Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας ν. Χαράλαμπος Πουτζιουρής, Αρ. Υπόθεσης: 7091/11, 11/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7091/11 Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας - εναντίον - Χαράλαμπος Πουτζιουρής Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11 Μαρτίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Αβρααμίδου Για τον Κατηγορούμενο: κος Π. Χ΄΄ Παναγιώτου Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 07/02/2014, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε τέσσερεις κατηγορίες που αφορούν τα ακόλουθα αδικήματα: Πρώτη Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 181(Ι)/2000 και άρθρου 20 Α του Νόμου 86/72 ως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/2000 (πρώτη κατηγορία). Δεύτερη Κατηγορία: Εγκατάλειψη σκηνής δυστυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας κατά παράβαση του άρθρου 235Α
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 111/89 και άρθρο 20Α του Νόμου 86/72 ως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/2000. Τρίτη Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 8, 15 και 49
(1)(α) του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001 όπως τέθηκε σε ισχύ με την Κ.Δ.Π.359/04. Τέταρτη Κατηγορία: Χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α),
(4)(α), 38 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου του 2000, (Ν. 96(Ι)/2000)και Κ.Δ.Π.187/2000 και όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 69(Ι)/
- Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση εκτίθενται αναλυτικά στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, τα οποία για τον σκοπό επιβολής ποινής, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω σε συντομία. Στις 06/04/2011 περί ώρα 00:55 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΡΜ001 στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με κατεύθυνση προς κυκλικό κόμβο Νέας Σαλαμίνας στην Λάρνακα έχοντας ως συνοδηγό τον Μ.Υ.1 και συνεπιβάτη στο πίσω κάθισμα κάποιο άλλο άτομο γνωστό με το όνομα Μάριος Adnan. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Τιμόθεος Γκαντίδης (το θύμα) οδηγούσε την αγωνιστική μη εγγεγραμμένη μοτοσικλέτα με αριθμούς πλαισίου εγγραφής JH2PE05346M404334 επίσης στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με κατεύθυνση προς το Λιμάνι, έχοντας δηλαδή αντίθετη κατεύθυνση με αυτή του Κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ.23 οδηγούσε επίσης ιδίου τύπου μοτοσικλέτα ως αυτή του θύματος κατά τον ίδιο χρόνο στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού έχοντας την ίδια κατεύθυνση ως αυτή που είχε το θύμα και προπορευόταν αυτού. Η Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, έχοντας τρεις λωρίδες κυκλοφορίας στις κατευθύνσεις προς την διασταύρωση της Λεωφόρο Δ. Παπανικολή και οδού Αρχιμανδρίτου Μακαρίου Μαχαιριώτη και δύο λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση μετά την εν λόγω διασταύρωση. Η μία κατεύθυνση οδηγεί προς τον κυκλικό κόμβο «Νέας Σαλαμίνας» και η άλλη προς το Λιμάνι. Στη κατεύθυνση που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος, η τρίτη εσωτερική λωρίδα κυκλοφορίας επιτρέπει στα αυτοκίνητα να στρίψουν δεξιά στην Λεωφόρο Δ. Παπανικολή. Επίσης στο σημείο που ο δρόμος συναντά την πάροδο της οδού Αρχιμανδρίτου Μακαρίου Μαχαιριώτη, στην κατεύθυνση που ακολουθούσε το θύμα και ο Μ.Κ.23 η εσωτερική τρίτη λωρίδα επιτρέπει στα αυτοκίνητα να στρίψουν δεξιά στην οδό Αρχιμανδρίτου Μακαρίου Μαχαιριώτη. Η διασταύρωση των πιο πάνω οδών ελέγχεται από φώτα τροχαίας, τα οποία κατά τον επίδικο χρόνο λειτουργούσαν κανονικά. Ο Μ.Κ.23 πλησιάζοντας τα φώτα της προαναφερόμενης διασταύρωσης λόγω του ότι το φως της πορείας του ήταν πράσινο συνέχισε ευθεία πορεία. Ο Κατηγορούμενος έχοντας πρόθεση να κατευθυνθεί στην Λεωφόρο Δ. Παπανικολή, κινείτο στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας. Ο Κατηγορούμενος έχοντας επίσης πράσινο φως στην πορεία του, όταν ο Μ.Κ.23 περνούσε την διασταύρωση, εισήλθε στην διασταύρωση λοξώς δεξιά χωρίς να σταματήσει στο αλτ, με σκοπό να υλοποιήσει την πρόθεση του να εισέλθει στην Λεωφόρο Δ. Παπανικολή με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την μοτοσικλέτα του θύματος που ακολουθούσε τον Μ.Κ.
