← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Yasar Sertgoz, Αρ. Υπόθεσης: 16229/14, 4/12/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Yasar Sertgoz, Αρ. Υπόθεσης: 16229/14, 4/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16229/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Yasar Sertgoz Ημερομηνία: 4 Δεκεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Γιωρκάτζης Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί μία κατηγορία, ότι ως πλοίαρχος του εμπορικού πλοίου «Seher II» εισέπλευσε στο Λιμάνι της Αμμοχώστου, το οποίο κηρύχθηκε κλειστό δυνάμει διατάγματος του Υπουργικού Συμβουλίου κατά παράβαση του Άρθρου 15

(2)του περί Λιμένων Νόμου 38/
  1. To συγκεκριμένο λιμάνι κηρύχθηκε κλειστό μετά την εισβολή κατά της Κυπριακής Δημοκρατία από τις Τούρκικες Ένοπλες Δυνάμεις, το
  2. Οι λόγοι που πάρθηκε η συγκεκριμένη απόφαση είναι προφανείς, μη φυσικό έλεγχο του λιμανιού από τους αρμόδιους φορείς του κράτους. Παρόλο τούτο, το συγκεκριμένο λιμάνι φαίνεται να λειτουργεί από την μη αναγνωρισμένη διεθνώς οντότητα που κατέχει και ελέγχει το βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας με την υποστήριξη των Τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Ο συγκεκριμένος χώρος που έγινε ελλιμενισμός του πλοίου θεωρείται μέρος του λιμανιού της Αμμοχώστου και ο λόγος που επέλεξε ο κατηγορούμενος να αγκυροβολήσει το πλοίο στο συγκεκριμένο σημείο, διά λίγες ώρες, είναι ότι εκεί επιτρέπεται η παραμονή πλοίων από την μη αναγνωρισμένη οντότητα που ελέγχει το κλειστό λιμάνι. Την 1 Δεκεμβρίου 2014, εισήλθε στο λιμάνι Λάρνακας το πλοίο «Seher II» υπό Τουρκική σημαία. Το συγκεκριμένο πλοίο είναι εμπορικό και ανήκει σε ιδιωτικά συμφέροντα, δηλαδή εμπορικών δραστηριοτήτων εταιρεία. Παρόλο που ο νόμος το επιτρέπει, ο ιδιοκτήτης του πλοίου, δηλαδή η εταιρεία, δεν έχει διωχθεί προφανώς επειδή αυτό το πρόσωπο διαφεύγει της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο υποπλοίαρχος του πλοίου. Είχε το φυσικό έλεγχο και κυβερνούσε το πλοίο αλλά εκτελούσε τις οδηγίες του εργοδότη του, δηλαδή της εταιρείας εμπορικών συμφερόντων που είναι ιδιοκτήτης του πλοίου. Ο κατηγορούμενος είναι υπήκοος της Τουρκίας και γνωρίζει τα γεγονότα του 1974 και πιο σημαντικό γνωρίζει ότι το βόρειο τμήμα της Κύπρο ελέγχεται από μη αναγνωρισμένη διεθνώς οντότητα που δημιουργήθηκε ως συνέπεια της εισβολής στην Κύπρο από ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας. Την 1 Δεκεμβρίου 2014, εισέπλευσε στο Λιμάνι της Λάρνακας για να πραγματοποιηθεί εκφόρτωση εμπορευματοκιβωτίων του πλοίου. Το πλοίο μετέφερε γενικό φορτίο και είχε αποπλεύσει από την Casa Blanca. Λιμενικές αρχές επιβιβάστηκαν στο πλοίο και έλεγξαν τα βιβλία του πλοίου όπου διαπίστωσαν ότι υπήρχε καταγραφή ότι στις 11.9.2014 το πλοίο υπό τον έλεγχο του κατηγορούμενου είχε ελλιμενιστεί στο κλειστό λιμάνι της Αμμοχώστου. Κατά την επίδικη περίοδο το πλοίο είχε προηγουμένως εισέλθει σε Κυπριακό Λιμάνι στα πλαίσια των σύνηθες εμπορικών του δραστηριοτήτων. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε τη διάπραξη του αδικήματος και εξήγησε τους λόγους που τον οδήγησαν να παραβιάσει τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ήταν θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η εμπορική δραστηριότητα του πλοίου σε Κυπριακό λιμάνι θα δημιουργούσε προβλήματα κατά την επιστροφή του πλοίου σε λιμάνι της Τουρκίας. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πήρε εντολές από τον εργοδότη του να ελλιμενιστεί στο κλειστό λιμάνι της Αμμοχώστου και να αγκυροβολήσει για διάστημα ικανοποιητικό για να παραλάβει έγγραφα από την μη αναγνωρισμένη οντότητα που να δείχνουν ότι τελευταίος προορισμός του πλοίου ήταν το κλειστό λιμάνι της Αμμοχώστου και όχι τα νόμιμα λιμάνια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η συγκεκριμένη δραστηριότητα, που δεν την έχει εκπονήσει ο κατηγορούμενος αλλά την ακολουθεί εν γνώσει του, ότι παραβιάζει την νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, υποσκάπτει την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω, θέτει σε κίνδυνο τους νόμιμους κατοίκους της Κύπρου διότι ενθαρρύνεται παρανομία και δίδεται υλική υποστήριξη στην μη αναγνωρισμένη οντότητα να λειτουργεί λιμάνι όχι υπό τον έλεγχο του νόμιμου κράτους. Αυτό σημάνει πρακτικά ότι μπορούν να εισαχθούν και να εξαχθούν εμπορεύματα πάσης φύσεως παράνομα από το παράνομο λιμάνι ως και επίσης να εισέλθουν και να εξέλθουν πρόσωπα ανεξέλεγκτα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
  3. Την παραδοχή του.
  4. Το λευκό ποινικό μητρώο του.
  5. Προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Έχει οικογένεια και εργάζεται ως πλοίαρχος.
  6. Αυτός είχε τον φυσικό έλεγχο του πλοίου, αλλά εκτελούσε τις εντολές του εργοδότη του να προβεί στην παράνομη ενέργεια. Η εταιρεία του δεν θα τιμωρηθεί διότι εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ο πιο πάνω μετριαστικός παράγοντας δεν εκμηδενίζει την ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου, διότι στην τελική ανάλυση αυτός πήρε την απόφαση να παρανομήσει έχοντας υπό τον έλεγχο του το πλοίο και εν γνώσει του ότι η συγκεκριμένη ενέργεια παραβίαζε τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα διότι εκείνο το νομικό ή φυσικό πρόσωπο που επωφελήθηκε το μέγιστο από την παράνομη ενέργεια δεν θα τιμωρηθεί με τον ίδιο τα τρόπο ως ο κατηγορούμενος. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
  7. Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα του ώστε να μην επαναλάβει αυτή την συμπεριφορά.
  8. Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με το να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
  9. Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους πιθανόν παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη του και τους τρείς στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Aνώτατο Δικαστήριο ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S. Georgiou[1]). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το αδίκημα που έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος είναι αρκετά σοβαρό, λαμβανομένου υπόψη το ανώτατο όριο ποινής όπως προβλέπεται από τους νόμους γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής, όσο και για την έκταση της. H ανώτατη προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, για το συγκεκριμένο αδίκημα, είναι μέχρι δύο χρόνια ποινή φυλάκισης και/ή ποινή προστίμου €17.086,
  10. Όμως, θεωρώ ότι η διάπραξη του αδικήματος κάτω από τις συγκεριμένες περιστάσεις κατατασσεται στην πιο σοβαρή κατηγορία διάπραξης του αδικήματος, διότι το συγκεκριμένο λιμάνι είναι κλειστό επειδή είναι υπό τον έλεγχο ενόπλων δυνάμεων κατοχής που το εκμεταλλεύονται για να αμφισβητήσουν την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό γίνεται εις βάρος των νομίμων κατοίκων του νησιού, διότι ανεξέλεγκτα και κακόβουλα διεξάγονται λιμενικές δραστηριότητες με τρόπο που δεν λαμβάνεται υπόψη η ευημερία των νομίμων κατοίκων και η ασφάλεια τους. Επομένως, το Δικαστήριο οφείλει να επιβάλει μια ποινή αυστηρή, που να τιμωρεί τέτοιους παραβάτες ανάλογα με τη σοβαρότητα των πράξεων τους, αλλά και επίσης ως θέμα γενικής αποτροπής της συγκεκριμένης δραστηριότητας με δεδομένο ποιες είναι οι επικίνδυνες και απρόβλεπτες προεκτάσεις τέτοιας συμπεριφοράς εάν εδραιωθεί ως σύνηθες εμπορική πρακτική για πλοία που επιθυμούν να αποπλεύσουν και να ελλιμενιστούν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παρόμοια θεώρηση των πραγμάτων είχε και το Εφετείο στην υπόθεση Γεώργιος Βουβλινόπουλος ν. Δημοκρατία
(1992)2 Α.Α.Δ. 59, όπου επιβλήθηκε τρίμηνη ποινή φυλάκισης σε πλοίαρχο εμπορικού πλοίου που εισήλθε στο κλειστό λιμάνι Αμμοχώστου. Σε εκείνη την περίπτωση υπήρχαν ελαφρυντικά που δεν συντρέχουν στη δική μας περίπτωση, ήτοι το γεγονός ότι ο πλοίαρχος σε εκείνη την περίπτωση εισήλθε στο κλειστό λιμάνι Αμμοχώστου επειδή δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομη δραστηριότητα. Στην δική μας την περίπτωση ο κατηγορούμενος προέβη στη συγκεκριμένη παρανομία, όχι για να διεξαγάγει μια καθαρά εμπορικής φύσεως εργασία στο κλειστό λιμάνι, αλλά διά να ικανοποιήσει απαιτήσεις άλλης χώρας με την οποία είχε εμπορικές σχέσεις παραβιάζοντας τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην υπόθεση Βουβλινόπουλος (πιο πάνω) επισημάνθηκε η έξαρση που παρατηρείται στο αδίκημα της παράνομης εισόδου και της αδυναμίας της Κυπριακής Δημοκρατίας να ελέγχει σημεία εισόδου στο νησί. Γι' αυτό έξαλλου κρίθηκε αναγκαίο να κηρυχθούν τα λιμάνια της Κερύνειας και Αμμοχώστου κλειστά, επειδή βρίσκονται υπό τον έλεγχο δυνάμεων κατοχής και αυτές οι ένοπλες δυνάμεις τα εκμεταλλεύονται με τρόπο που βλάπτει τους νόμιμους κατοίκους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οποιαδήποτε ποινή πλην της φυλάκισης αποτελεί ενθάρρυνση τέτοιων πρακτικών. Νοείται ότι δεν γίνεται το Δικαστήριο να μην επιβάλει ποινές που να παρεμποδίζουν τη συγκεκριμένη παράνομη δραστηριότητα προκειμένου να διευκολύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα τρίτων προσώπων. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος είναι θύμα θρησκευτικών ή φυλετικών διακρίσεων στην προκειμένη περίπτωση. Ανάλογη αντιμετώπιση θα είχε οποιοδήποτε πρόσωπο προέβαινε στη συγκεκριμένη παράνομη δραστηριότητα ανεξάρτητα από το θρήσκευμα του ή την καταγωγή του. Έχω αναλύσει σε λεπτομέρεια γιατί επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η πρόληψη του εγκλήματος δια της επιβολής της ορθής ποινής. Είναι γι' αυτό το λόγο που οι μετριαστικοί παράγοντες που καταγράφονται αναλυτικά πιο πάνω, και ειδικά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εκτελούσε τις εντολές του εργοδότη του, επιδρούν καταλυτικά μόνο σε σχέση με τη διάρκεια της ποινής και όχι στο είδος της. Αφού έλαβα υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος, τα γεγονότα της υπόθεσης, τους μετριαστικούς παράγοντες αλλά και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ώστε να παταχθεί στο βαθμό που υπάρχει η δυνατότητα για κάτι τέτοιο η συγκεκριμένη παράνομη δραστηριότητα, κρίνω ορθό όπως επιβάλω ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η ποινή φυλάκισης να αρχίσει από την ημέρα κράτησης του κατηγορούμενου, ήτοι 2 Δεκεμβρίου 2014. (Υπ.).............. Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] 22 CLR 147 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.