← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ion Mihai Ignachiuc, Υπόθεση αρ.: 11240/2012, 26/11/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ion Mihai Ignachiuc, Υπόθεση αρ.: 11240/2012, 26/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 11240/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και Ion Mihai Ignachiuc Κατηγορουμένου 26 Νοεμβρίου, 2014. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Μ. Κουτσόφτας, Δημόσιος Κατήγορος Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται η κα Μ. Μικελλίδου Κατηγορούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Ο κατηγορούμενος Ion Mihai Ignachiuc διώκεται για πρόκληση βαρειάς σωματικής βλάβης στους Αλέξανδρο Πισσούριο και Χαράλαμπο Λοϊζου (άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια - 1η και 2η κατηγορία, αντιστοίχως) καθώς και για επίθεση εναντίον των προσώπων αυτών με επακόλουθο την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (άρθρο 243 του Κεφ. 154 - 3η και 4η κατηγορία, αντιστοίχως). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο οι αδικοπραγίες έλαβαν χώραν στις 28.01.2012, περί τις 06:00, στην επαρχία Λάρνακας. Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν, ως μάρτυρες κατηγορίας, οι νεαροί Αλέξανδρος Πισσούριος (Μ.Κ.1), Αλέξανδρος Φωτιάδης (Μ.Κ.2) και Χαράλαμπος Λοίζου (Μ.Κ.3), ο αρχιαστυφύλακας 1337 Κώστας Παπαδόπουλος (Μ.Κ.4), ο αρχιαστυφύλακας 821 Κώστας Αναστασίου (Μ.Κ.5), η αστυφύλακας 3485 Στέλλα Μπότσαρη (Μ.Κ.6), ο αστυφύλακας 3178 Παρασκευάς Παρασκευά (Μ.Κ.7), και οι ιατροί του δημοσίου, οι οποίοι υπηρετούν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας («το Νοσοκομείο»), Δρ. Δέσπω Ορφανίδου (Μ.Κ.8), Γενική Ιατρός, και Δρ. Παντελεήμων Σουραϊλίδης (Μ.Κ.9), Ακτινολόγος. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν έγγραφη και πραγματική. Κατετέθηκαν και εσημειώθηκαν ως τεκμήρια οι καταθέσεις στην Αστυνομία του Αλέξανδρου Πισσούριου, ημερ. 28.01.2012 (τεκμήριο 1), του Αλέξανδρου Φωτιάδη, ημερ. 23.02.2012 και 10.03.2012 (τεκμήρια 2 και 3, αντιστοίχως) και του Χαράλαμπου Λοίζου, ημερ. 02.02.2012, 10.03.2012 (2 καταθέσεις) και 10.06.2012 (τεκμήρια 4 έως και 7), εξιτήριο του Χαράλαμπου Λοίζου από το Νοσοκομείο, ημερ. 30.01.2012 (τεκμήριο 8), φωτογραφίες 3 νεαρών ανδρών (τεκμήριο 9), κατάθεση του αρχιαστυφύλακα 1337 Κώστα Παπαδόπουλου (Μ.Κ.4), ημερ. 11.02.2012 με συνημμένες φωτογραφίες του τραυματία Αλέξανδρου Πισσούριου (Μ.Κ.1) (τεκμήριο 10), κατάθεση του αρχιαστυφύλακα 821 Κώστα Αναστασίου (Μ.Κ.5), ημερ. 10.03.2012 (τεκμήριο 11), παραπεμπτικό του Αλέξανδρου Πισσούριου (Μ.Κ.1) στο Νοσοκομείο, ημερ. 28.01.2012 και ιατρική έκθεση ίδιας ημέρας, υπογεγραμμένη από την Δρ. Δέσπω Ορφανίδου (Μ.Κ.8) (τεκμήριο 12), κατάθεση της αστυφύλακος 3485 Στέλλας Μπότσαρη (Μ.