Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας ν. George Neoptolemos, Αρ. Υπόθεσης: 14681/11, 10/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B5 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14681/11 Μεταξύ: Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή - εναντίον - George Neoptolemos Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Παντελή Για τον Κατηγορούμενο: κος Κ. Χρ. Δημητρίου Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 10/12/2013, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία που αφορά το αδίκημα της οδήγησης καθόν χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6 και 11 του περί Οδικής Ασφαλείας Νόμου, (Ν.174/86)όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία) και στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ.154) ως τροποποιήθηκε (τρίτη κατηγορία). Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση εκτίθενται αναλυτικά στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, τα οποία για τον σκοπό επιβολής ποινής, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω σε συντομία. Στις 13/08/2011 και ώρα 23:45 ο κατηγορούμενος ενώ προηγουμένως είχε καταναλώσει τρία μισά ποτήρια ουίσκι, οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής DF52CEO, έχοντας αναμμένα τα φώτα πορείας του οχήματος του στην χαμηλή στάση, στην οδό Λαπήθου, στην περιοχή Καμάρες της Επαρχίας Λάρνακας. Δεν προπορευόταν άλλο όχημα του οχήματος του κατηγορουμένου αλλά τον ακολουθούσε ο Μ.Κ.
- Στην οδό Λαπήθου, υπάρχουν τρία κυρτώματα. Η οδός Λαπήθου είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι κατευθύνσεις χωρίζονται μεταξύ τους με άσπρη συνεχή γραμμή. Στις δύο πλευρές του δρόμου υπάρχει χώρος στάθμευσης οχημάτων ως επίσης και πεζοδρόμια. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Ο δρόμος είναι άσφαλτος, καλής επιφάνειας, ευθύς και επίπεδος. Η ορατότητα ως η πορεία του κατηγορουμένου με την χαμηλή στάση των φώτων πορείας του αυτοκινήτου φθάνει τα 80.50 μέτρα ενώ με την ψηλή στάση των φώτων πορείας του αυτοκινήτου φθάνει τα 96,40 μέτρα. Η ορατότητα δεν παρεμβάλλεται από κάποιο φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Την ώρα του δυστυχήματος ο δρόμος ήταν ξηρός και σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Ο καιρός ήταν αίθριος. Ο φωτισμός στον εν λόγω δρόμο ήταν ικανοποιητικός και προερχόταν από τους λαμπτήρες της ΑΗΚ, τον φωτισμό από παρακείμενα υποστατικά, τον προβολέα του σχολείου αλλά και από τον φωτισμό του ίδιου του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος από την οδό Κασταλίας μέχρι και το δεύτερο κύρτωμα της οδού Λαπήθου, απόσταση περί τα 300 με 400 μέτρα, οδηγούσε το όχημα του κρατώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Μετά το δεύτερο κύρτωμα της οδού Λαπήθου, ο κατηγορούμενος εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, οδηγώντας όμως το όχημα του σχεδόν πάνω στην διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας. Ο κατηγορούμενος ενώ περνούσε πάνω από τα κυρτώματα δεν έκανε χρήση των φρένων του, με αποτέλεσμα όταν το όχημα του πέρασε το τρίτο κύρτωμα να κάνει θόρυβο. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο Μ.Κ.9 κινείτο στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ.9 ενώ εκινείτο στην οδό Λαπήθου σε απόσταση 15 περίπου μέτρων από το σημείο σύγκρουσης που σημειώνεται με το γράμμα «Χ» επί του Τεκμηρίου 9, αντιλήφθηκε την παρουσία μίας γυναίκας και ενός άντρα στην μέση της εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας. Ο Μ.Κ.9 επειδή είδε τους πεζούς σταμάτησε το όχημά του για να τους δώσει προτεραιότητα να διασταυρώσουν το δρόμο. Οι πεζοί είχαν εισέλθει με κανονικό βηματισμό εντός της οδού Λαπήθου, από το σημείο «Ι» που σημειώνεται επί του Τεκμηρίου 9 και στο σημείο σύγκρουσης είχαν σταματήσει αναμένοντας το όχημα του Μ.Κ.9 και έχοντας στραμμένο το βλέμμα τους προς αυτό. Το όχημα του κατηγορουμένου, που ερχόταν από απέναντι κτύπησε τους πεζούς στο σημείο «Χ» επί του Τεκμηρίου 9 προτού αυτοί προλάβουν να συνεχίσουν την πορεία τους όταν ο Μ.Κ.9 σταμάτησε για να τους αφήσει να περάσουν. Το εν λόγω σημείο βρίσκεται 80 με 90 εκατοστά από τη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας. Η απόσταση που διένυσαν οι πεζοί εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορουμένου από την διακεκομμένη γραμμή επί του Τεκμηρίου 9 μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι 3.10 μέτρα. Με το κτύπημα οι πεζοί εκτινάχθηκαν στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα τα κεφάλια των πεζών να κτυπήσουν επί αυτού και στην συνέχεια να πέσουν στην άσφαλτο στα σημεία «Γ» και «Γ1» επί του Τεκμηρίου
- Η απόσταση των σημείων «Γ» και «Γ1» από το σημείο σύγκρουσης είναι 15.80 και 16 μέτρα αντίστοιχα. Το όχημα του κατηγορουμένου μετά την σύγκρουση προχώρησε ευθεία διανύοντας κάποια απόσταση και ακινητοποιήθηκε στο σημείο «Α1» επί του Τεκμηρίου 9 το οποίο απέχει από το σημείο σύγκρουσης 7.5 μέτρα το πίσω μέρος του και 12.20 μέτρα το μπροστινό του μέρος. Δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του κατηγορουμένου και ο κατηγορούμενος δεν είδε τους πεζούς παρά μόνο ένα μέτρο πριν τη σύγκρουση. Οι πεζοί δεν διασταύρωναν από διάβαση. Η γυναίκα φορούσε ρούχα χρώματος μπλε ανοικτό και ήταν η πρώτη που δέκτηκε το κτύπημα από το όχημα του κατηγορουμένου. Όταν ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το όχημα μετά την σύγκρουση με τους πεζούς, γελούσε και είχε ασταθή βάδισμα, λέγοντας «τους τσίλλισα so what». Ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης, με την συσκευή προκαταρκτικού ελέγχου με αριθμό 38939, με ένδειξη 89 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί 22 που είναι το όριο. Ακολούθως ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε τελική εξέταση αλκοόλης με την συσκευή τελικού ελέγχου με αριθμό COC595, με τελική ένδειξη 74 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί 22 που είναι το όριο. Το όχημα του κατηγορουμένου από το δυστύχημα υπέστη ζημιές στον μπροστινό καπό, ήτοι βούλωσε, επίσης υπέστη τρίψιμο στον μπροστινό προφυλακτήρα δεξιά και στο μπροστινό δεξιό φτερό. Επίσης έσπασε ο μπροστινός ανεμοθώρακας. Αποτέλεσμα του δυστυχήματος ήταν η Μυρούλλα Άσπρου (το θύμα) να υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία και κατάγματα λεκάνης και πνευμοθώρακα, η οποία λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης μεταφέρθηκε διασωληνωμένη από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας στην εντατική μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Ο σύζυγος της Μάμας Άσπρου, υπέστηκε κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κατάγματα σε διάφορα μέρη του σώματος του ο οποίος αρχικά νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο μεταφέρθηκε στην εντατική μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Στις 21/08/2011 και ενώ η Μυρούλλα Άσπρου νοσηλευόταν στην εντατική μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας υπέκυψε στα τραύματα της. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 10:30 στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σορού της θανούσας και διαπίστωσε ότι η αιτία θανάτου ήταν βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση ως είναι κατά ατύχημα. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ενώ έχει δύο βαθμούς στην άδεια οδήγησης του. Ο κ. Δημητρίου, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, εν πρώτοις δήλωσε ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, στην οποία γίνεται αναφορά στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την εν λόγω Έκθεση, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 68 ετών, συνταξιούχος. Γεννήθηκε στο Βαρώσι, φοίτησε μέχρι την Β' Δημοτικού και το 1953 όλη η οικογένεια μετέβηκε μόνιμα στην Αγγλία. Εκεί συνέχισε την φοίτηση του στο σχολείο. Παντρεύτηκε με Κύπρια που ζούσε επίσης στην Αγγλία, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, ηλικίας σήμερα 48 και 45 ετών. Με την σύζυγο του τα τελευταία χρόνια βρίσκονται σε διάσταση, αλλά δεν προχώρησαν σε διαζύγιο λόγω άρνησης των παιδιών τους. Ο κατηγορούμενος ζει μόνιμα στην Αγγλία μαζί με την μητέρα του. Στην Αγγλία ζουν επίσης και τα δύο παιδιά του. Ως περαιτέρω αναφέρεται, ο κατηγορούμενος παρουσιάζει καρδιακό πρόβλημα και έχει προχωρήσει σε επέμβαση το
- Τώρα παρακολουθείται από γιατρούς στην Αγγλία και μπορεί να προχωρήσει σε δεύτερη επέμβαση. Αναμένει ειδοποίηση για την επέμβαση από το Νοσοκομείο, λόγω του ότι μια αρτηρία είναι ακόμα ανοιχτή. Λαμβάνει καθημερινά φαρμακευτική αγωγή. Μετά την εγχείρηση, δεν μπορούσε να εργαστεί και έκτοτε δεν εργάζεται. Εργάστηκε για αρκετά χρόνια ως οδηγός ταξί. Τα εισοδήματα του σήμερα ανέρχονται σε 304 Αγγλικές Λίρες μηνιαίως και λαμβάνει οικονομική βοήθεια από τα παιδιά του όταν χρειαστεί. Δεν έχει χρέη, ούτε αποταμιεύσεις. Δεν έχει επίσης ακίνητη και κινητή περιουσία, πλην ενός αυτοκινήτου. Ακολούθως, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις οικονομικές και προσωπικές περιστάσεις του. Ήταν η θέση του ότι από τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δηλώνεται η κακή οικονομική κατάσταση της οικογένειας στην οποία μεγάλωσε ο κατηγορούμενος, η οποία τους ανάγκασε να μεταναστεύσουν. Επισημαίνοντας, πως παρόλο που ο κατηγορούμενος μεγάλωσε κάτω από τις δύσκολες περιστάσεις που μεγαλώνει ένας μετανάστης, φαίνεται ότι δημιούργησε μια συγκροτημένη οικογένεια. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης του, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με την σύζυγο του, αν και βρίσκονται σε διάσταση δεν προχώρησαν σε διαζύγιο, λόγω της θέσης των παιδιών τους. Γεγονός, που σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης καταδεικνύει και πόσο συγκροτημένο άτομο είναι ο κατηγορούμενος. Ως προς την κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου, ο συνήγορος υπεράσπισης, αφού επανέλαβε όσα αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, επισήμανε ότι το πρόβλημα υγείας του κατηγορουμένου δεν σταμάτησε, με αποτέλεσμα ανά πάσα στιγμή να κινδυνεύει με καρδιακό επεισόδιο, με αποτέλεσμα να του στερηθεί η ζωή. Ανέφερε περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενο αναμένει από στιγμή σε στιγμή ειδοποίηση για να υποβληθεί σε εγχείρηση αφού δεν μπορεί να καλύψει ο ίδιος τα έξοδα. Σημειώνοντας, περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από χρόνιο διαβήτη, που του έχει προκαλέσει νεφρική ανεπάρκεια και είναι θέμα χρόνου να ξεκινήσει την αιμοκάθαρση, η οποία αναπόφευκτα θα τον οδηγεί τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα σε αιμοκάθαρση. Στην συνέχεια της αγόρευσης του ο συνήγορος του κατηγορουμένου, σημείωσε ότι από την μέρα που έχουν συμβεί τα αδικήματα έχουν παρέλθει 2 χρόνια και 4 μήνες. Μέσα σε αυτό το χρόνο, ως ανέφερε, ο κατηγορούμενος έχει αλλάξει πραγματικά προς το καλύτερο. Έχει επανασυνδεθεί με την οικογένεια του, προσέχει την υγεία του, δεν οδηγά πλέον βράδυ και γενικά αποφεύγει να βγαίνει από το σπίτι του όσο πιο πολύ γίνεται. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, τιμωρείται καθημερινά και βασανίζεται από τύψεις. Σημειώνοντας, επίσης ότι ο κατηγορούμενος σε όλη την διαδικασία, ήταν συνεπέστατος και ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ λόγω του ότι πηγαινοερχόταν στην Αγγλία. Στην συνέχεια της αγόρευσης του ο κ. Δημητρίου, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο, σε περίπτωση που προσανατολίζεται στην επιβολή ποινή στερητικής της ελευθερίας του κατηγορουμένου, ότι θα πρέπει να μελετήσει προσεκτικά το ενδεχόμενο αναστολής. Τούτο, λόγω του ιατρικού ιστορικού του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει περιορισμένο χρόνο ζωής. Η τρίτη κατηγορία αφορά το σοβαρότερο από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας δεν είναι εξίσου σοβαρό, έχοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία τροχαίων δυστυχημάτων, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης αποτελεί μια από τις βασικότερες αιτίες για την πρόκληση αυτών. Αναφορικά με την σοβαρότητα του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, σημειώνω ότι αυτή καταδεικνύεται όχι μόνο από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή που είναι πολύ αυστηρή αλλά και από το αποτέλεσμα του αδικήματος το οποίο στρέφεται ενάντια στο πολυτιμότερο αγαθό για τον άνθρωπο, αυτό της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.181(Ι)/2000, επί του οποίου βασίζεται η τρίτη κατηγορία, αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τέσσερα χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £2.500 (€4.271) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το μέγιστο ύψος της προβλεπόμενης ποινής αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο πρέπει να ξεκινά για επιμέτρηση της ποινής, (βλέπε Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ.632). Αξίζει να σημειωθεί ότι το ανώτατο προβλεπόμενο όριο ποινής έχει διπλασιαστεί με το Ν.181(I)/2000, αύξηση που καταδεικνύει τόσο την πρόθεση του νομοθέτη για αυστηρή αντιμετώπιση, όσο και τη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού. Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω πρόνοιες, το άρθρο 19
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν. 86/1972, δίδει περαιτέρω εξουσία στο Δικαστήριο να στερήσει από τον καταδικασθέντα την ικανότητα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, ενώ με βάση το άρθρο 20Α του ίδιου Νόμου, προβλέπεται η εξουσία του Δικαστηρίου για την επιβολή βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Αναμφίβολα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται πρωτίστως από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν αυτού όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα ατυχήματα αποτελούν πλέον μάστιγα για την Κυπριακή κοινωνία, γεγονός που δεν αφήνει αδιάφορο τα Δικαστήρια και όπως έχει καταδείξει η νομολογία τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ.232 από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο συμφώνησε με το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην επιλογή της ποινής φυλάκισης: «.....τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». Επίσης στην υπόθεση Σάββας Σάββα ν. Αστυνομία,
(2008)2 Α.Α.Δ.242, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα θανατηφόρα δυστυχήματα κατάντησαν τραγικό καθημερινό φαινόμενο στον τόπο μας, ο οποίος κατέχει χείριστη θέση στον κατάλογο των ευρωπαϊκών χωρών, ειδικά για τα θανατηφόρα δυστυχήματα αλλά και γενικότερα, για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής συμπεριφοράς. Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων». Οι πιο πάνω διαπιστώσεις επαναλήφθηκαν και σε αριθμό άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων η υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού Στυλιανού,
(2009)2 Α.Α.Δ. 543 και Κυριάκος Παντέλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 54/2011, ημερομηνίας 28/12/2011. Όπως επίσης προκύπτει από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει ακόμη, αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία και τον τόπο μας, με θύματα κυρίως νεαρούς συνανθρώπους μας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χαραλαμπίδη,
(2009)2 Α.Α.Δ.237, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι υλικές ζημιές, οι σοβαροί τραυματισμοί και αναπηρίες ανθρώπων καθώς και η απώλεια ανθρωπίνων ζωών, ως αποτέλεσμα τροχαίων δυστυχημάτων, αποτελούν χαίνουσα πληγή της κοινωνίας μας. Η κατάσταση αυτή δυστυχώς συνεχίζεται γιατί προφανώς μερικοί ασυνείδητοι οδηγοί δεν θέλουν να συνετιστούν αλλά ούτε και να αντιληφθούν πως, για την απάμβλυνση του θλιβερού φαινομένου, απαιτείται συνεχής προσπάθεια για συνετή οδήγηση και σεβασμός των δικαιωμάτων των ανθρώπων που χρησιμοποιούν τους δρόμους. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η μέσω της τιμωρίας αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου μπορεί να συμβάλει θετικά στην προσπάθεια ανάσχεσης της παράνομης συμπεριφοράς με προοπτική τον περιορισμό του φαινομένου. Τα δικαστήρια, συναισθανόμενα την αγωνία της κοινωνίας και με επίγνωση των σοβαρών προεκτάσεων της κατάστασης, οφείλουν να βρίσκονται σε εγρήγορση και με τις κατάλληλες ποινές να στοχεύουν στην πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων.» Προκύπτει μέσα από την Νομολογία ότι, η ποινή που επιβάλλεται σε περιπτώσεις καταδίκης δυνάμει του άρθρου 210, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα περιστατικά της υπόθεσης, την υφή της αμέλειας που προκάλεσε τον θάνατο, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, δηλαδή τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου οι οποίες οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση πάντοτε με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου,
(2003)2 Α.Α.Δ.331, Παμπακάς κ.α. ν. Αστυνομίας,
(1995)2 Α.Α.Δ. 487 και Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση R. v. John Kenneth Guilfoyle, [1973] 2 All E.R.844, υιοθέτησε τις κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες καθορίσθηκαν από το Αγγλικό Εφετείο αναφορικά με τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης στις υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. Προκύπτει από τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές πως καθοριστικός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το είδος της ποινής, είναι το κατά πόσο πρόκειται για περίπτωση στιγμιαίας αβλεψίας, ή εγωιστικής παραγνώρισης της ασφάλειας άλλων προσώπων, και αδιαφορίας περί αυτής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σωκράτη Μιχαλάκη Αβρααμίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ.355, στις περιπτώσεις που το δυστύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας, (βλέπε επίσης Χαράλαμπος Κωνσταντίνου, (ανωτέρω)). Στις περιπτώσεις που το δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών, ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού, (βλέπε Αντώνη Χαραλαμπίδη, (ανωτέρω)). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Κυριάκος Παντέλα (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την τριετή ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε πρωτόδικα στον εκεί κατηγορούμενο για το αδίκημα του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές. Με αναφορά στην Αγγλική απόφαση R v. Boswell [1984] 3 Αll E.R. 353, υποδείχθηκε ότι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και η επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά, αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες. Μεταξύ των επιβαρυντικών παραγόντων συγκαταλέγονται, επίσης, η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων, όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια ή ασφάλεια. Αποτελούν, βεβαίως, επιβαρυντικούς παράγοντες η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για τροχαίες παραβάσεις, το κατά πόσον περισσότερα από ένα άτομα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, το αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο τροχαίας ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά την δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσον το θύμα είναι φίλος ή στενός συγγενής του κατηγορουμένου και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που ο θάνατος είχε στον οδηγό. Βεβαίως, σε κάθε περίπτωση, για παρόμοια αδικήματα όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σωτηρίου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 331,δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπ' όψιν το γεγονός ότι το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπ' όψιν (βλέπε Παμπακάς και άλλος ν. Αστυνομίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. 487). Εξ ου και το Δικαστήριο έχει πάντοτε το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ούτως ώστε αυτή να προσιδιάζει τόσο στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης όσο και του κατηγορουμένου, (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου,
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, εξετάζοντας σφαιρικά την όλη οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου τη δεδομένη στιγμή, εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι ο κατηγορούμενος επηρεασμένος από το αλκοόλ οδηγούσε με αδιαφορία για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που ενδεχόμενα να χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Κατ' αρχάς ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να οδηγεί το αυτοκίνητο του, ενώ προηγουμένως είχε καταναλώσει αλκοόλ, κατά τη διάρκεια νύκτας, υπερβαίνοντας το καθορισμένο από το Νόμο όριο αλκοόλης στην εκπνοή, ήτοι των 22 εκατομμυριοστών του γραμμαρίου αλκοόλης σε εκατόν χιλιοστά του λίτρου εκπνοής κατά 52 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης, δηλαδή έχοντας 74 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης στην εκπνοή του. Από την οδό Κασταλιάς μέχρι και το δεύτερο κύρτωμα της οδού Λαπήθου όπου έγινε το δυστύχημα, οδηγεί το όχημα του κρατώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Μετά το δεύτερο κύρτωμα της οδού Λαπήθου, ενώ εισέρχεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, οδηγεί το όχημα του σχεδόν πάνω στην διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας. Η οδήγηση του οχήματος του ενώ περνά πάνω από τα κυρτώματα γίνεται χωρίς την χρήση των φρένων του. Στην συνέχεια, ενώ μπορεί να αντιληφθεί το θύμα και τον σύζυγο της, οι οποίοι με κανονικό βηματισμό είχαν διανύσει απόσταση 3.30 μέτρων εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορουμένου, τουλάχιστον από απόσταση 80.50 μέτρα, αφού οδηγούσε το όχημα του έχοντας τα φώτα πορείας του στην χαμηλή στάση, αυτός λόγω της μειωμένης ικανότητας του να οδηγεί ένεκα της κατανάλωσης αλκοόλ, αντιλαμβάνεται το θύμα και τον σύζυγο της στο ένα μέτρο πριν την σύγκρουση. Αποτέλεσμα του πιο πάνω τρόπου οδήγησης του κατηγορουμένου ήταν να μη λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης του οχήματος του με το θύμα και το σύζυγο της, τους οποίους κτύπησε και εκτίναξε σε απόσταση πέραν των 15 μέτρων. Όλα τα πιο πάνω δεικνύουν ότι δεν πρόκειται περί λανθασμένης στάθμισης της κατάστασης και ενός στιγμιαίου σφάλματος του κατηγορουμένου, αλλά από μία αλυσίδα ενεργειών και παραλείψεων του που συνολικά ειδωμένες συνιστούν επικίνδυνη οδήγηση με πλήρη αδιαφορία σχετικά με την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ένας συνετός οδηγός οφείλει να μην οδηγήσει όταν έχει καταναλώσει αλκοόλη που υπερβαίνει το καθορισμένο όριο και που επηρεάζει την ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση. Επίσης ένας συνετός οδηγός όφειλε να είχε αντιληφθεί τόσο το θύμα όσο και το σύζυγος της που ήδη βρίσκοντας εντός της λωρίδας κυκλοφορίας όπου αυτός εκινείτο και να λάβει έγκαιρα οποιοδήποτε μέτρο αποφυγής της σύγκρουσης με αυτούς. Αντίθετα ο κατηγορούμενος, δεν άσκησε την δέουσα παρατηρητικότητα, αφού αν ήταν προσεκτικός και οδηγούσε με την αναγκαία υπό τις περιστάσεις ταχύτητα και το απαιτούμενο επίπεδο ικανότητας για οδήγηση, δεδομένου ότι οδηγούσε σε δρόμο με ικανοποιητικό οδικό φωτισμό χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο στην πορεία του, θα έβλεπε το θύμα και τον σύζυγο της από αρκετή απόσταση και θα ενεργούσε με τρόπο ώστε να αποφύγει να τους κτυπήσει. Αποτέλεσμα, της πιο πάνω οδικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, ήταν να μη λάβει οποιοδήποτε μέτρο αποφυγής της σύγκρουσης με το θύμα και το σύζυγο της και να ακολουθήσει την πορεία του, κτυπώντας δύο ανυποψίαστους συνανθρώπους μας που βρίσκονταν στο δρόμο και επιχειρούσαν να διασταυρώσουν, τραυματίζοντας και τους δύο πολύ σοβαρά, με την γυναίκα να πεθαίνει μετά από λίγες μέρες νοσηλείας. Εάν ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης και οδηγούσε με τρόπο ανάλογο των συνθηκών που επικρατούσαν στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή, θα ήταν σε θέση να δει τόσο το θύμα όσο και το σύζυγο της, και να λάβει τα ορθά και ενδεικνυόμενα μέτρα ώστε το ατύχημα να αποφεύγετο. Στην υπόθεση, Σωκράτη Μιχαλάκη Αβρααμίδη, (ανωτέρω), όπου ο εκεί κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του 104 ml, κατά τη διάρκεια της νύκτας, στην οδό Προδρόμου προς τη Γρίβα Διγενή κτυπώντας το θύμα, το οποίο δεν είχε αντιληφθεί και το οποίο βάδιζε μαζί με άλλα πρόσωπα τα οποία επίσης κτυπήθηκαν από το όχημα του κατηγορουμένου και υπέστηκαν διάφορες σωματικές βλάβες, το Ανώτατο Δικαστήριο, παρόλο ότι έκρινε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυτο, γιατί πέντε σχεδόν χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος δεν θα εξυπηρετούσε κανένα χρήσιμο σκοπό η επιβολή αυτού του είδους ποινής, αλλά και λόγω του ότι είχαν αλλάξει ριζικά οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, εντούτοις σημείωσε ότι, τα περιστατικά του αδικήματος, ήταν τέτοια που η αρμόζουσα ποινή, στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω ελλείψεως προφυλάξεως, αλόγιστης ή απρόσεκτης πράξεως κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ήταν αυτή της άμεσης φυλάκισης. Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ.115, όπου ο εφεσείων οδηγούσε το όχημα του υπό την επήρεια αλκοόλ, δεν είχε δει το θύμα το οποίο στεκόταν δίπλα από το σταθμευμένο αυτοκίνητο του στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα, με αποτέλεσμα να το κτυπήσει με αμείωτη ταχύτητα και να το εκτινάξει σε απόσταση 22 μέτρων, κρίθηκε ένοχος από το πρωτόδικο Δικαστήριο στις κατηγορίες της πρόκλησης θανάτου λόγω επικίνδυνης πράξης, της οδήγησης οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, της αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής σε αστυνομικό και της εγκατάλειψης σκηνής ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών στην πρώτη και τέταρτη κατηγορία και στέρηση δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδηγού για διάφορες περιόδους κατά αδίκημα, με μεγαλύτερη εκείνη των 4 χρόνων στην πρώτη κατηγορία. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά της καταδίκης αλλά και των επιβληθεισών ποινών, σημείωσε ότι δεν ήταν εκδήλως υπερβολική στο πλαίσιο του συνόλου η ποινή ή οποιοδήποτε μέρος της, αφού αυτό δικαιολογούσε η ανάγκη στην περίπτωση για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, για αποτροπή και για αποδοκιμασία μίας έντονα αντικοινωνικής και τελικά απάνθρωπης συμπεριφοράς, αφού σημείωσε ότι η στάση του εφεσείοντα χαρακτηριζόταν από την αρχή μέχρι το τέλος από απαράδεκτο εγωισμό. Στην υπόθεση, Σάββας Σάββα (ανωτέρω), όπου ο εφεσείων χαράματα της πρωτοχρονιάς του έτους 2007, κτύπησε θανάσιμα με το αυτοκίνητο του το θύμα, 17 ετών, ο οποίος στεκόταν με φίλους του σε ένα σημείο της Λεωφόρου Στροβόλου στο Τσέρι, όπου ανέμενε αυτοκίνητο φίλου του για να μεταβεί στο σπίτι του, αλλά και τραυματίζοντας ελαφριά άλλη μία δεκαεφτάχρονη φίλη του θύματος, αφού κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή του, στην κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης συμπεριφοράς ενώ οδηγούσε αυτοκίνητο, αλλά και στις κατηγορίες της εγκατάλειψης του τόπου του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια, της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, της οδήγησης ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή υπερέβαινε το καθορισμένο όριο και της εγκατάλειψης της σκηνής του δυστυχήματος χωρίς να πληροφορήσει για τα στοιχεία του, μετά από ακροαματική διαδικασία του επιβλήθηκαν στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών και 10 βαθμοί στην άδεια οδήγησης και στέρηση της ικανότητας να κατέχει άδεια οδήγησης για 4 χρόνια, στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 ½ έτους και στην τέταρτη κατηγορία ποινή φυλάκισης επίσης 1 ½ έτους. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε συνοπτικά στους υποκειμενικούς και αντικειμενικούς παράγοντες οι οποίοι οδηγούν στην μείωση της μέγιστης ποινής που το Δικαστήριο έχει εξουσία σύμφωνα με την πρόνοια του οικείου νόμου να επιβάλει, αποδέχθηκε την έφεση κατά της ποινής, μειώνοντας την ποινή στην πρώτη κατηγορία σε 2 ½ έτη φυλάκισης, αφού έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα σημασία στον υποκειμενικό παράγοντα της μεγάλης και εθελοντικής προσφοράς του εφεσείοντα στο συνάνθρωπο του, ως δότη αιμοπεταλίων, στοιχείο που ταυτόχρονα ανατρέπει και το στίγμα που του αποδόθηκε ως ασυνείδητου ανθρώπου ένεκα του τραγικού συμβάντος. Αναφορικά με την ποινή του 1 ½ έτους ποινής φυλάκισης στην κατηγορία της οδήγησης με ποσοστό αλκοόλης στο αίμα πέραν του καθορισμένου ορίου, αυτή αντικαταστάθηκε με ποινή προστίμου €400 ενόψει του ότι ήταν εκτός της γραμμής των ποινών που επιβάλλονται από τα Δικαστήρια. Στην υπόθεση Κυριάκος Παντέλα (ανωτέρω), ο εφεσείων ύστερα από κατανάλωση οινοπνεύματος σε φεστιβάλ στο χωριό Σίμου οδηγούσε το αυτοκίνητο του, με τον πατέρα του στην μπροστινή θέση και το θύμα επιβάτη στο πίσω κάθισμα. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής ο πατέρας του ζήτησε να σταματήσει για φυσική του ανάγκη. Όταν ο πατέρας του κατέβηκε από το αυτοκίνητο αντιλήφθηκε τον εφεσείοντα να θέτει σε κίνηση το όχημα του και σε απόσταση 500 περίπου μέτρων έγινε το δυστύχημα. Όταν ο πατέρας του πλησίασε στη σκηνή είδε τον εφεσείοντα εκτός του αυτοκινήτου τραυματισμένο, ενώ το θύμα παρέμεινε εγκλωβισμένο. Ανασύρθηκε αναίσθητο από νοσηλευτικούς λειτουργούς που έφτασαν στη σκηνή από το Νοσοκομείο της Πόλης Χρυσοχούς. Είχε παραμορφωμένο πρόσωπο, κατάγματα στα χέρια και ανοικτό κάταγμα του κρανίου. Τελικά εξέπνευσε. Ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, καθώς και στην κατηγορία για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών και της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος έχοντας στο αίμα του 157 χιλιοστά αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος, αντί του καθορισθέντος, τότε, ορίου των 50 χιλιοστών, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών στην πρώτη κατηγορία και ποινή προστίμου €450 στην τρίτη. Στη δεύτερη κατηγορία δεν του επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση η οποία ασκήθηκε κατά της ποινής υπέδειξε ότι η εν λόγω υπόθεση περιείχε έντονο το στοιχείο της αδιαφορίας στην ασφάλεια άλλων προσώπων. Ο εφεσείων είχε ο ίδιος αντιληφθεί σε ποιο βαθμό τελούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών και παρ' όλα αυτά επέλεξε να οδηγήσει, αλλά και να μεταφέρει και άλλα πρόσωπα. Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση της ποινής είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση και αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο τη δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στη ποινή, (βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ.245.) Πλην όμως η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της (βλέπε Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2012, ημερομηνίας 10/10/2012). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Για σκοπούς προσδιορισμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι το δυστύχημα δεν οφειλόταν σε ένα στιγμιαίο σφάλμα του κατηγορουμένου αλλά αντίθετα η συμπεριφορά του κατηγορουμένου εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που ενδεχόμενα να χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Ως επιβαρυντικό στοιχείο λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε καθόν χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισθέν όριο με αποτέλεσμα η ικανότητα του να οδηγεί είχε επηρεαστεί αρνητικά με συνέπεια να μην επιδείξει την προσοχή και φροντίδα που αναμένετο από το μέσο συνετό οδηγό. Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του. Η ηλικία του κατηγορουμένου είναι ένας ακόμη ελαφρυντικός παράγοντας που λαμβάνω υπόψη μου. Η έλλειψη προηγούμενων καταδικών σε συνδυασμό με την ηλικία του δίδει το δικαίωμα να κριθεί με μεγαλύτερη επιείκεια, εφόσον καταδεικνύει τη στάση του απέναντι στους νόμους και τους κανονισμούς και δίκαια μπορεί να χαρακτηριστεί ως νομοταγής πολίτης, που ήλθε αντιμέτωπος με τον νόμο για πρώτη φορά στη ζωή του στα 68 του χρόνια (βλέπε Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ.109). Πλην όμως, είναι προφανές, από τα γεγονότα στην παρούσα, πως δεν πρόκειται για οριακή περίπτωση, όπου η έλλειψη προηγούμενης καταδίκης θα μπορούσε να διαδραματίσει τον καθοριστικό ρόλο όσον αφορά την επιλογή του είδους της ποινής. Λαμβάνω, επίσης, σοβαρά υπόψη μου και προς όφελος του κατηγορουμένου τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, όπως αυτές παρατίθενται ανωτέρω. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου την κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, όπως αυτά αναφέρθηκαν στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, επεξηγήθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης, καθώς και όσα αναφέρονται στα διάφορά έγγραφα που επισυνάπτονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ως προκύπτει από τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο κατηγορούμενος το 1996 υποβλήθηκε σε επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης και από τις 08/01/2001 λαμβάνει ιατρική φροντίδα από το Parliament Hill Surgery. Είναι επίσης διαβητικός και πάσχει από χρόνια νεφρική νόσο. Περαιτέρω σύμφωνα με επιστολή ημερομηνίας 21/09/2011 η οποία φέρει τίτλο «To whom it may concern», ο κατηγορούμενος μετά το δυστύχημα, είχε διαγνωστεί με άγχος και κατάθλιψη και άρχισε αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή. Πάσχει από σειρά άλλων ιατρικών παθήσεων, όπως ισχαιμική καρδιακή νόσο, ισχιαλγία και αναιμία. Επίσης, σύμφωνα με άλλες δύο επιστολές που απευθύνονται στον κατηγορούμενο, ημερομηνίας 14/02/2012, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στις 08/03/2012 και 16/03/2012 είχε ειδοποιηθεί για εξέταση από καρδιολογική ομάδα. Το πρώτο που πρέπει να λεχθεί αναφορικά με τα προβλήματα υγείας είναι πως σύμφωνα με τη νομολογία μας δυνατόν να επηρεάσουν το μέγεθος της ποινής. Το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Khalife v. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ.315 και Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.144 με αναφορά στην υπόθεση R v. Bernard [1997] 1 Cr. App. R.(S) 135, στην οποία, αναγνωρίσθηκε ότι μια σοβαρή κατάσταση υγείας παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο, όχι επί τη βάσει κάποιας γενικής αρχής αλλά ως πράξη ευσπλαχνίας (act of mercy) να επιβάλει χαμηλότερη ποινή από την κατά τα άλλα αρμόζουσα, ανέφερε τα ακόλουθα: «Αν, λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας.» Σε σχέση με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι ο κατηγορούμενος, αναμένει από στιγμή σε στιγμή ειδοποίηση για να υποβληθεί σε νέα εγχείρηση στην καρδιά και ότι είναι θέμα χρόνου να ξεκινήσει την αιμοκάθαρση, παρατηρώ ότι από την πλευρά της υπεράσπισης δεν έχει προσκομισθεί οποιοδήποτε άλλο στοιχείο προς υποστήριξη της θέσης αυτής η οποία δεν προκύπτει από τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, στα οποία ο συνήγορος παρέπεμψε το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό. Διαφαίνεται βεβαίως πως για τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, προς το παρόν τυγχάνει κατά καιρούς παρακολούθησης και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Είναι αναμφίβολα σοβαρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και δέχομαι ότι μπορεί να χρειαστεί να υποβληθεί στο μέλλον σε επέμβαση αναφορικά με το καρδιολογικό του πρόβλημα, ως επίσης και να χρειαστεί να αρχίσει να υποβάλλεται σε αιμοκάθαρση λόγω της χρόνιας νεφρικής νόσου. Πλην όμως έχοντας υπόψη μου το σύνολο των εγγράφων που επισυνάπτονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, παρά τη σοβαρότητα της περίπτωσης, δεν προκύπτει ότι τίθεται άμεσα η αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων, αλλά ούτε προκύπτει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης θα προκαλούσε ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού και θα συνιστούσε άνευ ετέρου απάνθρωπη μεταχείριση ή η επιβολή ποινής φυλάκισης θα επιδείνωνε την κατάσταση της υγείας του (βλέπε Adli Yousef El-Disi v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ.536 και Παντελής Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 37/13, ημερομηνίας 17/12/2013). Συνακόλουθα η κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου σε συνδυασμό πάντα και με τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες, καθοδηγούμενη από τις αρχές που καθιερώθηκαν από την προαναφερόμενη νομολογία, λαμβάνονται υπόψη ώστε να μειωθεί η περίοδος της ποινής από την κατά τα άλλα αρμόζουσα, υπό την έννοια που εξηγείται στην υπόθεση Bernard (ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει να σημειωθεί περαιτέρω πως οι Περί Φυλακών (Γενικοί) Κανονισμοί του 1997 (Κ.Δ.Π. 121/97) προβλέπουν με λεπτομέρειες τις διενεργούμενες εξετάσεις για τη διαπίστωση της σωματικής και ψυχικής υγείας κάθε κρατούμενου και κυρίως για τη διάγνωση ενδεχόμενης φυσικής ή ψυχικής ασθένειας με σκοπό την παροχή στον κρατούμενο της αναγκαίας ιατροφαρμακευτικής φροντίδας και τον καθορισμό του τρόπου μεταχείρισης του (Κανονισμός 19). Οι εξετάσεις αυτές συμπεριλαμβάνουν και την διερεύνηση του ιστορικού του για να διαπιστωθεί κατά πόσον υπάρχουν ειδικές ανάγκες και προβλήματα ούτως ώστε να δοθεί η αναγκαία ψυχολογική και ιατρική υποστήριξη (Κανονισμός 20). Μάλιστα oι Κανονισμοί 62-85 αναφέρονται επίσης στην ιατρική περίθαλψη και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και πρόνοιες για εξέταση από ιατρό της επιλογής του κρατούμενου ή και παραπομπή του για θεραπεία σε Ιδιωτική Κλινική. Κρίνεται λοιπόν αφενός πως η κατάσταση του δεν είναι τέτοια που η τυχόν φυλάκιση θα τού προκαλούσε ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού ή εξαιρετικής φύσης και αφετέρου πως όλα τα στοιχεία υποστηρίζουν πως η ιατρική περίθαλψη που μπορεί να έχει σε περίπτωση φυλάκισης δεν υπολείπεται κατά οποιονδήποτε τρόπο εκείνης την οποία θα κατάφερνε να εξασφαλίσει αν ήταν ελεύθερος (Βλέπε Amira Mohammad El Kara v. Δημοκρατίας,
(2003)2 A.A.Δ239). Σημειώνω επίσης σ' αυτό το στάδιο πως, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, είναι ήσσονος σημασίας σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής, (Βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.540). Στην υπόθεση Παναγιώτης Προκοπίου κ.α. v. Αστυνομίας,
(1995)2 Α.Α.Δ. 73, το Εφετείο αύξησε την ποινή από τέσσερις μήνες φυλάκιση που είχαν επιβληθεί, σε δώδεκα μήνες, ενώ ο Εφεσείων υπέφερε από καρδιακό νόσημα και υποβάλλετο σε θεραπείες από ιδιώτη γιατρό, είχε λευκό ποινικό μητρώο και προέβηκε σε παραδοχή του διπλού θανατηφόρου δυστυχήματος, σημειώνοντας πως ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη του όλους τους ελαφρυντικούς και επιβαρυντικούς παράγοντες εν τούτοις παρέλειψε να δώσει βαρύτητα στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε απερίσκεπτα και με πλήρη περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις τύψεις που βασανίζουν τον κατηγορούμενου συνεπεία της εμπλοκής του σε ένα θανατηφόρο δυστύχημα. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του κατηγορουμένου το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία του επίδικου δυστυχήματος μέχρι και σήμερα που επιβάλλεται ποινή, ήτοι χρονικό διάστημα δυόμιση σχεδόν ετών. Θα πρέπει όμως, να αναφερθεί ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, αφού το επίδικο δυστύχημα έλαβε χώρα στις 13/08/2011 και η καταχώρηση της υπόθεσης έγινε στις 19/08/2011. Στην παρούσα φαίνεται ότι η καθυστέρηση που σημειώνεται από τον ορισμό της υπόθεσης για πρώτη φορά για ακρόαση στις κατηγορίες που τελικά κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου στις 05/09/2011, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε και απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες, μέχρι και τις 15/01/2013 που άρχισε η εκδίκαση της υπόθεσης, ως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, η υπόθεση αναβάλλετο για λόγους που αφορούσαν είτε τον συνήγορο υπεράσπισης είτε τον κατηγορούμενο. Χωρίς να παραβλέπω τις νομικές αρχές αναφορικά με το ζήτημα αυτό και ειδικότερα ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτης κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ.617), και παρόλο ότι παρατηρώ ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία διαφοροποίησης των προσωπικών του συνθηκών στο διαρρεύσαντα χρονικό διάστημα εντούτοις με δεδομένο ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο δυόμιση σχεδόν ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων, το γεγονός αυτό λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ.543). Έχει τονιστεί επανειλλημένως πως η συχνότητα των θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων τον τελευταίο καιρό ολοένα και αυξάνεται. Ένα στοιχείο που συντείνει σε αυτά είναι και η κατανάλωση αλκοόλ καθώς και η αυξημένη ταχύτητα. Η ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του νόμου καθίσταται επιτακτική ενώ παράλληλα το στοιχείο της αποτροπής στο καθορισμό της ποινής γίνεται εντονότερο. Στην υπόθεση Παμπακά (ανωτέρω), η οποία αφορούσε πρόκληση θανάτου από επικίνδυνη οδήγηση, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι μια ποινή στερητική της ελευθερίας ενός ατόμου εκτός του ότι επηρεάζει και τον ίδιο τον κατηγορούμενο, έχει κατά προέκταση σοβαρά επακόλουθα στο άμεσα οικογενειακό του περιβάλλον και τους εξαρτώμενους από αυτόν. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ποινή στερητική άδειας οδηγού όταν μάλιστα η οδήγηση είναι το επάγγελμα του ατόμου. Από την άλλη μεριά δεν μπορεί να αγνοείται το γεγονός ότι το αμελές οδήγημα και η πρόκληση θανάτου ενός ατόμου έχει πολύ σοβαρότερα επακόλουθα και μάλιστα ολέθρια στο θύμα και το άμεσό του περιβάλλον. Γι' αυτό σε μια εποχή που η πρόκληση θανατηφόρων δυστυχημάτων και γενικά δυστυχημάτων κατάντησε μέρος της καθημερινής μας ζωής, τα Δικαστήρια έχουν καθήκο, λαμβάνοτας υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, να επιβάλλουν ποινές που να είναι αποτρεπτικές επανάληψης τόσο από τους ίδιους όσο και από άλλους και θα τόνιζαν έτσι τη σοβαρότητα των τροχαίων παραπτωμάτων αυτής της φύσης.» Συνεκτιμώντας, αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή, τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, τις τραγικότατες συνέπειες και την ιδιαίτερη ανάγκη για αποτροπή και παραδειγματισμό, και ειδικότερα εκεί όπου διαπράττονται ταυτόχρονα διάφορα αδικήματα και αφετέρου όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προανέφερα και έλαβα πολύ σοβαρά υπόψη κρίνω πως η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, σε συνδυασμό με στέρηση της άδειας οδήγησης και επιβολή βαθμών ποινής, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί έσχατο μέτρο τιμωρίας, όπου άλλη ποινή κρίνεται ακατάλληλη. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου, αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να μειωθεί η ποινή ως μέτρο ευσπλαχνίας ενόψει της κατάστασης της υγείας του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την ηλικία του και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου, κρίνω ως κατάλληλες και επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών και 8 βαθμούς ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησής του. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αποστερείται της ικανότητας να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο 30 μηνών από σήμερα, δυνάμει του Άρθρου 19
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν. 86/72. Στην δεύτερη κατηγορία καμία ποινή. Έχω εξετάσει με προσοχή το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος με το νέο Άρθρο 3
(2)διεύρυνε την ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Πλέον «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.» Σε σχέση με την εφαρμογή που έτυχε το νέο Άρθρο 3
(2), αντλώ καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 663, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ.2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, Κονιζίδου ν. Αρέστη (Αρ.2)
(2009)2 Α.Α.Δ. 579, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 214/2009, ημερομηνίας 29/1/2010, Χρίστου ν. Αδάμου, Ποινική Έφεση Αρ. 135/2012, ημερομηνίας 19/11/2012, Άγγελος Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 221/2012, ημερομηνίας 19/12/2012, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ττίγκη κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 171/2010, ημερομηνίας 25/1/2013 και Θεόδωρος Αργυρίδης κ.ά ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 64-69/2013, ημερομηνίας 21/6/2013. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα στην Τζιαουχάρη (ανωτέρω): «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν από τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» Στην υπόθεση της πλειοψηφίας στην Άγγελος Ιωσήφ (ανωτέρω), επισημάνθηκε ότι η εξέταση του ενδεχομένου αναστολής ποινής φυλάκισης συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσον η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Στην υπόθεση Αντώνη Χαραλαμπίδη (ανωτέρω), όπου η έφεση περιοριζόταν στο κατά πόσο το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε σωστά τη διακριτική του ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, το Ανώτατο Δικαστήριο, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά την έκταση που αυτή αφορούσε το θέμα της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης διατάζοντας όπως αυτές εκτελεστούν άμεσα, αφού έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έδωσε λανθασμένα υπέρμετρη βαρύτητα στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου παραγνωρίζοντας τα τραγικά περιστατικά της υπόθεσης. Σημειώνοντας ότι προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, είχαν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής και εντασσόμενες στο σύνολο των περιστάσεων δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αρκετές για να δικαιολογηθεί ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Αναφέροντας περαιτέρω τα ακόλουθα: «Η εγγένης σοβαρότητα των αδικημάτων και οι συνέπειες που προέκυψαν, καθώς και η ανάγκη για αποτροπή, καθιστούν αναπόφευκτη την άμεση εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής», (βλέπε επίσης Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση 198/2012, ημερομηνίας 19/02/2013). Στην κρινόμενη υπόθεση, καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, λαμβάνω υπόψη τόσο τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, πλην όμως δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε λόγο για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Χωρίς να παραγνωρίζω την ηλικία του κατηγορουμένου, το λευκό ποινικό του μητρώο και όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρονται και ειδικότερα τα προβλήματα υγείας του. Στην προκειμένη περίπτωση, η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της ποινής που επιβλήθηκε και οι μετριαστικοί παράγοντες, είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της ποινής. Ατυχήματα όπως αυτός της παρούσας υπόθεσης θα μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί εάν ο κατηγορούμενος επεδείκνυε την ελάχιστη σωφροσύνη και επιμέλεια. Η παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι περιέχει έντονο το στοιχείο της αδιαφορίας αφού ο κατηγορούμενος επέλεξε να οδηγήσει έχοντας καταναλώσει τέτοια ποσότητα αλκοόλ που επηρέασε την ικανότητα του για οδήγηση, αδιαφορώντας πλήρως για την ασφάλεια των προσώπων που τυχόν να χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Συνεπώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί αμέσως. Εν όψει της επιβολής άμεσης ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο, και των προβλημάτων του, δίνονται οδηγίες από το Δικαστήριο όπως τύχει της αναγκαίας ιατρικής βοήθειας και αγωγής κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Φυλακές. Ενόψει της επιβολής ποινής φυλάκισης τα έξοδα τα οποία προέκυψαν και που σύμφωνα με την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ανέρχονται σε €250 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Η επιβληθείσα ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης να κοινοποιηθεί από το Πρωτοκολλητείο στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων). (Υπ.) ........... Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο