← Κύπρος

ΛΟΥΚΑΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ ν. CH. & Y. MANENTZOS HOLDINGS LIMITED κ.α., Υπόθεση αρ.: 13153/2012, 31/10/2014

ΛΟΥΚΑΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ ν. CH. & Y. MANENTZOS HOLDINGS LIMITED κ.α., Υπόθεση αρ.: 13153/2012, 31/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 13153/2012 ΛΟΥΚΑΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ και

  1. CH. & Y. MANENTZOS HOLDINGS LIMITED
  2. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΜΑΝΕΝΤΖΟΥ
  3. ΓΙΟΥΛΙΚΑΣ ΜΑΝΕΝΤΖΟΥ
  4. ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΣΑΓΓΑΡΗ Κατηγορουμένων 31 Οκτωμβρίου,
  5. Για τον παραπονούμενο, εμφανίζεται ο κ. Α. Κουκούνης για τους κ.κ. Ανδρέας Κουκούνης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1, 2 και 3, εμφανίζεται ο κ. Ν. Νικηφόρου Κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3, παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Μετά την απόσυρση του κατηγορητηρίου όσον αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 4 και την συνακόλουθη απαλλαγή αυτού, παρέμειναν να διώκονται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται στα εδάφ.
(1)και
(2)του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια), οι κατηγορούμενοι αρ. 1, 2 και 3 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου - 1η και 2η κατηγορία, αντιστοίχως). Ως λεπτομέρειες των αδικημάτων καταγράφονται οι εξής: Κατά ή περί τις 30.05.2009 οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν επί του οργανισμού «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου)» (η «Εθνική») την επιταγή υπ΄ αριθμόν 10280230, από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 535-517261-7, για το ποσόν των €95.000 («η επιταγή»). Η επιταγή ήταν πληρωτέα στις 30.05.
  1. Εμφανισθείσα στην τράπεζα για εξαργύρωση η επιταγή δεν ετιμήθηκε ελλείψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της (1η κατηγορία) και επειδή αυτή ανεκλήθηκε (2η κατηγορία). Η επιταγή παραμένει απλήρωτη. Δεδομένης της συμπερίληψης, στις εκθέσεις αδικήματος, και του άρθρου 20 του Κεφ. 154, προκύπτει πως οι κατηγορούμενοι διώκονται ως αυτουργοί ή ως συνεργοί. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν ο Παναγιώτης Κωνσταντάς (Μ.Κ.1) και ο Αδάμος Καφφάς (Μ.Κ.2), υπάλληλοι της «Εθνικής», ο παραπονούμενος Λουκάς Χατζηγιάννης (Μ.Κ.3) και ο Παύλος Παπακώστας (Μ.Κ.4), υπάλληλος του οργανισμού «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας». Η μαρτυρία των προσώπων αυτών είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας κατετέθηκε και έγγραφη η οποία είναι καταχωρισμένη στο φάκελο της διαδικασίας. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν και εσημειώθηκαν ως τεκμήρια, αίτηση των κατηγορουμένων αρ. 1 προς την «Εθνική» για άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού (τεκμήριο 1), επιστολή των κατηγορουμένων αρ. 1 ημερ. 15.02.2008 δια της οποίας κοινοποιείται η απόφαση αυτών όπως για όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με την «Εθνική» θα εκπροσωπούνται από τον κατηγορούμενο αρ. 2 (τεκμήριο 2), η επιταγή (τεκμήριο 3), εντολή ανάκλησης της επιταγής ημερ. 29.05.2009 (τεκμήριο 4), κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 535-517261-7, η οποία καλύπτει την περίοδο από την 01.01.2008 έως και τις 08.03.2013 (τεκμήριο 5), δέσμη πιστοποιητικών εκδοθέντων από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη στα οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 1 συνεστήθηκαν νομίμως βάσει του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) και έχουν, ως μοναδικούς διευθυντές και μετόχους, τους κατηγορουμένους αρ. 2 και 3 (τεκμήριο 6) και εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου όσον αφορά στη διάρκεια ισχύος των επιταγών (τεκμήριο 10). Μετά το πέρας της διαδικασίας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους του παραπονουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε πώς δεν κατεδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του. Ο κ. Νικηφόρου υπέδειξε πώς ουδεμία μαρτυρία επαρουσιάσθηκε η οποία να τείνει να καταδείξει πώς η κατηγορουμένη αρ. 3 διέπραξε το επίδικο αδίκημα. Ισχυρίσθηκε, επίσης, πώς δεν απεδείχθηκε το κρίσιμο γεγονός της υπογραφής της επιταγής από τον κατηγορούμενο αρ. 2 εφ΄ όσον το δείγμα υπογραφής, το οποίο αυτός έδωσε εν σχέσει με τον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 535-517261-7 (τεκμήριο 2), διαφέρει από την υπογραφή του εκδότη της επιταγής ως αυτή περιέχεται στο σώμα της (τεκμήριο 3). Αντίθετες θέσεις υπεστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονουμένου. Ειδικότερα, απαντώντας στην εισήγηση περί αθώωσης και απαλλαγής της κατηγορουμένης αρ. 3 σε αυτό το στάδιο, ο κ. Κουκούνης υπεστήριξε πώς η ευθύνη της ως συνεργού στη διάπραξη του επίδικου αδικήματος συνίσταται στο γεγονός πώς αυτή είναι μέτοχος και διευθύντρια του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής, δηλ. των κατηγορουμένων αρ.
  2. Απαντώντας στην εισήγηση περί αθώωσης και απαλλαγής του κατηγορουμένου αρ. 2 σε αυτό το στάδιο, ο κ. Κουκούνης υπέδειξε πώς υπάρχει μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα του παραπονουμένου Λουκά Χατζηγιάννη (Μ.Κ.3), για το γεγονός της υπογραφής της επιταγής από τον κατηγορούμενο αρ.
  3. Ας σημειωθεί πώς «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους.» (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεσή της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» ........... Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Κρίνεται αναγκαία η παρουσίαση του κρίσιμου νομικού πλαισίου: Διαπράττει το διαγραφόμενο, από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154, αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) η οποία, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα ή αργότερα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασής της και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της (Ιωάννου ν. Σαμουρίδης
(2000)2 Α.Α.Δ. 299). Συστατικά στοιχεία του αδικήματος που διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 είναι: (α) η έκδοση επιταγής και (β) η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ανάκλησή της, από τον εκδότη της, πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, και Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142). Το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής για την ανάκληση της εξόφλησής της αίρεται εφ΄ όσον αυτός επικαλεστεί και αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για τις ενέργειές του. Ο εκδότης της επιταγής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά επίστευε ότι εδικαιούτο να ανακαλέσει την εξόφληση της επιταγής και ότι η πεποίθησή του αυτή υπήρξε εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560-1). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω κλεισίματος του λογαριασμού ή λόγω ανάκλησης της επιταγής) είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α
(1)και
(2)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) σε σχέση τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά στο αδίκημα το οποίο διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154 σημειώνεται ότι κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η συνδρομή της ένοχης πρόθεσης είναι και ο χρόνος υπογραφής / έκδοσης της επιταγής (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω) και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009 Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκκου, ημερ 15.10.20012). Μελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία. Διαπιστώνονται και σημειώνονται τα ακόλουθα:
(1)Το διαγραφόμενο από το άρθρο 305Α του Κεφ. 154 αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής διαπράττεται με διάφορους τρόπους. Ο εκδότης της επιταγής την καθιστά ακάλυπτη είτε γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός του είναι κλειστός ή δεν διαθέτει επαρκή υπόλοιπα (εδαφ.
(1)του άρθρου 305Α) είτε γιατί ανακαλεί την πληρωμή της (εδαφ.
(2)του άρθρου 305Α). Τα εδάφ.
(1)και
(2)του άρθρου 305Α διαλαμβάνουν διακεκριμένους τρόπους τέλεσης του ιδίου αδικήματος (του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής) και όχι διακεκριμένα αδικήματα. Οι πράξεις ή οι παραλείψεις του εκδότη επιταγής οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα το κλείσιμο του τραπεζικού λογαριασμού, από τον οποίον η επιταγή εξεδόθηκε, ή την ανεπάρκειά του, όσον αφορά στα υπόλοιπα, καθώς και η εκ μέρους του εκδότη επιταγής ανάκλησή της αποτελούν πράξεις ή παραλείψεις ομοειδείς και ανάλογες (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 265-6).
(2)Η προσκομισθείσα μαρτυρία παρουσιάζει, πράγματι, πλήρες καινό όσον αφορά σε οιανδήποτε εγκληματική ενέργεια ή σε οιανδήποτε εγκληματική πρόθεση της κατηγορουμένης αρ.
  1. Ο παραπονούμενος Λουκάς Χατζηγιάννης (Μ.Κ.3), ο οποίος ανέλαβε να πληροφορήσει για τις συνθήκες έκδοσης της επιταγής, σε ουδεμίαν ενοχοποιητική αναφορά προέβηκε εν σχέσει με την κατηγορουμένη αρ.
  2. Η ιδιότητα της κατηγορουμένης αρ. 3 ως μετόχου και διευθύντριας των κατηγορουμένων αρ. 1 δεν θεμελειώνει αφ΄ ευατής και άνευ άλλου τινός ευθύνη της ως συνεργού στην έκδοση, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, της επιταγής. Η ιδιότητα ενός φυσικού προσώπου ως μετόχου και διευθυντή μιας εταιρείας δεν δημιουργεί τεκμήριο ενοχής του προσώπου αυτού στην περίπτωση έκδοσης ακάλυπτης επιταγής εκ μέρους της εταιρείας. Υπενθυμίζεται πώς η ευθύνη, επί τη βάσει του άρθρου 305Α
(1)και
(2), βαραίνει τον εκδότη της επιταγής, δηλ., στην προκείμενη περίπτωση, τους κατηγορουμένους αρ. 1. Υπενθυμίζεται, επίσης, πώς εφ΄ όσον οι κατηγορούμενοι αρ. 1 αποτελούν μια νομική οντότητα ποινική ευθύνη ενδεχομένως να φέρει και το φυσικό πρόσωπο το οποίο τους συνέδραμε στην έκδοση της επιταγής, υπογράφοντας την, υπό την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο ένοχη διάθεση (Παυλόπουλος ν. Skopy Show Factory Ltd (ανωτέρω), Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία (ανωτέρω). Δεδομένων των προαναφερθέντων, η υπόθεση δεν δύναται να προχωρήσει όσον αφορά στην κατηγορουμένη αρ. 3.
(3)Από τα πρακτικά της διαδικασίας προκύπτει πώς, προϊούσης της ακρόασης, ο παραπονούμενος κατέστησε σαφές πώς εγκαλεί τους κατηγορουμένους για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής εκδοθείσας στις 30.09.2008 και όχι στις 30.05.2009 (δείτε στην παρά 8 του εγγράφου αρ. 1). Από τα πρακτικά της διαδικασίας προκύπτει, επίσης, πώς οι κατηγορούμενοι γνωρίζουν επακριβώς και εξ αρχής το γεγονός αυτό καθώς και τη σημασία του εφ΄ όσον, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Παναγιώτης Κωνστάντας (Μ.Κ.1) ερωτήθηκε κατά πόσον στις 30.09.2008 ο τραπεζικός λογαριασμός υπ΄ αριθμόν 535-517261-7 διέθετε επαρκή υπόλοιπα για να καλύψει την επιταγή. Τα δεδομένα αυτά δικαιολογούν την δυνάμει του άρθρου 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) άσκηση της ευρείας διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για τροποποίηση των λεπτομερειών που αφορούν στην 1η κατηγορία προς το σκοπό επίτευξης συμφωνίας μεταξύ της καταγεγραμμένης, στο κατηγορητήριο, λεπτομέρειας εν σχέσει με το χρόνο έκδοσης της επιταγής και της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ως εξελίχθηκε η ακροαματική διαδικασία μέχρι στιγμής η τροποποίηση αυτή ουδόλως θα θέσει τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2 σε δυσμενή θέση. Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου η φράση η οποία περιέχεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας σύμφωνα με την οποίαν «Οι κατηγορούμενοι κατά/ή περί την 30.05.2009 εξέδωσαν την επιταγή ....» αντικαθίσταται δια της φράσης «Οι κατηγορούμενοι κατά/ή περί τις 30.09.2008 εξέδωσαν την επιταγή ....».
(4)Η προσκομισθείσα μαρτυρία, η οποία στο παρόν στάδιο δεν αξιολογείται ως προς την πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αποδεικτική δύναμή της, στοιχειοθετεί τους εναλλακτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτοί περιγράφονται από τα εδάφ.
(1)και
(2)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154, όσον αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 1 και
  1. Συγκεκριμένα, η πλευρά του παραπονουμένου προσεκόμισε μαρτυρία η οποία παρουσιάζει την εξής εικόνα: Στα πλαίσια συνεργασίας του παραπονουμένου με τον κατηγορούμενο αρ. 2, διευθυντή και μετόχου των κατηγορούμενων αρ. 1 (τεκμήριο 6), ο τελευταίος υπέγραψε, προς όφελος του παραπονουμένου, την επιταγή υπ΄ αριθμόν 10280230 για το ποσόν των €95.000 (τεκμήριο 3) από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 535-517261-7 του οποίου δικαιούχος είναι οι κατηγορούμενοι αρ. 1 (τεκμήρια 1 και 2). Η επιταγή εξεδόθηκε στις 30.09.2008 και κατέστη πληρωτέα στις 30.05.
  2. Στις 30.05.2009, ημερομηνία κατά την οποίαν η επιταγή εδύνατο να εξαργυρωθεί, σύμφωνα με εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (τεκμήριο 10), επαρουσιάσθηκε στην τράπεζα για να πληρωθεί. Πλην όμως, η επιταγή δεν επληρώθηκε γιατί είχε ήδη ανακληθεί. Η ανάκληση έγινε δια της γραπτής εντολής ημερ. 29.05.2009, την οποίαν υπέγραψε, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, ο κατηγορούμενος αρ. 2 (τεκμήριο 4). Επίσης, στις 30.09.2008, χρόνο έκδοσης της επιταγής, ο τραπεζικός λογαριασμός υπ΄ αριθμόν 535-517261-7 δεν διέθετε επαρκή υπόλοιπα (τεκμήριο 5). Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται πώς δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης αρ.
  3. Η κατηγορούμενη αρ. 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται από το κατηγορητήριο. Τα έξοδα της διαδικασίας, όσον αφορά στην κατηγορουμένη αρ. 3, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €50.000 - €100.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (άρθρο 6.Ι του περί Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων και Εφέσεων (Δικηγορική Αμοιβή) Τροποποιητικός Κανονισμός του 2008) επιδικάζονται υπέρ αυτής και εναντίον του παραπονουμένου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται πώς έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αρ. 1 και
  4. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 καλούνται σε απολογία όσον αφορά στην 1η και τη 2η κατηγορία. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.