Aστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Gundars Baumanis, Υπόθεση αρ.: 15167/2014, 10/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15167/2014 Aστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και Gundars Baumanis Κατηγορουμένου 10 Δεκεμβρίου, 2014. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κος Α. Αντωνίου, Δημόσιος Κατήγορος Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κ. Π. Αριστοτέλους Κατηγορούμενος, παρών Η κα Ζάνα Λαζίδου μεταφράζει από την Ελληνική γλώσσα στην Ρωσσική και αντιστρόφως. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ex tempore Ο καταγόμενος από τη Λετονία κατηγορούμενος διώκεται γιατί εισήλθε στην Δημοκρατία ενώ είναι απαγορευμένος μετανάστης, ως τα άρθρα 6
(1)(κ) και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) ορίζουν. Σύμφωνα με τις καταγεγραμμένες, στο κατηγορητήριο, λεπτομέρειες ο κατηγορούμενος εισήλθε στη Δημοκρατία δύο φορές, στις 28.06.2014 (1η κατηγορία) και στις 08.11.2014 (2η κατηγορία), παρά το ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης και το όνομά του ετοποθετήθηκε στον κατάλογο των προσώπων στα οποία απαγορεύεται η είσοδος στη Δημοκρατία από τις 22.12.2013. Ας σημειωθεί πώς διαπράττει το διαγραφόμενο από τα άρθρα 6
(1)(κ) και 19
(2)του Κεφ. 105 αδίκημα όποιος εισέρχεται ή διαμένει στη Δημοκρατία κατά παράβασιν οιασδήποτε απαγόρευσης, όρου, περιορισμού ή επιφύλαξης που περιλαμβάνεται στο νόμο αυτό ή σε οιουσδήποτε κανονισμούς, εκδοθέντες δυνάμει του νόμου αυτού, ή σε οιανδήποτε άδεια παραχωρηθείσα ή εκδοθείσα δυνάμει του νόμου αυτού ή των προαναφερθέντων κανονισμών. Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το επίδικο αδίκημα είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Η συνδρομή της πρόθεσης (mens rea), ως συστατικό του αδικήματος, προκύπτει ως εξυπακουόμενη επί τη βάσει των γεγονότων. Στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αναμένεται άμεση απόδειξη της πρόθεσης. Τα γεγονότα παρέχουν, συχνά, έρεισμα για τα συμπεράσματα ως προς την πρόθεση. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο για την πρόθεση κάποιου να προκαλέσει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, η οποία, επί τη βάσει της μαρτυρίας, θα καταλήξει κατά πόσον έτσι σκεφτόταν ο συγκεκριμένος δράστης. Το πώς σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος εάν βρισκόταν στη θέση του δράστη είναι αδιάφορο (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ως υπεράσπιση προβάλλεται, μεταξύ άλλων, και ο ισχυρισμός πώς ο κατηγορούμενος δεν εγνώριζε περί του χαρακτηρισμού του, από τις αρμόδιες αρχές, ως παράνομου μετανάστη και ούτε εγνώριζε πώς το όνομά του τοποθετήθηκε στον κατάλογο προσώπων στα οποία απαγορεύεται η είσοδος στη Δημοκρατία. Το ζήτημα της γνώσης του κατηγορουμένου για τα δύο αυτά γεγονότα είναι καθοριστικό εφ΄ όσον με τη γνώση συνυφαίνεται η πρόθεσή του να αδικοπραγήσει. Συνεπώς, δικαιολογείται η κατά προτεραιότηταν συζήτηση του ζητήματος αυτού. Για την γνώση του κατηγορουμένου σχετικά είναι τα όσα ανέφεραν ενόρκως ο αρχιαστυφύλακας 2947 Θ. Θεμιστοκλέους (Μ.Κ.1) και ο ίδιος ο κατηγορούμενος Gundars Baumanis, κληθείς σε απολογία, καθώς, επίσης, και τα όσα η επιστολή ημερ. 17.12.2013, υπογεγραμμένη από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (τεκμήριο 1), και οι καταθέσεις του κατηγορουμένου στην αστυνομία ημερ. 17.12.2013 και 09.11.2014 (τεκμήρια 3 και 6, αντιστοίχως) επιμαρτυρούν. Ακολουθεί η παρουσίαση και ο σχολιασμός της μαρτυρίας αυτής. Ο αρχιαστυφύλακας 2947 Θ. Θεμιστοκλέους (Μ.Κ.1) εδήλωσε τα εξής: Στις 17.12.2013, εκ καθήκοντος, επληροφόρησε τον κατηγορούμενο για την εναντίον του έκδοση, από τις αρμόδιες αρχές, διαταγμάτων απέλασης και κράτησης καθώς και για το γεγονός πώς απαγορεύθηκε σε αυτόν η είσοδος στην Δημοκρατία για τα επόμενα 10 έτη. Η συνομιλία και η συνεννόησή του με τον κατηγορούμενο έγινε στην Αγγλική γλώσσα την οποίαν ο τελευταίος αντιλαμβάνεται και ομιλεί πολύ καλά. Τα περί έκδοσης εναντίον του κατηγορουμένου των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης καθώς και τα περί της απαγόρευσης εισόδου του στην Δημοκρατία για περίοδο 10 ετών καταγράφονται και στην επιστολή ημερ. 17.12.2013, την οποίαν υπογράφει ο Διευθυντής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μεταναστεύσεως (τεκμήριο 1). Παρά το ότι η επιστολή αυτή είναι συντεταγμένη στην Αγγλική γλώσσα, ο κατηγορούμενος την ανέγνωσε ενώπιόν του και εδήλωσε πώς αντελήφθηκε πλήρως και επακριβώς το περιεχόμενό της. Εξ ου και ο κατηγορούμενος υπέγραψε επί της επιστολής αυτής (τεκμήριο 1). Ο κατηγορούμενος, ηλικίας σήμερα πενήντα ενός ετών, κατάγεται από τη Λετονία και έχει, ως μητρική γλώσσα, τη Λετονική. Απευθυνόμενος στο Δικαστήριο, διαμέσου μετάφρασης από την Ελληνική στην Ρωσσική και αντιστρόφως, με λόγο συνεκτικό, συγκροτημένο, ήρεμο και άμεσο εδήλωσε τα εξής: Αφήχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 14.12.2013 σε αναζήτηση εργασίας. Ακολούθησε τις προτροπές σχετικής διαφήμισης η οποία εν τέλει, απεδείχθηκε ψευδής. Εξ ου και παρέμεινε στην Δημοκρατία για κάποιες ημέρες χωρίς στέγη και χωρίς τροφή. Στις 17.12.2013 επεσκέφθηκε αστυνομικό σταθμό στην Λάρνακα για να βοηθηθεί να επιστρέψει στην πατρίδα του. Γνωρίζει να ομιλεί και να γράφει καλά την Αγγλική γλώσσα, την οποίαν έμαθε, κατ΄ αρχάς, παρακολουθώντας ειδικά μαθήματα στο σχολείο στο οποίο εφοίτησε στην πατρίδα του. Ακολούθως εβελτίωσε τις γνώσεις του με προσωπική προσπάθεια. Δεν εφοίτησε ποτέ σε αγγλόφωνο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Είναι απόφοιτος ανωτάτης σχολής μουσικής της πατρίδας του και γνωρίζει άριστα τη Ρωσική γλώσσα, εξ ου και η υποβοήθηση της παρούσας διαδικασίας από την κα Λαζίδου. Η εκ μέρους του γνώση της Αγγλικής γλώσας σε καλό επίπεδο του επέτρεψε να δώσει δύο καταθέσεις στην αστυνομία, ημερ. 17.12.2013 και 09.11.2014 (τεκμήρια 3 και 6, αντιστοίχως) στη γλώσσα αυτή. Όμως, δεν γνωρίζει άριστα την Αγγλική γλώσσα και, ιδίως, δεν γνωρίζει τους νομικούς όρους που αναφέρονται στην επιστολή ημερ. 17.12.2013 (τεκμήριο 1). Από την επιστολή αυτή ανέγνωσε μόνον την πρώτη παράγραφο, στην οποίαν δεν αναφέρεται ο,τιδήποτε περί απαγόρευσης εισόδου στη Δημοκρατία για περίοδο 10 ετών. Όταν εζήτησε από τον αρχιαστυφύλακα 2947 Θ. Θεμιστοκλέους (Μ.Κ.1) εξηγήσεις όσον αφορά στο περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 17.12.2013 (τεκμήριο 1) αυτός τον καθησύχασε λέγοντας του πώς πρόκειται για μια απλή διατύπωση, απαραίτητη για να διευθετηθεί η επιστροφή του στην πατρίδα του. Ο ίδιος εδέχθηκε την εξήγηση αυτή εμπειστευόμενος τον αρχιαστυφύλακα 2947 Θ. Θεμιστοκλέους (Μ.Κ.1). Άλλωστε, επιθυμούσε την άμεση αναχώρησή του για την πατρίδα του επειδή ήταν εξαντλημένος και απογοητευμένος από το γεγονός πώς εξαπατήθηκε από τη διαφήμιση περί εργοδότησης στη Δημοκρατία. Εάν εγνώριζε περί του χαρακτηρισμού του ως παράνομου μετανάστη και περί της απαγόρευσης της εισόδου του στη Δημοκρατία ουδόλως θα επεχειρούσε να επιστρέψει στην Δημοκρατία. Ουδόλως θα επιθυμούσε να διακινδυνεύσει τη σύλληψη και τη φυλάκισή του. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος Gundars Baumanis εδημιούργησε την εντύπωση ενός προσώπου το οποίο μετέφερε την αλήθεια όσον αφορά στα κρίσιμα γεγονότα. Έγινε ήδη αναφορά στα θετικά γνωρίσματα του λόγου του. Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος Gundars Baumanis περί των κρίσιμων γεγονότων κρίνονται ως αληθή και αξιόπιστα. Επί τη βάσει των ανωτέρω κρίνεται πώς ο κατηγορούμενος επέτυχε να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την υπεράσπιση περί της εκ μέρους του άγνοιας για το γεγονός που εχαρακτηρίσθηκε ως παράνομος μετανάστης και πώς από τις 17.12.2013 απαγορεύθηκε η είσοδός του στη Δημοκρατία για περίοδο 10 ετών. Η αποδεδειγμένη άγνοια του κατηγορουμένου για τα γεγονότα αυτά αναπόδραστα εκθεμελειώνει την υποκειμενική υπόσταση του επίδικου αδικήματος, δηλαδή την πρόθεσή του να αδικοπραγήσει. Για τους πιο πάνω λόγους η υπόθεση απορρίπτεται στην ολότητά της. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η και την 2η κατηγορία. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο