← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Πανίκος Αβραάμ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16168/11, 23/1/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Πανίκος Αβραάμ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16168/11, 23/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16168/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Kατηγορούσα Αρχή εναντίον Πανίκος Αβραάμ κ.ά. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 23.1.2014 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Γιακουμεττή Για τον κατηγορούμενο 9: κ. Θ. Θωμά Κατηγορούμενος 9 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 9 έχει εγείρει ζήτημα θεληματικότητας δύο καταθέσεων ημερομηνίας 24.1.09 και 14.4.09 αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, η ουσία της ένστασης είναι ότι οι δύο καταθέσεις λήφθηκαν κάτω από πίεση, εκφοβισμό, ότι οι αστυνομικοί υποχρέωσαν τον κατηγορούμενο 9 να δώσει τις καταθέσεις και επίσης ότι αυτές τις καταθέσεις τις έχει γράψει η αστυνομία και τις έχει εκμαιεύσει από τον κατηγορούμενο 9. Αναφέρεται επίσης ότι ο κατηγορούμενος 9 ήταν κάτω από μεγάλη πίεση επειδή κατά τη διάρκεια της λήψης των δύο καταθέσεων είχε σοβαρό ιατρικό πρόβλημα. Ζητούσε να πάει σε γιατρό δεν τον έπαιρναν σε γιατρό και πήραν ή έγραψαν τις καταθέσεις οι ανακριτές και τον υποχρέωσαν κάτω από αυτά τα δεδομένα, τόσο τα ιατρικά προβλήματα που αντιμετώπιζε εκείνη τη στιγμή όσο τις πιέσεις και τις απειλές να δώσει τις καταθέσεις. (βλ. πρακτικά της υπόθεσης σελ. 11 και 12 ημερομηνίας 13.12.13). Κατά την ακροαματική διαδικασία η υπεράσπιση δεν έμεινε πιστή στη πιο πάνω διατύπωση της ένστασης και πρόσθεσε άλλα επιχειρήματα διαφορετικά για την μη θεληματικότητα επειδή το περιεχόμενο αυτών των δύο καταθέσεων ήταν αποκλειστική καταγραφή των αστυνομικών και όχι το περιεχόμενο των όσων τους ανέφερε ο κατηγορούμενος. Επίσης, η υπεράσπιση εγκατέλειψε τη γραμμή ότι ο κατηγορούμενος 9 ζήτησε ρητώς να μεταφερθεί σε γιατρό και περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι γενικώς είχε πληροφορήσει τους αστυνομικούς για ιατρικά προβλήματα, αλλά παρόλο τούτο επέμεναν να τελειώσουν τη λήψη της κατάθεσης. Η θεληματικότητα της κατάθεσης εξαρτάται από τις ενέργειες της αστυνομίας και όχι άλλων προσώπων. Ο λόγος που κάποια μαρτυρία δεν γίνεται δεκτή είναι διά να αποτρέπεται η αστυνομία από παράνομες ενέργειες διά να εξασφαλίσει ομολογίες από υπόπτους. Τέτοιες παράνομες πιέσεις και/ή υποσχέσεις από τις διωκτικές αρχές δεν είναι επιθυμητές και ο αποκλεισμός αυτής της μαρτυρίας όταν διαπιστωθεί κάτι τέτοιο είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να αποτρέπονται τέτοιες ενέργειες. Επίσης ο άλλος λόγος που θα πρέπει να αποκλεισθεί τέτοια μαρτυρία, είναι ότι μαρτυρία που εξασφαλίσθηκε κατόπιν πιέσεων ή αθέμιτων υποσχέσεων της αστυνομίας πιθανόν να μην είναι αξιόπιστη μαρτυρία. Η γενική δυσφορία που μπορεί να νιώθει ένας ανακρινόμενος που έχει υποστεί αστυνομική ανάκριση επειδή θεωρείται ύποπτος για τη διάπραξη αδικήματος δεν είναι από μόνος του λόγος να κριθεί μη θεληματική μία κατάθεση. Πρέπει να υπάρχει απειλή εκ μέρους της αστυνομίας ή αθέμιτη υπόσχεση ή κάποια παρανομία ως αποτέλεσμα της οποίας ο κατηγορούμενος προέβη στη κατάθεση. Δηλαδή πρέπει να υπάρχει σχετική συνάφεια μεταξύ της παράνομης ενέργειας της αστυνομίας και της λήψης της κατάθεσης. Οπότε η φυσιολογική ψυχολογική πίεση που δυνατόν να νιώθει κάποιος επειδή ανακρίνεται από την αστυνομία ως ύποπτος για τη διάπραξη αδικήματος δεν είναι λόγος αποκλεισμού μιας κατάθεσης. Η θέση του κατηγορούμενου 9 είναι ότι η αστυνομία τον απείλησε με τον εξής τρόπο: Πρώτον, ότι αν δεν έδινε κατάθεση θα έχανε την εργασία του και δεύτερον αν δεν τους μιλούσε να τους πει την αλήθεια θα τον έπαιρναν προσωποκράτηση για 48 ώρες. Δεύτερον, του ανέφεραν ότι εάν έδινε κατάθεση και τους έλεγε την αλήθεια θα τον άφηναν να πάει σπίτι του. Αυτή η θέση είναι αντιφατική και αλλοπρόσαλλη σε σχέση με τη θέση που επίσης προβλήθηκε ότι οι αστυνομικοί δεν τον πίεσαν να τους πει οτιδήποτε και ότι μόνοι τους κατέγραψαν τα όσα ήθελαν στη κατάθεση και ότι τον εκβίασαν απλά να υπογράψει τα όσα είχαν γράψει εκείνοι και δεν τα είχε διαβάσει. Είναι γι' αυτό τον λόγο που η εκδοχή του κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει πιστευτή διότι δεν θα ήταν λογικό οι αστυνομικοί να τον πιέζουν και να του υπόσχονται διάφορα πράγματα για να τους πει την αλήθεια ή τα όσα καταγράφονται στις δύο καταθέσεις ενώ έννοια τους ήταν να γράψουν τα πράγματα που ήθελαν μόνο εκείνοι για να ενοχοποιήσουν τον κατηγορούμενο 9 και απλά εκείνος να τις υπογράψει ως ορθές. Το γεγονός ότι η υπεράσπιση στηρίζεται και στα δύο αυτά επιχειρήματα αποδυναμώνει πλήρως τη θέση ότι πρόκειται για κατάθεση που δεν είναι θεληματική διότι δεν μπορούν να ευσταθούν και οι δύο εκδοχές παράλληλα. Θεωρώ ότι ο Μ1 είπε την αλήθεια επειδή τα όσα ανέφερε τεκμηριώνεται και από τις σημειώσεις που κατέγραφε κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης. Τα τεκμήρια Α1 και Β1 είναι λεπτομερή καταγραφή του ημερολογίου ενεργείας της ημέρας και σε αυτό αναφέρεται η κάθε ενέργεια των δύο αστυνομικών σε σχέση με τη λήψη της κατάθεσης. Συγκεκριμένα, ο Μ1 ανέφερε ότι πριν τη λήψη της κατάθεσης ο κατηγορούμενος 9 πληροφορήθηκε με βάσει το Δεύτερο Δικαστικό Κανόνα και στη περίπτωση της δεύτερης κατάθεσης πληροφορήθηκε δυνάμει του Τέταρτου Δικαστικού Κανόνα Α. Επομένως ο κατηγορούμενος πριν τη λήψη της κατάθεσης και πριν αρθρώσει λέξη αφού φαίνεται και η υπογραφή του κάτω από την επίστηση ενημερώθηκε ότι δεν ήταν υπόχρεος να αναφέρει οτιδήποτε και ότι αν μιλούσε στην αστυνομία οτιδήποτε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία εναντίον του. Αυτή η θέση παρέμεινε αναντίλεκτη επειδή η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επαρκώς για το δικαίωμα του να μην μιλήσει. Επίσης και στις δύο περιπτώσεις ο κατηγορούμενος 9 δεν τελούσε υπό κράτηση αλλά από μόνος του οδήγησε από την Λάρνακα μέχρι τη Λευκωσία για να δώσει κατάθεση. Είναι σημαντικό αυτό το γεγονός διότι σε κανένα σημείο δεν ζήτησε να διακόψει τη λήψη της κατάθεσης ή ζήτησε να συμβουλευθεί δικηγόρο ή ζήτησε να επισκεφθεί γιατρό και να συνεχίσει τη λήψη της κατάθεσης αργότερα. Δεν υποβλήθηκε η θέση στο Μ1 ότι ο κατηγορούμενος 9 ζήτησε ρητώς να πάει στο γιατρό και ούτε αμφισβητήθηκε η θέση του Μ1 ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ζήτησε κάτι τέτοιο και αν το ζητούσε σίγουρα θα διέκοπτε τη λήψη της κατάθεσης για κατοπινό στάδιο. Κατά τη διάρκεια της λήψης των δύο καταθέσεων υποδείχθηκαν διάφορα έγγραφα στον κατηγορούμενο τα οποία και αναγνώρισε και αναγνώρισε και τις υπογραφές του. Στις δύο καταθέσεις περιέχονται γεγονότα και στοιχεία που δεν θα μπορούσαν να τα γνωρίζουν οι δύο αστυνομικοί και που καταγράφονται στις δύο καταθέσεις. Σε διάφορα μέρη των δύο καταθέσεων υπάρχει υπογραφή του κατηγορούμενου και μάλιστα στην πρώτη την κατάθεση ο κατηγορούμενος κατέγραψε ολογράφως ότι διάβασε προσεκτικά τη κατάθεση του και αποφάσισε ότι ήταν σωστή και δεν επιθυμούσε να κάνει αλλαγές και από κάτω την υπέγραψε μετά την οπισθογράφησε. Στο ημερολόγιο ενεργείας υπάρχει αναφορά ότι ο κατηγορούμενος διάβασε υπέγραψε τη κατάθεση και δήλωσε ότι δεν είχε οποιεσδήποτε αλλαγές να γίνουν. Ακόμη ένα γεγονός που τείνει να ενισχύει την εκδοχή του Μ1 και τη θέση ότι πρόκειται για θεληματική κατάθεση είναι το γεγονός ότι μεσολαβεί μία περίοδος τριών μηνών μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης κατάθεσης. Αν ο κατηγορούμενος είχε απειληθεί κατά τη λήψη της πρώτης του κατάθεσης δεν θα μετέβαινε μόνος του στην αστυνομία για την λήψη της δεύτερης κατάθεσης σε δύο αστυνομικούς που τον είχαν απειλήσει στο παρελθόν. Είχε και το χρόνο να συμβουλευθεί δικηγόρο σε αυτό το διάστημα εάν είχε οποιεσδήποτε αμφιβολίες ή φόβο για τον τρόπο που δρούσαν οι αστυνομικοί πράγμα που δεν έκανε και που δείχνει ότι αυτά που ανέφερε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος είναι σκέψεις εκ των υστέρων για να αποφύγει τη κατάθεση μαρτυρικού υλικού που δυνατόν να τον ενοχοποιεί. Περαιτέρω, εάν είχε αναφέρει πράγματα στην πρώτη του κατάθεση που δεν ήταν ορθά, λογικό θα ήταν να τα διόρθωνε τη δεύτερη φορά που του ελαμβάνετο η κατάθεση. Κατά τη διάρκεια της λήψης των καταθέσεων δεν λήφθηκε μόνο κατάθεση αλλά και δείγματα γραφής του κατηγορούμενου πράγμα που δείχνει ότι η κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου 9 δεν ήταν κακή και υποστηρίζει τη θέση των δύο αστυνομικών ότι αντιλήφθηκαν τον κατηγορούμενο να είναι σε ήρεμη κατάσταση. Δεν μπορεί βέβαια να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος 9 να ένοιωθε ταχυπαλμίες ή αρρυθμίες κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης του επειδή ανακρίνετο ως ύποπτος όμως αφής στιγμής δεν είπε στους αστυνομικούς ότι δεν ένοιωθε καλά εκείνη τη στιγμή και ήθελε γιατρό ή δεν τους έκανε να αντιληφθούν ότι εκείνη τη στιγμή δεν ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση δεν μπορεί να ευθύνονται οι αστυνομικοί ότι άσκησαν αθέμιτες πιέσεις εναντίον του εκμεταλλευόμενοι της κακής κατάστασης της υγείας του. Αντιθέτως, ως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ2 και του κατηγορούμενου και οι τρείς κάπνιζαν κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης πράγμα που έδωσε την εντύπωση στους αστυνομικούς ότι δεν είχε ξαφνική αδιαθεσία ο κατηγορούμενος. Θεωρώ ότι και ο Μ2 ήταν πειστικός ότι δεν απειλήθηκε ο κατηγορούμενος 9 για να αναφέρει τα όσα καταγράφονται στις δύο καταθέσεις. Ο Μ2 επιβεβαίωσε τα λεχθέντα του Μ1 σε πολλές λεπτομέρειες. Επίσης τα όσα είπε επιβεβαιώνονται πλήρως από τα δύο πρακτικά που τηρήθηκαν κατά τη λήψη της κατάθεσης. Επιβεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος τους είπε γενικά κάποια προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε αλλά ουδέποτε κατά τη λήψη των δύο καταθέσεων ζήτησε όπως διακοπεί η λήψη των καταθέσεων αλλά και ούτε ζήτησε να πάει στο γιατρό. Ένα πράγμα που δείχνει ότι ο κατηγορούμενος 9 ήταν ήρεμος καθ΄όλη τη διάρκεια της λήψης των καταθέσεων είναι ότι έβλεπε και εξέταζε έγγραφα που είχε στη κατοχή ο Μ2 ενώ δεν θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι τέτοιο εάν είχε ταχυπαλμίες ή εάν έπεφτε από τη καρέκλα λόγω ζάλης όπως εισηγήθηκε. Ο κατηγορούμενος 9 δεν αμφισβήτησε ότι πράγματι έβλεπε τα έγγραφα και τα αναγνώρισε. Είναι δυνατόν να ένοιωθε κάποια πίεση από την ανάκριση των ανακριτών ως θα ήταν φυσιολογικό για οποιονδήποτε ανακρίνεται ως ύποπτος από την αστυνομία. Εξάλλου κάτι τέτοιο το παραδέχθηκε και ο κατηγορούμενος γιατί είπε ότι ενώ προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό καλά και ήρεμος σιγά-σιγά ένοιωθε πίεση και όχι καλά. Όμως αυτός δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για να αποκλεισθεί η κατάθεση αφής στιγμής οι αστυνομικοί δεν προέβησαν σε αθέμιτες απειλές, υποσχέσεις και εκφοβισμούς ως αποτέλεσμα των οποίων ο κατηγορούμενος προέβη στη κατάθεση. Σε αντίθεση με τους δύο αστυνομικούς ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Η θέση του αφενός ότι πιέστηκε να δώσει τις καταθέσεις και αφετέρου ότι πιέστηκε για να υπογράψει κατάθεση είναι αντιφατική και δεν συνάδει με τη κοινή λογική ότι θα μπορούσαν και τα δύο πράγματα να συμβούν ταυτόχρονα. Εάν οι αστυνομικοί δεν τον είχαν ανάγκη για να τους πει την αλήθεια ως ανέφερε και να καταγράψουν τα όσα τους είπε δεν θα είχε λόγο να νιώθει πίεση κατά τη λήψη της κατάθεσης αφού οι αστυνομικοί θα έγραφαν ότι ήθελαν και αυτός απλά θα υπέγραφε. Δεν είναι λογικό οι αστυνομικοί να του είχαν πει να τους πει την αλήθεια και μετά να έγραφαν εκείνοι την κατάθεση. Ούτε είναι πιστευτή η θέση του ότι είχε εμπιστοσύνη στην αστυνομία κατά τη λήψη της δεύτερης του κατάθεσης παρόλο που τον είχαν απειλήσει, εκφοβίσει, προβεί σε αθέμιτες υποσχέσεις και του προκάλεσαν αρρυθμίες και του στέρησαν το δικαίωμα να επισκεφθεί γιατρό. Αντιθέτως, η συμπεριφορά του να επισκεφθεί την αστυνομία ύστερα από τρείς μήνες ασυνόδευτος και χωρίς νομική συμβουλή δείχνει ότι τέτοιες απειλές, εκφοβισμοί και αθέμιτες υποσχέσεις δεν είχαν συμβεί ούτε κατά τη λήψη της πρώτης κατάθεσης. Ο κατηγορούμενος προσάρμοζε συνεχώς τις θέσεις του. Αρχικά ανέφερε ότι οι δύο καταθέσεις από την αρχή ως το τέλος ήταν κατασκεύασμα των δύο αστυνομικών. Μάλιστα δε, είχε αναφέρει ότι δεν θυμάται τίποτε απ' ότι είχε συμβεί κατά τη λήψη της κατάθεσης και τι έκαμνε. Όμως όταν τον αντεξέταζε η κα Γιακουμεττή και του υπέδειξε σημεία στη κατάθεση του αναγκάστηκε να προσαρμόσει τη θέση του και να αναφέρει ότι κάποια πράγματα είναι σωστά όμως άλλα δεν είναι και είναι ανακρίβειες. Αυτό και πάλι δείχνει ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν συνεπής με την αρχική του εκδοχή και προσάρμοζε την εκδοχή του για να πετύχει τον αποκλεισμό των δύο καταθέσεων ως μέρος του μαρτυρικού υλικού. Στο τέλος ήταν πολύ συγκεκριμένος ότι εκείνο το οποίο δεν είχε πει στην αστυνομία και ότι οι αστυνομικοί το αλλάξανε αφορούσε το ζήτημα για το ποιος είχε υπογράψει τις διαγραφές. Επομένως, δεν είπε την αλήθεια ότι δεν ήξερε τι έκαμνε και τι είπε διότι η επιλεκτική του ξαφνικά μνήμη δείχνει ότι αποσκοπούσε στο να αποστασιοποιήσει τον εαυτό του από τις συγκεκριμένες δηλώσεις. Τον κρίνω εξ ολοκλήρου αναξιόπιστο. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των δύο αστυνομικών κρίνω ότι δεν υπήρχε αθέμιτη πίεση εκβιασμό προς τον κατηγορούμενο πριν και κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης του. Περαιτέρω είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος σε κανένα στάδιο δεν επικαλέσθηκε λόγους υγείας στους αστυνομικούς ή οποιαδήποτε άλλη αδιαθεσία ή αδυναμία προτού αναφέρει όσα υπάρχουν στις καταθέσεις του. Τουναντίον, η λεπτομερή καταγραφή των γεγονότων και στοιχείων στη κατάθεση δείχνει ότι ο κατηγορούμενος είχε πλήρη διαύγεια κατά τη λήψη της κατάθεσης και ότι ήταν σε θέση να καταθέσει. Αυτή η εικόνα ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μόνος του προσήλθε στο σταθμό σε δύο περιπτώσεις για να δώσει κατάθεση και ότι κατά τη λήψη της κατάθεσης κάπνιζε και τσιγάρο. Οι αστυνομικοί τον πληροφόρησαν για τα δικαιώματα του και συγκεκριμένα για το δικαίωμα του ότι δεν είναι υπόχρεος να αναφέρει οτιδήποτε αλλά και για το ότι οποιαδήποτε μαρτυρία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του. Εάν ο κατηγορούμενος ένοιωθε την πίεση που είναι φυσιολογική επειδή θεωρείτο ύποπτος για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων δεν είναι ικανοποιητικό να καθιστά μια αστυνομική κατάθεση μη θεληματική. Συνεπώς, επειδή οι καταθέσεις αυτές δεν είναι το προϊόν αθέμιτων πιέσεων ή υποσχέσεων της αστυνομίας και επειδή οι αστυνομικοί δεν διέπραξαν οποιαδήποτε παρανομία για τη λήψη των δύο καταθέσεων αυτές κρίνονται θεληματικές. Ως εκ τούτου, οι δύο καταθέσεις (Τεκμήρια Α και Β) γίνονται Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα. (Υπ.) ............ Ν. Κοντοπούλου-Ταλαρίδου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.