Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Χρίστου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19123/12, 24/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19123/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον
- Ανδρέα Χρίστου
- Χρίστου Ψαρά Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Ν. Γεωργίου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, έχουν παραδεχθεί μία κατηγορία, ότι είχαν στην κατοχή τους 86.9314 γραμμάρια κάνναβης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 6
(1)
(2)του Πρώτου Πίνακα και Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77. Επίσης ο κατηγορούμενος 1 έχει παραδεχθεί και δεύτερη κατηγορία, ότι κατείχε την πιο πάνω ποσότητα κάνναβης με σκοπό να την προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30 και 31 του Νόμου 29/77. Υπάρχει και τρίτη κατηγορία την οποία έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος 1, ότι προμηθεύτηκε τη συγκεκριμένη ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών από τρίτο πρόσωπο. Η ποσότητα στην κατοχή των δύο κατηγορούμενων είναι σχεδόν τριπλάσια της ποσότητας που έχει ορίσει ο νομοθέτης ως ποσότητα όπου τεκμαίρεται ότι δεν μπορεί να καταναλωθεί από ένα πρόσωπο και έτσι κατέχεται με σκοπό την προμήθεια. Οι δύο κατηγορούμενοι είναι φίλοι. Κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος 2 μέρα μεσημέρι βρισκόταν σε καφενείο και αποδέχθηκε να μεταβεί με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 από τα Λειβάδια μέχρι τα Κοκκινοχώρια. Η ΥΚΑΝ είχε πληροφορία ότι πρόκειται να γίνει μεταφορά ναρκωτικών με το συγκεκριμένο όχημα και έτσι αναζήτησαν το όχημα. Περιπολικό της αστυνομίας εντόπισε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 και έγινε καταδίωξη του οχήματος για απόσταση περίπου τριών χιλιομέτρων μέχρι να υποχρεωθούν οι κατηγορούμενοι να σταματήσουν επειδή ήταν αδύνατον ενόψει της καταδίωξης να διαφύγουν. Την ώρα της καταδίωξης ο κατηγορούμενος 2 πέταξε τα ναρκωτικά από το παράθυρο του αυτοκινήτου. Τα ναρκωτικά ήταν μέσα σε ένα τσαντάκι. Ο κατηγορούμενος 1 αφαίρεσε τα ναρκωτικά από το τσαντάκι και τα έδωσε στον κατηγορούμενο 2 για να τα πετάξει. Επίσης μετά από έρευνα του οχήματος η αστυνομία εντόπισε ζυγαριά ακριβείας, του είδους που χρησιμοποιείται για να ζυγίζουν τα ναρκωτικά και οι επιστημονικές εξετάσεις έδειξαν ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε επαφή με την ζυγαριά. Ο κατηγορούμενος 1 ήταν από την ηλικία των 16 ετών χρήστης κάνναβης ενώ ο κατηγορούμενος 2 δεν έχει προϊστορικό με τα ναρκωτικά. Οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν τη διάπραξη των αδικημάτων και εξήγησαν την εμπλοκή τους στα αδικήματα. Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι είχε προμηθευτεί τα ναρκωτικά από άλλο πρόσωπο, αλλά αρνήθηκε να κατονομάσει το πρόσωπο αυτού για λόγους προσωπικής του ασφάλειας. Η ανάμιξη του κατηγορούμενου 2 στο αδίκημα, σύμφωνα με κατάθεση του που λήφθηκε αμέσως μετά τη σύλληψη, είναι ότι γνώριζε για την κατοχή και μεταφορά των ναρκωτικών την στιγμή που αποδέχθηκε, κατόπιν προτροπής του 1ου κατηγορούμενου, να τα πετάξει από το παράθυρο για να μην φανεί ότι ήταν στην κατοχή τους. Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης. Η εξήγηση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι οι ανακριτικές αρχές περίμεναν το αποτέλεσμα επιστημονικών εξετάσεων για να καταχωρήσουν την υπόθεση. Η υπόλοιπη καθυστέρηση οφείλεται κυρίως στις αναβολές που έχει ζητήσει η υπεράσπιση από το Δικαστήριο μετά την καταχώρηση της υπόθεσης. Υπάρχει σημαντική βελτίωση και μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 1 στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την διάπραξη του αδικήματος. Συγκεκριμένα, έχει καταβάλει προσπάθειες μέσω του Κέντρου Πολλαπλής Παρέμβασης για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Ο ψυχολόγος που τον παρακολουθεί τον χαρακτηρίζει ως άτομο που έχει ξεκινήσει να αναπτύσσει μηχανισμούς και αντιστάσεις για να αντιμετωπίσει το ζήτημα της απεξάρτησης. Ο κατηγορούμενος 2 έχει τελειώσει έκτακτο σχέδιο επιμόρφωσης ανέργων στην εκπαίδευση μεθόδων συγκολλήσεων επενδυμένου ηλεκτροδίου και έχει εργοδοτηθεί αναλόγως. Επίσης έχει προγραμματίσει να τελέσει γάμο με την συμβία του. Η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κατοχής ξηρής φυτική ύλης κάνναβης είναι μέχρι 8 χρόνια ποινή φυλάκισης. Για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια της ξηρής φυτικής ύλης, που αντιμετωπίζει μόνο ο κατηγορούμενος 1, η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι ποινή φυλάκισης διά βίου ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Επειδή όμως οι κατηγορούμενοι εκδικάζονται συνοπτικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή περιορίζεται στα πέντε χρόνια. Το εδάφιο
(4)του άρθρου 30 περιέχει κατευθυντήριες γραμμές για το Δικαστήριο σε σχέση με επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την επιβολή της ποινής. Οι παράγοντες που υπάρχουν στην παρούσα περίπτωση ως τα γεγονότα της υπόθεσης και πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι ως ακολούθως:
- Δεν υπάρχουν επιβαρυντικοί παράγοντες. Επιπρόσθετα εντοπίζω σειρά μετριαστικών στοιχείων που προδιαγράφονται ειδικά στο άρθρο 30 εδάφιο
- Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 λαμβάνω υπόψη ότι βοήθησε τον κατηγορούμενο 1 και ήταν κάτω από την επίδραση του κατηγορούμενου 1, τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ως συνοδηγός στο καταδιωκόμενο από την αστυνομία όχημα.
- Προθυμία του κατηγορούμενου 1 να υποβληθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης χρήσης κάνναβης. Ο συνήγορος του τόνισε ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών από την ηλικία των 16 ετών. Άλλοι μετριαστικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι ως ακολούθως:
- Παραδοχή. Σημειώνεται ότι το αδίκημα υπήρξε αυτόφωρο, όμως υπήρξε σχετική συνεργασία με την αστυνομία μετά τη σύλληψη των κατηγορούμενων. Ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε να κατονομάσει τον προμηθευτή του. Η παραδοχή τους είναι ισχυρός μετριαστικός παράγοντας ενόψει των πιο πάνω και επειδή έγινε αμέσως με γραπτή ομολογία στην αστυνομία.
- Λευκό Ποινικό Μητρώο.
- Προσωπικές συνθήκες. Κατηγορούμενος 1: Είναι 30 ετών και άνεργος. Προέρχεται από πολύ φτωχή οικογένεια η οποία συντηρείται με δημόσιο βοήθημα. Υπήρξε χρήστης ναρκωτικών από την ηλικία των 16 ετών. Το 2011 μετέβη στο Κέντρο Πολλαπλής Παρέμβασης των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας για απεξάρτηση. Κατηγορούμενος 2: Είναι 30 ετών και άνεργος. Διαμένει με τη σύντροφο του στην οικία των γονέων του. Παρακολουθεί για ένα χρόνο και καθημερινά πρόγραμμα εκπαίδευσης συγκολλητών λαμαρινών υψηλής πίεσης. Σημειώνεται ότι εκείνη την στιγμή αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 μετέφερε και διακινούσε ναρκωτικά στο αυτοκίνητο του. Όμως αυτό δεν μπορεί να είναι λόγος για διαφορετική μεταχείριση του κατηγορούμενου 2, ως πρόσωπο που βοήθησε στη μεταφορά και διακίνηση των ναρκωτικών επειδή αντιλήφθηκε πλήρως τι έκανε ο φίλος του εξαιτίας της αστυνομικής καταδίωξης. Όχι μόνο δεν τον εμπόδισε αλλά τον βοήθησε με το να πετάξει τα ναρκωτικά έξω από το παράθυρο. Αντιλήφθηκε ότι ο φίλος του ήταν μπλεγμένος με διακίνηση ναρκωτικών και τον βοήθησε. Το γεγονός ότι αποδέχθηκε να τον βοηθήσει υποδηλώνει ότι δεν έχει αισθητήριο ηθικής ή εμπάθεια για πιθανόν θύματα των πράξεων του. Υπήρξε καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων. Η κατηγορούσα αρχή επεξήγησε ότι δεν ήταν δυνατόν να καταχωρηθεί έγκαιρα η ποινική υπόθεση των κατηγορούμενων, παρά την άμεση παραδοχή τους, επειδή δεν είχαν συμπληρωθεί οι επιστημονικές εξετάσεις οι οποίες ήταν αναγκαίες για την καταχώρηση της υπόθεσης. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6739 και 6740, ημερομηνίας 27 Μαρτίου 2000, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξετάζει το ζήτημα της καθυστέρησης χωρίς αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα στους λόγους που διαπιστώνεται καθυστέρηση στην ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου. Όταν ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για την καθυστέρηση τότε παύει να έχει την ίδια σημασία η καθυστέρηση ως στοιχείο για την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Τσιολής ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7461, ημερομηνίας 8 Μαρτίου 2004). Στην παρούσα περίπτωση διαπιστώνω ότι οι κατηγορούμενοι ευθύνονται μόνο για μέρος της καθυστέρησης. Η μεγαλύτερη καθυστέρηση που υπάρχει οφείλεται στην αδυναμία των διωκτικών αρχών να εξασφαλίσουν πιο έγκαιρα τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων. Είναι σημαντική η καθυστέρηση επειδή στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τη διάπραξη του αδικήματος οι κατηγορούμενοι έχουν προχωρήσει τη ζωή τους και έχουν λάβει έμπρακτα μέτρα να αλλάξουν τις συνθήκες διαβίωσης τους που αποτέλεσαν αιτία να εμπλακούν σ' αυτά τα σοβαρά αδικήματα. Όμως η καθυστέρηση δεν ήταν τέτοιας μεγάλης διάρκειας, έχοντας υπόψη και την σοβαρότητα του αδικήματος, που να αναιρεί πλέον την ανάγκη επιβολής της ενδεδειγμένης ποινής για το αδίκημα. Το 2011 οι δύο κατηγορούμενοι πλησίαζαν προς το τέλος της τρίτης τους δεκαετίας. Δηλαδή, ήταν αρκετά ώριμοι να αντιληφθούν το σοβαρό και το επικίνδυνο των πράξεων τους και όμως επέλεξαν να παρανομήσουν. H παρούσα υπόθεση δεν ήταν απλή υπόθεση κατοχής μεσαίας ποσότητας ναρκωτικών. Για να συλληφθούν οι κατηγορούμενοι ακολούθησε εκτεταμένη αστυνομική καταδίωξη κατά την διάρκεια της οποίας οι κατηγορούμενοι διέφευγαν τη σύλληψη θέτοντας τους εαυτούς τους και τους αστυνομικούς που τους ακολουθούσαν σε κίνδυνο. Τέτοια συμπεριφορά δεν είναι συνηθισμένη παρά μόνο από πρόσωπα που έχουν διαπράξει σοβαρό αδίκημα και φοβούνται τη σύλληψη και τιμωρία περισσότερο από πιθανούς κινδύνους σε τέτοια καταδίωξη. Συνεπώς τα τρία χρόνια που έχουν περάσει δεν είναι τόσο σημαντικά σε σχέση με την ανάγκη όπως επιβληθεί μια ποινή που να κάνει μη ελκυστική την επικίνδυνη αλλά κερδοφόρα δραστηριότητα της διακίνησης και εμπορίας ναρκωτικών. Οι δυο δράστες γνώριζαν την ώρα που τους ακολουθούσε ισχυρή αστυνομική δύναμη ότι είχαν μπλέξει άσχημα, αλλά μέχρι και την υστάτη επιχείρησαν να διαφύγουν για να αποφύγουν τις συνέπειες των πράξεων τους. Ειδικά για τον κατηγορούμενο 1 μπορεί να λεχθεί ότι δεν είχε τη δύναμη να αντισταθεί στον πειρασμό, δηλαδή να διακινεί ναρκωτικά για να έχει όφελος πιθανόν για να συντηρεί την παράνομη δραστηριότητα του, τη χρήση ναρκωτικών. Ως πρόσωπο επιρρεπής στην παρανομία είναι επικίνδυνος για τον εαυτό του και για άλλους. Έχει κάνει γενναία διαβήματα απεξάρτησης, που είναι και η ρίζα του κακού, αλλά μέχρι και σήμερα δεν ομολόγησε ποιος του έδωσε τα ναρκωτικά ώστε να πείσει ότι αυτό το κομμάτι της ζωής του έχει τελειώσει οριστικά. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου 1 δεν έχουν μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό που να έχω πεισθεί ότι δεν πρόκειται ποτέ να ξαναπέσει στα ίδια λάθη. Θεωρώ ότι το στοιχείο της καθυστέρησης δεν επιδρά καταλυτικά στην επιλογή του τύπου της ποινής που θα του επιβληθεί διότι το αδίκημα έχει τέτοια σοβαρότητα και τέτοιες διαστάσεις που πρέπει να παταχθεί με αυστηρές ποινές . Η μόνη ενδεδειγμένη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 2 δεν δικαιολογούν απόκλιση από την ενδεδειγμένη ποινή. Ο κατηγορούμενος 2 μπορεί να έχει συνέπειες στην προσωπική του ζωή αλλά αυτός ο παράγοντας, αν και θεωρείται μετριαστικός παράγοντας, δεν μπορεί να αλλοιώσει τον χαρακτήρα της ποινής που θα του επιβληθεί (βλ. Σουτζιής ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 7290, ημερομηνίας 29.9.93). Δικαιολογείται πολύ πιο ήπια μεταχείριση του κατηγορούμενου 2 από τον κατηγορούμενο
- Ο φίλος του ήταν για χρόνια χρήστης ναρκωτικών. Δεν μπορεί να μην υποψιάστηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά όταν ο φίλος του τού είπε και χωρίς συγκεκριμένο λόγο να μεταβούν από τα Λειβάδια μέχρι τα Κοκκινοχώρια. Όταν είδε την αστυνομία δεν ήταν πλέον αμφιλεγόμενη η συμπεριφορά του φίλου του αλλά ολοκάθαρα παράνομη και επικίνδυνη. Όχι μόνο δεν τον εμπόδισε, αλλά συμμετείχε ενεργά στην όλη επιχείρηση του φίλου του πράγμα που δείχνει ότι και αυτός ακόμη και αργοπορημένα είχε τον ίδιο σκοπό με τον κατηγορούμενο
- Οι νομοταγείς κάτοικοι της Κύπρου επιθυμούν να εκλείψουν αυτές οι παράνομες δραστηριότητες και επιθυμούν την απομάκρυνση τέτοιων ανθρώπων από τις γειτονιές τους διότι κινδυνεύουν. Οι δυο κατηγορούμενοι δεν μπορεί να αναμένουν ότι θα κατείχαν τη συγκεκριμένη ποσότητα ναρκωτικών, να προκαλέσουν ολόκληρο επεισόδιο κατά το οποίο χρειάστηκε να γίνει πολυπληθή αστυνομική επιχείρηση για να συλληφθούν και να μην αναμένουν ότι η τιμωρία θα είναι φυλάκιση. Η κάνναβη προκαλεί στο χρήστη μια αίσθηση χαλάρωσης και ανακούφισης στον πόνο. Όμως, όπως και το αλκοόλ, επιβραδύνει τις αισθήσεις του ατόμου με αποτέλεσμα αυτός να μην μπορεί να συγκεντρώνεται, να μην μπορεί να οδηγήσει, να μην μπορεί να σκέφτεται καθαρά. Είναι αντιληπτό γιατί αυτό δεν είναι επιθυμητό στον άνθρωπο. Η χρήση αυτού του φαρμάκου είναι επιβλαβής για την υγεία. Όμως θα πρέπει να προστεθεί ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Ευρώπης και ιδιαίτερα στις νεαρές ηλικίες, έχουν δοκιμάσει τουλάχιστον μια φορά την ρητίνη κάνναβη. Σε σύγκριση με άλλες απαγορευμένες ουσίες, για το χρήση αυτής της ουσίας δεν είναι εύκολο να εθιστεί και να γίνει πρόσωπο εξαρτώμενο στη χρήση της. Οι επιπλοκές από την ανεξέλεγκτη χρήση αυτών των ουσιών οδηγούν στην κοινωνική αποσύνθεση και προκαλούν σοβαρά προβλήματα. Το Δικαστήριο δε δύναται να μην περιφρουρήσει την κοινωνική ευημερία με αποτρεπτικής φύσεως ποινές ώστε να μην υπάρχει η πιθανότητα εξάπλωσης αυτού του κακού στο κοινωνικό σύνολο. Τα κακά από την εξάπλωση παράνομης χρήσης ναρκωτικών ουσιών θα ήταν δυσβάστακτα για την κοινωνία επειδή, μεταξύ άλλων:
- Οι χρήστες παρουσιάζουν πολλαπλά προβλήματα υγείας που έχουν σχέση με την χρήση των ναρκωτικών. Η δαπάνη για την περίθαλψη αυτών των ατόμων θα μπορούσε να λυγίσει τον προϋπολογισμό του κράτους.
- Οι χρήστες πάσχουν από ψυχικές διαταραχές.
- Το μεγάλο κόστος συντήρησης αυτής της εξάρτησης οδηγεί αυτά τα πρόσωπα στην διάπραξη και άλλων αδικημάτων για να συντηρούν την παράνομη δραστηριότητα τους. Η συγκεκριμένη ποσότητα της κάνναβης δεν είναι συγκλονιστικά μεγάλη, αλλά όπως συμφώνησε και ο συνήγορος υπεράσπισης, η ποσότητα είναι τέτοια που δεν θα μπορούσε να την καταναλώσει ένα άτομο που είναι περιστασιακός χρήστης. Επομένως, η συγκεκριμένη ποσότητα θα μπορούσε θεωρητικά να καταστρέψει την ζωή ή και την υγεία τουλάχιστον ενός ατόμου. Αυτή η διάσταση του ζητήματος καθιστά το συγκεκριμένο αδίκημα εξαιρετικά σοβαρό και υπαγορεύει την επιβολή τιμωρίας που να αντανακλά τις πιθανές συνέπειες των πράξεων των κατηγορούμενων στον συνάνθρωπό τους. Αυτές οι συνέπειες δεν μετριούνται μόνο αριθμητικά ανάλογα με την ποσότητα της απαγορευμένης ουσίας που βρέθηκε στην κατοχή τους, αλλά και ανάλογα με τις πιθανές συνέπειες των πράξεων τους. Οι κατηγορούμενοι επέλεξαν σχεδόν αβασάνιστα να διαπράξουν το έγκλημα χωρίς να διαισθάνονται τον κίνδυνο και την ευθύνη για τις πράξεις τους. Είναι φανερό ότι χρειάζεται να τους επιβληθεί μία ποινή αρκετά αυστηρή που να τους κάνει να αποκτήσουν συνείδηση και για τις πράξεις τους. Επίσης το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε στην κατοχή του 86 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, σημαίνει ότι τον βρήκαν άνθρωποι που εμπορεύονται συχνά σε ναρκωτικά για να κάνει τα θελήματα τους ως αποστολέας και δείχνει πρόσωπο καλά δικτυωμένο με κύκλο εμπόρων ναρκωτικών. Στην κατοχή του κατηγορούμενου 1 βρέθηκε και ζυγαριά ακριβείας το είδος της ζυγαριάς που χρησιμοποιούν έμποροι για να χωρίσουν τα ναρκωτικά σε μερίδες. Είχε λοιπόν πλήρη επίγνωση των πράξεων του, τις συνέπειες των πράξεων του και παρέσυρε και άλλο πρόσωπο, τον κατηγορούμενο 2, σε αυτή την κατρακύλα προτού τελικά συλληφθεί από ισχυρή αστυνομική δύναμη. Τέτοια πρόσωπα μόνο εάν απομονωθούν από την κοινωνία υπάρχει ελπίδα αναμόρφωσής τους. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
- Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή τη συμπεριφορά.
- Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με τα να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
- Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους πιθανόν παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη και τους τρεις αυτούς στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (Βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S Georgiou[1]). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Τα αδικήματα που έχουν παραδεχθεί οι κατηγορούμενοι είναι αρκετά σοβαρά λαμβανομένου υπόψη το ανώτατο όριο ποινής όπως προβλέπεται από τους νόμους γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκτασή της. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6560, ημερ. 7.8.1998, ότι υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών όχι μόνο στους εμπόρους των ναρκωτικών αλλά και στους χρήστες ναρκωτικών διότι το πρόβλημα των ναρκωτικών έχει διεισδύσει πλέον βαθιά στην Κυπριακή Κοινωνία και έχει φέρει μαζί του το πρόβλημα σειρά από άλλα κοινωνικά προβλήματα. Τόνισε επίσης ότι η διάκριση όμως αυτή μεταξύ εμπόρων και χρηστών αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Παράλληλα όμως στην υπόθεση Mehdi Afroughi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7036, ημερ. 26.3.2001, λέχθηκε από το Εφετείο ότι οι χρήστες ως θύματα των εμπόρων ναρκωτικών δεν πρέπει να τιμωρούνται με αποτρεπτικές ποινές της ίδιας έντασης μ' αυτές που επιβάλλονται στους εμπόρους. Βέβαια σε εκείνη την υπόθεση επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης στον παραβάτη που μειώθηκε από τρία έτη σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην υπόθεση Zoran Jovanovic ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 64/05, ημερομηνίας 21 Νοεμβρίου 2005, το Εφετείο έθεσε κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο προσέγγισης της επιβολής ποινής σε υποθέσεις παράνομης κατοχής των ναρκωτικών ουσιών. «Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Υπάρχει ανεξέλεγκτη χρήση και διάδοση των ναρκωτικών. Η έξαρση στη διάπραξη των αδικημάτων αυτής της κατηγορίας καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Επομένως όταν επιβάλλεται ποινή το Δικαστήριο πρέπει επιβάλλει ποινή που θα εφαρμόζει αποτελεσματικά τον νόμο και θα προστατεύει την κοινωνία από το κακό της εξάπλωσης των ναρκωτικών στον γενικό πληθυσμό και ιδιαίτερα στα νεαρά πρόσωπα». Στην υπόθεση Παυλίδης ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6161, 6161 ημερομηνίας 15 Ιουλίου 1996, όπου τα γεγονότα προσομοιάζουν με τα δικά μας γεγονότα, το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 6 μηνών και 9 μηνών σε πρόσωπο που κατείχε ποικίλα μορφής ναρκωτικών σε μεγάλες ποσότητες για δική του χρήση και σε σχόλια το Εφετείο επεσήμανε ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν θα πρέπει να θεωρούνται επιεικής. Το σκεπτικό του Εφετείου ήταν το ακόλουθο: προορισμός των ναρκωτικών για προσωπική χρήση δεν εκτόπισε την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Η συχνότητα στη διάπραξη αδικημάτων αναφορικά με τα ναρκωτικά, δημιουργεί μεγάλη ανησυχία η οποία εκφράστηκε και από το νομοθέτη με την αύξηση ποινών την οποία επέφερε με τον τροποποιείτο Νόμο 20
(1)/
- Στην παρούσα περίπτωση η μόνη ενδεδειγμένη ποινή υπό τις περιστάσεις και για τους δυο κατηγορούμενους είναι η ποινή φυλάκισης. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει μόνο μια κατηγορία και συμμετείχε στην παράνομη επιχείρηση καθυστερημένα αλλά όχι κάτω από εξαναγκασμό. Αντιθέτως, η σημαντική συμβολή του στην όλη επιχείρηση δείχνει ότι πρόθυμα συμμετείχε και η μόνη του έγνοια κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν να διαφύγει της αστυνομίας. Ο κατηγορούμενος 2 δεν είναι χρήστης ναρκωτικών, επομένως η συμμετοχή του στην επιχείρηση δεν ήταν για λόγους αλτρουισμού αλλά για δικό του όφελος. Η μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών που βρεθήκαν στην κατοχή των δύο κατηγορουμένων, το είδος των ναρκωτικών και η εμπλοκή των κατηγορούμενων στο σύστημα διανομής και προμήθειας ναρκωτικών ως εντεταλμένοι επαγγελματιών εμπόρων ναρκωτικών υπαγορεύουν την επιβολή αποτρεπτικού χαρακτήρα ποινής. Η συμπεριφορά και των δυο κατηγορούμενων στο σύνολό της είναι τέτοια που συμβάλλει στο γενικό πρόβλημα εξάπλωσης των ναρκωτικών και εάν για τέτοια συμπεριφορά δεν επιβληθεί ποινή στερητικής της ελευθερίας του ατόμου, είναι ορατός ο κίνδυνος η παράνομη χρήση των ναρκωτικών να εδραιωθεί στην γενική κοινωνία ως κάτι το σύνηθες. Οι προσωπικές περιστάσεις αν και σημαντικές ως μετριαστικοί παράγοντες δεν έχουν τέτοιο χαρακτήρα που να δικαιολογούν μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση από την επιβεβλημένη για τέτοιες περιπτώσεις. Άμεση ποινή φυλάκισης είναι αναπόφευκτη υπό τις περιστάσεις, διαφορετικά δεν πετυχαίνετε το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Οι κατηγορούμενοι ήταν μέχρι πρόσφατα μέρος του προβλήματος που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας με την ανεξέλεγκτη εξάπλωση των ναρκωτικών. Είναι βέβαιο ότι αυτοί και άλλοι σαν αυτούς επιτελούν σημαντικό ρόλο στην περίπλοκη αλυσίδα διανομής και προμήθειας ναρκωτικών στην κοινωνία. Αυτά τα πρόσωπα βοηθούν και συντηρούν τα πρόσωπα που σκορπούν τον θάνατο στη νεολαία της Κύπρου. Η τιμωρία πρέπει να είναι αυστηρή για να σπάσει ή να αποδυναμωθεί κάθε κρίκος αυτής της αλυσίδας Δεν υπάρχει περιθώριο επιβολής άλλης ποινής εκτός της ποινής φυλάκισης λαμβάνοντας υπόψη το είδος των ναρκωτικών που είχαν στην κατοχή τους και το όλο ιστορικό της υπόθεσης. Εξαιτίας της παραδοχής του κατηγορούμενων, της συνεργασίας τους με την αστυνομία και τους άλλους μετριαστικούς παράγοντες που έχω λάβει υπόψη μου δικαιολογείται επιεικέστερη μεταχείριση των κατηγορουμένων παρά του σοβαρού αδικήματος που έχουν διαπράξει και μπορεί να επιβληθεί στους κατηγορούμενους ποινή φυλάκισης χαμηλότερη απ' αυτή που είναι η ενδεδειγμένη για πρόσωπα που έχουν απασχολήσει την αστυνομία με υποθέσεις κατοχής και ναρκωτικών σε τέτοια ποσότητα όπου τεκμαίρεται ότι προμήθευαν ναρκωτικά σε άλλα πρόσωπα και οι οποίοι είχε στην κατοχή του ναρκωτικά που είναι επιβλαβής για την υγεία του ανθρώπου και που η εξάπλωση τους πρέπει οπωσδήποτε να περιοριστεί για την προστασία της κοινωνίας και της νεολαίας. Συνεπώς, αφού έλαβα υπόψη μου την παραδοχή των κατηγορουμένων, το λευκό τους ποινικό μητρώο, τους άλλους μετριαστικούς παράγοντες που αναλύονται πιο πάνω, τη σοβαρότητα του αδικήματος, τα γεγονότα της υπόθεσης και της επιβεβλημένης ανάγκης επιβολής αποτρεπτικής ποινής, συνυπολογίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Για τον κατηγορούμενο 1 στις κατηγορίες 1 , 2 και 3, 10 μήνες ποινή φυλάκισης σε έκαστη κατηγορία. Οι ποινές να συντρέχουν και να αρχίσουν από την ημέρα κράτησης του, ήτοι 16 Οκτωβρίου
- Για τον κατηγορούμενο 2 στην κατηγορία 1, 5 μήνες ποινή φυλάκισης που να αρχίζει από την ημέρα κράτησης του, ήτοι 16 Οκτώβριου
- Νοείται ότι οι προσωπικές συνθήκες των κατηγορούμενων εάν αξιολογηθούν σε συνδυασμό με την όλη τους εγκληματική συμπεριφορά δεν δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης. Η αναστολή της ποινής φυλάκισης στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι δεν εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας αλλά και ούτε συνάδει ως ορθή αντιμετώπιση για την εγκληματική συμπεριφορά των κατηγορούμενων ως αυτά προκύπτουν από τα ποινικά αδικήματα που έχουν διαπράξει. (Βλ. υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2012, ημερ. 19/12/12.) €170 έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ................ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] 22 CLR 147 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο