Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Π. Σωτήρη & Υιοι Λτδ κ.α., Υπόθεση αρ.: 9537/2014, 24/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 9537/2014 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και
- Ανδρέα Π. Σωτήρη & Υιοι Λτδ
- Ανδρέα Σωτήρη Κατηγορουμένων 24 Νοεμβρίου,
- Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται η κα Γ. Χρυσάφη Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Γ. Πολυχρόνης Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 διώκονται για παραβιάσεις του περί Αποβλήτων Νόμου (Ν.185(Ι)/2011, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται γιατί, ως αρχικοί παραγωγοί αποβλήτων, παρέλειψαν να αναθέσουν, μέσω διακανονισμού, σε αδειοδοτημένο διαχειριστή αποβλήτων την ανάκτηση και διάθεση αποβλήτων (άρθρα 15
(1)(γ) και 49
(1)του Ν.185(Ι)/2011 - 1η κατηγορία). Ο δε κατηγορούμενος αρ. 2 διώκεται γιατί συνέπραξε στην αδικοπραγία στην οποίαν αφορά η 1η κατηγορία και ανέχθηκεν αυτή (άρθρα 15
(1)(γ) και 49
(1)και
(7)του Ν.185(Ι)/2011 - 2η και 3η κατηγορία, αντιστοίχως). Σύμφωνα με τις καταγεγραμμένες, στο κατηγορητήριο, λεπτομέρειες, κατά ή περί τις 17.07.2013 και/ή προγενέστερα στην Λάρνακα, οι κατηγορούμενοι αρ. 1, ενώ ήσαν ο αρχικός παραγωγός αποβλήτων, παρήγαγαν ρεύματα αποβλήτων και παρέλειψαν να εξασφαλίσουν την ανάκτηση και διάθεσή τους διαμέσου αδειοδοτημένου προσώπου (1η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος αρ. 2, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου και /ή ως διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 1, συνέπραξε στην αδικοπραγία αυτή (2η κατηγορία) και την ανέχθηκε (3η κατηγορία). Μετά την απαγγελία του κατηγορητηρίου και πριν οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 απαντήσουν, ο ευπαίδευτος συνήγορός τους προέβαλε ένσταση στο κατηγορητήριο υποστηρίζοντας πώς αυτό έχει συνταχθεί κατά παράβασιν του άρθρου 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) και θα πρέπει να παραμερισθεί. Ειδικότερα, ο κ. Πολυχρόνης ισχυρίσθηκε πώς το κατηγορητήριο (α) χαρακτηρίζεται από πολλαπλότητα γιατί κάθε κατηγορία του περιέχει περισσότερα του ενός αδικήματα και (β) είναι αόριστο και ασαφές ως προς τις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Αντίθετες θέσεις εξέφρασε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής. Εμελετήθηκε ο φάκελος της διαδικασίας και εξετάσθηκαν τα επίδικα ζητήματα. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Το Άρθρο 113 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας διαλαμβάνει και τα εξής: «..... Ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει εξουσία κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιο συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται, και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσσει διώξιν καθ΄ οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι΄ οιονδήποτε αδίκημα. Η ......... εξουσία δύναται να ασκείται υπό του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι΄ υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίες του». Εν προκειμένω, το κατηγορητήριο, σε όση έκταση αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 1 κατεχωρίστηκε χωρίς τέτοιες οδηγίες από το Γενικό Εισαγγελέα. Στο φάκελο της διαδικασίας υπάρχει καταχωρισμένη σχετική έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 04.02.2014 σύμφωνα με την οποίαν αυτός διορίζει τη δικηγόρο Γκλόρια Χρυσάφη να «καταχωρή(σει) και διεκπεραιώσ(ει) Ποινική ( ) Υπόθεση ( ) εναντίον του Ανδρέα Σωτήρη από Λάρνακα, για μη καταβολή του εξώδικου προστίμου που του επιβλήθηκε από το Τμήμα Περιβάλλοντος για παράβαση του περί Αποβλήτων Νόμου». Η εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα έγκριση της καταχώρισης κατηγορητηρίου και διεκπεραίωσης ποινικής υπόθεσης και ο διορισμός της δικηγόρου Γκλόριας Χρυσάφη προς το σκοπό αυτό αφορά μόνον στον κατηγορούμενο αρ.
- Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν ενέκρινε την καταχώρηση κατηγορητηρίου εναντίον των κατηγορουμένων αρ. 1 και δεν εδιόρισε την δικηγόρο Γκλόρια Χρυσάφη προς το σκοπό αυτό. Συνεπώς, σε όση έκταση το κατηγορητήριο αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 1 αυτό κατεχωρίστηκε χωρίς την απαιτούμενη έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα. Πρόκειται για ελάττωμα το οποίο αφορά στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης και δεν θεραπεύεται. Το ελάττωμα αυτό οδηγεί στην απόρριψη του κατηγορητηρίου σε όση έκταση αυτό αφορά στους κατηγορουμένους αρ.
- Παρά το γεγονός πώς το ζήτημα αυτό δεν ετέθηκε από την πλευρά των κατηγορουμένων αρ. 1, εντούτοις, το Δικαστήριο δύναται να το εξετάσει αυτεπαγγέλτως. Συναφώς υποδεικνύονται τα εξής: Η διαδικασία εκδίκασης μίας ποινικής υπόθεσης οριοθετείται από το Κεφ. 155, τις εκάστοτε ισχύουσες άλλες σχετικές νομοθετικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων και των συνταγματικών, καθώς και τη σχετική νομολογία. Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου πρέπει να επιδιώκεται εντός των πλαισίων που διαγράφονται από το νόμο και τη νομολογία και όχι εκτός των πλαισίων αυτών. Όπως αναφέρεται στην Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1718, 1756: «... η πορεία της διαδικασίας δεν είναι ιδιωτική υπόθεση των διαδίκων και η τήρηση των θεσμών δεν είναι θέμα επιλογής. Είναι ανάγκη να ασκεί το Δικαστήριο, στην ευθύνη του οποίου εμπίπτει η πορεία της διαδικασίας, τον οφειλόμενο έλεγχο ώστε να αντιμετωπίζεται η μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς αλλά και να μην εκτρέπεται η διαδικασία από την κατεύθυνση της». Πρωτίστως το Δικαστήριο ελέγχει, και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, ζητήματα τα οποία άπτονται της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί ορισμένης υπόθεσης. Ο έλεγχος αυτός μπορεί να γίνει σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας εκδίκασης μίας υπόθεσης. «Το κατά πόσον οι προϋποθέσεις που ορίζονται από τη δικαιοδοτική νομοθετική διάταξη πληρούνται, παραμένει ζήτημα ανοικτό μέχρι τέλους της υπόθεσης» (Μαύρου ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1743, 1748). Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί υπόθεσης η οποία ξεκίνησε εσφαλμένα ή εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου (Halsbury's Laws of England, Vol. 1, fourth edition, παρα. 53 και 54). Το γεγονός ότι ορισμένη διαδικασία εξεκίνησε εσφαλμένα ή εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου, ακόμη και εάν διαπιστωθεί εκ των υστέρων, οδηγεί την διαδικασία σε ναυάγιο λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας [Μαύρου ν. Στυλιανού κ.α. (ανωτέρω)].
(2)Το στάδιο πριν από την απάντηση σε απαγελθέν κατηγορητήριο αποτελεί κατάλληλο στάδιο για την προβολή ενστάσεων σχετικών με οιονδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό ελάττωμα του κατηγορητηρίου, συμπεριλαμβανομένης της παράβασης διάταξης σχετικής με τη σύνταξή του (άρθρα 39 και 66 του Κεφ. 155), καθώς και για την προβολή αιτήματος για τον παραμερισμό του (Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, London, Sweet and Maxwell, 2006, παρα. 1-190 επ.).
(3)Το διαγραφόμενο από τα άρθρα 15
(1)(γ) και 49
(1)του Ν.185(Ι)/2011 αδίκημα διαπράττεται με διάφορους τρόπους. Ο κάτοχος αποβλήτων ή ο αρχικός παραγωγός αυτών αδικοπραγεί εφ΄ όσον, μεταξύ άλλων, παραλείψει να αναθέσει, μέσω διακανονισμού, σε αδειοδοτημένο διαχειριστή αποβλήτων, την ανάκτηση και διάθεση αποβλήτων τα οποία κατέχει ή τα οποία παρήξε. Ας σημειωθεί πώς η χρήση του συμπλεκτικού συνδέσμου «και» δηλώνει πώς για την διάπραξη του αδικήματος, το οποίο τα άρθρα 15
(1)(γ) και 49
(1)του Ν.185(Ι)/2011 διαγράφουν απαιτείται η παράλειψη εκτέλεσης συνδυασμένων εργασιών ανάκτησης και διάθεσης. Με άλλα λόγια, διαπράττει το διαγραφόμενο από τα άρθρα 15
(1)(γ) και 49(Ι) του Ν.185(Ι)/2011 αδίκημα όποιος, μεταξύ άλλων, παραλείπει να προβεί σε εργασίες ανάκτησης και διάθεσης αποβλήτων συντρεχόντως. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν.185(Ι)/2011 ««ανάκτηση» σημαίνει οποιαδήποτε εργασία της οποίας το κύριο αποτέλεσμα είναι ότι (α) τα απόβλητα εξυπηρετούν ένα χρήσιμο σκοπό, αντικαθιστώντας άλλα υλικά, τα οποία υπό άλλες συνθήκες, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για την πραγματοποίηση συγκεκριμένης λειτουργίας ή (β) τα απόβλητα υφίστανται προετοιμασία για την πραγματοποίηση αυτής της λειτουργίας είτε στην εγκατάσταση είτε στο γενικότερο πλαίσιο της οικονομίας, και περιλαμβάνει τις εργασίες ανάκτησης που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι.». Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «διάθεση» σημαίνει κάθε εργασία η οποία δεν συνιστά ανάκτηση ακόμη και στην περίπτωση που η εργασία έχει ως δευτερογενή συνέπεια την ανάκτηση ουσιών ή ενέργειας και περιλαμβάνει τις εργασίες διάθεσης που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ». Ας σημειωθεί πώς τα Παραρτήματα Ι και ΙΙ του Ν.185(Ι)/2011 καθορίζουν, εναλλακτικώς, πληθώρα εργασιών ανάκτησης και διάθεσης. Όμως, από τη μελέτη των όσων το άρθρο 2 και τα Παραρτήματα Ι και ΙΙ καθορίζουν ως εργασίες ανάκτησης και διάθεσης, προκύπτει πώς πρόκειται για εργασίες ομοειδείς και ανάλογες. Για παράδειγμα, ως εναλλακτικές εργασίες ανάκτησης, το Παράρτημα Ι του Ν.185(Ι)/2011 καθορίζει και την «Χρήση κυρίως ως καύσιμο ή ως άλλο μέσο παραγωγής ενέργειας» καθώς και την «Ανάκτηση / αποκατάσταση διαλυτών». Και, ως εναλλακτικές εργασίες διάθεσης, το Παράρτημα ΙΙ του Ν.185(Ι)/2011 καθορίζει και την «Εναπόθεση εντός ή επί του εδάφους, όπως χώρους υγειονομικής ταφής» καθώς και την «Επεξεργασία σε χερσαίο χώρο, όπως βιοαποδόμηση υγρών αποβλήτων ή απόρριψη ιλύος στο έδαφος». Εφ΄ όσον, λοιπόν, πρόκειται για αδίκημα το οποίο διαπράττεται με εναλλακτικές, όμως ομοειδείς και ανάλογες εργασίες, δεν συντρέχει πολλαπλότητα στο κατηγορητήριο. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 265-6: «Αναφερόμαστε συγκεκριμένα στην περίπτωση πολλαπλότητας στην όψη του κατηγορητηρίου αφού τα δεδομένα καθιστούν αχρείαστη την αναφορά στην περίπτωση πολλαπλότητας κατόπιν συσχετισμού του κατηγορητηρίου με την προσαχθείσα μαρτυρία: βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14. Η πολλαπλότητα ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος. Είναι αυστηρός ο κανόνας ότι η κατηγορία δεν πρέπει να περιέχει περισσότερο από ένα αδίκημα. Για να γνωρίζει η υπεράσπιση επακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει. Αλλιώς ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς. Και για να παρέχεται η δυνατότητα διακρίβωσης προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης autrefois convict ή acquit για το ίδιο αδίκημα σε περίπτωση μεταγενέστερης κατηγορίας: βλ. π.χ. The Police v. Economides & Others
(1951)XX (Part II) C.L.R. 11. Το κατά πόσο η ποινική διάταξη αποβλέπει στη δημιουργία μόνο ενός αδικήματος ή περισσοτέρων, είναι ζήτημα ερμηνείας, με πρακτική μάλλον παρά με αναλυτική διάθεση, υπό το φως της κοινής λογικής και του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις: βλ. D.P.P. v. Merriman
(1973)AC 584 (ιδιαίτερα στις σελ. 593 Α-Ε και 607 C) και Wilson
(1979)69 Cr App. R. 83 (ιδιαίτερα στις σελ. 85-87 και 88). Χωριστά αδικήματα στην ίδια διάταξη έχουμε όταν προβλέπεται για το καθένα διαφορετική, από τη φύση της, πράξη: βλ. Frangiskos Kyriakou v. The Welfare Office
(1961)C.L.R. 227, Mallon and another v. Allon
(1963)3 All E.R. 843. Όταν όμως η πράξη είναι βασικά του ίδιου είδους αλλά διαφέρει στη μορφή της δεν έχουμε παρά μόνο ένα αδίκημα: βλ. A.G. v. HjiConstanti
(1969)2 C.L.R. 5, Police v. Economides & Others (ανωτέρω). Το μόνο ένα αδίκημα μπορεί να διαπράττεται με περισσότερο από έναν τρόπο, είτε ως προς την αντικειμενική υπόσταση είτε ως προς την υποκειμενική. Σε τέτοια περίπτωση επιτρέπονται στην ίδια κατηγορία οι διαζεύξεις».
(4)Εφ΄ όσον οι αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2 άδικες πράξεις συνίστανται σε παράλειψη εκτέλεσης των όσων το άρθρο 15
(1)(γ) του Ν.185(Ι)/2011 επιβάλλει, ουδεμία περαιτέρω λεπτομέρεια, πέραν των ήδη καταγεγραμμένων στο κατηγορητήριο, είναι αναγκαία. Ο νόμος ορίζει όσα εναλλακτικά οι κατηγορούμενοι όφειλαν να εκτελέσουν. Εφ΄ όσον δε αυτοί εγκαλούνται για παράλειψη δεν απαιτείται η παράθεση, στο κατηγορητήριο, των εναλλακτικών εργασιών τις οποίες αυτοί όφειλαν να εκτελέσουν. Αντιθέτως, εάν οι κατηγορούμενοι εγκαλούντο για θετική ενέργεια, για την οποίαν ο νόμος καθορίζει εναλλακτικούς τρόπους εμφάνισης, τότε αυτοί θα εδικαιούντο λεπτομερειών εν σχέσει με τον εγκαλούμενο τρόπο εμφάνισης της ενέργειας αυτής. Για τους πιο πάνω λόγους το κατηγορητήριο παραμερίζεται σε όση έκταση αυτό αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 1. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 απαλλάσσονται από το κατηγορητήριο. Όσον αφορά στην 2η και την 3η κατηγορία, το κατηγορητήριο είναι συντεταγμένο σύμφωνα με τα όσα το άρθρο 39 του Κεφ. 155 ορίζει. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 καλείται να απαντήσει στην 2η και την 3η κατηγορία. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο