπαράθεση και, παρά την παρουσία αστυνομικής δύναμης, εξελίχθηκαν συμπλοκές. Οι συμπλοκές διήρκησαν μερικές ώρες. Η τάξη απεκαταστάθηκε και έγιναν συλλήψεις. Ακολούθησε η διερεύνηση της υπόθεσης και η δίωξη συλληφθέντων καθώς και προσώπων τα οποία ανεγνωρίσθηκαν, στην συνέχεια, ως αδικοπραγήσαντα. Εκκρεμούσης της υπόθεσης, η δίωξη όσον αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 1 έως και 4, ανεστάληκε, ο δε κατηγορούμενος αρ. 5 παρεδέχθηκε ενοχή στην 1η κατηγορία και η διαδικασία ολοκληρώθηκε όσον αφορά σε αυτόν. Επιπλέον, εκκρεμούσης της υπόθεσης, διεκόπησαν και, συνακολούθως, απερρίφθησαν ορισμένες από τις κατηγορίες. Παρέμειναν επίδικες η 1η κατηγορία, η οποία αφορά στο πλημμέλημα της οχλαγωγίας (άρθρα 70 και 72 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) και για την οποίαν διώκονται οι κατηγορούμενοι αρ. 6, 7 και 8, η 6η κατηγορία, η οποία αφορά στο αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης (άρθρο 244(β) του Κεφ. 154), για την οποίαν διώκεται ο κατηγορούμενος αρ. 6, και η 9η κατηγορία, η οποία αφορά στο αδίκημα της προτροπής σε πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους ή του θρησκεύματός τους (άρθρο 2Α του περί της Συμβάσεως περί της Εξαλείψεως Πάσης Μορφής Φυλετικής Διακρίσεως (Κυρωτικού) Νόμου του 1967, Ν.12/1967, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) για την οποίαν διώκεται ο κατηγορούμενος αρ. 9. Ως πρωτογενή γεγονότα, στοιχειοθετούντα τις επίδικες κατηγορίες, καταγράφονται, στο κατηγορητήριο, τα ακόλουθα: «Αρ. Κατηγορίας 1 ...................... ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος και 8ος κατηγορούμενος στις 05.11.2010 και περί ώρα 20:15 στη Λεωφ. Αθηνών στην Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας, συμμετείχαν σε οχλαγωγία δηλ. συναθροίστηκε με άλλα πρόσωπα, απέκοψαν τον δρόμο, διασάλευσαν την ειρήνη, φώναζαν και έριχναν καρέκλες». «Αρ. Κατηγορίας 6 ...................... ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο 6ος κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του δηλαδή του Αν. Λοχία 1083 Α. Ελευθερίου του ΟΥΛ.Α.Ε. Λάρνακας». «Αρ. Κατηγορίας 9 ...................... ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο 9ος κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην κατηγορία δεν της χρήσεως τηλεβόα φώναζε το σύνθημα «τσεκούρι και φωτιά στις ΚΙΣΑ τα σκυλιά» ενέργεια που προέτρεπε σε πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν μίσος ή βία κατά πρόσωπα, ομάδες προσώπων λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής ή θρησκεύματος». Παρενθετικώς σημειώνεται πώς η καταγραφή του αρνητικού μορίου «δεν» στις λεπτομέρειες αδικήματος της 9ης κατηγορίας προφανώς οφείλεται σε παραδρομή. Προφανώς η κατηγορούσα αρχή ηθέλησε τη χρήση της πρόθεσης «δια». Περαιτέρω, και εξ αρχής, σημειώνεται η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144 Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Η κατηγορούσα αρχή βαρύνεται να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και εάν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων τα οποία στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Οι κατηγορούμενοι αρ. 6 έως και 9 αρνούνται τις κατηγορίες οι οποίες παρέμειναν να τους αποδίδονται και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν ενόρκως ο λοχίας 3645 Μ. Αντωνίου (Μ.Κ.1), εξεταστής της υπόθεσης, ο αναπληρωτής λοχίας 1083 Α. Ελευθερίου (Μ.Κ.2), η Φωτεινή Λάρκου (Μ.Κ.3), Πρωτοκολλητής, η οποία υπηρετεί στο τμήμα ποινικών υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ο ειδικός αστυφύλακας 5961 Μ. Ιωάννη (Μ.Κ.4), ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) και ο λοχίας 1916 Γ. Χαραλάμπους (Μ.Κ.6). Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν έγγραφη και πραγματική μαρτυρία. Μέρος της έγγραφης μαρτυρίας καθώς και η πραγματική μαρτυρία, η οποία συνίσταται σε ψηφιακό δίσκο με εικόνες και πλάνα από τα διαδραματισθέντα στις 5.11.2010 (τεκμήριο 5), αφορούν κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης προς τις οποίες συναρτώνται συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Από την έγγραφη μαρτυρία αναφέρονται οι γραπτές καταθέσεις του λοχία 3645 Μ. Αντωνίου (Μ.Κ.1) (τεκμήριο 1), του αναπληρωτή λοχία 1083 Α. Ελευθερίου (Μ.Κ.2) (τεκμήριο 20), του ειδικού αστυφύλακα 5961 Μ. Ιωάννη (Μ.Κ.4) (τεκμήριο 23) και του λοχία Γ. Χαραλάμπους (Μ.Κ.6) (τεκμήριο 36), οι γραπτές καταθέσεις στην Αστυνομία του Δώρου Πολυκάρπου (Μ.Κ.5), ημερ. 11.11.2010 και 20.11.2010 (τεκμήρια 28 και 31, αντιστοίχως) και η γραπτή κατάθεση στην αστυνομία του Χρίστου Φουρλή (τεκμήριο 37). Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με την εκ συμφώνου προσαγωγή και κατάθεση, ως τεκμηρίου, της γραπτής κατάθεσης του Χρήστου Φουρλή στην Αστυνομία, ημερ. 09.11.2010 (τεκμήριο 37) και την κοινή δήλωση πώς αυτή είναι αληθής κατά περιεχόμενον. Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε, περαιτέρω, με την κοινή δήλωση πώς, αναφερόμενος, στο τεκμήριο 37, σε «εικόνες - πλάνα που έλαβ(ε) κατά την (05.11.2010»), ο Χρίστος Φουρλής εννοεί τις εικόνες και τα πλάνα τα οποία περιέχονται στο τεκμήριο 5. Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων αρ. 6, 7 και 8 ως, επίσης, και ο κατηγορούμενος αρ. 9, εισηγήθηκαν πως δεν εστοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οιουδήποτε. Αγορεύοντας εκ μέρους του κατηγορουμένου αρ. 6, ο κ. Ιωαννίδης υπεστήριξε πώς η μαρτυρία η οποία προσήχθηκε εν σχέσει με την ενοχή του πελάτη του παρουσιάζει «ρήγματα και κενά και αντιφάσεις», είναι κατασκευασμένη και μολυσμένη και στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό «που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε με την βάση αυτή να προχωρήσει με καταδίκη». Αγορεύοντας εκ μέρους του κατηγορουμένου αρ. 7, ο κ. Σοφρωνίου υπεστήριξε πώς η οπτική αναγνώριση του πελάτη του από τον Δώρο Πολυκάρπου (Μ.Κ.5), διαμέσου του τεκμηρίου 5, η οποία οδήγησε στην δίωξή του, παραβιάζει τα όσα η σχετική Αστυνομική Διαταγή 3/8, η Αγγλική απόφαση R. v. Turnbull
(1976)2 ALL E.R. 549 και η γνώμη του Αγγλικού Εφετείου επί της Attorney General's Reference (No 2 of 2002)
(2002)EWCA Crim 2373,
(2003)1 Cr. App. R. 21 ορίζουν. Πρόκειται για οπτική αναγνώριση η οποία δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, συνέχισε ο κ. Σοφρωνίου, ακόμη και εάν θεωρηθεί πώς ο κατηγορούμενος αρ. 7 εμφανίζεται στο τεκμήριο 5, ουδεμία μαρτυρία επαρουσιάσθηκε η οποία να τείνει να καταδείξει ότι αυτός «συναθροίστηκε με άλλα πρόσωπα, απέκοψ(ε) τον δρόμο, διασάλευσ(ε) την ειρήνη, φώναζ(ε) και έριχν(ε) καρέκλες», ως οι άδικες πράξεις που του αποδίδονται δια του κατηγορητηρίου. Αγορεύοντας εκ μέρους του κατηγορουμένου αρ. 8, ο κ. Νεοφύτου υπεστήριξε πώς η προσκομισθείσα μαρτυρία παρουσιάζει κενό εν σχέσει με δύο συστατικά στοιχεία του πλημμελήματος της οχλαγωγίας: το συστατικό στοιχείο της συνάθροισης πέντε ή περισσότερων προσώπων και το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης των συναθροισθέντων να διαπράξουν κάποιο ποινικό αδίκημα ή της πρόθεσης αυτών να εκτελέσουν κάποιο κοινό σκοπό. Τέλος, αγορεύοντας, ο κατηγορούμενος αρ. 9 υπεστήριξε, μεταξύ άλλων, πώς ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία υπάρχει η οποία να τον παρουσιάζει να εκφωνεί το σύνθημα «τσεκούρι και φωτιά στις ΚΙΣΑ τα σκυλιά» ή να τον συνδέει με το σύνθημα αυτό και, πως, εν πάση περιπτώσει, το σύνθημα αυτό δεν δύναται να θεμελιώσει το αδίκημα της προτροπής σε πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων, εν τη εννοία του άρθρου 2Α του Ν. 12/
  1. Αντίθετες θέσεις υπεστήριξε ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής. Ο κ. Παπανικολάου υπεστήριξε πως η μαρτυρία του αναπληρωτή λοχία Α. Ελευθερίου (Μ.Κ.2), του ειδικού αστυφύλακα 5961 Ν. Ιωάννη (Μ.Κ.4) και του λοχία 1916 Γ. Χαραλάμπους (Μ.Κ.6) στοιχειοθετούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου αρ.6, η δε μαρτυρία του Δώρου Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) καθώς και τα όσα ο ψηφιακός δίσκος (τεκμήριο 5) παρουσιάζει στοιχειοθετούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αρ. 7, 8 και
  2. Αναφερόμενος στην αποδεικτική δύναμη του τεκμηρίου 5, ο κ.Παπανικολάου υπεστήριξε πως ένας ψηφιακός δίσκος, ως το τεκμήριο αυτό, ο οποίος παρήχθηκε με τη χρήση ειδικού ηλεκτρονικού υπολογιστή και στον οποίον μετεφέρθηκαν εικόνες και πλάνα που κατεγράφηκαν σε βιντεοκασέτα (τεκμήριο 37), δύναται να αποδείξει τη διάπραξη ορισμένου αδικήματος καθώς, επίσης, και την ταυτότητα του δράστη. Όσον αφορά στην οπτική αναγνώριση των κατηγορουμένων αρ. 7, 8 και 9, διαμέσου του ψηφιακού δίσκου (τεκμήριο 5), ο κ. Παπανικολάου υπεστήριξε πώς αυτή έχει αποδεικτική βαρύτητα γιατί ο ψηφιακός δίσκος αποτελεί «real evidence». Η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α. ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» ................................. Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Τα επίδικα αδικήματα καθώς και ιδιαίτερες πτυχές τους, οι οποίες εδώ ενδιαφέρουν, παρουσιάζονται ως ακολούθως: Επί τη βάσει του άρθρου 70 του Κεφ.154, οχλαγωγία αποτελεί (α) η παράνομη συνάθροιση πέντε ή περισσότερων προσώπων, (β) οι οποίοι συναθροίστηκαν με πρόθεση να διαπράξουν ποινικό αδίκημα ή να εκτελέσουν κάποιον κοινό σκοπό, (γ) οι οποίοι συμπεριφέρονται κατά τρόπον ώστε να δημιουργείται στους παρευρισκομένους εύλογος φόβος περί συνάθροισης με σκοπό τη διασάλευση της ειρήνης ή οι οποίοι ασκόπως και χωρίς επαρκή λόγο προκαλούν άλλους σε διασάλευση της ειρήνης και (δ) αυτή η παράνομη συνάθροιση άρχισε να επιτελεί το σκοπό της, είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής φύσης, για διασάλευση της ειρήνης και για πρόκληση τρόμου στο κοινό. Η συνάθροιση είναι παράνομη εάν συντρέχουν τα ανωτέρω, ακόμη και εάν αυτή ξεκίνησε ως νόμιμη. Η δίωξη για οχλαγωγία προκρίνεται στις περιπτώσεις εξαιρετικής σοβαρότητας όπου οι συνήθεις δυνάμεις του νόμου και της τάξης έχουν καταρρεύσει, όπου εξ αιτίας της σφοδρότητας των επιθέσεων εναντίον των αστυνομικών και άλλων πολιτειακών αρχών, η κανονική πρόσβαση των υπηρεσιών επείγουσας ανάγκης παρεμποδίζεται από τον όχλο, και όπου η έκταση και η βιαιότητα της αταξίας προκαλεί στο κοινό μεγάλη αναστάτωση και φόβο. Η δίωξη για οχλαγωγία προκρίνεται στις περιπτώσεις όπου η βία είναι δυνατόν να επηρεάσει σημαντικά έναν μεγάλο αριθμό προσώπων, τα οποία δεν συμμετέχουν στα επεισόδια, για μεγάλο χρονικό διάστημα και όπου μεγάλης κλίμακας οργανωμένες ή αυθόρμητες πράξεις βίας στρέφονται εναντίον προσώπων και ή περιουσίας. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Smith and Hogan, Criminal Law, 12th edition, Oxford University Press, 2008, σελ. 1064: «Riot is intended for exceptionally serious cases . In making the decision to prosecute for riot, the CPS charging standards suggest that riot might be appropriately be charged where: «the normal forces of law and order have broken down; due to the intensity of the attacks on police and other civilian authorities, normal access by emergency services is impeded by mob activity; due to the scale and ferocity of the disorder, severe disruption and fear is caused to members of the public; the violence carries with it the potential for a significant impact upon a significant number of non-participants for a significant length of time; organized or spontaneous large scale acts of violence on people and/or property». Για την ικανοποίηση του συστατικού στοιχείου της συνάθροισης τουλάχιστον πέντε προσώπων δεν απαιτείται τα πρόσωπα αυτά να είναι συγκατηγορούμενοι, ούτε απαιτείται τα πρόσωπα αυτά να κατονομάζονται στο κατηγορητήριο. Καταδίκη ενός οχλαγωγήσαντος δυνατόν να υπάρξει ακόμη και εάν οι άλλοι οχλαγωγήσαντες δεν εδιώχθηκαν και/ή δεν κατεδικάσθηκαν. Όμως, σε κάθε περιπτωση, η κατηγορούσα αρχή οφείλει να παρουσιάσει μαρτυρία για το γεγονός πώς πέντε ή περισσότερα πρόσωπα συναθροίσθηκαν και παρέμειναν μαζί στην σκηνή έχοντας σκοπό να διαπράξουν συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα ή να εκτελέσουν κάποιον συγκεκριμένο κοινό σκοπό. Η καταδίκη του διωχθέντος οχλαγωγήσαντος προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την στοιχειοθέτηση του γεγονότος πώς αυτός είχε κοινή πρόθεση με τουλάχιστον άλλα τέσσερα πρόσωπα τα οποία ευρίσκοντο μαζί του στη σκηνή. Η συνδρομή του συστατικού στοιχείου της πρόθεσης διάπραξης ποινικού αδικήματος ή εκτέλεσης κοινού σκοπού δυνατόν να συνάγεται από τη συμπεριφορά του οχλαγωγήσαντος. Είναι δε προτιμότερο αυτό το ποινικό αδίκημα ή αυτός ο κοινός σκοπός να προσδιορίζονται στο κατηγορητήριο. Όμως, ακόμη και εάν αυτό δεν συμβαίνει, σε κάθε περίπτωση η κατηγορούσα αρχή οφείλει, κατά την ακρόαση, να προσδιορίσει το εκάστοτε ποινικό αδίκημα ή τον εκάστοτε κοινό σκοπό (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Halsbury's Laws of England, Forth Edition, 2006 Reissue, παρα. 555, ιδίως, σημ. 2, Blackstone's Criminal Practice, 2004, παρά. Β.11.17 επ., Β.11.22, Β.11.31, Β.11.32 και Β.11.37 και Smith and Hogan (ανωτέρω), σελ. 1065-6). Όσον αφορά στη δυνατότητα καταδίκης οχλαγωγήσαντος, παρά την απαλλαγή και την αθώωση συγκατηγορουμένων του, παρατίθεται, για ανάλογη εφαρμογή, το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Mahroof
(1989)88 Cr. App. R. 317, 318, η οποία αφορά στο συναφές αδίκημα της βίαιης διατάραξης της δημόσιας τάξης (violent disorder): «... the question posed being whether, where three defendants were indicted together for an offence of violent disorder contrary to section 2 of the Public Order Act 1986 and following unanimous verdicts of a jury that two of the defendants were not guilty of the charge, was the jury entitled in law to convict the remaining defendant of the offence charged provided the jury had been directed that they must be satisfied that the latter defendant was one of three or more persons who were present together using or threatening violence within the meaning of section 2: .. the conviction of a defendant of an offence against section 2 of the Public Order Act 1986 was subject to two qualifications:
(1)that there was evidence before the jury that there were three people involved in the criminal behavior, though not necessarily named in the indictment; and
(2)that the defense were apprised of what it was they had to meet .» Διαπράττει το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης (άρθρο 244(β) του Κεφ. 154) όποιος επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένως παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του ή άλλον ο οποίος παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης. Τέλος, διαπράττει το διαγραφόμενο, από το άρθρο 2Α του Ν. 12/1967, αδίκημα όποιος δημοσίως, είτε προφορικώς είτε διαμέσου του τύπου ή γραπτών κειμένων ή εικονογραφήσεων ή άλλως πως, προτρέπει σε πράξεις δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους ή λόγω του θρησκεύματός τους. Η μαρτυρία την οποίαν επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή συνοψίζεται ως ακολούθως: Ο λοχίας 3645 Μ. Αντωνίου (Μ.Κ.1) εδήλωσε πως ανέλαβε ως ο εξεταστής της υπόθεσης την επομένη της εκδήλωσης των επίδικων επεισοδίων, δηλ. στις 6.11.
  1. Δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των επίδικων επεισοδίων. Τα όσα αποδίδει στους κατηγορουμένους αρ. 6, 7, 8 και 9 και η τελική εισήγησή του περί της δίωξής τους βασίζονται στο περιεχόμενο γραπτών καταθέσεων, οι οποίες ελήφθηκαν σχετικώς, καθώς, επίσης, και στο περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου (τεκμήριο 5). Παρακολουθώντας το ψηφιακό δίσκο (τεκμήριο 5) ο μάρτυς «διεπίστωσ(ε)» ότι ο κος Παναγιώτης Κλεοβούλου χρησιμοποιώντας τηλεβόα και όντας μεταξύ των προσώπων που προπορεύονταν και ηγούνταν της πορείας των μελών του Κ.Ε.Α. φώναζε «Τσεκούρι και φωτιά στης Κ.Ι.Σ.Α. τα σκυλιά» .... . Επίσης, από τα πλάνα που υπάρχουν στο (ψηφιακό δίσκο) .. αναγνώρισ(ε) τους Τριαντάφυλλο Καπελάρη και Χριστόφορο Τσαγγαρίδη οι οποίοι έριξαν καρέκλες και ήταν η αρχή που ξεκίνησε το ρίξιμο καρεκλών και πετρών εκατέρωθεν» (τεκμήριο 1). Εκτός από τους κατηγορουμένους αρ. 7 και 8 ο μάρτυς εκατηγόρησε γραπτώς, για το αδίκημα της οχλαγωγίας, τον Yousef Alasaad. Κατά την αντεξέτασή του, ο λοχίας 3645 Μ. Αντωνίου (Μ.Κ.1) διευκρίνισε τα εξής ουσιώδη γεγονότα: Πρώτον, οι κατηγορούμενοι αρ. 7, 8 και 9 δεν συνελήφθησαν στη σκηνή των επίδικων επεισοδίων και ούτε ελήφθηκε από αυτούς κατάθεση. Οι κατηγορούμενοι αρ. 7, 8 και 9 εκατηγορήθησαν απευθείας, κληθέντες αργότερα στον αστυνομικό σταθμό. Δεύτερον, πριν από την εκδήλωση των επίδικων επεισοδίων και πριν τους απαγγείλει γραπτές κατηγορίες ο ίδιος δεν εγνώριζε τους κατηγορουμένους αρ. 7 και
  2. Προχώρησε στην εισήγηση για την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων αρ. 7 και 8 αφού, παρακολουθώντας το ψηφιακό δίσκο (τεκμήριο 5) μαζί με τον Δώρο Πολυκάρπου (Μ.Κ. 5), ο τελευταίος τους ανεγνώρισε και τους κατωνόμασε. Ο αναπληρωτής λοχίας αρ. 1083 Α. Ελευθερίου (Μ.Κ.2) εδήλωσε πως το βράδυ της 5.11.2010, ευρισκόμενος με συναδέλφους του σε καθήκον στο χώρο όπου εξελίχθηκαν τα επίδικα επεισόδια «εντόπισ(ε) μέσα στον όχλο ...... (τον κατηγορούμενο αρ.6) ..... να ρίχνει πέτρες προς το μέρος (τους) φωνάζοντας ταυτόχρονα «μπάτσοι είστε ναζί». Αμέσως πήγ(ε) προς το μέρος του, και προσπαθώντας να του αποσπάσ(ει) από τα χέρια του τις πέτρες, αυτός (τον) έσπρωξε στο στήθος φτύνοντας (του) σε όλο (του) το σώμα. Στην προσπάθεια (του) να τον συλλάβ(ει) για τα αδικήματα της οχλαγωγίας, επίθεσης, δημόσιας εξύβρισης αφού προηγουμένως του επέστησ(ε) την προσοχή του στο νόμο και απάντησε «γαμώ σε ρε φασίστα», αντιστεκόταν πολύ έντονα, αλλά στο τέλος χρησιμοποιώντας υπό τις περιστάσεις την ανάλογη βία, του πέρασ(ε) χειροπέδες και με τη βοήθεια των Αστ. 1916 και Αστ. 5961 που ήταν στο μέρος, τον μετάφερ(αν) στην αστυνομική κλούβα όπου τον παρέδωσ(ε) στον Αστ. 2752 ..» (τεκμήριο 20). Ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5), εκτελεστικός διευθυντής της Κ.Ι.Σ.Α., εδήλωσε, κατά την κυρίως εξέτασή του, πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο ευρίσκετο στην περιοχή των φοινικούδων στη Λάρνακα εφ΄ όσον εκεί ελάμβανε χώρα το φεστιβάλ «Rainbow», συνδιοργανώτρια του οποίου ήταν η Κ.Ι.Σ.Α. «Τα επεισόδια άρχισαν από ότι (τον) ..... πληροφόρησαν, στην εξέδρα, όταν δύο άτομα ο Τριατάφυλλος Καπελάρης ... και ένα δεύτερο άτομο που ήταν μάλλον κοντός πιο γεροδεμένος, με κότσο, λίγο φαλακρός πέταξαν καρέκλες προς τους Παλαιστινίους ...» (δείτε στο τεκμήριο 28). Το δεύτερο αυτό πρόσωπο ονομάζεται Χριστόφορος Τσαγγαρίδης (τεκμήριο 31). Επίσης, τρίτο πρόσωπο φώναζε, διαμέσου τηλεφόβα, «τσεκούρι και φωτιά στις Κ.Ι.Σ.Α. τα σκυλιά», «έξω οι ξένοι από την Κύπρο» και «έξω οι Εβραίοι από την Κύπρο» (τεκμήριο 31). Αντεξετασθείς από τον κατηγορούμενο αρ. 6, ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) εδήλωσε πώς τον γνωρίζει από προηγούμενες εκδηλώσεις της Κ.Ι.Σ.Α. Προσέθεσε πώς ο κατηγορούμενος αρ. 6 είναι «ένα(ς) άνθρωπο(ς) ο οποίος ερχόταν στις εκδηλώσεις της Κ.Ι.Σ.Α. για σκοπούς αλληλεγγύης» και πώς «τον έβλεπ(ε) πίσω από ένα stand για ποτά και φαγητά». Αντεξετασθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου αρ. 7 και αναφερόμενος στην Κ.Ι.Σ.Α., ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) εδήλωσε πως πρόκειται για «μη κυβερνητική οργάνωση (η οποία) ιδρύθηκε με βάση τον περί Σωματείων Νόμο και σκοπό έχει, μέσα από την δράση της στην ουσία να προωθήσει την ισότητα όλων των ανθρώπων που βρίσκονται στη χώρα». Περαιτέρω, και ενώ προεβάλλετο, εντός της αιθούσης του Δικαστηρίου, το τεκμήριο 5, ο μάρτυς διευκρίνισε πώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ίδιος δεν ευρίσκετο στον χώρο όπου εξελίσσετο το ρίξιμο καρεκλών από παρευρισκομένους. Ούτε είχε οπτική επαφή με το χώρο αυτό. Τον επληροφόρησαν για το ρίξιμο καρεκλών άλλοι, οι οποίοι ήσαν παρόντες στην σκηνή. Μεταξύ των προσώπων που του έδωσαν πληροφορίες ήταν και ο πρόεδρος της Κ.Ι.Σ.Α. Δώρος Μιχαήλ. Διευκρίνισε, επίσης, πώς αναγνωρίζει και κατωνομάζει, ως τον κατηγορούμενο αρ. 7, έναν κουκουλοφόρο, ο οποίος εμφανίζεται σε διάφορες σκηνές στο τεκμήριο 5, επί τη βάσει πληροφόρησης από τρίτον. Δεν επιθυμεί να αποκαλύψει το όνομα αυτού του τρίτου γιατί δεν ξέρει εάν έχει την άδειά του και δεν ξέρει εάν έχει νομική υποχρέωση να το πράξει. Ο ίδιος δεν εγνώριζε προηγουμένως τον κατηγορούμενο αρ.
  3. Μετά από επανειλημμένες προβολές του τεκμηρίου 5 και κληθείς, από τον κ. Σοφρωνίου, να περιγράψει τις κινήσεις του κουκουλουφόρου και να εξηγήσει γιατί θεωρεί πώς οι κινήσεις αυτές συνιστούν ρίξιμο καρεκλών ο μάρτυς εδέχθηκε πώς στο τεκμήριο 5 δεν παρουσιάζεται ξεκάθαρη μία τέτοια κίνηση. Όμως, επέμεινε πώς ο κατηγορούμενος αρ. 7 έριξε καρέκλες γιατί αυτό «φαίνεται στα δικά (τους) πλάνα», και γατί αυτό αναφέρει «η δική (του) πληροφόρηση». Ας σημειωθεί πώς αυτά τα δεύτερα «πλάνα» δεν κατετέθησαν, ως τεκμήριο, ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντεξετασθείς από τον κατηγορούμενο αρ. 9, ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) επέμεινε πώς υπήρξε αυτόπτης και αυτήκουος μάρτυρας όταν αυτός εφώναζε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το σύνθημα «τσεκούρι και φωτιά στης Κ.Ι.Σ.Α. τα σκυλιά». Τέλος, αντεξετασθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου αρ. 8, και ερωτηθείς «.... σε τι ακριβώς εξυπηρετεί η Κ.Ι.Σ.Α.», ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) απήντησε επί λέξει: «Είναι μη κυβερνητική οργάνωση η οποία βασίζεται στην αρχή ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και ενεργού συμμετοχής στην κοινωνία ανεξαρτήτως της διαφορετικότητας. Έχει διάφορες μορφές δράσης οι οποίες είναι και οι πολιτιστικές δράσεις όπως είναι και το φεστιβάλ Rainbow». Κατά την επανεξέτασή του, ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) επανέλαβε πώς τα όσα ανέφερε ως αξιόποινες ενέργειες των κατηγορουμένων αρ. 7 και 8 βασίζονται, πρώτον, στην πληροφόρηση την οποίαν έλαβε από τον Πρόεδρο της Κ.Ι.Σ.Α., και, δεύτερον, στα όσα ο ίδιος αντιλαμβάνεται παρακολουθώντας το τεκμήριο
  4. Ο Πρόεδρος της Κ.Ι.Σ.Α., συνέχισε ο μάρτυς, εμφανίζεται στο τεκμήριο 5 να ευρίσκεται, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πίσω από τους κατηγορούμενους αρ. 7 και
  5. Ο ειδικός αστυφύλακας 5961 Μ. Ιωάννη (Μ.Κ.4) και ο λοχίας 1916 Γ. Χαραλάμπους (Μ.Κ.6) ανεφέρθηκαν στη σύλληψη του κατηγορουμένου αρ. 6 (τεκμήρια 23 και 36, αντιστοίχως). Οι μάρτυρες αυτοί επέμειναν πώς τον κατηγορούμενο αρ. 6 συνέλαβε ο αναπληρωτής λοχίας 1083 Α. Ελευθερίου (Μ.Κ.2). Ο ψηφιακός δίσκος (τεκμήριο 5), παρουσιάζει, ως εδηλώθηκε από κοινού, εικόνες και πλάνα ληφθέντα από τα επίδικα επεισόδια. Ο δίσκος αυτός αποτελεί πραγματική μαρτυρία (real evidence), δηλαδή «... απτη ( ) μαρτυρία ( ) που ομιλεί αφ΄εαυτής ..... δηλαδή (μαρτυρία) τέτοιας φύσης που από μόνη της δίνει πληροφορίες ευκόλως παρατηρούμενες από το Δικαστήριο ....» (απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.ά.
(2010)2 ΑΑΔ 94, 136). Σε εικόνες και πλάνα του τεκμηρίου 5 εμφανίζονται τα εξής: (α) Ο κατηγορούμενος αρ. 8 ευρίσκεται, μαζί με άλλους, πίσω από άσπρες απλές καρέκλες, του είδους που χρησιμοποιούνται κυρίως, σε υπαίθριες εκδηλώσεις. Ο κατηγορούμενος αρ. 8 παρουσιάζεται να παίρνει μία από τις καρέκλες αυτές και να την πετά προς τα εμπρός. Η κίνηση αυτή του κατηγορουμένου αρ. 8 δεν φαίνεται να στοχεύει οιονδήποτε και ούτε χαρακτηρίζεται από βιαιότητα (β) Ο κατηγορούμενος αρ. 6 κινείται ήσυχα και ήρεμα εν μέσω πλήθους και σε ουδεμία πράξη απότομη ή βίαιη προβαίνει. (γ) Ο κατηγορούμενος αρ. 9 κινείται εν μέσω πλήθους και κρατεί τηλεβόα. (δ) Ο κουκουλοφόρος, ο οποίος κατωνομάζεται από το Δώρο Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) ως ο κατηγορούμενος αρ. 7, κινείται εν μέσω πλήθους και σε κάποια πλάνα παρουσιάζεται να ευρίσκεται πλησίον του κατηγορουμένου αρ. 8. Ο κουκουλοφόρος δεν παρουσιάζεται να προβαίνει σε οιαδήποτε απότομη ή βίαιη πράξη. Μελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία σε συνάρτηση με τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων και επί τη βάσει του κριτηρίου της ποιότητάς της. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Επειδή στα πλάνα και τις εικόνες του τεκμηρίου 5 το πρόσωπο του κατηγορουμένου αρ. 7 δεν παρουσιάζεται ευκρινώς, δηλαδή δεν παρουσιάζεται κατά τρόπον ώστε αυτό να διακρίνεται καθαρά και με ασφάλεια, κατά τρόπον ώστε αυτό να προσλαμβάνεται εύκολα και με ασφάλεια, η μαρτυρία την οποίαν το τεκμήριο αυτό παρέχει, δεν αποτελεί «απτή ( ) μαρτυρία ( ) που ομιλεί αφευατής» και ούτε αποτελεί μαρτυρία «τέτοιας φύσης που από μόνη της δίνει πληροφορίες ευκόλως παρατηρούμενες από το Δικαστήριο» (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.α. (ανωτέρω) 136) όσον αφορά στην αναγνώριση του εν λόγω κατηγορουμένου. Συνεπώς, για την αναγνώριση του κατηγορουμένου αρ. 7 ως οχλαγωγήσαντος, καθοριστική είναι η μαρτυρία του Δώρου Πολυκάρπου (Μ.Κ.5). Υπενθυμίζεται πώς ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5), ο οποίος, ως ο ίδιος ομολογεί, δεν υπήρξε αυτόπτης ή αυτήκουος μάρτυρας της αδικοπραγίας η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο αρ. 7 και ο οποίος, ως ο ίδιος ομολογεί, δεν εγνώριζε προηγουμένως το πρόσωπο αυτό, προέβηκε στην επίδικη αναγνώριση επί τη βάσει πληροφόρησης από τρίτον. Η μαρτυρία του Δώρου Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) επί του ζητήματος της αναγνώρισης του κατηγορουμένου αρ. 7 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία η οποία, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, θα εδύνατο να έχει αποδεικτική βαρύτητα. Όμως, εν προκειμένω, η μαρτυρία αυτή δεν δύναται να ληφθεί υπ΄ όψιν εφ΄ όσον παραβιάζει θεμελιώδη κανόνα απόδειξης. Συγκεκριμένα, υποδεικνύεται πώς η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει, ενώπιον του Δικαστηρίου, το τρίτο πρόσωπο το οποίο, κατ΄ ισχυρισμόν, ανεγνώρισε τον κατηγορούμενο αρ. 7 ως τον εμφανιζόμενο στο τεκμήριο 5 κουκουλοφόρο και το οποίο επληροφόρησε σχετικώς τον Δώρο Πολυκάρπου (Μ.Κ.5), παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή του δικαϊκού μας συστήματος σύμφωνα με την οποίαν «έκαστος κατηγορούμενος δικαιούται να αντικρίσει και να αντικρούσει τον κατήγορο του, καθώς και όλους τους μάρτυρες του. Με συνακόλουθο, βέβαια το δικαίωμα αντεξέτασης ως τον κλασσικό τρόπο ανίχνευσης της αλήθειας» (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.α. (ανωτέρω), σελ. 133). Το εγχείρημα της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει την ταυτότητα του κατηγορουμένου αρ. 7 δια της εξ ακοής μαρτυρίας του Δώρου Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) δεν είναι νομικώς αποδεκτό και αποτυγχάνει εφ΄ όσον, πρώτον, δεν ελέχθηκε ότι συντρέχει αντικειμενική αδυναμία προσαγωγής, ενώπιον του Δικαστηρίου, του προαναφερθέντος τρίτου και δεύτερον, αυτός ο τρίτος παραμένει άγνωστος με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος αρ. 7 να στερείται της δυνατότητας αντεξέτασης ενός υπαρκτού, ικανού και εξαναγκάσιμου (εφ΄ όσον δεν ελέχθηκε το αντίθετο) κρίσιμου μάρτυρα. Παρατίθεται, σχετικώς, το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.α. (ανωτέρω) σελ. 133 επ.: «Στο ακολουθούμενο σύστημα αντιπαράθεσης που λαμβάνεται στην Κύπρο, προερχόμενο και εδραζόμενο επί του αντίστοιχα θεμελιωμένου Αγγλοσαξωνικού συστήματος κοινοδικαίου, αποτελεί ύψιστη και θεμελιώδη αρχή ότι έκαστος κατηγορούμενος δικαιούται να αντικρύσει και να αντικρούσει τον κατήγορο του καθώς και όλους τους μάρτυρες του. Με συνακόλουθο βέβαια το δικαίωμα αντεξέτασης ως τον κλασσικό τρόπο ανίχνευσης της αλήθειας. Στις συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης, η προσπάθεια απόδειξης της αυθεντικότητας (της βινταιοταινίας) ... με την εξ ακοής μαρτυρία μεταφοράς της θέσης του παραγωγού, δεν είναι νομικά αποδεκτή για τους πιο κάτω λόγους: Κατ΄ αρχάς δεν ήταν περίπτωση που ήταν εξ αντικειμένου αδύνατη η παρουσίαση του παραγωγού ως μάρτυρα. Ο εκφρασθείς δια στόματος του Γενικού Εισαγγελέα, φόβος του άγνωστου παραγωγού δεν αποτελούσε κατά νόμο αποδεκτό λόγο μη παρουσιάσης του ως μάρτυρα. Δεν υπάρχει τέτοια νομοθετική πρόνοια στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 ούτε μετά την ομολογουμένως ευρεία τροποποίηση του αποκλεισμού του εξ ακοής κανόνα με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 32 (I)/04. Πρόνοια για προστασία μάρτυρα λόγω φόβου, που εξυπακούει βέβαια την λήψη κατάθεσης του στη δίκη, υπάρχει στον περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμο αρ. 95(I)/2001... Κατά δεύτερο λόγο, επί υπαρκτού και κατά τα άλλα ικανού, αλλά και εξαναγκάσιμου προσώπου να καταθέσει ως μάρτυρας, δεν είναι νοητή η μη προσαγωγή του ως μάρτυρα ή η μη προσφορά του προς αντεξέταση, κατ΄επιλογή της κατηγορούσας αρχής, αποστερώντας έτσι την υπεράσπιση από το δικαίωμα άσκησης της αντεξέτασης ..... Το τι συζητείται σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι το περιέχομενο της πιθανής αντεξέτασης, αλλά αυτό καθ΄ αυτό το δικαίωμα και η παροχή δυνατότητας προς αντεξέταση τα οποία και σαφώς αποστέρησε η κατηγορούσα αρχή από τους κατηγορουμένους εφόσον ο παραγωγός παρέμεινε άγνωστος από την αρχή μέχρι το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας. Το γεγονός ότι υπήρχε διαθέσιμη από την κατηγορούσα αρχή και άλλη μαρτυρία που οδηγούσε σε ένδειξη ή απόδειξη περί της αυθεντικότητας της βιντεοταινίας, δεν σήμαινε ότι η μη προσαγωγή του παραγωγού, υπό τις συνθήκες που επικράτησαν (με γνωστή δηλαδή την τυατότητα του στην κατηγορούσα αρχή) ήταν άνευ ετέρου και δικαιολογημένη». Η διαπίστωση περί του νομικώς μη αποδεκτού της εξ ακοής μαρτυρίας του Δώρου Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) όσον αφορά στο ζήτημα της αναγνώρισης του κατηγορουμένου αρ. 7 οδηγεί στην απόρριψη του κατηγορητηρίου εν σχέσει με αυτόν.
(2)Όμως, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πώς η εξ ακοής μαρτυρία του Δώρου Πολυκάρπου (Μ.Κ.5), όσον αφορά στο ζήτημα της αναγνώρισης του κατηγορουμένου αρ. 7, δεν παραβιάζει θεμελιώδη κανόνα απόδειξης, αυτή χαρακτηρίζεται ως πολύ χαμηλής ποιότητας και «στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (αρ. 7)» (Technotent K.Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου (ανωτέρω), 392). Υπενθυμίζεται πώς ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) προέβηκε σε αναγνώριση του άγνωστου κατηγορουμένου αρ. 7 διαμέσου ενός ψηφιακού δίσκου (τεκμήριο 5), μίας μεθόδου που προσομοιάζει στη μέθοδο αναγνώρισης προσώπου διαμέσου φωτογραφικών εικόνων. Επί του ζητήματος της αναγνώρισης προσώπου διαμέσου φωτογραφικών εικόνων της σκηνής του αδικήματος σχετική είναι η γνώμη του Αγγλικού Εφετείου επί της Attorney General's Reference (No 2 of 2002) (ανωτέρω). Στην αναφορά αυτή γίνεται ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας και ομαδοποίηση των περιπτώσεων στις οποίες είναι, κατ΄ αρχήν, ασφαλής η αναγνώριση προσώπου διαμέσου φωτογραφικών εικόνων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:
(1)Η φωτογραφική εικόνα είναι επαρκώς καθαρή και οι ένορκοι δύνανται να τη συγκρίνουν με τον κατηγορούμενο, ο οποίος ευρίσκεται στο εδώλιο.
(2)Ο μάρτυρας γνωρίζει τον κατηγορούμενο αρκετά καλά για να τον αναγνωρίσει ως τον αδικοπραγούντα ο οποίος απεικονίζεται.
(3)Ο μάρτυρας, ο οποίος δεν εγνώριζε τον κατηγορούμενο προηγουμένως, παρεκολούθησε για ώρα τις φωτογραφικές εικόνες της σκηνής και τις ανέλυσε και αφού, με τον τρόπο αυτό, απέκτησε ειδικές γνώσεις τις οποίες οι ένορκοι δεν διαθέτουν, δύναται να δώσει μαρτυρία για την αναγνώριση επί τη βάσει σύγκρισης μεταξύ αυτών των φωτογραφικών εικόνων και μίας ευλόγως πρόσφατης φωτογραφίας του κατηγορουμένου, νοουμένου ότι οι εικόνες και η φωτογραφία του κατηγορουμένου είναι διαθέσιμες και στους ενόρκους.
(4)Ο μάρτυρας, ο οποίος είναι καταλλήλως προσοντούχος στη χαρτογράφηση προσώπου, δύναται να δώσει γνώμη εμπειρογνώμονος για την αναγνώριση επί τη βάσει σύγκρισης μεταξύ εικόνων από την σκηνή και μίας ευλόγως πρόσφατης φωτογραφίας του κατηγορουμένου, νοουμένου ότι οι εικόνες και η φωτογραφία είναι διαθέσιμες και στους ενόρκους. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την Attorney General's Reference (No 2 of 2002) (ανωτέρω): «.... on the authorities there were at least four circumstances where, subject to the judicial discretion to exclude, evidence was admissible to show and, subject to appropriate directions in the summing-up, a jury could be invited to conclude, that the defendant committed the offence on the basis of photographic image from the scene of the crime:
(1)Where the photographic image was sufficiently clear, the jury could compare it with the defendant sitting in the dock ....
(2)Where a witness knew the defendant sufficiently well to recognize him as the offender depicted in the photographic image, he or she could give evidence of this ....
(3)Where a witness, who did not know the defendant, had spent time viewing and analyzing the photographic images from the scene, thereby acquiring special knowledge that the jury did not have, he or she could give evidence of identification based on a comparison between those images and a reasonably contemporary photograph of the defendant, provided that the images and the contemporary photograph where available to the jury ....
(4)Where the witness was suitably qualified in facial mapping he could give opinion evidence of identification based on a comparison between images from the scene (whether expertly enhanced or not) and a reasonably contemporary photograph of the defendant, provided both were available to the jury ... .» Εν προκειμένω, και επί τη βάσει της προσκομισθείσας, από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, ουδεμία από τις ασφαλιστικές δικλείδες, τις οποίες η Attorney General's Reference (ανωτέρω) καθορίζει προς το σκοπό αποσόβησης των κινδύνων που εμφιλοχωρούν στην αναγνώριση άγνωστου υπόπτου διαμέσου φωτογραφικών εικόνων ή ψηφιακού δίσκου, αναλόγως, συντρέχει. Συγκεκριμένα: (α) Η κουκούλα που καλύπτει το πρόσωπο της φιγούρας η οποία εμφανίζεται σε πλάνα και εικόνες του τεκμηρίου 5 και την οποίαν ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) αναγνωρίζει ως τον κατηγορούμενο αρ. 7, δεν επιτρέπει τη σύγκριση της φιγούρας αυτής με τον κατηγορούμενο. (β) Ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) ευθέως εδήλωσε πώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν εγνώριζε τον κατηγορούμενο αρ. 7. (γ) Ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) δεν ισχυρίσθηκε ότι διαθέτει κατάλληλα προσόντα ή ότι απέκτησε ειδικές γνώσεις τα οποία να του επιτρέπουν να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο αρ. 7 διαμέσου εικόνων και φωτογραφιών. Η διαπίστωση περί της πολύ χαμηλής ποιότητας της μαρτυρίας του Δώρου Πολυκάρπου (Μ.Κ.5), όσον αφορά στο ζήτημα της αναγνώρισης του κατηγορουμένου αρ. 7, οδηγεί στην απόρριψη του κατηγορητηρίου εν σχέσει με αυτόν.
(3)Όσον αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 6, 7 και 8, οι οποίοι αντιμετωπίζουν την κοινή κατηγορία περί οχλαγωγίας, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει τα συστατικά της συνάθροισης συγκεκριμένων πέντε ή περισσότερων προσώπων με πρόθεση να διαπράξουν συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα ή να εκτελέσουν κάποιον συγκεκριμένο κοινό σκοπό. Είναι, βεβαίως, γεγονός πώς σε εικόνες και πλάνα του τεκμηρίου 5 οι κατηγορούμενοι αρ. 6 και 8 καθώς επίσης και ο κουκουλοφόρος, ο οποίος αναγνωρίζεται, από το Δώρο Πολυκάρπου (Μ.Κ.5), ως ο κατηγορούμενος αρ. 7, παρουσιάζονται να κινούνται σε χώρο όπου ευρίσκονται και άλλοι και όπου υπάρχει αταξία και εκδηλώνονται συμπλοκές. Όμως, η πραγματική αυτή μαρτυρία (το τεκμήριο 5) δεν πληροφορεί για τα, απαραίτητα να στοιχειοθετηθούν, γεγονότα πώς συγκεκριμένοι άλλοι συναθροίστηκαν με τους τρεις κατηγορούμενους και παρέμειναν στη σκηνή έχοντας σκοπό να διαπράξουν συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα ή να εκτελέσουν συγκεκριμένο κοινό σκοπό. Ούτε επί τη βάσει των όσων κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι μάρτυρες κατηγορίας προκύπτει σχετική πλήρης μαρτυρία. Η κατηγορούσα αρχή περιορίσθηκε και αρκέστηκε στην παρουσίαση μαρτυρίας σύμφωνα με την οποίαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι τρεις αυτοί κατηγορούμενοι ευρίσκοντο στην περιοχή όπου εξελίχθηκαν συμπλοκές, «διασάλευσαν την ειρήνη, φώναζαν και έριχναν καρέκλες». Η μαρτυρία αυτή είναι ελλειπτική. Για τη στοιχειοθέτηση του διαγεγραμμένου, από το άρθρο 70 του Κεφ. 154, αδικήματος απαιτείται η παρουσίαση μαρτυρίας η οποία να αντιστοιχεί και να στοιχειοθετεί καθ΄ ένα από τα συστατικά του αδικήματος τα οποία ο νομοθέτης, κατά τρόπον σαφή και δεσμευτικό, καθόρισε. Το πλημμέλημα της οχλαχωγίας δεν διαπράττεται με μόνη τη διασάλευση της ειρήνης, τις φωνασκίες και το ρίξιμο καρεκλών. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί στην απόρριψη της 1ης κατηγορίας όσον αφορά στους κατηγορούμενους αρ. 6, 7 και 8.
(4)Ο Δώρος Πολυκάρπου (Μ.Κ.5) είναι ο μόνος μάρτυρας ο οποίος έδωσε πληροφορίες για την φυσιογνωμία, τους σκοπούς και τις δραστηριότητες της Κ.Ι.Σ.Α. Επί τη βάσει της μαρτυρίας αυτής η Κ.Ι.Σ.Α. αποτελεί μία «μη κυβερνητική οργάνωση (η οποία) ιδρύθηκε με βάση τον περί Σωματείων Νόμο και σκοπό έχει, μέσα από τη δράση της στην ουσία να προωθήσει την ισότητα όλων των ανθρώπων που βρίσκονται στη χώρα». Σύμφωνα με τον ίδιο μάρτυρα η Κ.Ι.Σ.Α. « ... βασίζεται στην αρχή ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και ενεργού συμμετοχής στην κοινωνία ανεξαρτήτως της διαφορετικότητας. Έχει διάφορες μορφές δράσης οι οποίες είναι και οι πολιτιστικές δράσεις όπως είναι το φεστιβάλ Rainbow». Ουδεμία μαρτυρία εδόθηκε η οποία να τείνει να καταδείξει πώς τα μέλη και ή οι φίλοι και ή οι υποστηρικτές της οργάνωσης αυτής συνδέονται με φυλετικό ή εθνικό ή θρησκευτικό δεσμό. Κατά συνέπειαν, το σύνθημα «τσεκούρι και φωτιά στης ΚΙΣΑ τα σκυλιά», για το οποίο εγκαλείται ο κατηγορούμενος αρ. 9, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει το διαγραφόμενο, από το άρθρο 2Α του Ν.12/1967, αδίκημα. Βεβαίως η φράση «τσεκούρι και φωτιά» (ή «φωτιά και τσεκούρι») δεν είναι ουδέτερη, ούτε αβλαβής ούτε ακίνδυνη. Πρόκειται για φράση η οποία δηλώνει «καταστροφές μεγάλης έκτασης, που προκαλούν επιδρομείς, συνήθως με σφαγές και εμπρησμούς» (δείτε στο Γ. Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 1998, υπό το λήμμα «τσεκούρι»). Έτσι, η προτροπή για τη χρήση «τσεκουριού και φωτιάς» εναντίον ομάδας προσώπων, ως τα μέλη και ή οι φίλοι και ή οι υποστηρικτές της Κ.Ι.Σ.Α., πράγματι, συνιστά προτροπή «σε πράξεις δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία» εναντίον της ομάδας αυτής. Όμως, δεν πρόκειται για προτροπή σε πράξεις δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά ομάδας προσώπων λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους ή λόγω του θρησκεύματος τους, ως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του διαγραφόμενου, από το άρθρο 2Α του Ν.12/1967, αδικήματος. Για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού απαραίτητη είναι και η στοιχειοθέτηση του γεγονότος πώς τα μέλη και ή οι φίλοι και ή οι υποστηρικτές της Κ.Ι.Σ.Α., εναντίον των οποίων στρέφεται το επίδικο σύνθημα, συνδέονται με φυλετικό ή εθνικό ή θρησκευτικό δεσμό. Συναφώς παρατηρείται πώς οι διατάξεις του άρθρου 2Α του Ν.12/1967 είναι ποινικές και ως τέτοιες δεν μπορούν να ερμηνευθούν διασταλτικά. Όπως αναφέρεται στην Ερμογένους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387, 391: «Πρόκειται άλλωστε περί ποινικής διάταξης και επομένως, όπου θα μπορούσαν, ενδεχομένως να υπάρξουν εναλλακτικές λύσεις, η διάταξη ερμηνεύεται περιοριστικά». Επί του ζητήματος της περιοριστικής ερμηνείας των ποινικών νομοθετικών διατάξεων γίνεται παραπομπή και στην απόφαση Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29. Οι διαπιστώσεις αυτές οδηγούν στην απόρριψη του κατηγορητηρίου όσον αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 9.
(5)Στο παρόν στάδιο και εξ όψεως κρινομένη η προσκομισθείσα, από την κατηγορούσα αρχή, μαρτυρία διαπιστώνεται πως αυτή επαρκεί για να καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντόν του κατηγορουμένου αρ. 6 όσον αφορά στην 6η κατηγορία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι κατηγορούμενοι αρ. 6, 7 και 8 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την 1η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αρ. 9 αθωώνεται και απαλλάσεται από την 9η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αρ. 6 καλείται σε απολογία όσον αφορά στην 6η κατηγορία. (Υπ.) .......... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.