AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED υπό διαχείριση κ.α. ν. ΔΗΜΗΡΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 2736/14, 16/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 2736/14 Μεταξύ:
- AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED υπό διαχείριση
- Ελευθέριος Φιλίππου ως Διαχειριστή και Παραλήπτη της εταιρείας AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων και
- ΔΗΜΗΡΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- ΓΙΑΝΝΗΣ Ε. ΠΑΝΑΓΗΣ
- MARISMARE LTD
- ΜΑΡΙΑ ΜΗΛΙΩΤΟΥ ΠΑΝΑΓΗ
- ADRASTEIA HOTELS LTD
- NIKE HOTELS LTD Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 17.11.14 Ημερ.: 16.12.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες ‑ Aιτητές: κ. Α. Αντρέου με τον κ.M.Κραμβή για Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόμενους 1 μέχρι 3: κ. Κ.Βελάρης με τον κ. Γ. Παρμακλή για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η Αίτηση - Εναγόμενους 4 και 5: κ.Χρ.Κληρίδης μετά του κ.Ν.Πιριλίδη και της κας Τ.Πιριλίδη για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και N.Pirilides & Associates LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είναι η κάτοχος ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 24.11.2009 σε ολόκληρη την περιουσία της εταιρείας AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED. Την 29.3.2013 δυνάμει του περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013) τα περιουσιακά στοιχεία της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Η Marfin ήταν η κάτοχος ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 25.11.2009 σε ολόκληρη την περιουσία της AQUA SOL. Την 13.10.2014 η Τράπεζα Κύπρου, δυνάμει των όρων των πιο πάνω ομολόγων, διόρισε τον Ελευθέριο Φιλίππου, Εναγόμενο 2, παραλήπτη και διαχειριστή της AQUA SOL. Όπως ο διαχειριστής διατείνεται, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 14.10.2014, πληροφορήθηκε ότι η εταιρεία MARISMARE LTD, Εναγόμενη 4, είχε από 1.9.2014 αναλάβει τη διαχείριση έξι ξενοδοχείων και από 1.10.2014 ακόμη δύο ξενοδοχείων της AQUA SOL. Μετά από πάροδο αρκετών ημερών παραδόθηκαν στο διαχειριστή οι σχετικές συμφωνίες. Πρόκειται για τέσσερεις συμφωνίες ημερομηνίας 18.8.2014 (ΕΦ17
(1)-17
(4)), δύο συμφωνίες ημερομηνίας 1.10.2014 (ΕΦ17
(5)και 17
(6)) και εννέα συμπληρωματικές συμφωνίες ημερομηνίας 1.9.2014 (ΕΦ17
(7)-17
(16)). Με αυτές η ΜΑRISMARE μίσθωσε τα οκτώ ξενοδοχεία για αρχική περίοδο 13 ετών με δικαίωμα ανανέωσης για ακόμη 13 έτη υπό τους όρους που μνημονεύονται στις συμφωνίες. Κάποια από τα ξενοδοχεία ανήκουν στην AQUA SOL ενώ για άλλα είναι η ίδια δικαιούχος μακροχρόνιας μίσθωσης. Τις συμφωνίες υπόγραψαν εκ μέρους της AQUA SOL ο Εναγόμενος 3, διευθυντής της, και εκ μέρους της MARISMARE η Εναγόμενη 5, διευθύντρια της, σύζυγος του Εναγόμενου
- Είναι η θέση του διαχειριστή ότι οι πιο πάνω συμφωνίες είναι παράνομες και προϊόν συνωμοσίας μεταξύ των Εναγομένων 1 -
- Σκοπούσαν στην αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της AQUA SOL τα οποία θα έπρεπε να περιέλθουν υπό τη διαχείριση του. Εγιναν με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών της AQUA SOL και ειδικότερα της Τράπεζα Κύπρου. Αναφέρεται ο διαχειριστής σε πρόνοιες των συμφωνιών για να καταδείξει ότι η AQUA SOL «ξεπούλησε» τα περιουσιακά της δικαιώματα και επισημαίνει στοιχεία που αφορούν την MARISMARE προς επιβεβαίωση της θέσης του ότι συνιστά όχημα απάτης. Αναφέρεται ακόμα στη συμφωνία της AQUA SOL με τον μεγαλύτερο τουριστικό πράκτορα με τον οποίο συνεργαζόταν, υποδεικνύοντας ότι απαγορευόταν στην AQUA SOL να εκχωρήσει τα δικαιώματα της που απέρρεαν από την εν λόγω συμφωνία εκτός και αν είχε δοθεί η συγκατάθεση του τουριστικού πράκτορα. Τέτοια απαγόρευση, αναφέρει, υπάρχει στις περισσότερες συμφωνίες της AQUA SOL με τουριστικούς πράκτορες. Σύμφωνα με τα ομόλογα επιβάρυνσης (Οροι 13 (στ-η) και 14 (στ-η) αντίστοιχα) η AQUA SOL είχε συμφωνήσει και αναλάβει την υποχρέωση να μην πωλήσει, εκχωρήσει, μεταβιβάσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει ή αλλιώς αποξενώσει ή διαθέσει την ακίνητη της περιουσία ή οποιοδήποτε μέρος της σε οιονδήποτε ή διαθέσει όλα τα εισπρακτέα ή άλλα χρέη (book-debts) που οφείλονταν σε αυτήν ή ήταν πληρωτέα προς αυτήν από καιρό σε καιρό και να μην ενοικιάσει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο δεσμεύσει ή επιβαρύνει οποιαδήποτε ακίνητα της ή οποιοδήποτε μέρος τους για οποιαδήποτε περίοδο χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του ομολόγου. Στις συμπληρωματικές συμφωνίες προνοείτο ότι προς αποφυγή ενόχλησης των τουριστικών πρακτόρων που συνεργάζονταν με τα ξενοδοχεία, η AQUA SOL θα συνέχιζε να εισπράττει τα εμβάσματα των πρακτόρων τα οποία, στην έκταση που θα αφορούσαν την περίοδο μετά την 1.9.2014 που η MARISMARE ανέλαβε τη διαχείριση, θα απέδιδε στην τελευταία. Την 3.10.2014 μεταφέρθηκε στη MARISMARE από το λογαριασμό της AQUA SOL στη ΣΠΕ Αμμοχώστου το ποσό των €965.409,
- Όπως πληροφορήθηκε ο διαχειριστής από την προϊστάμενη εσωτερικού ελέγχου της AQUA SOL το ποσό αντιστοιχεί σε τιμολόγια που εξέδωσε η MARISMARE προς την AQUA SOL για ποσά που η τελευταία αναμένετο να εισπράξει και που η MARISMARE διατείνετο ότι ήταν πληρωτέα προς αυτήν. Κατά το διαχειριστή πρόκειται για κλοπή και δόλια μεταβίβαση και το ποσό ανήκει και θα πρέπει να επιστραφεί στην AQUA SOL. Ο διαχειριστής απεύθυνε επιστολές προς τους τουριστικούς πράκτορες που γνώριζε ότι διατηρούσαν σχέση με τα ξενοδοχεία της AQUA SOL, προβάλλοντας τη θέση ότι οι συμφωνίες της AQUA SOL με την MARISMARE ήταν άκυρες, καλώντας τους να μην προχωρήσουν σε πληρωμές προς την τελευταία. Την 14.11.2014 ο διαχειριστής παρέλαβε διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας στην αγωγή 6431/2014, ημερομηνίας 13.11.2014, με το οποίο του απαγορευόταν να απευθύνεται προς οποιοδήποτε τουριστικό πράκτορα ή τουριστικό αντιπρόσωπο με τον οποίο συνεργάζεται η AQUA SOL στην Κύπρο ή το εξωτερικό και να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο, με προσωπικές επαφές, επιστολές, ανακοινώσεις, διαφημίσεις ή διαφορετικά χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση των διευθυντών της AQUA SOL. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστήριζε τη σχετική αίτηση (παραγρ.11.4), η αγωγή θα πρέπει να αφορούσε στην ακύρωση του διορισμού του διαχειριστή στη βάση ότι η Τράπεζα Κύπρου άσκησε τα δικαιώματα της δυνάμει των ομολόγων άδικα. Είναι η θέση του διαχειριστή ότι το διάταγμα της 13.11.2014 θα προκαλέσει σύγχυση στους τουριστικούς πράκτορες οι οποίοι υπάρχει άμεσος κίνδυνος να καταβάλουν οφειλόμενα προς την AQUA SOL ποσά στη MARISMARE, όπως η τελευταία τους έχει ζητήσει. Η πιθανότητα ανάκτησης των ποσών από τη MARISMARE σε μελλοντικό στάδιο φαίνεται να είναι πολύ περιορισμένη, αφού αυτή δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία άλλα από το ποσό που της εμβάστηκε από την AQUA SOL. Υπάρχει ακόμα σοβαρός κίνδυνος οι τουριστικοί πράκτορες, που φαίνεται να μην αποδέχονται τη MARISMARE, να ακυρώσουν τις συμφωνίες τους με την AQUA SOL με ολέθρια αποτελέσματα στη λειτουργία και κερδοφορία των ξενοδοχείων. Εκρινε ο διαχειριστής ότι καθίστατο επιτακτική η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγορεύει στη MARISMARE την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων και εξοπλισμού των ξενοδοχείων και την εκχώρηση των δικαιωμάτων που απέκτησε δυνάμει των επίδικων συμφωνιών και συναφών διαταγμάτων σε σχέση με τα εισοδήματα από τις συμφωνίες μίσθωσης. Ακόμη διατάγματα που αφορούν τα φυσικά πρόσωπα που κατά τη θέση του εμπλέκονται στη συνωμοσία. Καταχώρησε την 17.11.2014 την παρούσα αγωγή εξ ονόματος του ιδίου ως διαχειριστή παραλήπτη και της AQUA SOL υπό διαχείριση και αυθημερόν την υπό κρίση Αίτηση υποστηριζόμενη από δική του Ενορκη Δήλωση, ιδίας ημερομηνίας, όπου εκτίθενται οι προαναφερθείσες θέσεις. Την επομένη, κατόπιν αδείας, και προτού το Δικαστήριο επιληφθεί της Αίτησης, καταχώρησε Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση. Τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα αφορούν τη MARISMARE στην οποία απαγορεύτηκε να αποξενώσει ή επιβαρύνει ότι απέκτησε δυνάμει των επίδικων συμφωνιών (Α), αλλά και να αποσύρει, διαθέσει ή χρησιμοποιήσει ποσά, εισπράξεις και ωφελήματα που σχετίζονται ή πηγάζουν από τη διαχείριση ή κατοχή των οκτώ ξενοδοχείων χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση του διαχειριστή (Γ). Για άλλες εξαιτούμενες θεραπείες, που αφορούν τόσο τη MARISMARE όσο και τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 5, διατάχθηκε η επίδοση της μονομερούς αίτησης. Όπως προειπώθηκε, ο Εναγόμενος 3 είναι διευθυντής της AQUA SOL και η Εναγόμενη 5 διευθύντρια της MARISMARE. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι επίσης διευθυντές της AQUA SOL. Τα εξαιτούμενα διατάγματα που δεν εκδόθηκαν αφορούν απαγόρευση στη MARISMARE να ενεργεί προς είσπραξη δυνάμει των συμφωνιών μίσθωσης (Β), παγοποίησης των τραπεζικών λογαριασμών των Εναγομένων 1 - 5 μέχρι ποσού €960.000 (Δ) και αποκάλυψης από τους Εναγόμενους 1 - 5 όλων των στοιχείων που σχετίζονται με τις συμφωνίες μίσθωσης (Ε). Οι Εναγόμενοι 1 - 3 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερομηνίας 28.11.2014 του Εναγόμενου
- Η MARISMARE (Εναγόμενη 4) καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερομηνίας 24.11.2014 του Μιχάλη Ευαγγελίδη, γενικού της διευθυντή. Η Εναγόμενη 5 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που υποστηρίζεται από δική της Ενορκη Δήλωση, ημερομηνίας 28.11.
- Οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης είναι επαναλαμβανόμενοι και εξετάζονται στις ενότητες των θεμάτων που ακολουθούν. ΄Αλλα επί μέρους θέματα που εγείρονται στις Ενορκες Δηλώσεις σχολιάζονται εκεί όπου κρίνεται ότι είναι χρήσιμο να λεχθεί κάτι. Τα ομόλογα και ο διορισμός του παραλήπτη διαχειριστή είναι παραδεκτά, όπως και οι επίδικες συμφωνίες και η καταβολή του ποσού των €965.409,27 προς την MARISMARE. Η βασική θέση των ενιστάμενων είναι ότι η MARISMARE δεν ενεπλάκη από το πουθενά και όλως αιφνιδίως, ως η εικόνα που οι Ενάγοντες άφησαν να δημιουργηθεί. Η ύπαρξη της, η ιδιοκτησία της και η εμπλοκή της στις περιστάσεις της υπόθεσης ήταν γνωστή και όχι μόνο στην Τράπεζα Κύπρου. Οι ενιστάμενοι παρουσιάζουν έγγραφα, στα οποία αναφέρομαι πιο κάτω, και υποστηρίζουν ότι οι επίδικες συμφωνίες έγιναν κατόπιν συνεννόησης με την Τράπεζα Κύπρου και προς το σκοπό δημιουργίας «δακτυλίου προστασίας» των περιουσιακών στοιχείων της AQUA SOL προς όφελος της Τράπεζας. Και παρόλο που ο αρχικός σχεδιασμός για λόγους φορολογικούς δεν προχώρησε, τουλάχιστον από το Σεπτέμβριο του 2014 η Τράπεζα Κύπρου γνώριζε ότι η AQUA SOL «...αποφάσισε να ακολουθήσει την πορεία του προσωρινού μέτρου της μίσθωσης των ξενοδοχείων», κάτι που επιδοκίμασε και αποδέχθηκε πλήρως. Το αντάλλαγμα για τις συμφωνίες μίσθωσης ήταν δίκαιο και «at arm's length». Καθ΄ όσον αφορά το ποσό των €965.409,27 ήταν το ποσό που σύμφωνα με τους λογαριασμούς η MARISMARE είχε να λαμβάνει από την AQUA SOL. Συνιστά, κατά τον Ευαγγελίδη, νόμιμο αντάλλαγμα για προσφερθείσες υπηρεσίες και είναι δεδουλευμένο. Επιβεβαιώνεται πως με αγωγή στο Ε.Δ. Λευκωσίας αμφισβητείται η νομιμότητα του διορισμού του παραλήπτη διαχειριστή. Το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συνυπάρχουν για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 επανατοποθετήθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ.Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδ., παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρθηκε πως: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω) στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Wafers and others
(1976)3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Προτού προχωρήσω στην εξέταση των ζητημάτων που εγείρονται θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ γενικά στη νομική υπόσταση του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης και στο ρόλο και εξουσίες του παραλήπτη διαχειριστή που διορίζεται δυνάμει αυτού. Ο όρος κυμαινόμενη επιβάρυνση και κυμαινόμενη εξασφάλιση σημαίνει επιβάρυνση ή εξασφάλιση επί των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας που επιβαρύνει την περιουσία της, η οποία δεν τίθεται σε άμεση εφαρμογή, αλλά κυμαίνεται έτσι ώστε να επιτρέπεται στην εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της. Καθορισμένη (fixed) επιβάρυνση είναι αυτή που χωρίς άλλο προσκολλάται σε συγκεκριμένη και καθορισμένη περιουσία ή περιουσία ικανή να συγκεκριμενοποιηθεί και καθοριστεί. Η κυμαινόμενη επιβάρυνση κινείται με την περιουσία την οποία προορίζεται να επηρεάσει μέχρις ότου κάποιο γεγονός επισυμβεί ή κάποια ενέργεια γίνει που προκαλεί την προσκόλληση της στο αντικείμενο της επιβάρυνσης. Στην περίπτωση διορισμού παραλήπτη διαχειριστή η επιβάρυνση καθίσταται καθορισμένη και η εταιρεία δεν μπορεί στο εξής να διαχειρίζεται οιοδήποτε μέρος της περιουσίας που είναι επιβαρυμένη, εκτός όπως το ομόλογο μπορεί να επιτρέπει. Όταν η κυμαινόμενη επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας καταστεί καθορισμένη, συνιστά επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην εταιρεία. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., Τόμ.7, παράγρ.824, 827 και 830). Παρά το ότι ο παραλήπτης διαχειριστής είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, το πρωταρχικό του καθήκον είναι να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προς το συμφέρον του κατόχου του ομολόγου και οι εξουσίες του για διεύθυνση της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα υποβοηθητικές για το σκοπό αυτό. (Βλ. Gomba Holdings U.K. Ltd v. Homan
(1986)3 All E.R. 94). Η εταιρεία δεν δικαιούται να του δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο που θα ασκήσει τα καθήκοντα του. Στο σύγγραμμα The Law of Administrators and Receivers of Companies, των Sir G.Lightman και G.Moss, 5η έκδ., αναφέρεται (σελ.26) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ένα ομόλογο στην συνήθη περίπτωση προνοεί για διορισμό από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, σε περίπτωση οιασδήποτε παράλειψης από τον οφειλέτη ή εφόσον επισυμβεί κάποιο άλλο συγκεκριμένο γεγονός, παραλήπτη με εξουσία να συνεχίσει την επιχείρηση της εταιρείας. Ο διορισμός παίρνει τη διεύθυνση της περιουσίας της εταιρείας από τα χέρια των διευθυντών της και την εναποθέτει στα χέρια του παραλήπτη. Αυτή η εξουσία μπορεί να ασκηθεί είτε προς το σκοπό αναβίωσης της εταιρείας ή προς το σκοπό της πώλησης της επιχείρησης της ως τέτοιας. Η εξουσία να συνεχιστεί η επιχείρηση της εταιρείας μέσω διοικητικού παραλήπτη θεωρείται ότι παρέχεται με το ομόλογο εκτός στην έκταση που η ύπαρξη τέτοιας εξουσίας είναι ασυμβίβαστη με οιαδήποτε πρόνοια του ομολόγου.» και (σελ. 276-277) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ο σκοπός που διορίζεται ο παραλήπτης να είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας είναι `απλά ώστε να απελευθερώνονται οι κάτοχοι του ομολόγου που τον διορίζουν από ευθύνη για τις πράξεις του'. Οι εξουσίες διεύθυνσης των διευθυντών αναστέλλονται και ο παραλήπτης έχει ολοκληρωτικό έλεγχο των υποθέσεων της εταιρείας. Οι σχετικές θέσεις του παραλήπτη και των διευθυντών εμφανίζονται καθαρά στην απόφαση του Δικαστή Brightman στην Re Emmadart: `... Ο διορισμός παραλήπτη εκ μέρους κατόχων ομολόγου αναστέλλει τις εξουσίες των διευθυντών πάνω στα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο παραλήπτης έχει διοριστεί στην έκταση που είναι αναγκαίο για να μπορεί ο παραλήπτης να διεκπεραιώνει τη λειτουργία του ... . Η εξουσία του παραλήπτη δεν είναι όμως ταυτόσημη με την εξουσία του διοικητικού συμβουλίου. Οι εξουσίες του παραλήπτη πηγάζουν από (
- i)τις εξουσίες που περιέχονται στο ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας να δημιουργεί υποθήκες και επιβαρύνσεις, σε συγκερασμό με (
- ii)τις συγκεκριμένες εξουσίες που έχουν παραχωρηθεί σε ένα δεόντως διορισθέντα παραλήπτη δυνάμει της δέουσας άσκησης της εξουσίας της εταιρείας να δανειστεί'.» Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδ., αναφέρεται (σελ. 312) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Το αποτέλεσμα του διορισμού εκτός δικαστηρίου αφορά στην αποκρυστάλλωση της κυμαινόμενης επιβάρυνσης σε καθορισμένη επιβάρυνση και οι συνέπειες όσον αφορά τους εξ αποφάσεως πιστωτές είναι οι ίδιες όπως στην περίπτωση διορισμού από το δικαστήριο. Οι εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να διαχειρίζονται την περιουσία που περιλαμβάνεται στο διορισμό (τόσο περιουσία υποκείμενη σε κυμαινόμενη επιβάρυνση όσο και περιουσία υποκείμενη σε καθορισμένη επιβάρυνση) εκτός υπό τους όρους της επιβάρυνσης, παραλύουν. Γιατί, παρά το ότι κάτω από ομόλογο ή έγγραφο καταπιστεύματος στη συνήθη μορφή, ο παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, οι εξουσίες της εταιρείας ανατίθενται στον παραλήπτη για τους σκοπούς της διεκπεραίωσης των εργασιών της ή της συγκέντρωσης των περιουσιακών της στοιχείων ...». Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 19η έκδ., αναφέρεται (σελ. 592- 593) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ο διορισμός διοικητικού παραλήπτη από κατόχους ομολόγου δεν έχει οποιαδήποτε συνέπεια πάνω στη νομική θέση των κύριων αξιωματούχων της εταιρείας, δηλαδή των διευθυντών και του γραμματέα ... Το εταιρικό σχήμα της εταιρείας παραμένει ανεπηρέαστο, και παρά το ότι η διεύθυνση και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στο διορισμό αποσύρεται εντελώς από τα χέρια των αξιωματούχων της εταιρείας, αυτοί παραμένουν στις θέσεις τους, έχοντας τα συνήθη από το νόμο καθήκοντα να διεκπεραιώσουν.» Στην Κύπρο ο παραλήπτης διαχειριστής μπορεί να ασκεί και τις εξουσίες που στην Αγγλία ανατίθενται στον διοικητικό παραλήπτη (administrative receiver). Στην Χατζηρούσου, υπό την ιδιότ. ως παραλήπτης της Υ.Liasides Dev. Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1703, 1712-13 (αφορούσε αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος) αναφέρθηκε ότι: «... με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της.» Στην M.Wheeler and Company Limited v. Warren [1928] Ch. 840, C.A., αναφέρεται πως ένας παραλήπτης μπορεί να ενάξει στο όνομα της εταιρείας για να ανακτήσει την επιβαρυμένη περιουσία, καθ΄ όσο το ομόλογο τον διορίζει αντιπρόσωπο της εταιρείας και του παρέχει ρητή εξουσία να επέμβει την επιβαρυμένη περιουσία. Στο σύγγραμμα The Law Relating to Receivers and Managers, του Hubert Picarda, 1984, σελ. 296, αναφέρεται πως (σε δική μου μετάφραση): «Η κλασσική διαταγή διορισμού παραλήπτη συνήθως του παρέχει την εξουσία να επέμβει να εισπράξει και λάβει την περιουσία που αποτελεί την εξασφάλιση του ενάγοντα. Αυτό το ρητό λεκτικό αναπόφευκτα και εξυπακουόμενα εξουσιοδοτεί κάθε παρεμπίπτουσα ή βοηθητική ενέργεια. Και στη σελ.64 (σε δική μου μετάφραση): «Όταν σε ένα πρόσωπο παραχωρείται ρητή εξουσία να προωθήσει συγκεκριμένες ενέργειες αυτός, κατά το συνήθη τρόπο, έχει εξυπακουόμενη εξουσία να κάμει ότι είναι αναγκαίο ή υποβοηθητικό ώστε να εκτελέσει αποτελεσματικά αυτό για το οποίο έχει ρητή εξουσία. Η παραχώρηση της εξουσίας μεταφέρει μαζί της την παραχώρηση όλων των κατάλληλων μέσων, που δεν αποκλείονται ρητά, για να καταστήσει εφικτή την άσκηση της ιδίας της εξουσίας.» Οι όροι 10 και 11 αντίστοιχα των επίδικων ομολόγων προνοούν ότι: «Ο Παραλήπτης και Διαχειριστής, που διορίσθηκε, όπως αναφέρεται πιο πάνω, θα είναι αντιπρόσωπος της Εταιρείας, η οποία θα είναι η μόνη υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλείψεις του, όπως επίσης και για την αμοιβή του και αυτός θα έχει την εξουσία και το δικαίωμα να ασκεί τις εξουσίες του Παραλήπτη / Διαχειριστή και να κάμνει όλα όσα ο Παραλήπτης /Διαχειριστής νόμιμα δικαιούται και μπορεί να κάμνει και το οποίο θεωρείται αναγκαίο για τη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας ή θεωρείται σχετικό ή συντελεστικό για τη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και των πιο κάτω: (α) Να λαμβάνει κατοχή και να ρευστοποιεί και να εισπράττει ολόκληρο ή οποιοδήποτε μέρος του πιο πάνω ενεργητικού και για το σκοπό αυτό να προβαίνει σε οποιαδήποτε διαβήματα στο όνομα της Εταιρείας, όπως θα θεωρήσει αναγκαίο ή σκόπιμο. Αναμφίβολα, ο παραλήπτης και διαχειριστής έχει την εξουσία να διαχειριστεί τις εμπορικές συμφωνίες της υπό διαχείριση εταιρείας με τρίτους. Όταν οι συμφωνίες δεν εμπεριέχουν πρόνοια για αυτόματο τερματισμό τους όταν διοριστεί παραλήπτης διαχειριστής τότε ο παραλήπτης διαχειριστής οφείλει να εξετάσει τα αποτελέσματα της επιλογής του να εγκαταλείψει ή να διατηρήσει μια συμφωνία. Εάν με τη μη εκτέλεση των συμφωνιών θα επηρεαστεί αρνητικά η καλή φήμη της εταιρείας ή θα εμποδιστεί η προσπάθεια ρευστοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων δεν θα πρέπει να τις εγκαταλείψει. Διαφορετικά, είναι ελεύθερος να τις αγνοήσει ή να τις υιοθετήσει. Δεν έχει καθήκον έναντι του αντισυμβαλλόμενου να υιοθετήσει τις συμφωνίες (βλ. Ardmore Studios (Ireland) Ltd v. Lynch [1965] IR 1). Όμως, όταν ο διαχειριστής δεν έχει διοριστεί από το Δικαστήριο ο αντισυμβαλλόμενος διατηρεί το δικαίωμα να αξιώσει εναντίον της εταιρείας αποζημιώσεις ως μη εξασφαλισμένος πιστωτής.(βλ. Airline Airspares Ltd v. Handley Page Ltd [1970] Ch 193). Οι περιπτώσεις όπου ο παραλήπτης διαχειριστής εκ των πραγμάτων μπορεί να σταματήσει να εφαρμόζει τη συμφωνία, είναι όπου η εταιρεία οφείλει να ενεργήσει προς εφαρμογή της. Εάν η εταιρεία έχει κάμει ότι όφειλε να κάμει δυνάμει των συμβάσεων, η επιλογή του παραλήπτη διαχειριστή να μην την εφαρμόσει δεν θα έχει πρακτικό αποτέλεσμα. Εάν αυτό που επιδιώκεται είναι η ανάκτηση περιουσιακών δικαιωμάτων ή χρημάτων που ήδη μεταβιβάστηκαν ή πληρώθηκαν δυνάμει της σύμβασης αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την προσβολή της σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση ως αποτέλεσμα των επίδικων συμβάσεων η MARISMARE έχει ήδη λάβει την κατοχή των ξενοδοχείων και τα δικαιώματα διαχείρισης τους από την AQUA SOL. Περαιτέρω, έχει ήδη εισπράξει το ποσό των €965.409,
- H oυσία του παραπόνου του διαχειριστή είναι ότι οι διευθυντές της AQUA SOL, Εναγόμενοι 1 - 3, με τις αποφάσεις που έλαβαν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας στις 18.8.2014 (ΕΦ 17.21 και 17.22) και τις συμφωνίες με την MARISMARE που ακολούθησαν, διοχέτευσαν περιουσιακά στοιχεία της AQUA SOL στη MARISMARE χωρίς η AQUA SOL να λάβει τα ανάλογα ανταλλάγματα και με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών της AQUA SOL και κατά πρώτο λόγο της Τράπεζας Κύπρου. Και η διοχέτευση των περιουσιακών στοιχείων έγινε προς όφελος εταιρείας στην οποία, έστω ένας από αυτούς, ο Εναγόμενος 3, έχει έμμεσα συμφέροντα αφού μόνη μέτοχος της MARISMARE είναι η σύζυγος του. Προσομοιάζει η περίπτωση με τα σενάρια που απαντώνται σε υποθέσεις παράγωγων αγωγών, όπου οι διατηρούντες τον έλεγχο του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρείας μέτοχοι διοχετεύουν περιουσία της εταιρείας σε τρίτους, στους οποίους συνήθως έχουν συμφέροντα, σε βλάβη της εταιρείας και έμμεσα των άλλων μετόχων της που δεν ελέγχουν το διοικητικό συμβούλιο. Ο δικαιούχος της περιουσίας που δόλια διοχετεύθηκε και που μπορεί να ενάξει είναι η ίδια η εταιρεία, αλλά, επειδή αυτή ελέγχεται από τους αδικοπραγήσαντες, επιτρέπεται η για λογαριασμό της καταχώρηση παράγωγης αγωγής για τη διεκδίκηση της επιστροφής της περιουσίας στην εταιρεία, αγωγή στην οποία η εταιρεία συνενώνεται ως εναγόμενη. Στην προκειμένη περίπτωση η AQUA SOL, που με την αξίωση φέρεται να έχει ζημιωθεί από τις ενέργειες των διοικητικών της συμβούλων, ελέγχεται πλέον από τον παραλήπτη και διαχειριστή της. Εκ των πραγμάτων, δεν υφίσταται η ανάγκη παράγωγης αγωγής και η υπό διαχείριση εταιρεία, υπό τον έλεγχο του παραλήπτη και διαχειριστή της, καταχώρησε ως Ενάγουσα 1 την παρούσα αγωγή για να προασπίσει η ίδια τα συμφέροντα της, να υποβάλει ότι οι συμφωνίες ήταν άκυρες και να αξιώσει αποκατάσταση και τις ζημιές που υπέστηκε από την εφαρμογή των άκυρων συμφωνιών. Η προώθηση της αγωγής και από τον Εναγόμενο 2, έστω εάν λανθασμένα ή αχρείαστα και εκ του περισσού, δεν επηρεάζει το δικαίωμα της υπό διαχείριση εταιρείας στην προώθηση της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω, δεν βρίσκω ότι το γεγονός της εκκρεμοδικίας στην αγωγή 6431/2014 Ε.Δ. Λευκωσίας καθιστούσε επιβεβλημένο για το διαχειριστή να ζητήσει οδηγίες από το Δικαστήριο με βάση το άρθρο 337 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 ή ότι για τούτο η υπό διαχείριση εταιρεία δεν νομιμοποιείτο στην έγερση της παρούσας αγωγής. Παρατηρούν οι δικηγόροι των Εναγομένων 4 και 5 ότι με την Οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος δεν προβάλλεται ισχυρισμός για συνωμοσία και δεν ζητούνται διατάγματα ακύρωσης των συμφωνιών μίσθωσης. Αξιώνονται δηλωτικές αποφάσεις ότι οι συμφωνίες είναι παράνομες και άκυρες και ότι συνομολογήθηκαν με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών της AQUA SOL. Ότι δεν γίνεται αναφορά σε συνωμοσία δεν αλλοιώνει τον πυρήνα της αξίωσης που είναι η ακυρότητα των συμφωνιών. Δηλωτική απόφαση αξιώνεται και αναφορικά με τη μεταβίβαση του ποσού των €965.409,24, το οποίο διεκδικείται και ως ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 - 5, οι οποίοι φέρονται ως υπόλογοι για οιεσδήποτε ζημιές προκύψουν στους Ενάγοντες ως αποτέλεσμα της σύναψης των συμφωνιών μίσθωσης. Υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Κατά πόσο η μεταβίβαση της διαχείρισης των ξενοδοχείων είναι παράνομη και έγινε προς το σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών της AQUA SOL και ειδικότερα της Τράπεζας Κύπρου. Και είναι το ζήτημα σοβαρό γιατί εάν οι μεταβιβάσεις έγιναν κάτω από τέτοιες συνθήκες το περιουσιακό στοιχείο, δηλαδή το δικαίωμα διαχείρισης των ξενοδοχείων, θα πρέπει να επιστραφεί στην υπό διαχείριση εταιρεία. Εάν οι συμφωνίες είναι άκυρες τότε οποιοδήποτε ποσό πληρώθηκε δυνάμει αυτών, και τέτοιο ήταν το ποσό των €965.409,24, θα πρέπει να επιστραφεί στην υπό διαχείριση εταιρεία. Περαιτέρω, ενδέχεται τα φυσικά πρόσωπα που έλαβαν τις αποφάσεις για τη συνομολόγηση των συμφωνιών μίσθωσης να υπέχουν ευθύνης αποζημίωσης της Ενάγουσας
- Βρίσκω να ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Κατά πρώτον, η υπό διαχείριση εταιρεία, Ενάγουσα 1, είναι ο κατάλληλος ενάγοντας για την προώθηση της αξίωσης. Κατά δεύτερον, τα γεγονότα όπως παρουσιάζονται από τους Ενάγοντες και αναλύονται στην παραγρ.26 της Ενορκης Δήλωσης του διαχειριστή, ακόμα και υπό το φως των όσων οι ενιστάμενοι Εναγόμενοι αναφέρουν, περιλαμβανομένου του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 16.9.2014 στο οποίο αναφέρομαι πιο κάτω εξετάζοντας το ζήτημα της μη αποκάλυψης, ικανοποιούν την προϋπόθεση της κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας όπως αναλύεται στην προαναφερθείσα νομολογία. Εχοντας υπόψη την υπόσταση της MARISMARE ως νεοσύστατη εταιρεία, χωρίς άλλη επικερδή επιχειρηματική δραστηριότητα και χωρίς άλλα σοβαρά περιουσιακά στοιχεία καθίσταται αναγκαία η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων που μεταβιβάστηκαν σε αυτή από την AQUAL SOL. Εάν η MARISMARE ήθελε αποξενωθεί αυτά τα δικαιώματα, κάτι που προνοείται στις συμφωνίες μίσθωσης ότι δύναται να πράξει, τότε θα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν κατά το χρόνο έκδοσης απόφασης υπέρ της Ενάγουσας 1 η MARISMARE δεν έχει τα δικαιώματα για να τα επιστρέψει άμεσα και θα πρέπει να αναμένεται να εκπνεύσουν οι μακροχρόνιες μισθώσεις. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και σε σχέση με διατάγματα που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Όταν στις 18.11.2014 εξέτασα την Αίτηση υπόβαλα ερωτήματα στους δικηγόρους των Εναγόντων αναφορικά με την τεκμηρίωση του στοιχείου του κατ΄ επείγοντος που συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος στην απουσία των αντιδίκων (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Προκύπτει από το σκεπτικό του διατάγματος ότι το Δικαστήριο αντελήφθηκε ότι το γεγονός των μεταβιβάσεων στη MARISMARE ήταν υπόψη του διαχειριστή σχεδόν από του διορισμού του, πέραν του ενός μηνός πριν την καταχώρηση της Αίτησης. Τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα δόθηκαν με τη μορφή του κατ΄ επείγοντος ως αποτέλεσμα της πραγματικής κατάστασης που δημιουργήθηκε με την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 13.11.2014 από το Ε.Δ. Λευκωσίας. Η σκέψη που οδήγησε στην έκδοση των διαταγμάτων ήταν ότι μέχρι και την έκδοση του διατάγματος της 13.11.2014, και παρά το ότι η MARISMARE κατείχε και διαχειριζόταν τα ξενοδοχεία, ο παραλήπτης διαχειριστής έχοντας επικοινωνία με τους τουριστικούς πράκτορες μπορούσε να ελέγχει, όπως εξηγούσε στην παραγρ.34 της Ενορκης του Δήλωσης, την πληρωμή χρημάτων από τους τουριστικούς πράκτορες προς τη MARISMARE. Ο «έλεγχος» αυτός εξανεμίστηκε όταν με το διάταγμα της 13.11.2014 απεκόπηκε η επαφή του με τους τουριστικούς πράκτορες. Επομένως, ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν για τις συμφωνίες από μηνός και πλέον ήταν υπόψη του Δικαστηρίου και δεν υπήρξε, ούτε θα μπορούσε να υπάρξει παραπλάνηση ως προς αυτή τη πτυχή. Ότι τα εκδοθέντα διατάγματα δεν είχαν ζητηθεί με την αγωγή 2479/2014 που ο διαχειριστής καταχώρησε στο Δικαστήριο αυτό προ μηνός και που αφορούσε συναφή ζητήματα δεν έχει σημασία αφού τα εξαιτούμενα διατάγματα κρίθηκε ότι ήταν αναγκαίο και επείγον να εκδοθούν λόγω του γεγονότος που επεσυνέβηκε στις 13.11.
- Το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 16.9.2014 από την Τράπεζα Κύπρου προς την AQUA SOL (Μ.Ε.3) προβάλλεται από τους ενιστάμενους ως η αιχμή του δόρατος της επιχειρηματολογίας τους, ότι η μεταβίβαση της διαχείρισης των ξενοδοχείων στη MARISMARE ήταν υπόψη της Τράπεζας Κύπρου, στοιχείο το οποίο οι Ενάγοντες ουσιαστικά απέκρυψαν από το Δικαστήριο για να προβάλουν παραπλανητικά τον βασικό πυλώνα της αγωγής τους ότι οι επίδικες συμφωνίες ήταν προϊόν συνωμοσίας προς καταδολίευση της Τράπεζας Κύπρου. Παρουσιάστηκε, ακόμη, απόσπασμα έκθεσης του Ελεγκτικού Οίκου Deloitte Ltd του Μαϊου του 2014 (Μ.Ε.1) που αναμφίβολα ήταν υπόψη της Τράπεζας Κύπρου και όπου γίνεται αναφορά στη MARISMARE και στην ιδιοκτησία του μετοχικού της κεφαλαίου και εξετάζονται ζητήματα για να αναλάβει τη διαχείριση ξενοδοχείων της AQUA SOL. Πλήρης η έκθεση της Deloitte παρουσιάστηκε από τους Ενάγοντες (ΕΦ13 μέρος). Τα εξεταζόμενα ζητήματα δεν φαίνεται να αντικρύζονται θετικά. Ομως, όποια και αν ήταν η προσέγγιση των εμπλεκομένων κατ΄ ακολουθία της έκθεσης και έκτοτε, το ηλεκτρονικό μήνυμα της 16.9.2014 καταδεικνύει ότι η Τράπεζα Κύπρου γνώριζε για τις επίδικες συμφωνίες, ότι η MARISMARE είχε ήδη αναλάβει τη διαχείριση κάποιων ξενοδοχείων και ότι η AQUA SOL θα κατέβαλλε προς τη MARISMARE όλα τα έσοδα που θα της καταβάλλονταν από τους τουριστικούς πράκτορες. Από το λεκτικό και ύφος του ηλεκτρονικού μηνύματος δεν διαφαίνεται αντίδραση, παράπονο ή καταγγελία εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου. Καμιά αναφορά στο ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα δεν γίνεται στην Ενορκη Δήλωση του παραλήπτη διαχειριστή. Γνώριζε για την ύπαρξη του γιατί παρά το ότι δεν αναφέρεται σε αυτό στην Ενορκη του Δήλωση, γίνεται σε αυτό αναφορά σε ένα από τα τεκμήρια που παρουσίασε. Παρουσίασε ως ΕΦ 23 την αίτηση και τις ένορκες δηλώσεις στη βάση των οποίων εκδόθηκε το διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 13.11.
- Στην μια ένορκη δήλωση που αποτελείται από 53 σελίδες γίνεται αναφορά στην παραγρ.18.5 στο ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο παρουσιαζόταν ως εκεί τεκμήριο
- Στα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του παρόντος Δικαστηρίου δεν συμπεριλήφθηκαν τα τεκμήρια που είχαν κατατεθεί στη διαδικασία στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Σε κάθε περίπτωση ο διαχειριστής όφειλε να είχε ενημερωθεί από την Τράπεζα Κύπρου ότι στην περιουσία που τίθεται υπό τη διαχείριση του δεν περιλαμβανόταν η διαχείριση συγκεκριμένων ξενοδοχείων γιατί, όπως η Τράπεζα γνώριζε, η διαχείριση τους είχε μεταβιβαστεί στη MARISMARE. Οι Ενάγοντες, που προβάλλουν ως κυρίαρχο στοιχείο στην Οπισθογράφηση της Απαίτησης τους το στοιχείο της καταδολίευσης και της παρανομίας, και που με την παραγρ.26 της Ενορκης Δήλωσης του διαχειριστή καταλογίζουν συνωμοσία στους Εναγόμενους για να παρανομήσουν και να αποστερήσουν τους πιστωτές της AQUA SOL και ειδικά την Τράπεζα Κύπρου των νομίμων δικαιωμάτων τους, όφειλαν να επιστήσουν την προσοχή του Δικαστηρίου στο περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος. Παρέλειψαν να το πράξουν αφήνοντας τις εντυπώσεις που μπορούσαν να δημιουργηθούν από το περιεχόμενο της παραγρ.16, ότι πρωτοπληροφορήθηκαν ότι η MARISMARE είχε αναλάβει τη διαχείριση των ξενοδοχείων μόλις στις 14.10.2014 και το κυριότερο ότι είχαν βρεθεί προ εκπλήξεως. Εάν το Δικαστήριο γνώριζε ότι ο κάτοχος των ομολόγων γνώριζε για την ανάληψη της διαχείρισης των ξενοδοχείων ένα σχεδόν μήνα πριν το διορισμό του παραλήπτη διαχειριστή, τον οποίο όφειλε να είχε ενημερώσει με το διορισμό του ποια περιουσιακά στοιχεία της AQUA SOL ετίθεντο υπό τη διαχείριση του, αυτό ενδεχομένως να επηρέαζε την εκτίμηση του ως προς το βάσιμο της πυλωτικής θέσης των Εναγόντων ότι οι συμφωνίες μίσθωσης έγιναν προς το σκοπό της καταδολίευσης της Τράπεζας Κύπρου. Η παράλειψη επίστησης της προσοχής του Δικαστηρίου στο ηλεκτρονικό μήνυμα και στο περιεχόμενο του συνιστά απόκρυψη στην έννοια που αποδίδεται στον όρο από τη νομολογία. Όπως αναφέρεται στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co Ltd κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 597, «Ο,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Η απόκρυψη στην προκειμένη περίπτωση ήταν ουσιώδης και αυτός είναι λόγος για ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να εκδώσω οιαδήποτε διατάγματα στη διαδικασία στην παρουσία και των δύο πλευρών, ακόμη και αυτών που είχαν εκδοθεί μονομερώς και θα ακυρωθούν συνεπεία της διαπιστωθείσας ουσιώδους απόκρυψης. Εχω ήδη προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 κρίνοντας ότι κάποια «ενδιάμεση προστασία» είναι αναγκαία. Θα εξετάσω τα αιτούμενα διατάγματα αφού πρώτα αναφερθώ στο ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Αναφέρεται στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, 795 πως: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα.» Στην National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 WLR 1405, 1409 αναφέρεται πως ο σκοπός ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι να βελτιώσει τις πιθανότητες του Δικαστηρίου να απονέμει δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της ουσίας κατά τη δίκη. Επομένως, κατά το ενδιάμεσο στάδιο, το δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσο η έκδοση ή μη του διατάγματος είναι πιο πιθανό να δημιουργήσει ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Το δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την πορεία εκείνη που φαίνεται πως θα προκαλέσει τη λιγότερο μη αθεράπευτη δυσχέρεια στη μια ή την άλλη πλευρά. Το τι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι η εξέταση, βάσει των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, των πιθανών συνεπειών της έκδοσης ή μη του διατάγματος. Η διαχείριση των ξενοδοχείων έχοντας μεταβιβαστεί στη MARISMARE πριν το διορισμό του παραλήπτη διαχειριστή δεν είναι περιουσία που περιήλθε στη διαχείριση του διαχειριστή (βλ. The Law relating to Receivers, Managers and Administrators του H.Picarda, 4η έκδ., 2006, σελ. 80-82). Η επικρατούσα κατάσταση (status quo) είναι ότι τα ξενοδοχεία διαχειρίζεται η MARISMARE και όχι ο διαχειριστής και ούτε είναι, υπό τις περιστάσεις, ορθό και δίκαιο αυτή η κατάσταση να ανατραπεί με ενδιάμεσο διάταγμα. Οι Εναγόμενοι 1 - 3 υποβάλλουν ότι ο σκοπός των συμφωνιών μίσθωσης ήταν η δημιουργία «δακτυλίου προστασίας» των περιουσιακών στοιχείων της AQUA SOL προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου (παραγρ.12 της Ενορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 3). Αυτό και μόνο διαγράφει τον κίνδυνο πρόκλησης αδικίας κάτω από οιεσδήποτε συνθήκες από την έκδοση διατάγματος ως το αιτητικό (Α). Η όποια αποξένωση δικαιωμάτων που δόθηκαν στη MARISMARE δυνάμει των συμφωνιών μίσθωσης θα αντιστρατεύεται του πιο πάνω σκοπού. Εφόσον, κατά τους ενιστάμενους, αυτός ήταν ο σκοπός, η MARISMARE οφείλει να διατηρήσει και να μην αποξενώσει τα δικαιώματα που απέκτησε. Από την άλλη, πρέπει η MARISMARE να έχει τη δυνατότητα και ελευθερία διαχείρισης των ξενοδοχείων. Εάν δεν δύναται να απαιτεί και χρησιμοποιεί τις εισπράξεις δυνάμει των επίδικων συμφωνιών δεν θα είναι σε θέση να αντιμετωπίζει τα έξοδα λειτουργίας των ξενοδοχείων. Φαίνεται να είναι κοινό έδαφος ότι εάν δεν ανταποκρίνεται στα έξοδα αυτά η επιχειρηματική της δραστηριότητα σύντομα θα τερματιστεί. Δεν είναι ορθό να εκδοθεί διάταγμα που να της απαγορεύει να αξιώνει πληρωμές δυνάμει των συμφωνιών μίσθωσης όπως ζητείται με το εξαιτούμενο διάταγμα (Β), ούτε να εκδοθεί διάταγμα όπως το εκδοθέν διάταγμα (Γ), έστω και με την επιφύλαξη της έγκρισης του διαχειριστή. Η MARISMARE δεν βρίσκεται υπό διαχείριση και δεν είναι ορθό να καταστεί, ουσιαστικά, έτσι με ενδιάμεσο διάταγμα. Το εξαιτούμενο διάταγμα (Δ) αφορά στην παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών των Εναγομένων 1 - 5 μέχρι ποσού €960.
- Προδήλως, ζητείται ώστε να εξασφαλιστεί η επιστροφή του ποσού των €965.409,24 που έχει πληρωθεί στη MARISMARE. Προέκυψε από τα γεγονότα ότι εφόσον οι λογαριασμοί της MARISMARE παγοποιηθούν στην πιο πάνω έκταση, αυτή θα αδυνατεί να εκπληρώσει τις οικονομικές της υποχρεώσεις για τη διαχείριση των ξενοδοχείων. Οι συνέπειες για τη MARISMARE θα είναι καταστρεπτικές και μη αναστρέψιμες. Κάτω από αυτά τα δεδομένα το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του εξαιτούμενου διατάγματος, όπως πιο πάνω με αναφορά στη νομολογία έχει εξηγηθεί. Για τους ίδιους λόγους θα απέκλινα από του να εκδώσω ενδιαμέσως τέτοιο διάταγμα για τα υπόλοιπα φυσικά πρόσωπα, τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και
- Χωρίς άλλη πληροφόρηση για την οικονομική τους κατάσταση δεν κρίνω ορθό και δίκαιο να εκδώσω σε ενδιάμεσο στάδιο τέτοια δραστικά διατάγματα με το ενδεχόμενο, λόγω και του ύψους του ποσού, να αποστερήσω αυτούς των πόρων διαβίωσης. Καθ΄ όσον αφορά το εξαιτούμενο διάταγμα (Ε) για αποκάλυψη και παράδοση των εγγράφων που σχετίζονται με τις συμφωνίες μίσθωσης, σημειώνω ότι ο διαχειριστής παραλήπτης υπό διαχείριση εταιρείας έχοντας τα καθήκοντα και τις εξουσίες, όπως πιο πάνω έχουν εξηγηθεί, έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στα έγγραφα της υπό διαχείριση εταιρείας και οι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας έχουν καθήκον να τον υποβοηθούν στο έργο του. Διάταγμα όπως το εξαιτούμενο μπορεί, στην κατάλληλη περίπτωση, να εκδοθεί εναντίον των υφιστάμενων διοικητικών συμβούλων της υπό διαχείριση εταιρείας. Στην προκειμένη περίπτωση ζητείται ενδιαμέσως και σε αγωγή που, όπως προειπώθηκε, αφορά αξιώσεις που η υπό διαχείριση εταιρεία μόνο θα μπορούσε να προωθήσει. Τα επίδικα ζητήματα στην αγωγή αφορούν στα δικαιώματα της υπό διαχείριση εταιρείας. Η διαδικασία της αίτησης για ενδιάμεσο διάταγμα σε τέτοια αγωγή δεν προσφέρεται προς την επίλυση του ζητήματος που τίθεται από το διαχειριστή. Ως εκ των ανωτέρω, τα εκδοθέντα διατάγματα ημερομηνίας 18.11.2014 ακυρώνονται. Εκδίδεται εκ νέου διάταγμα ως η παραγρ. (Α) της Αίτησης. Τα λοιπά εξαιτούμενα διατάγματα απορρίπτονται. Εχοντας υπόψη ότι τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα ακυρώθηκαν κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να μην επιδικάσω έξοδα μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων
- Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 και εναντίον της Ενάγουσας 1, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Οι Εναγόμενοι 1 - 3 αφενός και η Εναγομένη 5 αφετέρου, που είχαν διαφορετική εκπροσώπηση και καταχώρησαν ξεχωριστή Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης, θα δικαιούνται σε ξεχωριστό σετ εξόδων. (Υπ.)......................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο