← Κύπρος

Μ.Α.Ν.Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΛΤΔ ν. PLYNTEX PUBLIC LIMITED κ.α., Υπόθεση αρ.: 16360/2012, 29/12/2014

Μ.Α.Ν.Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΛΤΔ ν. PLYNTEX PUBLIC LIMITED κ.α., Υπόθεση αρ.: 16360/2012, 29/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 16360/2012 Μ.Α.Ν.Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΛΤΔ και

  1. PLYNTEX PUBLIC LIMITED
  2. Νίκου Εφραίμ
  3. Ρένου Σταυρίδη Κατηγορουμένων 29 Δεκεμβρίου,
  4. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζεται ο κ. Α. Γεωργίου για τους κ.κ. Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1, καμία εμφάνιση Για τον κατηγορούμενο αρ. 3, εμφανίζεται ο κος Στ. Βασιλακκάς Κατηγορούμενος αρ. 3, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Μετά την απόσυρση του κατηγορητηρίου όσον αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 2 και την συνακόλουθη απαλλαγή και αθώωση αυτού, παρέμειναν να αντιμετωπίζουν κατηγορίες σχετικές με το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) καθώς και με το αδίκημα της απόσπασης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων (άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154) οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 3. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, μία εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία τους, διώκονται ως αυτουργοί, ο δε κατηγορούμενος αρ. 3 διώκεται ως συνεργός. Επίδικες είναι οι επιταγές υπ΄ αριθμόν 19921083 και 19921087, οι οποίες εξεδόθηκαν από τους κατηγορουμένους αρ. 1 επί του τραπεζικού οργανισμού «Alpha Bank Cyprus Ltd» προς όφελος των παραπονουμένων. Η επιταγή υπ΄ αριθμόν 19921083 αφορά στο ποσόν των €2.044,77 και παρουσιάζεται πληρωτέα στις 13.04.2012 (τεκμήριο 3). Η επιταγή υπ΄ αριθμόν 19921087 αφορά στο ποσόν των €2.247 και παρουσιάζεται πληρωτέα στις 15.04.2012 (τεκμήριο 5). Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 δεν εμφανίζονται στην διαδικασία και η υπόθεση, όσον αφορά σε αυτούς, προχώρησε σε απόδειξη. Ο κατηγορούμενος αρ. 3 εμφανίζεται στη διαδικασία, εκπροσωπείται από δικηγόρο και αρνείται ενοχή. Όσον αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 3 η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν ενόρκως ο Ανδρέας Παναγιώτου (Μ.Κ.1), διευθυντής των παραπονουμένων, η Ιωάννα Χριστοδούλου (Μ.Κ.2) και ο Γιώργος Σάββα (Μ.Κ.3), τραπεζικοί υπάλληλοι, και ο Χριστάκης Ιακωβίδης (Μ.Κ.4), Λογιστής, ο οποίος διορίστηκε ως διαχειριστής και παραλήπτης των κατηγορουμένων αρ. 1 δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη. Μετά το πέρας της προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους των παραπονουμένων ετέθηκε, από το τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου αρ. 3, μεταξύ άλλων, και ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας (Έλληνας ν. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 155, Beogradska D.D.
(1996)1 C.L.R. 911, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Το ζήτημα ετέθηκε εν όψει μαρτυρίας σύμφωνα με την οποίαν, δια της προκείμενης ποινικής υπόθεσης οι παραπονούμενοι ενδιαφέρονται, αποκλειστικώς και μόνον, να εισπράξουν το λαβείν τους. Εν όψει της κρισιμότητας και του προκριματικού χαρακτήρα του ζητήματος της κατάχρησης διαδικασίας αυτό εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και όσον αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 1. Συναφώς αναφέρεται πώς ως «καταχρηστική» χαρακτηρίζεται η δικαστική διαδικασία όταν δι΄ αυτής επιδιώκεται σκοπός όμοιος με σκοπόν ο οποίος επιδιώκεται διαμέσου της παράλληλης προώθησης άλλου ένδικου μέσου (Beogradskα DD (ανωτέρω) καθώς, επίσης, και η δικαστική διαδικασία όταν πραγματικός της σκοπός είναι η εξόντωση ή η καταπίεση του αντιδίκου (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (ανωτέρω), Mills v. Cooper
(1967)2 All ER 100, 104). Η δικαστική εξουσία για παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας εξ αιτίας του καταχρηστικού της χαρακτήρα ασκείται με φειδώ και μόνον εφ΄ όσον η διαδικασία είναι προδήλως καταχρηστική. Η σχετική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν συνεκτίμησης αφ΄ ενός του συνταγματικού δικαιώματος κάθε προσώπου να προσφεύγει απρόσκοπτα στη δικαιοσύνη και αφ΄ ετέρου της ευθύνης του Δικαστηρίου να περιφρουρεί και να διασφαλίζει την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία του (απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 90/2011 Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.ά., ημερ. 11.09.2013). Η κρίση περί καταχρηστικής διαδικασίας δεν διαμορφώνεται επί τη βάσει υποθέσεων και εικασιών. Τέτοια κρίση διαμορφώνεται επί τη βάσει μαρτυρίας. Συνεπώς, ευρισκόμενοι στο στάδιο κατά το οποίο ολοκληρώθηκε η προσαγωγή μαρτυρίας εκ μέρους του παραπονουμένου, το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας δύναται να κριθεί. Σύνοψη του λόγου και των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή της εκ μέρους διαδίκου κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας παρατίθεται στην απόφαση Διευθυντής των Φυλακών ν. Παρέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν στην κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συναρτούνται με οποιονδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα, μπορεί να προσλάβουν οποιανδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίον παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Υπάρχουν περιπτώσεις όπου συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία παρουσιάζεται, εκ πρώτης όψεως, ορθή και νόμιμη. Όμως, εξωγενής μαρτυρία καταδεικνύει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της. Στην απόφαση Goldsmith v. Sperrings Ltd
(1977)2 All ER 566 (C.A.) λέχθηκαν, από τον Lord Denning M.R., τα εξής: «Abuse of legal process In a civilized society, legal process is the machinery for keeping order and doing justice. It can be used properly or it can be abused. It is used properly when it is invoked for the vindication of men's rights or the enforcement of just claims. It is abused when it is diverted from its true course so as to serve extortion or oppression; or to exert pressuve so as to achieve an improper end. When it is so abused, it is a tort, a wrong known to the law. The judges can and will intervene to stop it ... Sometimes abuse can be shown by the very steps being taken in the courts .. At other times the abuse can only be shown by extrinsic evidence that the legal process is being used for an improper purpose. On the face of it in any particular case, the legal process may appear to be entirely proper end correct. What may make it wrongful is the purpose for which it is used. If it is done in order to exert pressure so as to achieve an end which is improper in itself, then it is a wrong known to the law. This appears distinctly from the case which founded this tort. It is Grainger v. Hill
(1838)4 Bing N.C. 212 which arose out of the old process of capias. The plaintiff recovered damages for abuse of the process. It had been abuse because it had been taken, as Tindal CJ said at p. 221, «to effect an object not within the scope of the process» and as Bosanquet J. said at p. 24 «the process was enforced for an ulterior purpose». Ειδικότερα και εν σχέσει με τη χρήση ποινικής διαδικασίας για σκοπούς ανάκτησης χρέους παρατίθεται το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ., 133, 150: «Η χρήση της ποινικής διαδικασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους προορίζεται ήταν εμφανής τόσο από τη σύζευξη της με την πολιτική αγωγή, όσο και από την ίδια την κατάθεση του εφεσίβλητου ο οποίος ευθέως είπε στη μαρτυρία του ότι η ποινική διαδικασία απέβλεπε στην ανάκτηση του χρέους που διεκδικούσε από την εφεσείουσα. ................................................... Η ποινική δίωξη σκοπούσε να προσφέρει οφέλη στον εφεσίβλητο στην πολιτική δίκη τα οποία και αποκόμισε. Αυτός δεν είναι ο σκοπός της ποινικής δίωξης που συνίσταται στον κοινό σκοπό τιμωρίας του εγκλήματος και μέσω της τιμωρίας στην αποτροπή επανάληψης του εγκλήματος από τον ίδιο και κάθε επίδοξο εγκληματία. Η χρήση της ποινικής δίωξης για σκοπούς άλλους από τους καθιερωμένους εκτρέπει τον σκοπό της, αποδυναμώνει το κύρος της και την καθιστά έρμαιο των επιδιώξεων του διώκοντος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να ανακόψει την ποινική διαδικασία αφότου κατέστησαν σαφείς οι προθέσεις του εφεσίβλητου για την προσεπίκλησή της. Η δίωξη της εφεσείουσας είχε αποκλειστικό σκοπό την ενίσχυση των θέσεων του εφεσίβλητου στην πολιτική δίκη. Συνιστούσε κατάχρηση της ποινικής διαδικασίας η οποία έπρεπε να περισταλεί.» Για το φαινόμενο ο έχων αστικής φύσης αξίωση εναντίον εκδότη επιταγής να καταχωρίζει εναντίον του ιδιωτική ποινική υπόθεση, δυνάμει του άρθρου 305Α του Κεφ. 154, αντί αγωγής, παρατίθεται το ακόλουθο obiter dictum από την απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 246/2009 Αντρέας Αντρέου ν. Vangel Art Ltd κ.α. ημερ. 20.01.2012. Ας σημειωθεί πως το παρόν Δικαστήριο έχει κατακλυστεί από πλημμυρίδα υποθέσεων καταχωρισμένων δυνάμει του άρθρου 305 Α του Κεφ. 154: «Έχουμε όμως και μια άλλη ευρύτερη παρατήρηση: Εδώ και τρία χρόνια ο Εφεσείων ακολούθησε πεισματικά την προσφυγή στη διαδικασία της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με την αδιέξοδη κατάληξη που προκύπτει και χωρίς να έχει προσφύγει στην αστική διαδικασία προς πλήρη και οριστική επίλυση της διαφοράς του με τους εφεσίβλητους, προφανώς θεωρώντας ότι η ποινική δίωξη θα ενεργούσε ως μοχλός πίεσης υπέρ του. Αυτό δεν είναι επιθυμητό σε ένα σύστημα δικαίου στο οποίο οι ουσιαστικά αστικές διαφορές επιλύονται σε καλά θεσμοθετημένα πλαίσια που διασφαλίζουν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης σε συνάρτηση με τα υπό του νόμου καθοριζόμενα ως προς δικαιώματα και υποχρεώσεις αστικής μορφής». Ακολουθεί η παράθεση των απαντήσεων του διευθυντή των παραπονούμενων Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Κ.1) σε ερωτήσεις και υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου αρ. 3, οι οποίες έδωσαν το έναυσμα για την εξέταση του ζητήματος της κατάχρησης διαδικασίας: « .............................................................................................................. E. Κύριε μάρτυς αυτό το υπόλοιπο είναι απλήρωτο μέχρι σήμερα, σωστά; A. Σωστά. E. Ως εταιρεία έχετε κινήσει αστική αγωγή για να μαζέψετε αυτό το ποσό; Έχετε λάβει νομικά μέτρα στα πλαίσια αστικού δικαίου για αυτές τις επιταγές; .............. A. Εντιμότατη επειδή δεν κατέχω πολλά τα νομικά, εγώ μετά από πολλές υποσχέσεις που μου έδωσε ότι θα τα κανονίσει να μου ξοφλήσει τις επιταγές, πήγα στο δικηγόρο μου, δεν γνωρίζω νομικά θέματα αν μπορούσα να κινηθώ διαφορετικά. Πήρα τις επιταγές στο δικηγόρο μου τζιαί προσπάθησα να μπορέσω να πληρωθώ. E. Άρα στο δικηγόρο σας πήγατε με σκοπό να μάθετε πώς μπορείτε να πληρωθείτε τούντες επιταγές; A. Βεβαίως, όταν κάποιος μου οφείλει πηγαίνω να πάρω, να βρω το δίκαιο μου. E. Και άρα δεν πήγατε όπως μας είπατε τώρα στο δικηγόρο σας με σκοπό πώς να τιμωρήσετε τούτον τον άνθρωπο, αλλά πώς να συλλέξετε το ποσό που αναφερόταν στις επιταγές. ............... E. Κύριε μάρτυς όταν πήγατε στον δικηγόρο σας και πήγατε με σκοπό να συλλέξετε το ποσό αυτών των επιταγών ήταν και o μοναδικός σας σκοπός αυτός που πήγατε στο δικηγόρο; A. Βεβαίως. Δεν πήγα για να τιμωρήσω κάποιον, πήγα απλώς για να πάρω τα λεφτά που μου οφείλουν. E. Μάλιστα, εντάξει. Κύριε μάρτυς και άρα θεωρείτε αυτή τη διαδικασία ως μέσο για να πάρετε το υπόλοιπο που σας χρωστά η εταιρεία; ................................................................................................................. A. Έβαλα δικηγόρο για τούντο σκοπό, για να πάρω τα λεφτά μου, ότι με ειδοποίησε ο δικηγόρος μου να κάμω... ................................................................................................................» Εξέταση των ρητών και απερίφραστων αυτών απαντήσεων του διευθυντή των παραπονουμένων Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Κ.1) αποκαλύπτει πώς αυτοί προσφεύγουν στην ποινική δικαιοσύνη αποκλειστικώς και μόνον για να ικανοποιήσουν τις οικονομικές απαιτήσεις τους αστικής φύσης. Ως οι ίδιοι οι παραπονούμενοι ομολογούν, δια του εκπροσώπου τους Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Κ.1), δεν ενδιαφέρονται για τον ποινικό κολασμό των κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγησάντων κατηγορουμένων αρ. 1 και 3 και ούτε ενδιαφέρονται για την απόδοση ποινικής δικαιοσύνης. Αποκλειστικός σκοπός της προσφυγής τους στην ποινική δικαιοσύνη είναι η ανάκτηση των χρημάτων τα οποία θεωρούν ότι τους οφείλονται. Στην πραγματικότητα οι παραπονούμενοι προσφεύγουν στην ποινική δικαιοσύνη έχοντας αλλότριους σκοπούς. Συνεπώς, αυτοί καταχρώνται των δικαστικών διαδικασιών και θα πρέπει να παρεμποδισθούν. Αυτό επιτυγχάνεται με την απόρριψη του κατηγορητηρίου. Το κατηγορητήριο απορρίπτεται. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.