Κ.6), ημερ. 10.06.2012 (τεκμήριο 13), ένταλμα σύλληψης, του κατηγορουμένου ημερ. 03.02.2012 (τεκμήριο 14), έγγραφο στην ρουμανική γλώσσα, το οποίο καταγράφει τα δικαιώματα υπόπτου και το οποίο υπογράφει ο κατηγορούμενος στις 20.06.2012 (τεκμήριο 15), καταθέσεις του αστυφύλακα 3178 Παρασκευά Παρασκευά (Μ.Κ.7) ημερ. 14.03.2012 και 10.06.2012 (τεκμήρια 16 και 17, αντιστοίχως), αξονικές τομογραφίες του σώματος του Χαράλαμπου Λοίζου (Μ.Κ.3) (τεκμήριο 18), κατάθεση στην αστυνομία του κατηγορουμένου, ημερ. 10.06.2012 (τεκμήριο 19), γραπτή ένορκη κατάθεση του αστυφύλακα 3967 Χρίστου Κημήτρη, ημερ. 03.02.2012, η οποία οδήγησε στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης του κατηγορουμένου ίδιας ημερομηνίας (τεκμήριο 14) (τεκμήριο 21) και γραπτή κατάθεση στην αστυνομία του Δρ. Παντελεήμονος Σουραϊλίδη (Μ.Κ.4), ημερ. 13.02.2012 (τεκμήριο 22). Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας η δε έγγραφη και πραγματική είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοσή της. Το κρίσιμο μέρος της θα παρουσιασθεί και τα σχόλια επί αυτής θα καταγραφούν κατωτέρω, κατά την συζήτηση εκάστου των καθοριστικών, για την έκβαση της υπόθεσης, ζητημάτων. Ακολουθεί η συζήτηση αυτή:
(1)Από την μελέτη της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή προκύπτει πώς τα επίδικα επεισόδια έλαβαν χώραν περί τις 05:30 έως και 06:00 της 28.01.2012 έξω από νυκτερινό κέντρο διασκέδασης στη Λάρνακα. Στα επεισόδια ενεπλάκησαν νεαροί, των μαρτύρων κατηγορίας Αλέξανδρου Πισσούριου (Μ.Κ.1), Αλέξανδρου Φωτιάδη (Μ.Κ.2) και Χαράλαμπου Λοίζου (Μ.Κ.3), ως επίσης και του κατηγορουμένου συμπεριλαμβανομένων. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων οι Αλέξανδρος Πισσούριος (Μ.Κ.1) και Χαράλαμπος Λοίζου (Μ.Κ.3) ετραυματίσθηκαν σοβαρά (τεκμήρια 1, 2, 4, 8, 10, 12, 18 και 22).
(2)Από τη μελέτη της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή προκύπτει επίσης, πώς η προσαγωγή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου ως του δράστη των αδικημάτων τα οποία καταγράφονται στο κατηγορητήριο οφείλεται αποκλειστικώς στην αναγνώρισή του από τον Χαράλαμπο Λοίζου (Μ.Κ.3). Ουδείς εκ των δύο άλλων μαρτύρων κατηγορίας, του Αλέξανδρου Πισσούριου (Μ.Κ.1) και του Αλέξανδρου Φωτιάδη (Μ.Κ.2), εδήλωσε ότι αναγνωρίζει τον κατηγορούμενο ως τον δράστη. Σε ερωτήσεις και υποβολές της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορουμένου ο μεν Αλέξανδρος Πισσούριος (Μ.Κ.1) απήντησε πώς δεν θυμάται τον κατηγορούμενο να ευρίσκεται στη σκηνή και ούτε μπορεί να πει με βεβαιότητα κάτι τέτοιο, ο δε Αλέξανδρος Φωτιάδης (Μ.Κ.2) εδήλωσε πώς δεν είναι σε θέση να πει κατά πόσον ο κατηγορούμενος επετέθηκε και εκτύπησε οιονδήποτε κατά τον ουσιώδη χρόνο.
(3)Δια των ερωτήσεων και των υποβολών της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορουμένου σε μάρτυρες κατηγορίας ανεδείχθηκε αμέσως και ευθέως ζήτημα ορθότητας της οπτικής αναγνώρισης του κατηγορουμένου, αγνώστου έως τότε προσώπου, από τον Χαράλαμπο Λοίζου (Μ.Κ.3).
(4)Η άρνηση της ορθότητας της οπτικής αναγνώρισης του κατηγορουμένου από τον Χαράλαμπο Λοίζου (Μ.Κ.3) αναδεικνύει, ως προκριματικό ζήτημα, την εξέταση της νομιμότητας και της ποιότητας της αναγνώρισης αυτής. Το ζήτημα συναρτάται με την εφαρμογή των διαδικασιών που καθιέρωσαν σχετικώς οι διωκτικές αρχές καθώς και με την ικανοποίηση των κριτηρίων που έθεσε σχετικώς η νομολογία. Ας σημειωθεί, επίσης, πώς το παρόν στάδιο της στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου αποτελεί κατάλληλο στάδιο για την εξέταση του ζητήματος της νομιμότητας και της ποιότητας της αναγνώρισης του κατηγορουμένου. Και αυτό γιατί «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι).Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (Γενικός Εισαγγέλεας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, 86-7). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.2012. «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» Σε μετάφραση: «Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ΄ έφεση.» Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.»
(5)Η κατανόηση και η αποδοχή, εκ μέρους των διωκτικών αρχών, των κινδύνων που εμφιλοχωρούν στην αναγνώριση αγνώστου υπόπτου οδήγησε στην εισαγωγή της Αστυνομικής Διαταγής αρ. 3/8 η οποία καθορίζει τις ακολουθητέες διαδικασίες κατά την αναγνώριση προσώπων και περιουσίας. Μεταξύ άλλων, η Διαταγή αυτή διαλαμβάνει και τα εξής: «ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ (Α.Δ. 3/8) 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ «
(1)Η εξακρίβωση της ταυτότητας αγνώστων προσώπων είναι θέμα το οποίο αντιμετωπίζεται συχνά από την Αστυνομία. Οι πιο συνηθισμένες μέθοδοι αναγνώρισης προσώπων που χρησιμοποιούνται είναι οι ακόλουθες: (α) Με φωτογραφίες (β) Με παράταξη προσώπων (γ) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με τον τρόπο δράσης (MODUS OPERANDI) και από τα προσωπικά ελαττώματα ή ιδιορρυθμίες του δράστη. (δ) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με τα δακτυλικά αποτυπώματα. (ε) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με το γραφικό χαρακτήρα. (στ) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με ετοιμασία ηλεκτρονικού σκίτσου. (ζ) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με τη μέθοδο D.N.A. κ.λ.π.
(2)Για να γίνει δεκτή στο Δικαστήριο μαρτυρία αναγνώρισης, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι ενέργειες σε όλα τα στάδια της διαδικασίας έγιναν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, προς όφελος του υπόπτου / κατηγορουμένου. 2. ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ
(1)Η αξιοπιστία που θα αποδοθεί σε τέτοιες αναγνωρίσεις εξαρτάται από την παρατηρητικότητα, τη μνήμη και το χαρακτήρα του προσώπου που κάνει την αναγνώριση. Η Αστυνομία όταν συλλέγει τέτοιου είδους μαρτυρία, πρέπει να ενεργεί με προσοχή ώστε η αξιοπιστία τέτοιας μαρτυρίας να μη μπορεί να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση ή και το Δικαστήριο.
(2)Η ικανότητα κάποιου να βλέπει και να αναγνωρίζει άτομα από απόσταση δεν είναι η ίδια σε όλα τα πρόσωπα. Ο μάρτυρας στην περιγραφή του πρέπει να αναφέρει την απόσταση που είδε το άτομο, αν ο φωτισμός ήταν επαρκής, αν η όραση του είναι καλή, τυχόν ιδιορρυθμίες του υπόπτου, για πόσο χρονικό διάστημα τον έβλεπε, αν είναι γνωστός του κ.λ.π.
(3)Ο Αστυνομικός να προσπαθεί να εξασφαλίζει την καλύτερη δυνατή περιγραφή του υπόπτου, την οποία να περιλαμβάνει στην κατάθεση του μάρτυρα. Όταν ο μάρτυρας είναι σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρεια τον ύποπτο και πρόκειται για σοβαρή υπόθεση, να καλείται ειδικός ο οποίος να κάνει το σκίτσο του υπόπτου, το οποίο να διανέμεται μεταξύ των μελών της Αστυνομίας και με την έγκριση του Αστ. Διευθυντή Τμήματος Γ΄ να δημοσιεύεται στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. 3. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΜΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
(1)Οι φωτογραφίες παρέχουν ένα εύκολο και άμεσο τρόπο για την ανεύρεση ενός προσώπου.
(2)Άλπουμς με φωτογραφίες συστηματικών και περιοδευόντων εγκληματιών πρέπει να τηρούνται στα Τ.Α.Ε. για την αναγνώριση προσώπων.
(3)Όταν πρόκειται να γίνει αναγνώριση με φωτογραφίες, να τηρούνται τα ακόλουθα: (α) Επιδεικνύονται στο μάρτυρα τουλάχιστο δώδεκα φωτογραφίες, με σχετική ομοιότητα. (β) Οι φωτογραφίες να μη φέρουν σημεία ή ονόματα που μπορεί να ευκολύνουν το μάρτυρα. Επίσης ο μάρτυρας να μην καθοδηγείται με το να δει προηγουμένως φωτογραφία του υπόπτου ούτε να του επιδεικνύονται φωτογραφίες του υπόπτου που λήφθηκαν στις φυλακές, κατά τρόπο που να φανερώνει ότι ήταν κατάδικος. (γ) Μόνο ένας μάρτυρας να βλέπει κάθε φορά τις φωτογραφίες και να μην του δίδεται η ευκαιρία να συμβουλεύεται άλλους μάρτυρες. (δ) Όταν ο μάρτυρας αναγνωρίσει ύποπτο από τη φωτογραφία, κανένας άλλος μάρτυρας δεν επιτρέπεται να δει τις φωτογραφίες. Να γίνονται ενέργειες προς εντοπισμό του υπόπτου και να ακολουθεί αναγνωριστική παράταξη προσώπων. (ε) Όλοι οι μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που αναγνώρισε τον ύποπτο από τις φωτογραφίες, να παρουσιάζονται σε αναγνωριστική παράταξη προσώπων, που θα γίνει. (στ) Οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν να φυλάγονται για να παρουσιαστούν στο δικαστήριο, αν παραστεί ανάγκη. (ζ) Σε ιδιάζουσες περιπτώσεις να ζητούνται οι συμβουλές και οι οδηγίες του υπεύθυνου του Επαρχιακού Τ.Α.Ε., πριν γίνει αναγνώριση με φωτογραφίες. .......... .......................................................................................» Η Αγγλική αυθεντία η οποία πραγματεύεται διεξοδικά το ζήτημα της οπτικής αναγνώρισης υπόπτου (visual identification), των κινδύνων που εμφιλοχωρούν σε μία τέτοια αναγνώριση και των διαδικασιών που πρέπει να ακολουθούνται για τον αποκλεισμό, στο μέτρο του δυνατού, σφάλματος, είναι η R. ν. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549. Η απόφαση αυτή απετέλεσε σημείο αναφοράς σε πολλές Κυπριακές αποφάσεις (Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160, 166). Επί τη βάσει των αποφασισθέντων στην R. ν. Turnbull (ανωτέρω) προκύπτουν και τα εξής: Όπου η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου βασίζεται αποκλειστικώς ή κυρίως στην ορθότητα μίας ή περισσότερων αναγνωρίσεών του, τις οποίες η υπεράσπιση εγκαλεί ως εσφαλμένες, το Δικαστήριο εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή την ποιότητα της μαρτυρίας περί της αναγνώρισης (the quality of the identification evidence). Η μαρτυρία περί της αναγνώρισης κρίνεται ως υψηλής ή χαμηλής ποιότητας, αναλόγως, επί τη βάσει των απαντήσεων στα ακόλουθα ερωτήματα: Ποία υπήρξε η διάρκεια της παρατήρησης του κατηγορουμένου από τον μάρτυρα; Από ποία απόσταση ο μάρτυρας παρετήρησε τον κατηγορούμενο; Υπό ποίες συνθήκες φωτισμού ο μάρτυρας παρετήρησε τον κατηγορούμενο; Παρεμποδίζετο η παρατήρηση από οιονδήποτε παράγοντα; Είχε δει ο μάρτυρας τον κατηγορούμενο προηγουμένως, και εάν ναι, πόσες φορές; Εάν ο μάρτυρας έτυχε να δει τον κατηγορούμενο προηγουμένως, υπήρχε οιοσδήποτε λόγος για να τον θυμάται; Πόσος χρόνος διέρρευσε από την αρχική παρακολούθηση έως και την αναγνώριση του κατηγορουμένου; Υπάρχει οιαδήποτε ουσιώδης απόκλιση μεταξύ της περιγραφής του κατηγορουμένου, η οποία αρχικώς εδόθη από τον μάρτυρα στην αστυνομία, και της πραγματικής εμφάνισης του; (R. ν. Turnbull (ανωτέρω), 552). Εάν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ποιότητα της μαρτυρίας περί της αναγνώρισης είναι χαμηλή (the quality of the identifying evidence is poor) γιατί, επί παραδείγματι, αυτή βασίζεται αποκλειστικώς σε ένα φευγαλέο βλέμμα (a fleeting glance) ή σε μία μεγαλύτερης διάρκειας παρατήρηση η οποία, όμως, έγινε υπό δύσκολες συνθήκες (a longer observation made in difficult conditions) και εφ΄ όσον δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει την ορθότητα της αναγνώρισης, τότε η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως (R. ν. Turnbull (ανωτέρω), 553).
(6)Εν προκειμένω, η εξέταση της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, αποκαλύπτει πώς η οπτική αναγνώριση (visual identification) του κατηγορουμένου από τον Χαράλαμπο Λοίζου (Μ.Κ.3) αφ΄ ενός έγινε κατά παράβασιν των διαδικασιών αναγνώρισης άγνωστου υπόπτου, ως αυτές καθορίζονται από την Αστυνομική Διαταγή αρ. 3/8, και αφ΄ ετέρου είναι πολύ χαμηλής ποιότητας. Για τα διακεκριμένα αυτά ελαττώματα, τα οποία συντρέχουν, παρατηρούνται, ειδικώτερα, τα εξής: Πρώτον, η διαδικασία εντοπισμού και αναγνώρισης του έως τότε άγνωστου κατηγορουμένου δεν εξεκίνησε, ως όφειλε, από τον εξεταστή της υπόθεσης και ούτε ακολούθησε τα στάδια τα οποία καθορίζει η παρά. 3 της Αστυνομικής Διαταγής αρ. 3/8 (ανωτέρω). Όπως δηλώνεται από τον Χαράλαμπο Λοίζου (Μ.Κ.3) η διαδικασία αυτή εξεκίνησε από τον ίδιο λίγες ημέρες μετά από τα επίδικα γεγονότα και όταν έλαβε εξιτήριο από το Νοσοκομείο όπου νοσηλεύθηκε εξ αιτίας του τραυματισμού του. Στη γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία ημερ. 02.02.2012 (τεκμήριο 4) ο Χαράλαμπος Λοίζου (Μ.Κ.3) περιγράφει τις σχετικές ενέργειες του ως εξής: «... Μετά που πήγα σπίτι μίλησα με κάποιο γνωστό μου και μπήκα μέσα στο Facebook και βρήκα τρεις από αυτούς που μας κτύπησαν. Πρώτα βρήκα τον Andrico Ciaco . είδα στις φωτογραφίες και αναγνώρισα ακόμη δύο τον Maryo Ionut ... και τον Valentin Vitan ...». Ο μάρτυρας παρέδωσε στην αστυνομία τις εν λόγω φωτογραφίες. Πρόκειται για φωτογραφίες τριών νεαρών αντρών και δίπλα από κάθε φωτογραφία καταγράφεται το όνομα του εικονιζομένου και η ημερομηνία γέννησης του. Σε δύο από τις φωτογραφίες αυτές καταγράφεται, επίσης, το μοντέλο και ο αριθμός εγγραφής του αυτοκινήτου του εικονιζομένου (τεκμήριο 9). Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία του Χαράλαμπου Λοίζου (Μ.Κ.3) και το φωτογραφικό υλικό το οποίο παρέδωσε στην αστυνομία (τεκμήριο 9) οδήγησαν στην σύνταξη ένορκης κατάθεσης του αστυφύλακα 3967 Χρίστου Κημήτρη ημερ. 03.02.2012 περί της αναγκαιότητας έκδοσης εντάλματος σύλληψης, μεταξύ άλλων, και του κατηγορουμένου Ion Mihai Ignachius (τεκμήριο 21) και στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης του αυθημερόν (τεκμήριο 14). Όμως, αυτή η αναγνώριση του κατηγορουμένου, διαμέσου μίας και μόνης φωτογραφίας (τεκμήριο 9), την οποίαν εντόπισε και παρήξε ο ίδιος ο μάρτυρας Χαράλαμπος Λοίζου (Μ.Κ.3) και όχι ο εξεταστής της υπόθεσης, η οποία φέρει στοιχεία της ταυτότητας του εικονιζομένου και άλλες διακριτικές πληροφορίες εν σχέσει με αυτόν και η οποία αφορά σε κάποιον Maryo Ionut και όχι στον κατηγορούμενο Ion Mihai Ignachiuc παραβιάζει ευθέως την καθορισμένη, από την ίδια την αστυνομία, διαδικασία αναγνώρισης άγνωστου υπόπτου διαμέσου φωτογραφιών και είναι επισφαλής. Προστίθεται πώς ακόμη και εάν θεωρηθεί πώς η Αστυνομική Διαταγή αρ. 3/8 δεν καθορίζει μίαν απαρέγκλιτη διαδικασία αναγνώρισης αγνώστου υπόπτου διαμέσου φωτογραφιών, εντούτοις, οιοσδήποτε εναλλακτικός τρόπος τέτοιας αναγνώρισης θα πρέπει να διέρχεται από στάδια και να διεξάγεται κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται η ποιότητα και η αξιοπιστία της αναγνώρισης. Εν προκειμένω, τα όσα διενεργήθηκαν εν σχέσει με τον εντοπισμό του κατηγορουμένου από τον μάρτυρα κατηγορίας Χαράλαμπο Λοίζου (Μ.Κ.3) διαμέσου του τεκμηρίου 9 χαρακτηρίζονται από έλλειψη οργάνωσης, συστήματος και αξιοπιστίας και πλήττουν, σε βαθμό καθοριστικό την ποιότητα του αποτελέσματος. Δεύτερον, λαμβάνοντας κατάθεση από τον Χαράλαμπο Λοίζου (Μ.Κ.3) ο αστυφύλακας 349 Παναγιώτης Αβρααμίδης δεν εμερίμνησε ώστε να δοθεί από αυτόν περιγραφή του κατηγορουμένου και ούτε μερίμνησε ώστε να καταγραφεί και «.... (η) απόσταση που είδε το άτομο, αν ο φωτισμός ήταν επαρκής, αν η όραση του είναι καλή, τυχόν ιδιορρυθμίες του υπόπτου, για πόσο χρονικό διάστημα τον έβλεπε ...», ως παρα. 2
(2)της Αστυνομικής Διαταγής 3/8 ορίζει (δείτε ανωτέρω). Και ούτε εδόθηκαν, καθ΄ οιονδήποτε στάδιο της ανάκρισης και/ή της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, πληροφορίες εν σχέσει με τα ακόλουθα: Ποία υπήρξε η διάρκεια της παρατήρησης του κατηγορουμένου από τον μάρτυρα Χαράλαμπο Λοίζου (Μ.Κ.3); Υπό ποίες συνθήκες φωτισμού ο μάρτυρας παρετήρησε τον κατηγορούμενο; Παρεμποδίζετο η παρατήρηση από οιονδήποτε παράγοντα; Είχε δει ο μάρτυρας τον κατηγορούμενο προηγουμένως, και εάν ναι, πόσες φορές; Εάν ο μάρτυρας έτυχε να δει τον κατηγορούμενο προηγουμένως, υπήρχε οιοσδήποτε λόγος για να τον θυμάται; (R. ν. Turnbull (ανωτέρω), 552). Πρόκειται για παραλείψεις οι οποίες καταλήγουν καθοριστικής σημασίας εφ΄ όσον, καθιστούν την οπτική αναγνώριση του κατηγορουμένου από τον Χαράλαμπου Λοίζου (Μ.Κ.3) πολύ χαμηλής ποιότητας και καθόλου πειστική, «σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου (ανωτέρω).
(7)Είναι γεγονός πώς στην γραπτή κατάθεση της αστυφύλακος 3485 Στέλλας Μπότσαρη (Μ.Κ.6), στην οποία περιγράφονται τα όσα έλαβαν χώραν κατά την σύλληψη του κατηγορουμένου στις 10.06.2012 (τεκμήριο 13), περιέχεται και η ακόλουθη ομολογία, η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο, «Παραδέχομαι την σωματική βλάβη, αλλά δεν παραδέχομαι τη ληστεία». Είναι, επίσης, γεγονός πώς η κατάθεση αυτή (τεκμήριο 13) επαρουσιάσθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και εσημειώθηκε ως τεκμήριο χωρίς οιανδήποτε ένσταση ή επιφύλαξη εκ μέρους της πλευράς του κατηγορουμένου ως προς την θεληματικότητα της ομολογίας την οποίαν περιέχει. Εξετάσθηκε το ενδεχόμενο η ομολογία αυτή να δύναται, αφ΄ εαυτής, να θεμελιώσει εκ πρώτης όψεως ευθύνη του κατηγορουμένου για τα όσα του αποδίδονται δια του κατηγορητηρίου. Συναφώς αναφέρεται πώς η παραδοχή του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα για το οποίο διώκεται (ομολογία), εφ' όσον αυτή είναι σαφής κατά περιεχόμενον και εφ΄ όσον αυτή αποδειχθεί, δύναται αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του (Καυκαρής ν. Δημοκρατία
(1990)2 ΑΑΔ 203, 225). Η αποδεικτική αξία της ομολογίας καθώς και η δέσμευση των Δικαστηρίων να προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να περιφρουρούν το κράτος δικαίου, επιβάλλει σε αυτά την υποχρέωση να δέχονται την παρουσίαση ομολογίας μόνον εφ' όσον αυτή είναι σαφής κατά περιεχόμενον και μόνον εφ΄ όσον αποδειχθεί θετικά ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε αυτήν με ελεύθερη βούληση και εκουσίως (Kokkinos ν. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, 220). Έτσι, η κατά περιεχόμενον σαφήνεια και η θεληματικότητα μίας ομολογίας αποτελούν το κριτήριον για την αποδοχή της ως μαρτυρίας. Εν προκειμένω, η ομολογία του κατηγορουμένου, ως αυτή μεταφέρεται στη γραπτή κατάθεση της αστυφύλακος 3485 Στέλλας Μπότσαρη (Μ.Κ.6) (τεκμήριο 13), σε συνάρτηση με τα όσα σχετικά η μάρτυς αυτή εδήλωσε, δίδουν αρνητική απάντηση στο ερώτημα περί της κατά περιεχόμενον σαφήνειάς της. Σε σειρά ερωτήσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορουμένου η μάρτυς απήντησε πώς ο κατηγορούμενος προέβηκε στην υπό συζήτησιν ομολογία όταν η ίδια τον επληροφόρησε για όσα καταγράφονται στο ένταλμα σύλληψης του ημερ. 03.02.2012 (τεκμήριο 14) μόνον. Η μάρτυς δεν επληροφόρησε τον κατηγορούμενο για ο,τιδήποτε πέραν των καταγεγραμμένων στο ένταλμα σύλληψης. Ας σημειωθεί πώς στο ένταλμα αυτό (τεκμήριο 14) καταγράφονται σχετικώς μόνον τα εξής συνοπτικά: «Εντέλλεσθε δια του παρόντος όπως προβείτε εις την σύλληψη του Ion-Mihai Ignachiuc, 25 ετών, από την Ρουμανία, όστις θεωρείται ως ύποπτος ότι ενέχεται σε υπόθεση που αφορά στα ακόλουθα αδικήματα: 1) ληστεία ΚΕΦ. 154- Αρ. 282, 283, 20 2) πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης ΚΕΦ. - Αρ. 231, 20 και 3) πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης ΚΕΦ. - Αρ. 243, 20 τα οποία διαπράχθηκαν την 28.01.2012 στη Λάρνακα». Εν όψει των πιο πάνω, διαπιστώνεται πώς δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου όσον αφορά σε ολόκληρο το κατηγορητήριο. Η υπόθεση απορρίπτεται όσον αφορά σε ολόκληρο το κατηγορητήριο. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η, την 2η, 3ην και την 4η κατηγορία. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.