- Το θύμα εισήλθε εντός της διασταύρωσης από την δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσης που ακολουθούσε έχοντας πρόθεση να κινηθεί ευθεία ως η πορεία του. Ο Κατηγορούμενος μετά την σύγκρουση με την μοτοσικλέτα του θύματος δεν σταμάτησε. Ολοκλήρωσε την στροφή του δεξιά προς την Λεωφόρο Δ. Παπανικολή εγκαταλείποντας την σκηνή του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια στο θύμα. Ο Κατηγορούμενος αμέσως μετά την σύγκρουση με την μοτοσικλέτα είδε ότι στη σκηνή του δυστυχήματος μαζεύτηκε κόσμος εκ των οποίων κάποιος προσπάθησε να βοηθήσει το θύμα. Επίσης άκουσε τη σειρήνα του ασθενοφόρου πλην όμως εγκατέλειψε την σκηνή. Ο Μ.Κ.23 παρέμεινε στην σκηνή του δυστυχήματος μέχρι την άφιξη του ασθενοφόρου και της αστυνομίας. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται σε απόσταση ενός μέτρου και εξήντα εκατοστών από την νοητή ευθεία γραμμή η οποία αρχίζει από την νησίδα που χωρίζει τις εξ αντιθέτου λωρίδες κυκλοφορίας ως η πορεία του Κατηγορουμένου και τελειώνει στην διαχωριστική γραμμή της δεύτερης λωρίδας και της τρίτης εσωτερικής λωρίδας κυκλοφορίας, στην κατεύθυνση όπου εκινείτο το θύμα. Η απόσταση του σημείου σύγκρουσης από το αλτ της πορείας του Κατηγορουμένου είναι 19 μέτρα και 20 εκατοστά και από το αλτ της πορείας του θύματος 24 μέτρα και 20 εκατοστά. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της πορείας που ακολουθούσε το θύμα. Βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης μόνο από την μοτοσικλέτα του θύματος μήκους 9 μέτρων και 40 εκατοστών τα οποία όμως δεν ήταν αρκετά για να μπορεί να γίνει υπολογισμός της ταχύτητας του θύματος. Η μοτοσικλέτα μετά την σύγκρουση αφού πρώτα είχε μία ανοδική πορεία ακολούθως έπεσε στην άσφαλτο διαγράφοντας επί της ασφάλτου εκδορές μήκους 11 μέτρων και 50 εκατοστών, ενώ το θύμα κατέληξε στην άσφαλτο, σοβαρά τραυματισμένο. Ο κατηγορούμενος παρόλο ότι έλεγξε την εξ αντιθέτου τροχαία κίνηση είχε δει μόνο την μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Μ.Κ.23 αλλά όχι την μοτοσικλέτα που οδηγούσε το θύμα, την οποία είδε για πρώτη φορά με την σύγκρουση. Η μοτοσικλέτα του θύματος παρόλο ότι έφερε μη εργοστασιακά φώτα πορείας αυτά ήταν σε λειτουργία ενόσω εκινείτο εντός της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού και εξέπεμπαν φως. Η ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος από το σημείο του αλτ των φώτων τροχαίας της διασταύρωσης ως η πορεία του προς τα εμπρός, στην περίπτωση που το εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα είχε φώτα πορείας ήταν 216 μέτρα, ενώ στην περίπτωση που δεν είχε φώτα πορείας ήταν 96 μέτρα και 60 εκατοστά. Η Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού όσο και η διασταύρωση κατά τον επίδικο χρόνο είχε παρά πολύ ικανοποιητικό οδικό φωτισμό που προερχόταν από λαμπτήρες της ΑΗΚ που βρίσκονται τοποθετημένοι δεξιά και αριστερά κατά μήκος των πεζοδρομίων της εν λόγω Λεωφόρου και από προθήκες καταστημάτων. Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Το θύμα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας στο Τμήμα Α' Βοηθειών από τον Ηλία Κυριάκου στις 01:15 π.μ. όπου και εξέπνευσε. Σύμφωνα με τα ευρήματα της Ιατροδικαστού Δρ. Ελένης Αντωνίου, η οποία διενήργησε την ίδια ημέρα την νενομισμένη νεκροψία στη σορό του θύματος, αιτία θανάτου ήταν πολυτραυματισμός συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Από τις τοξικολογικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν στα βιολογικά δείγματα που λήφθηκαν από το θύμα, προέκυψε ότι το θύμα ήταν θετικό σε ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα κάνναβης. Ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε σε ισχύ οποιαδήποτε άδεια οδήγησης. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και δεν έχει βαθμούς ποινής. Ως προς το θέμα που ηγέρθη μετά την απαγγελία της απόφασης, παρενθετικά αναφέρω ότι αναφορικά με την ποινή που του επιβλήθηκε την 28/11/1996, για τις κατηγορίες Κυκλοφορίας Πλαστού εγγράφου και Πλαστογραφίας, στην υπόθεση με αριθμό 14768/96 ο Κατηγορούμενος αποκαταστάθηκε κατόπιν δικαστικού διατάγματος στις 26/02/
- Ο κ Χ'' Παναγιώτου, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, εν πρώτοις δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Εξέφρασε ακολούθως τον σεβασμό τους προς την απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά δήλωσε την διαφωνία τους με αυτή. Αναγνώρισε στην συνέχεια την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος ειδικότερα σε σχέση με το αδίκημα της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, σημειώνοντας όμως πως η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται με τα δικά της γεγονότα. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, ο συνήγορος Υπεράσπισης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας από όπου προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 48 ετών, ασθενής - λήπτης Δημόσιου Βοηθήματος και διαμένει με την συμβία του και τα δύο παιδιά τους ηλικίας 4 ετών και 19 μηνών σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Λάρνακα. Από τον πρώτο του γάμο απέκτησε ένα παιδί, σήμερα ηλικίας 8 ετών. Η συμβία του είναι άνεργη και είναι επίσης λήπτρια Δημόσιου Βοηθήματος. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει ακίνητη περιουσία, ούτε αποταμιεύσεις, ενώ έχει ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο αξίας περίπου €2,
- Επίσης έχει χρέη που δημιουργήθηκαν για την κάλυψη των οικογενειακών εξόδων και για επαγγελματικούς σκοπούς συνολικού ύψους €30.
- Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λάρνακα και προέρχεται από φτωχή πολύτεκνη οικογένεια. Φοίτησε μέχρι το Δημοτικό Σχολείο και στη συνέχεια απασχολείτο στη φάρμα του πατέρα του. Εκτέλεσε κανονικά την απαιτούμενη στρατιωτική του θητεία. Το 2006 λειτούργησε δική του επιχείρηση όμως λόγω του ότι απέφερε ζημιές και όχι κέρδη, πριν από τέσσερα χρόνια περίπου τερμάτισε τη λειτουργία της. Έκτοτε λαμβάνει Δημόσιο Βοήθημα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, αφού προσκόμιζε ιατρικές βεβαιώσεις οι οποίες τον καθιστούσαν ανίκανο για εργασία λόγω χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών και κατάθλιψης. Το 2004 τέλεσε τον πρώτο του γάμο με κοπέλα από την Βουλγαρία με την οποία απέκτησε το πρώτο του παιδί. Πλην όμως λόγω προβλημάτων που υπήρχαν στη σχέση του ζεύγους, χώρισαν και αρχικά τη φροντίδα του παιδιού ανέλαβε η μητέρα του παιδιού, ενώ ακολούθως (τη φροντίδα του παιδιού) ανέλαβε η μητέρα του Κατηγορούμενου. Στην συνέχεια σύναψε σχέση με κοπέλα από την Πάτρα, ηλικίας 28 ετών, με την οποία απέκτησε ακόμη δύο παιδιά. Την 01/07/2013 οδηγήθηκαν στο χωρισμό λόγω προβλημάτων που υπήρχαν ανάμεσα τους και τη φροντίδα των παιδιών ανέλαβε η συμβία του. Πριν ο Κατηγορούμενος τεθεί υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές το ζεύγος επανασυνδέθηκε. Σύμφωνα επίσης με τα λεχθέντα του Κατηγορούμενου, τα τελευταία τρία χρόνια προέβαινε σε κατάχρηση αλκοόλ και παρακολουθείτο από γιατρό. Υποστηρίζοντας ότι λάμβανε σχετική φαρμακευτική αγωγή και ότι νοσηλεύτηκε αρκετές φορές στην κλινική του εν λόγω γιατρού με σκοπό τη σωματική απεξάρτηση του. Σύμφωνα και πάλι με τον Κατηγορούμενο τους τελευταίους δύο μήνες περίπου απέχει από τη χρήση αλκοόλ. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε ότι ο λόγος που επήλθε διάσταση μεταξύ του Κατηγορουμένου και της συμβίας του ήταν η διαφωνία τους όσον αφορά το μέρος που θα έμενε το πρώτο παιδί του Κατηγορουμένου που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο, το οποίο διέμενε με τη μητέρα του Κατηγορουμένου, ενώ ο τελευταίος επιθυμούσε όπως διαμένει μαζί τους. Διαφωνία η οποία λύθηκε αφού η συμβία του δέχθηκε όπως το παιδί του Κατηγορουμένου από τον πρώτο του γάμο διαμένει μαζί τους. Επεσήμαινε, την ιδιαίτερη αδυναμία που τρέφει για τον Κατηγορούμενο το δεύτερο παιδί του, λόγω της πολύ καλής σχέσης που έχουν, τονίζοντας περαιτέρω ότι τα τρία ανήλικα παιδιά του χρειάζονται οπωσδήποτε τη φροντίδα και προστασία του πατέρας τους. Ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, εξέφρασε τη θέση πως με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το δυστύχημα προήλθε από μια στιγμιαία αβλεψία του οδηγού του οχήματος, καθότι ως αναφέρεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος πριν να στρίψει ήλεγξε από απέναντι και δεν ερχόταν αυτοκίνητο και ουσιαστικά δεν είδε τη δεύτερη μοτοσικλέτα στην οποίαν επέβαινε το θύμα. Αναφέροντας, ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η συγκεκριμένη μοτοσικλέτα κινείτο χωρίς τον κατάλληλο φωτισμό και σύμφωνα με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η εν λόγω μοτοσικλέτα δεν μπορούσε να εγγραφεί και να κινηθεί σε δρόμο. Σημείωσε επίσης ότι η μοτοσικλέτα του θύματος με την μοτοσικλέτα του Μ.Κ.23 κινούνταν σε πάρα πολύ μικρή απόσταση και το επίδικο όχημα εκινείτο με πάρα πολύ μικρή ταχύτητα. Εν όψει των πιο πάνω, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, εξέφρασε την θέση πως καταδεικνύεται ένα στιγμιαίο λάθος και μια στιγμιαία αβλεψία από το πρόσωπο που οδηγούσε το επίδικο όχημα. Υποστηρίζοντας, ότι υπάρχουν πολλοί άλλοι ελαφρυντικοί παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη, όπως το γεγονός ότι κανείς δεν αναμένει να οδηγείται μια μηχανή τέτοιας φύσεως σε ένα δρόμο που δεν επιτρέπεται να κινείται. Επίσης ότι οποιοσδήποτε οδηγά την νύχτα αναμένει φωτισμό στα οχήματα που έρχονται από απέναντι του ή από οπουδήποτε έρχεται και τον κατάλληλο φωτισμό που με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν είχε η μοτοσικλέτα του θύματος. Περαιτέρω, εξέφρασε την θέση πως με βάση τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης πιθανόν να υπάρχει και συντρέχουσα αμέλεια από μέρους του θύματος, καθώς το θύμα οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και το γεγονός ότι δεν οδηγείτο η μοτοσικλέτα έχοντας τον κατάλληλο φωτισμό. Επιπρόσθετα, υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος δικαιούται να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης, ενόψει του ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο αλλά και με βάση τα γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Κάλεσε στην συνέχεια το Δικαστήριο σε περίπτωση που κρίνει ως καταλληλότερη ποινή, την ποινή της στέρησης της ελευθερίας του Κατηγορουμένου, όπως το Δικαστήριο ασκήσει τις εξουσίες που του δίνει ο Νόμος 186(Ι)/2003 και αναστείλει οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είναι άτομο με λευκό ποινικό μητρώο προστάτης οικογένειας με τρία ανήλικα παιδιά. Επίσης λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και τη συντρέχουσα ευθύνη του θύματος. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.181(Ι)/2000, στο οποίο εδράζεται η πρώτη κατηγορία, αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τέσσερα χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £2.500 (€4.271) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το μέγιστο ύψος της προβλεπόμενης ποινής αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο πρέπει να ξεκινά για επιμέτρηση της ποινής, (βλέπε Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ.632). Αξίζει να σημειωθεί ότι το ανώτατο προβλεπόμενο όριο ποινής έχει διπλασιαστεί με το Ν.181(I)/2000, αύξηση που καταδεικνύει τόσο την πρόθεση του νομοθέτη για αυστηρή αντιμετώπιση, όσο και τη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού. Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω πρόνοιες, το άρθρο 19
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν. 86/1972, δίδει περαιτέρω εξουσία στο Δικαστήριο να στερήσει από τον καταδικασθέντα την ικανότητα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, ενώ με βάση το άρθρο 20Α του ίδιου Νόμου, προβλέπεται η εξουσία του Δικαστηρίου για την επιβολή βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Αναμφίβολα το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται πρωτίστως από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν αυτού όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα ατυχήματα αποτελούν πλέον μάστιγα για την Κυπριακή κοινωνία, γεγονός που δεν αφήνει αδιάφορο τα Δικαστήρια και όπως έχει καταδείξει η νομολογία τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ.232 από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο συμφώνησε με το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην επιλογή της ποινής φυλάκισης: «.....τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». Επίσης στην υπόθεση Σάββας Σάββα ν. Αστυνομία,
(2008)2 Α.Α.Δ.242, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα θανατηφόρα δυστυχήματα κατάντησαν τραγικό καθημερινό φαινόμενο στον τόπο μας, ο οποίος κατέχει χείριστη θέση στον κατάλογο των ευρωπαϊκών χωρών, ειδικά για τα θανατηφόρα δυστυχήματα αλλά και γενικότερα, για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής συμπεριφοράς. Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων». Οι πιο πάνω διαπιστώσεις επαναλήφθηκαν και σε αριθμό άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων η υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού Στυλιανού,
(2009)2 Α.Α.Δ. 543 και Κυριάκος Παντέλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 54/2011, ημερομηνίας 28/12/2011. Όπως επίσης προκύπτει από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει ακόμη, αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία και τον τόπο μας, με θύματα κυρίως νεαρούς συνανθρώπους μας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χαραλαμπίδη,
(2009)2 Α.Α.Δ.237, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι υλικές ζημιές, οι σοβαροί τραυματισμοί και αναπηρίες ανθρώπων καθώς και η απώλεια ανθρωπίνων ζωών, ως αποτέλεσμα τροχαίων δυστυχημάτων, αποτελούν χαίνουσα πληγή της κοινωνίας μας. Η κατάσταση αυτή δυστυχώς συνεχίζεται γιατί προφανώς μερικοί ασυνείδητοι οδηγοί δεν θέλουν να συνετιστούν αλλά ούτε και να αντιληφθούν πως, για την απάμβλυνση του θλιβερού φαινομένου, απαιτείται συνεχής προσπάθεια για συνετή οδήγηση και σεβασμός των δικαιωμάτων των ανθρώπων που χρησιμοποιούν τους δρόμους. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η μέσω της τιμωρίας αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου μπορεί να συμβάλει θετικά στην προσπάθεια ανάσχεσης της παράνομης συμπεριφοράς με προοπτική τον περιορισμό του φαινομένου. Τα δικαστήρια, συναισθανόμενα την αγωνία της κοινωνίας και με επίγνωση των σοβαρών προεκτάσεων της κατάστασης, οφείλουν να βρίσκονται σε εγρήγορση και με τις κατάλληλες ποινές να στοχεύουν στην πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων.» Προκύπτει μέσα από την Νομολογία ότι, η ποινή που επιβάλλεται σε περιπτώσεις καταδίκης δυνάμει του άρθρου 210, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα περιστατικά της υπόθεσης, την υφή της αμέλειας που προκάλεσε τον θάνατο, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, δηλαδή τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου οι οποίες οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση πάντοτε με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου,
(2003)2 Α.Α.Δ.331, Παμπακάς κ.α. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487 και Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση R. v. John Kenneth Guilfoyle, [1973] 2 All E.R.844, υιοθέτησε τις κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες καθορίσθηκαν από το Αγγλικό Εφετείο αναφορικά με τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης στις υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. Προκύπτει από τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές πως καθοριστικός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το είδος της ποινής, είναι το κατά πόσο πρόκειται για περίπτωση στιγμιαίας αβλεψίας, ή εγωιστικής παραγνώρισης της ασφάλειας άλλων προσώπων, και αδιαφορίας περί αυτής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σωκράτη Μιχαλάκη Αβρααμίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ.355, στις περιπτώσεις που το δυστύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας, (βλέπε επίσης Χαράλαμπος Κωνσταντίνου, (ανωτέρω)). Στις περιπτώσεις που το δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών, ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού, (βλέπε Αντώνη Χαραλαμπίδη, (ανωτέρω)). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Κυριάκος Παντέλα (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την τριετή ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε πρωτόδικα στον εκεί κατηγορούμενο για το αδίκημα του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές. Με αναφορά στην Αγγλική απόφαση R v. Boswell [1984] 3 Αll E.R. 353, υποδείχθηκε ότι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και η επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά, αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες. Μεταξύ των επιβαρυντικών παραγόντων συγκαταλέγονται, επίσης, η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων, όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια ή ασφάλεια. Αποτελούν, βεβαίως, επιβαρυντικούς παράγοντες η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για τροχαίες παραβάσεις, το κατά πόσον περισσότερα από ένα άτομα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, το αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο τροχαίας ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά την δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσον το θύμα είναι φίλος ή στενός συγγενής του κατηγορουμένου και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που ο θάνατος είχε στον οδηγό. Βεβαίως, σε κάθε περίπτωση, για παρόμοια αδικήματα όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σωτηρίου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 331,δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπ' όψιν το γεγονός ότι το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπ' όψιν (βλέπε Παμπακάς και άλλος ν. Αστυνομίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. 487). Εξ ου και το Δικαστήριο έχει πάντοτε το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ούτως ώστε αυτή να προσιδιάζει τόσο στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης όσο και του κατηγορουμένου, (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου,
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα στην παρούσα, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την θέση του συνηγόρου υπεράσπισης πως το τροχαίο δυστύχημα προκλήθηκε από στιγμιαίο σφάλμα στο οποίο υπέπεσε ο κατηγορούμενος. Με όλο το σεβασμό προς τον συνήγορο υπεράσπισης, κρίνω ότι η όλη οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως εμπεριέχουσα το στοιχείο της αδιαφορίας. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία του με σκοπό να εισέλθει στην Λεωφόρο Δ. Παπανικολή που είναι πάροδος σε σχέση με την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, εισήλθε στην διασταύρωση απότομα και βεβιασμένα λοξώς προς την Λεωφόρο Δ. Παπανικολη που είχε πρόθεση να κατευθυνθεί. Αποτέλεσμα τούτης της οδικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν η αποκοπή της πορείας της εξ αντιθέτου ερχόμενης μοτοσικλέτας που οδηγείτο από τον Τιμόθεο Γκαντίδη με αποτέλεσμα το θάνατο του. Η πιο πάνω εισήγηση της υπεράσπισης παραγνωρίζει ακριβώς το γεγονός ότι το θύμα ήταν στο δρόμο και ήταν ορατό αφού είχε τα φώτα πορείας της μοτοσικλέτας του αναμμένα τα οποία εξέπεμπαν κάποιο φωτισμό αλλά και δεδομένου του φωτισμού της περιοχής που ήταν πάρα πολύ ικανοποιητικός και της ορατότητας που απολάμβανε ο κατηγορούμενος. Ορατότητα η οποία με ισχύουσα την ευνοϊκότερη εκδοχή για τον κατηγορούμενο (δηλαδή στην περίπτωση όπου η μοτοσικλέτα του θύματος δεν είχε καθόλου φώτα πορείας) ήταν 96 μέτρα και 60 εκατοστά. Ο κατηγορούμενος δεν είδε την μοτοσικλέτα παρά μόνο μετά την σύγκρουση. Όμως το θύμα ήταν εντός του δρόμου, ήταν ορατό από την πιο πάνω απόσταση και μάλιστα από κάποιο σημείο και μετά λάμβανε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης αφού αυτό καταδεικνύει η ύπαρξη ιχνών τροχοπέδησης από την μοτοσικλέτα του θύματος, κάποια μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του κανονικά στην εξ αντιθέτου μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του κατηγορουμένου και ήταν εντός του πεδίου ορατότητας του όταν ο κατηγορούμενος επιχείρησε να στρίψει δεξιά αλλά και προτού εισέλθει στην διασταύρωση με πρόθεση να στρίψει δεξιά όταν λογικά έπρεπε να ασκήσει έλεγχο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ενώ το θύμα χωρίς αμφιβολία ήταν ορατό σε αυτό. Τα πιο πάνω γεγονότα δεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος χωρίς να ελέγξει δεόντως την τροχαία κίνηση στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας εισήλθε στην διασταύρωση. Αν ο κατηγορούμενος έλεγχε ορθά και προσεκτικά τον δρόμο, ως όφειλε θα αντιλαμβανόταν το θύμα προτού εισέλθει στην διασταύρωση με πρόθεση να στρίψει δεξιά και προτού αποφασίσει να προχωρήσει βεβιασμένα με λοξή είσοδο προς την Λεωφόρο Δ. Παπανικολή πράττοντας τούτο ενώ βρισκόταν στα 19 μέτρα και 60 εκατοστά εντός της διασταύρωσης, σημείο το οποίο απέχει κατά πολύ από την είσοδο της Λεωφόρου που είχε πρόθεση να κατευθυνθεί και δεν θα επιχειρούσε καν την είσοδο του στη διασταύρωση. Προκύπτει, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος έσφαλε σε δύο χρονικά στάδια. Στην πραγματικότητα πρόκειται για αδιαφορία εκ μέρους του για όλο το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε το θύμα μέχρι να καλύψει την απόσταση που ήταν ορατό. Ο κατηγορούμενος όφειλε και είχε υποχρέωση να αντιληφθεί την παρουσία της μοτοσυκλέτας του θύματος στο δρόμο προτού εισέλθει στην διασταύρωση. Επίσης όφειλε προτού εισέλθει στην διασταύρωση να είχε βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές γι' αυτόν να εισέλθει στην διασταύρωση. Αφότου εισήλθε όφειλε να μην προχωρήσει περαιτέρω διασχίζοντας την διασταύρωση στρίβοντας δεξιά προτού εκπληρώσει το βαρύ καθήκον που είχε υπό τις περιστάσεις ως οδηγός που επιχειρούσε να στρίψει δεξιά να αντιλαμβανόταν την παρουσία του θύματος και να ανέμενε να περάσει προτού επιχειρήσει να στρίψει δεξιά. Επίσης όφειλε να φτάσει στο ύψος της παρόδου που είχε πρόθεση να κατευθυνθεί, να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να στρίψει δεξιά και μάλιστα να το πράξει με περίπου κάθετη γωνία και όχι με βεβιασμένη λοξή είσοδο ως έπραξε. Η μοτοσικλέτα που οδηγείτο από το θύμα ήταν υπαρκτή στο δρόμο αλλά και ορατή. Μάλιστα φαίνεται από την πραγματική μαρτυρία, ήτοι το σχέδιο επί κλίμακος ότι το θύμα αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο και λάμβανε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης πριν από το σημείο που η μοτοσικλέτα διέγραψε επί της ασφάλτου ίχνη τροχοπέδησης λαμβάνοντας υπόψη και την απόσταση σκέψης προτού τεθούν σε εφαρμογή τα φρένα της μοτοσικλέτας. Αν ληφθούν υπόψη τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας αλλά και η απόσταση σκέψης προτού τεθούν σε εφαρμογή τα φρένα της μοτοσικλέτας και το σημείο σύγκρουσης, προκύπτει ότι το θύμα ήταν σε κοντινή απόσταση κατά την ώρα που επιχείρησε στροφή ο κατηγορούμενος και δεν ήταν ασφαλές να το πράξει. Προκύπτει επίσης, από τα γεγονότα, ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε αντιληφθεί έγκαιρα το θύμα, ενώ μπορούσε να το είχε δει εν όψει της ορατότητας που είχε στην οποία δεν παρεμβάλλετο οποιοδήποτε εμπόδιο. Όλα τα πιο πάνω δεικνύουν ότι ο τραγικός θάνατος του θύματος δεν προκλήθηκε από ένα στιγμιαίο σφάλμα του κατηγορουμένου αλλά από μια αλυσίδα ενεργειών και παραλείψεων του που συνολικά ιδωμένες συνιστούν επικίνδυνη οδήγηση εμπεριέχουσες το στοιχείο της αδιαφορίας σχετικά με την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι αναντίλεκτο πως η αποκοπή της πορείας του θύματος με τη κατάληψη της λωρίδας κυκλοφορίας που νομίμως οδηγούσε το θύμα από το όχημα του κατηγορουμένου συνιστά την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το θύμα οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο έχοντας καταναλώσει ναρκωτικές ουσίες. Εν πάση περιπτώσει η κατανάλωση από το θύμα ναρκωτικών ουσιών δεν μπορεί να συσχετιστεί με την αιτία του δυστυχήματος που ήταν η αποκοπή της πορείας του θύματος από τον κατηγορούμενο, αλλά με την δυνατότητα του να αντιληφθεί το κίνδυνο και να προβεί σε ενέργειες προς αποφυγή του, που στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το θύμα αντιλήφθηκε το κίνδυνο και προσπάθησε να τον αποφύγει. Σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 235 Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αναφέρει τα ακόλουθα: «
(1)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο άλλου προσώπου ή σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2).............................................
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο.» Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, είναι δε ένα από τα πλέον σοβαρά τροχαία αδικήματα. Η όλη συμπεριφορά ατόμου που, μετά από ατύχημα, εγκαταλείπει τη σκηνή χωρίς να ενδιαφερθεί για την τύχη των επηρεαζομένων και χωρίς την παροχή σε αυτούς οποιασδήποτε βοήθειας, αποτελεί αντικοινωνική και εγωϊστική συμπεριφορά. Στην υπόθεση Ανδρέας Πουμπουρής ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ.1 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε και στο Άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η πιο πάνω διάταξη είναι προφανής και νομίζουμε πως δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εξειδίκευση. Ωστόσο, επιγραμματικά θα επαναλάβουμε το αυτονόητο ότι δηλαδή κάθε οδηγός οχήματος που εμπλέκεται σε τροχαίο δυστύχημα έχει νομική και ηθική υποχρέωση να σταματά και να προσφέρει βοήθεια στο θύμα του δυστυχήματος. Η έγκαιρη παροχή βοήθειας μπορεί να σώσει τη ζωή του θύματος ενώ η εγκατάλειψη του μπορεί ακόμη να οδηγήσει και στο θάνατο. Συνιστά άκρως εγωιστική συμπεριφορά η εγκατάλειψη θύματος τροχαίου δυστυχήματος χωρίς βοήθεια, όταν μάλιστα, είναι τέτοιες οι συνθήκες ώστε να καθίσταται απομακρυσμένη η παροχή βοήθειας μέσα σε σύντομο χρόνο.» Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος, ενώ με την οδική του συμπεριφορά προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα το οποίο οδήγησε στον θανάσιμο τραυματισμό του νεαρού Τιμόθεου Γκαντίδη, παραγνώρισε πλήρως το νομικό και ηθικό καθήκον προς το θύμα, εγκαταλείποντας την σκηνή χωρίς να ειδοποιήσει την αστυνομία και χωρίς να προσφέρει στο θύμα την όποια βοήθεια, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για την τύχη του νεαρού άτυχου Τιμόθεου. Η εν λόγω συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είναι απαράδεκτη, εγωιστική και άκρως αντικοινωνική. Για το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, σύμφωνα με το Άρθρο 49 των περί Άδειας Οδήγησης Νόμων του 2001 έως 2010, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.1.000,00 και τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω, το Άρθρο 54
(1)δίδει περαιτέρω εξουσία στο Δικαστήριο όπως αποστερήσει από τον καταδικασθέντα της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που το Δικαστήριο ήθελε, κάτω υπό τις περιστάσεις, αποφασίσει. Για το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, το Άρθρο 3
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν.96(Ι)/2000, προνοεί ποινή φυλάκισης που να μην υπερβαίνει το ένα έτος ή χρηματική ποινή που να μην υπερβαίνει τις Λ.Κ.1.000,00 ή και τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω, διαλαμβάνει ότι πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα βάσει του Άρθρου 3 θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης. Περαιτέρω, το εδάφιο
(5)του Άρθρου 3 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν.96(Ι)/2000, διαλαμβάνει ότι στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. Πλούσια είναι, επίσης, η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων σε σχέση με την σοβαρότητα που διαχρονικά προσδίδεται στο αδίκημα της οδήγησης χωρίς ασφάλεια υπέρ τρίτου και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, όπου επαναδιατυπώθηκε το αυτονόητο, ότι δηλαδή οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό, ιδιαίτερα μάλιστα σε μια εποχή που τα ατυχήματα βρίσκονται σε ανησυχητική άνοδο. Στην εν λόγω υπόθεση, όπου ο εκεί κατηγορούμενος κρίθηκε, επίσης, ένοχος για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, η αφαίρεση της άδειας οδήγησής του για την ελάχιστη περίοδο των έξι μηνών που προβλέπει ο Νόμος, ελλείψει ειδικών λόγων, κρίθηκε επιβεβλημένη. Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στη ποινή, (βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ.245.) Πλην όμως η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της (βλέπε Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2012, ημερομηνίας 10/10/2012). Στο έργο της εξατομίκευσης της ποινής, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Όπως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλέπε Ανδρέα Σωτηρίου, (ανωτέρω) και Μάριος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ.540). Για σκοπούς προσδιορισμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι το δυστύχημα δεν οφειλόταν σε ένα στιγμιαίο σφάλμα του κατηγορουμένου αλλά αντίθετα η συμπεριφορά του εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που ενδεχόμενα να χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Ως επιβαρυντικό στοιχείο λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς άδεια οδήγησης και χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης με τις ευνόητες σοβαρές επιπτώσεις στην οικογένεια του θύματος λόγω της ανασφάλιστης οδήγησης του Κατηγορουμένου. Ένα άλλο στοιχείο που προσθέτει στη σοβαρότητα των αδικημάτων είναι το ότι ο Κατηγορούμενος παραγνώρισε πλήρως το ελάχιστο νομικό και ηθικό καθήκον προς τον άτυχο νεαρό Τιμόθεο εγκαταλείποντας τη σκηνή χωρίς να προσφέρει σε αυτόν την όποια βοήθεια, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για την τύχη του θύματος. Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου το οποίο δίδει το δικαίωμα να κριθεί με μεγαλύτερη επιείκεια. Λαμβάνω επίσης υπόψιν μου τις προσωπικές και οικονομικές του συνθήκες όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι οικογενειάρχης και πατέρας τριών ανήλικων τέκνων. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου ότι πρόκειται για ασθενή, δηλαδή χρήστη εξαρτησιογώνων ουσιών που πάσχει από κατάθλιψη. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορουμένου ότι από το σημείο που εμφανίστηκε στην Αστυνομία υπήρξε συνεργασία με τις Αστυνομικές Αρχές δίνοντας τέσσερις καταθέσεις στις οποίες παραδέχθηκε ότι ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος που ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα και συνεργάστηκε κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος. Συνυπολογίζω, επίσης, προς όφελος του Κατηγορουμένου το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που επιβάλλεται ποινή, χωρίς ωστόσο να παραβλέπω ότι σημαντικό μέρος της καθυστέρησης βαρύνει τον Κατηγορούμενο. Αδιαμφισβήτητα όμως η καθυστέρηση είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και έχοντας υπόψη μου τις νομικές αρχές αναφορικά με το ζήτημα αυτό, παρατηρώ ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία σημαντικής διαφοροποίησης των προσωπικών του συνθηκών στο διαρρεύσαντα χρονικό διάστημα πέραν του γεγονότος ότι απέκτησε άλλο ένα παιδί. Παραμένει όμως ως δεδομένο ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο 35 περίπου μηνών από τη διάπραξη του αδικήματος. Το γεγονός αυτό λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου (βλέπε Σωτήρη Αβράαμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.365 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ.543). Συνεκτιμώντας, αφενός τη σοβαρότητα του αδικήματος της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, όπως προκύπτει από τις προβλεπόμενες ποινές, τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, τις τραγικότατες συνέπειες και την ιδιαίτερη ανάγκη για αποτροπή και παραδειγματισμό, και αφετέρου όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προανέφερα και έλαβα πολύ σοβαρά υπόψη, κρίνω πως η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, σε συνδυασμό με στέρηση της άδειας οδήγησης και επιβολή βαθμών ποινής, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί έσχατο μέτρο τιμωρίας, όπου άλλη ποινή κρίνεται ακατάλληλη. Το σύνολο της παραβατικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου καταδεικνύει τέτοια εγωϊστική, αντικοινωνική και αδιάφορη συμπεριφορά που συνηγορεί υπέρ του ότι η επιβλητέα ποινή θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα, όχι μόνο γενικά, αλλά και ως προς τον ίδιο. Μέσω της ποινής το Δικαστήριο θα πρέπει να στείλει το μήνυμα τόσο στον Κατηγορούμενο όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή Στα πλαίσια αυτά κρίνω ως κατάλληλες και επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών και 10 βαθμούς ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησής του. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αποστερείται της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 24 μηνών από σήμερα, δυνάμει του Άρθρου 19
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν. 86/72. Στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος αποστερείται της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 24 μηνών από σήμερα. Στην τρίτη και τέταρτη κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή. Οι ποινές φυλάκισης και οι ποινές στέρησης δικαιώματος απόκτησης ή κατοχής άδειας οδήγησης να συντρέχουν. Έχω εξετάσει με προσοχή το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος με το νέο Άρθρο 3
(2)διεύρυνε την ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Πλέον «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.» Σε σχέση με την εφαρμογή που έτυχε το νέο Άρθρο 3
(2), αντλώ καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 214/2009, ημερομηνίας 29/1/2010, Άγγελος Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 221/2012, ημερομηνίας 19/12/2012 και Θεόδωρος Αργυρίδης κ.ά ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 64-69/2013, ημερομηνίας 21/6/
- Χρήσιμη αναφορά γίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα στην Τζιαουχάρη (ανωτέρω): «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν από τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» Στην υπόθεση της πλειοψηφίας στην Άγγελος Ιωσήφ (ανωτέρω), επισημάνθηκε ότι η εξέταση του ενδεχομένου αναστολής ποινής φυλάκισης συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσον η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Στην κρινόμενη υπόθεση, καθοδηγούμενη από τις πιο νομικές αρχές, λαμβάνω υπόψη τόσο τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσο και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, πλην όμως δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε λόγο για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Χωρίς να παραγνωρίζω το λευκό ποινικό του μητρώο και όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρονται και ειδικότερα το ότι είναι ο προστάτης της οικογένειας του. Στην υπόθεση Αντώνη Χαραλαμπίδη (ανωτέρω), όπου η έφεση περιοριζόταν στο κατά πόσο το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε σωστά τη διακριτική του ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, το Ανώτατο Δικαστήριο, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά την έκταση που αυτή αφορούσε το θέμα της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης διατάζοντας όπως αυτές εκτελεστούν άμεσα, αφού έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έδωσε λανθασμένα υπέρμετρη βαρύτητα στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου παραγνωρίζοντας τα τραγικά περιστατικά της υπόθεσης. Σημειώνοντας ότι προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, είχαν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής και εντασσόμενες στο σύνολο των περιστάσεων δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αρκετές για να δικαιολογηθεί ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Αναφέροντας περαιτέρω τα ακόλουθα: «Η εγγένης σοβαρότητα των αδικημάτων και οι συνέπειες που προέκυψαν, καθώς και η ανάγκη για αποτροπή, καθιστούν αναπόφευκτη την άμεση εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής», (βλέπε επίσης Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση 198/2012, ημερομηνίας 19/02/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της ποινής που επιβλήθηκε και οι μετριαστικοί παράγοντες, είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της ποινής. Ατυχήματα όπως αυτός της παρούσας υπόθεσης θα μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί εάν ο κατηγορούμενος επεδείκνυε την ελάχιστη σωφροσύνη και επιμέλεια. Συνεπώς, οι ποινές φυλάκισης είναι άμεσες και έκτιση τους να αρχίζει από την ημερομηνία που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 07/02/
- Ενόψει της επιβολής ποινής φυλάκισης τα έξοδα τα οποία προέκυψαν και που σύμφωνα με την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ανέρχονται σε €1190 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Η επιβληθείσα ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης να κοινοποιηθεί από το Πρωτοκολλητείο στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων). (Υπ.) ........... Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο