← Κύπρος

Ανδρέας Χαραλάμπους (Ηλεκτροσυσκευές) Λτδ ν. Arion Engineering (Cyprus) Ltd κ.α., Υπόθεση αρ.: 12282/2014, 2/12/2014

Ανδρέας Χαραλάμπους (Ηλεκτροσυσκευές) Λτδ ν. Arion Engineering (Cyprus) Ltd κ.α., Υπόθεση αρ.: 12282/2014, 2/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 12282/2014 Ανδρέας Χαραλάμπους (Ηλεκτροσυσκευές) Λτδ και

  1. Arion Engineering (Cyprus) Ltd,
  2. Χρίστου Παπαγιάννη Κατηγορουμένων 02 Δεκεμβρίου,
  3. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζεται η κα Α. Γεωργίου για τους κ.κ. Ανδρέας Β. Ζαχαρίου και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, καμία εμφάνιση Κατηγορουμένος αρ. 2, απών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διώκονται για το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 3

(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008). Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, μία εταιρεία, ως δηλώνει η επωνυμία τους, διώκονται ως οι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτες των παραπονουμένων (εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτών), ο δε κατηγορουμένος αρ. 2 διώκεται ως ο συνεργός των πρώτων (άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Κρίσιμο είναι το διάταγμα μηνιαίων δόσεων το οποίο εξεδόθηκε στις 04.02.2014 για σκοπούς εκτέλεσης τελικής απόφασης ημερ. 19.03.
  1. Η τελική αυτή απόφαση εξεδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 2518/2012 (Ε.Δ. Λάρνακας) Ανδρέας Χαραλάμπους (Ηλεκτροσυσκευές) ΛΤΔ v. ARION ENGINEERING (CYPRUS) LIMITED. Επίδικες είναι επτά μηνιαίες δόσεις συνολικού ύψους €1.800 οι οποίες κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και πληρωτέες. Το κατηγορητήριο επεδόθηκε στους κατηγορουμένους, πλην όμως αυτοί παρέλειψαν να εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στην ορισθείσα, για τις 20.10.2014, πρώτη δικάσιμο. Έτσι, η υπόθεση ορίσθηκε για απόδειξη. Για σκοπούς απόδειξης, η ευπαίδευτη συνήγορος των παραπονουμένων κατέθεσε ένορκη δήλωση του Βάσου Διάκου ημερ. 23.10.14 με συνημμένα διάφορα έγγραφα (τεκμήριο 1) και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου προσώπου ημερ. 03.11.2014 (τεκμήριο 2). Ας σημειωθεί πώς δια της ένορκης δήλωσης του ημερ. 23.10.14 (τεκμήριο 1) ο Βάσος Διάκος ζητεί την καταδίκη των κατηγορουμένων, την έκδοση εναντίον τους διατάγματος είσπραξης των οφειλομένων δόσεων καθώς και την επιδίκαση εναντίον τους των εξόδων. Μελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Διαπιστώνεται, κατ΄ αρχάς, πώς τα όσα δηλώνει ενόρκως ο Βάσος Διάκου (τεκμήρια 1 και 2), τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, στοιχειοθετούν τη διάπραξη, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, του εγκαλούμενου αδικήματος και δικαιολογούν την εναντίον τους έκδοση καταδικαστικής απόφασης καθώς και την επιβολή ποινής. Το ίδιο συμβαίνει και εν σχέσει με τον κατηγορουμένο αρ.
  2. Συναφώς αναφέρονται τα εξής: ως προκύπτει από την ισχύουσα νομοθεσία, η ποινική ευθύνη για την καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή (ως οι παραπονούμενοι), επί τη βάσει του Ν.60(Ι)/2008, βαραίνει τον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Στην περίπτωση όπου εξ αποφάσεως οφειλέτης είναι εταιρεία, ο διευθυντής ή ο σύμβουλος της θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπός της. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) εν σχέσει τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus) του συνεργού (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Η συνδρομή των στοιχείων που συνιστούν την πρόθεση (την υποκειμενική υπόσταση του εκάστοτε επίδικου αδικήματος) προκύπτει, ως εξυπακουομένη, επί τη βάσει των γεγονότων. Στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αναμένεται άμεση απόδειξη της πρόθεσης. Τα γεγονότα παρέχουν, συχνά, έρεισμα για τα συμπεράσματα ως προς την πρόθεση. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο για την πρόθεση κάποιου να προκαλέσει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, η οποία, επί τη βάσει της μαρτυρίας, θα καταλήξει κατά πόσον έτσι σκεφτόταν ο συγκεκριμένος δράστης. Το πώς θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος εάν βρισκόταν στη θέση του δράστη είναι αδιάφορο (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 271). Στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει επαρκής μαρτυρία όσον αφορά στην πρόθεση του κατηγορουμένου αρ. 2 ως συνεργού στην επίδικη αδικοπραγία. Η ιδιότητά που του αποδίδεται, ως του μόνου προσώπου το οποίο χειρίζεται τα οικονομικά ζητήματα των κατηγορουμένων αρ. 1 και είναι υπεύθυνο για τις πληρωμές, καθώς επίσης και το γεγονός πώς διαμέσου αυτού οι κατηγορούμενοι αρ. 1 εδέχθηκαν την έκδοση του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων (δείτε στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Βάσου Διάκου, ημερ. 03.11.2014, τεκμήριο 2) αρκούν για την εξαγωγή συμπερασμάτων περί της πρόθεσής του να αδικοπραγήσει. Εφ΄ όσον η μαρτυρία αυτή αφορά στην γνώση και τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου αρ. 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο, το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης έχει τεκμηριωθεί, η δε εναντίον του κατηγορία έχει αποδειχθεί. Εξετάσθηκε το υποβληθέν, διαμέσου του μάρτυρος Βάσου Διάκου, αίτημα για έκδοση διατάγματος είσπραξης των επίδικων οφειλόμενων δόσεων συνολικού ύψους €1.800. Ας σημειωθεί πώς την δυνατότητα έκδοσης τέτοιου διατάγματος προβλέπει το άρθρο 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008. Όμως, το άρθρο αυτό προβλέπει, επίσης, κατά τρόπον σαφή και επιτακτικό, την υποβολή σχετικής αίτησης. Στην απουσία τέτοιας αίτησης, δεν παρέχεται το Δικαστήριο εξουσία έκδοσης του επιδιωκόμενου διατάγματος. Παρατίθεται το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 25/2012 Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου ν, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 20.02.2014: «Είναι η θέση του εφεσείονταόμως, ότι κακώς το Δικαστήριο εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα στην προκείμενη περίπτωση διότι τούτο δεν εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή υποχρεωτικώς παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως, και αίτησις δεν είχε υποβληθεί. Ανατρέχοντας στο σχετικό άρθρο διαπιστώνουμε ότι πράγματι προβλέπεται ότι: «4.
(3)Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες.» Δεν υπάρχει τρόπος να υπερβούμε την σαφή πρόνοια του νόμου με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την εφεσίβλητη ότι το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει έχει δικαίωμα αυτεπαγγέλτως να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Εδώ το θέμα ρυθμίζεται ρητώς και σαφώς διά νόμου και οι πρόνοιες του νόμου πρέπει να τηρηθούν. Εφόσον δεν είχε υπάρξει αίτηση προς είσπραξη των οφειλομένων δόσεων ως χρηματικής ποινής, το Δικαστήριο δεν είχε δικαίωμα να εκδώσει το διάταγμα. Δεν είναι τυπικής φύσεως η πρόνοια αυτή αλλά ουσιαστική, εφόσον η αίτηση η οποία μπορεί να υποβληθεί θα κριθεί αναλόγως των συνθηκών οι οποίες θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούν όχι μόνο την επιλογή της υποβολής αίτησης αλλά και την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής. Περαιτέρω, προκύπτει θέμα ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση. Πέραν τούτου, και λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων που πρέπει να σταθμισθούν, υπάρχει και το θέμα της ενδεχόμενης αναστολής εκτελέσεως που προβλέπεται στο νόμο. Όλα αυτά μπορούν να εξετασθούν μόνο εφόσον υποβληθεί αίτηση. Για τους λόγους αυτούς θεωρούμε ότι η έφεση πρέπει να επιτύχει ως προς αυτή τη πτυχή και είναι απορριπτέα ως προς τα λοιπά. Επιτυγχάνει ως προς τούτο και παραμερίζεται το διάταγμα για είσπραξη των οφειλομένων δόσεων υπό μορφή χρηματικής ποινής...» Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στην κατηγορία την οποίαν αντιμετωπίζουν. Επιβάλλεται, εις έκαστον των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2, όσον αφορά στην 1η κατηγορία, χρηματική ποινή ύψους €350. Περαιτέρω, επιδικάζονται, υπέρ των παραπονουμένων και εναντίον των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2, κατ΄ αποκοπήν έξοδα ύψους €300, επιπλέον Φ.Π.Α., επιπλέον €23, ως τα έξοδα επίδοσης (Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603). (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.