← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΑΦΙ ΑΠΤΑΛΛΑΧ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15194/2010, 8/1/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΑΦΙ ΑΠΤΑΛΛΑΧ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15194/2010, 8/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15194/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΣΑΦΙ ΑΠΤΑΛΛΑΧ
  2. ΡΑΦΑΤ ΑΠΤΑΛΛΑΧ
  3. BARAKAD KHALIF ALHALAF
  4. SATOUF AL SHALASH Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 08.01.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορουμένους 1 και 2: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενο 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, στις κατηγορίες 2, 46, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 57, 58, 59, 60 και 61 του τροποποιημένου κατηγορητηρίου που αφορούν το αδίκημα της παράνομη κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, στις 08.12.10 σε αποθήκη που βρίσκεται στην περιοχή Ανατολικό της επαρχίας Πάφου οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν στην κατοχή τους διάφορα αντικείμενα, το είδος και η αξία καθενός από αυτά περιγράφεται και καθορίζεται σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες κατηγορίες, για τα οποία αντικείμενα υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία. Επίσης, ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία 46 του τροποποιημένου κατηγορητηρίου που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, μεταξύ των ημερομηνιών 02.12.10 και 08.12.10 σε χώρο φορτοεκφόρτωσης στην περιοχή Ανατολικού της επαρχίας Πάφου ο κατηγορούμενος 2 εργοδοτούσε παράνομα τον Ramy El Hamed από το Λίβανο χωρίς άδεια του Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Αναφορικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες του τροποποιημένου κατηγορητηρίου, η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάχτηκαν. Σε σχέση με τους κατηγορουμένους 3 και 4 αυτοί δήλωσαν παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που τους αφορούσαν και τους επιβλήθηκε ποινή από το Δικαστήριο. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, οι οποίοι μεταξύ τους είναι αδέλφια, ενοικίασαν αποθήκη στο Ανατολικό της επαρχίας Πάφου την οποία χρησιμοποιούσαν σαν έμποροι παλαιών μετάλλων. Μετά από 2 μήνες και κατόπιν πληροφοριών που η αστυνομία εξασφάλισε ότι στη συγκεκριμένη αποθήκη υπήρχαν μεταξύ πολλών αντικειμένων και κλοπιμαία, οργανώθηκε μεγάλη αστυνομική επιχείρηση όπου στην παρουσία των κατηγορουμένων 1 και 2 διεξήχθη έρευνα. Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι σωρεία αντικειμένων φυλάσσονταν στην εν λόγω αποθήκη, πλην όμως για κάποια από αυτά όχι μόνο δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε απόδειξη που να αποδεικνύει τη νόμιμη κατοχή τους αλλά αντίθετα για αυτά τα αντικείμενα που δεν προσκομίστηκε απόδειξη υπήρχε προγενέστερα καταγγελία στην αστυνομία ότι είχαν κλαπεί. Περαιτέρω, εκτός από την αποθήκη στο Ανατολικό ανευρέθηκαν ακόμη 2 αποθήκες εκ των οποίων η μια στη Τίμη όπου εντοπίστηκε χαλκός, περιουσία για την οποία οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν έδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις για την προέλευση του. Ακολούθως, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχτηκαν ότι κατείχαν παράνομα τα αντικείμενα που περιγράφονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 57, 58, 59, 60 και 61, η αξία των οποίων επίσης αναφέρεται μέσα από τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, στις οποίες ο κύριος Συμεού παρέπεμψε το Δικαστήριο. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε ότι μεταξύ των ημερομηνιών 02.12.10 και 08.12.10 εργοδοτούσε παράνομα στην αποθήκη του Ανατολικού τον Ramy El Hamed από το Λίβανο χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, το οποίο όμως πρόσωπο αυτό κατά τον ουσιώδη για το τροποποιημένο κατηγορητήριο χρόνο βρισκόταν νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη. Καταλήγοντας, ο κύριος Συμεού ανάφερε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ δήλωσε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €330,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Παράλληλα, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε από το Δικαστήριο την επιστροφή όλων των αντικειμένων που σήμερα βρίσκονται στην κατοχή της αστυνομίας στους νόμιμους δικαιούχους τους. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν το Δικαστήριο προσανατολιζόταν να δώσει οδηγίες για ετοιμασία εκθέσεων από το Γραφείο Ευημερίας αλλά ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αχρείαστο καθότι ο ίδιος ανέλαβε την ευθύνη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των πελατών του, τις οποίες οι τελευταίοι θα έλεγαν στην αρμόδια λειτουργό, όπως και έγινε. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει την παραδοχή των κατηγορουμένων 1 και 2 ως άμεση καθότι αυτή δόθηκε αμέσως με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου στις 26.11.
  5. Ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε παράλληλα το Δικαστήριο να λάβει ως μετριαστικό παράγοντα το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που θα επιβληθεί ποινή στους πελάτες του χωρίς οι τελευταίοι να ευθύνονται υπό το φως της άψογης, όπως ο κύριος Αλεξάνδρου την χαρακτήρισε, διαγωγής που οι πελάτες του επέδειξαν από τότε. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες των πελατών του, ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1, γεννήθηκε στο Λίβανο, είναι ηλικίας σήμερα 33 ετών και η οικογένεια του αποτελείτο από 23 παιδιά. Είναι νυμφευμένος και πατέρας 2 ανήλικων παιδιών ηλικίας 9 και 2,5 ετών αντίστοιχα. Έγινε πατέρας για δεύτερη φορά το έτος 2011 ενώ περί τα τέλη του έτους αυτού επήλθε ρήξη στις σχέσεις του με τη σύζυγο του με αποτέλεσμα να καταβάλει διατροφή ύψους €430,
  6. Όπως ο κύριος Αλεξάνδρου εξήγησε, όταν ο κατηγορούμενος 1 ήλθε στην Κύπρο άρχισε να εργάζεται σαν υπάλληλος σε εργασίες ξυλοτύπου (καλούπια) και το 2004 προέβηκε μαζί με τον κατηγορούμενο 2 στη σύσταση εταιρείας που ασχολείτο με εργασίες ξυλοτύπου. Επειδή αντιλήφθηκαν ότι ο κατασκευαστικός τομέας στην Πάφο δεν είχε προοπτική οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αποφάσισαν τον Οκτώβριο του 2010 να ασχοληθούν με την αγορά παλαιών μετάλλων. Προς το σκοπό δραστηριοποίησης στον τομέα αυτό οι εν λόγω κατηγορούμενοι ενοικίασαν αποθήκη στο Ανατολικό όντως δύο μήνες πριν από τη διεξαγωγή της αστυνομικής επιχείρησης. Αναφερόμενος στον κατηγορούμενο 2 ο συνήγορος υπεράσπισης είπε ότι είναι ηλικίας 42 ετών και ότι έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Ακόμη ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι το 1997 συνελήφθηκε από τρομοκρατικές οργανώσεις στη Συρία και ήταν αγνοούμενος για 3 μήνες ενώ στη συνέχεια συνελήφθηκε εκ νέου, αυτή τη φορά στο Λίβανο λόγω της παλαιστινιακής καταγωγής του. Ο κύριος Αλεξάνδρου ανάφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει πρόβλημα με τη χολή του, την οποία θα πρέπει να αφαιρέσει δια χειρουργικής επέμβασης. Επ' αυτού κατατέθηκε το Τεκμήριο 1 που είναι ενημερωτικό χειρόγραφο σημείωμα του Δρ. Παναγιώτη Παπαδόπουλου, Βοηθού Διευθυντή Χειρουργικής Κλινικής Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Επιπλέον, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τη βοήθεια που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παρείχαν στο παρελθόν στην αστυνομία, ως αποτέλεσμα της οποίας εξιχνιάστηκαν πολλές και σοβαρές υποθέσεις που αφορούσαν κλοπιμαία μέταλλα. Σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης, ο κύριος Αλεξάνδρου σημείωσε ότι ήταν μια τυπική παράβλεψη του κατηγορουμένου 2 στο να είχε δηλώσει τον εργοδοτούμενο του αλλοδαπό που βρέθηκε να εργάζεται καθότι ήταν νυμφευμένος με ευρωπαία πολίτη και συνεπώς βρισκόταν νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Εξάλλου, δήλωσε ο εν λόγω συνήγορος, ο αλλοδαπός εργαζόταν δοκιμαστικά και ότι δεν στοίχιζε κάτι στον κατηγορούμενο 2 στο να δηλώσει τον αλλοδαπό στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχτηκαν ότι διέπραξαν είναι σοβαρά. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας τους είναι οι προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Μπορεί αριθμητικά το μέγιστο ύψος ποινής που ο Ποινικός Κώδικας προνοεί για την διάπραξη του αδικήματος παράνομης κατοχής περιουσίας να είναι χαμηλότερο σε σχέση με προβλεπόμενες ποινές άλλων αδικημάτων του Κεφ.154 κατατάσσοντας το ως πλημμέλημα, αλλά, σε αντίθεση με το τι ευσεβάστως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, δεν παύει από του να είναι ένα σοβαρό αδίκημα, η διάπραξη του οποίου σε καμία περίπτωση πρέπει να υποτιμηθεί και επισύρει, με βάση το άρθρο 309, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Βέβαια το παρόν Δικαστήριο μπορεί εναλλακτικά να επιβάλει χρηματική ποινή σε κάθε μία από τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου που να μην υπερβαίνει τις €85.430,07 που είναι το ανώτατο όριο της ποινικής δικαιοδοσίας του με το ακριβές ύψος όμως να μην είναι υπερβολικό (άρθρα 29 και 31 Κεφ.154 και άρθρο 24
(1)Ν.14/60). Το δε αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 14Β του Κεφ.105, με ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη ή με πρόστιμο μέχρι €8.543,01 (ισότιμο σε Λ.Κ.£5.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια η εγκληματικότητα στην Κύπρο όχι μόνο δεν έχει υποχωρήσει αλλά αντίθετα παρουσιάζει αυξητική στάση (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πληγεί το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη και συνάμα να δημιουργήσει ρήγμα στην πίστη που αυτός εναποθέτει στις αρμόδιες αρχές και εξουσίες της πολιτείας που είναι υπεύθυνες για την προστασία του ιδίου αλλά και της περιουσίας του. Η παρατηρούμενη δραματική άνοδος των κρουσμάτων κλοπών, διαρρήξεων και άλλων ομοειδών σε βαθμό τέτοιο που να τα καθιστά στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς σημάδια κάμψης, οδήγησε κατακόρυφα στην αύξηση διάπραξης του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας. Συνεπώς, η συχνότητα και ευκολία με την οποία το αδίκημα αυτό διαπράττεται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου, είναι ένα επιπλέον στοιχείο που καθιστά το αδίκημα αυτό σοβαρό. Επίσης, το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας θεωρείται σοβαρό επειδή ενέχει το στοιχείο της παράνομης στέρησης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της. Η πολιτεία οφείλει μέσω τη θέσπισης και εφαρμογής ποινικών νομοθεσιών αλλά και άλλων κατάλληλων μηχανισμών να διασφαλίσει το δικαίωμα σεβασμού της απρόσκοπτης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της, το οποίο κατοχυρώνεται συνταγματικά από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσεως αδικήματα με αυστηρότητα. Στην υπόθεση Huseyin Vedat v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 142/2012, ημερομηνίας 22.11.12 ποινή φυλάκισης 4 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας σε σχέση με ποσό €955,00 το οποίο ανευρέθηκε στο πρόσωπο του εφεσείοντα και για το οποίο υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαίο, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης, η εξ' αντικειμένου σοβαρότητα της διάπραξης του αντανακλάται στις αλυσιδωτές επιπτώσεις που προκαλεί στην κυπριακή οικονομία και γενικότερα στην κοινωνία της Κύπρου, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση που το αδίκημα αυτής της μορφής παρουσιάζει στον τόπο μας, πράγμα για το οποίο επίσης λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει μια σταθερή προσέγγιση σε υποθέσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον χρόνο εργοδότησης τους, είτε αυτοί εισήλθαν παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας είτε νόμιμα και ακολούθως κατέστησαν παράνομοι, με την επιβολή συνήθως ποινών φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 283, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 Α.Α.Δ. 553, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 243, Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421, Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295, Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143. Ωστόσο υπάρχει διαφοροποίηση στον τρόπο αντιμετώπισης υποθέσεων στις περιπτώσεις παράνομης απασχόλησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται νόμιμα στην Κύπρο, είτε ως φοιτητές είτε ως αιτητές πολιτικού ασύλου, όπου η επιβολή προστίμου εμφανίζεται ως καταλληλότερο είδος ποινής (Lin Qinlong κ.ά. v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501, Γενικός Εισαγγελέας v. Νίκου Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρικίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 494). Ομοίως ισχύει στην περίπτωση όπου ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ένεκα έγκυρου γάμου με ευρωπαία πολίτη και διέπραξε το αδίκημα καθότι εργαζόταν χωρίς προηγουμένως να είχε δηλωθεί στην αρμόδια αρχή για να εξασφαλίσει άδεια από το Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στην παρούσα υπόθεση τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής το καθιστούν σοβαρό, στοιχείο που εκλαμβάνεται επιβαρυντικό για τους κατηγορουμένους 1 και
  1. Συγκεκριμένα, η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού έγκειται: (α) Στη συνολικά μεγάλη ποσότητα και ποικιλία ειδών αντικειμένων που εντοπίστηκαν να βρίσκονται παράνομα στην κατοχή των κατηγορουμένων 1 και 2, για τα οποία υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι επρόκειτο για κλοπιμαία περιουσία και η οποία στεγάστηκε σε ενοικιαζόμενη αποθήκη. (β) Στη συνολική πολύ μεγάλη αξία των €20.635,00 που αφορά την περιουσία που βρισκόταν παράνομα στην κατοχή των κατηγορουμένων 1 και 2, για την οποία υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι επρόκειτο για κλοπιμαία. (γ) Στο ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παράνομα αποστέρησαν από τους νόμιμους ιδιοκτήτες περιουσία αντίστοιχης ποσότητας, είδους και αξίας με αυτή που σημειώθηκε πιο πάνω αλλά και περιγράφεται μέσα από τις αδιαμφισβήτητες λεπτομέρειες του τροποποιημένου κατηγορητηρίου προκαλώντας τους ζημιές ύψους τουλάχιστο ανάλογου της αξίας της περιουσίας που παράνομα κατείχαν με το ύψος της χρονικής περιόδου κατακράτησης να είναι άνευ σημασίας ως προς την πρόκληση ζημιάς αλλά γενικότερα να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. (δ) Στο ότι τα γεγονότα της υπόθεσης υποδεικνύουν ότι η αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων 1 και 2 δεν περιορίζεται σε μία φορά αλλά περισσότερες φορές κατά τη διάρκεια της ίδιας ημέρας και συγκεκριμένα της 8ης Δεκεμβρίου του έτους 2010, στοιχείο που δείχνει επανάληψη διάπραξης του αδικήματος. Προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. (β) Την παραδοχή τους στο Δικαστήριο. (γ) Παρόλο ότι όλη η περιουσία δεν επιστράφηκε στους νόμιμους ιδιοκτήτες της, εντούτοις οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν αποκόμισαν οικονομικό όφελος. Εν πάσει περιπτώσει, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 με το οποίο ο ηλιακός θερμοσίφωνας που αφορά την κατηγορία 58 επιστράφηκε στο νόμιμο δικαιούχο του, ο οποίος δήλωσε ότι δεν έχει παράπονο. (δ) Το ότι στο παρελθόν βοήθησαν και συνεργάστηκαν με την αστυνομία στην εξιχνίαση διαφόρων, σοβαρών και περίπλοκων υποθέσεων που αφορούσαν την υποψία τους περί ύποπτων παλαιών μετάλλων. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων 1 και 2 που παρεμπιπτόντως είναι μεταξύ τους αδέλφια, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα: (i) Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 ότι: · Είναι ηλικίας 33 ετών, νυμφευμένος και πατέρας 2 ανήλικων παιδιών ηλικίας 9 και 2,5 ετών αντίστοιχα. · Έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. · Έγινε για δεύτερη φορά πατέρας το έτος 2011 αλλά προς το τέλος του χρόνου αυτού επήλθε ρήξη στις σχέσεις του με τη σύζυγο του με αποτέλεσμα να καταβάλει διατροφή ύψους €430,
  2. (ii) Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 ότι: · Είναι ηλικίας 42 ετών. · Έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. · Το 1997 συνελήφθηκε από τρομοκρατικές οργανώσεις στη Συρία και ήταν αγνοούμενος για 3 μήνες. · Ακολούθως, συνελήφθηκε εκ νέου, αυτή τη φορά στο Λίβανο λόγω της παλαιστινιακής καταγωγής του. · Το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει σε σχέση με τη χολή του, πράγμα που τον υποχρεώνει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση της. Παρόλο ότι το Τεκμήριο 1 δεν ενισχύει τη θέση του αυτή, εντούτοις το Δικαστήριο αποδέχεται το πρόβλημα υγείας του κατηγορουμένου 2 το οποίο και λαμβάνει υπόψη του ως ελαφρυντικό παράγοντα. Ένα ζήτημα που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έθιξε και το Δικαστήριο προχωρεί αμέσως στην εξέταση του είναι ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που θα επιβληθεί ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Μια προσεκτική εξέταση των γεγονότων όπως προκύπτουν από το σχετικό φάκελο του Δικαστηρίου δείχνει ότι τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 08.12.10 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 28.12.
  1. Επομένως, δεν παρατηρείται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην διερεύνηση και καταχώρηση της υπόθεσης αυτής στο Δικαστήριο. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε στις 26.11.
  2. Εκείνη την ημέρα προστέθηκαν νέες κατηγορίες, οι οποίες έγιναν παραδεκτές ενώ αποσύρθηκαν οι αρχικές κατηγορίες για τις οποίες οι κατηγορούμενοι είχαν δηλώσει μη παραδοχή, με εξαίρεση την κατηγορία 2 η οποία αφού τροποποιήθηκε η αξία των αντικειμένων υπήρξε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή στις 26.11.13 καθώς και στις κατηγορίες 44 και 46 στις οποίες υπήρξε παραδοχή από την αρχή. Σίγουρα το Δικαστήριο δεν αποδίδει στους κατηγορουμένους 1 και 2 υπαιτιότητα καθυστέρησης επειδή αυτοί δήλωσαν μη παραδοχή στις περισσότερες κατηγορίες του αρχικού κατηγορητηρίου εμμένοντας στη θέση τους αυτή σχεδόν μέχρι τέλους. Αυτό είναι συνταγματικό δικαίωμα τους και είναι απόλυτα σεβαστό. Αυτό που το Δικαστήριο εξετάζει είναι τους λόγους που δεν επέτρεψαν την εκδίκαση της υπόθεσης όλο αυτό το χρονικό διάστημα με δεδομένη την απάντηση των κατηγορουμένων 1 και 2 σ' αυτές. Ανατρέχοντας στο δικαστηριακό φάκελο παρατηρώ ότι σε τρεις περιπτώσεις οι κατηγορούμενοι δια του συνηγόρου τους ζήτησαν από κοινού με την κατηγορούσα αρχή και πέτυχαν αναβολή σε προγραμματισμένες περιπτώσεις εκδίκασης της υπόθεσης για τους λόγους που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και εγκρίθηκαν. Επίσης, σε άλλη περίπτωση οι κατηγορούμενοι ζήτησαν από μόνοι τους και πέτυχαν αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης αυτής για το λόγο που ανάφεραν στο Δικαστήριο και έγινε δεκτός. Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θεωρούνται συνυπεύθυνοι στο χρόνο που διέρρευσε αφού έχουν συμβάλει στην πρόκληση της καθυστέρησης. Εν πάσει όμως περιπτώσει, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων (02.12.10 και 08.12.10 αντίστοιχα) μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή στους κατηγορουμένους 1 και 2, δηλαδή μετά πάροδο 3 ετών και ενός μηνός περίπου. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι στο μεσοδιάστημα ο κατηγορούμενος 1 έγινε για δεύτερη φορά πατέρας το έτος 2011 καθώς επίσης προς το τέλος του χρόνου αυτού επήλθε ρήξη στις σχέσεις του με τη σύζυγο του. Επίσης, το Δικαστήριο δεν αγνοεί ότι συνεπεία της ρήξης στις σχέσεις του με τη σύζυγο του ο κατηγορούμενος 1 υποχρεώθηκε να πληρώνει διατροφή ύψους €430,00 ενώ λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Κύπρο και ιδιαίτερα την Πάφο στην εργοληπτική βιομηχανία, οι κατηγορούμενοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν τομέα εργασίας μεταπηδώντας από τις εργασίες ξυλοτύπου στο χώρο των παλαιών μετάλλων, δημιουργώντας έτσι μία νέα επαγγελματική αρχή. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τους κατηγορουμένους 1 και
  3. Σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης προκύπτει ότι η παρούσα περίπτωση κατατάσσεται στην κατηγορία που περιλαμβάνει παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης του εν λόγω αδικήματος διέμενε νόμιμα στην Κύπρο. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος 2 εργοδότησε τον συγκεκριμένο αλλοδαπό από το Λίβανο που την περίοδο που οι λεπτομέρειες του τροποποιημένου κατηγορητηρίου αναφέρουν βρισκόταν νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη. Η αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου 2 περιορίζεται στη μη δήλωση του ονόματος του εν λόγω αλλοδαπού στην αρμόδια υπηρεσία ως νέο εργαζόμενο πρόσωπο με αποτέλεσμα αυτός να αρχίσει να εργάζεται χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει άδεια εργασίας από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Οι συνθήκες αυτές επιτρέπουν στο Δικαστήριο να παρεκκλίνει από το επίπεδο αυστηρότητας το οποίο συνήθως επιδεικνύεται σε άλλου είδους υποθέσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του συνηγόρου υπεράσπισης περί εργασίας του αλλοδαπού υπό δοκιμαστική περίοδο και ότι δεν στοίχιζε στον κατηγορούμενο 2 να δηλώσει τον αλλοδαπό στην αρμόδια υπηρεσία δεν έχουν οποιαδήποτε έρεισμα ή βαρύτητα καθότι το αδίκημα αυτό είναι αυστηρής ευθύνης και συνεπώς τέτοιες λεπτομέρειες είναι άνευ σημασίας. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν λαμβάνονται υπόψη. Οι νομικές αρχές επισημαίνουν ότι εκείνο που τιμωρείται είναι η αξιόποινη συμπεριφορά του εργοδότη μέσα από την ίδια την πράξη ανεξάρτητα από τη χρονική διάρκεια της εργοδότησης ή των άλλων παραμέτρων αυτής, όπως η αμοιβή, οι ώρες εργασίας, βαθμός και έκταση καθηκόντων, οι όροι και συνθήκες εργοδότησης. Αυτό που τελικά μετρά είναι ο εντοπισμός του αλλοδαπού να εργάζεται έχοντας ως εργοδότη του τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος δεν μερίμνησε για την εκ των προτέρων εξασφάλιση σχετικής άδειας από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στους κατηγορουμένους 1 και 2 είναι αυτή της χρηματικής. Το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σε συνδυασμό με την ουσιαστική μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου 1 αλλά και ουσιαστικής αλλαγής των οικονομικών συνθηκών των κατηγορουμένων 1 και 2 ως απόρροια του διαρρεύσαντος χρόνου καθιστά ανεπιθύμητη οποιαδήποτε σκέψη για επιβολή ποινή στερητικής της ελευθερίας στους εν λόγω κατηγορουμένους. Καταληκτικά επιβάλλονται στους κατηγορουμένους 1 και 2 οι ακόλουθες χρηματικές ποινές: 2η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €2.000,00 46η Κατηγορία: Στον κατηγορούμενο 2 χρηματική ποινή ύψους €350,00 49η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €100,00 50η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €300,00 51η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €300,00 52η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €100,00 53η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €150,00 54η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €300,00 55η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €800,00 57η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €50,00 58η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €300,00 59η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €200,00 60η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €300,00 61η Κατηγορία: Σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1 και 2 χρηματική ποινή ύψους €100,00 Περαιτέρω, έξοδα €330,00 να καταβληθούν εξ' ημισείας από τους κατηγορουμένους 1 και
  4. Επίσης, το Δικαστήριο δίδει τις πιο κάτω οδηγίες σχετικά με τα αντικείμενα της υπόθεσης αυτής: (α) Τα αντικείμενα που αναφέρονται στις κατηγορίες 2, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 57, 58, 59, 60 και 61 του τροποποιημένου κατηγορητηρίου να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. (β) Τα αντικείμενα πετρέλαιο και ικριώματα (σκαλωσιές) για τα οποία έχουν προσκομιστεί αποδείξεις νόμιμης ιδιοκτησίας να επιστραφούν στους κατηγορουμένους 1 και
  5. (γ) Τα αντικείμενα για τα οποία έχουν εντοπιστεί οι νόμιμοι δικαιούχοι τους αυτά να επιστραφούν σ' αυτούς. (δ) Τα αντικείμενα για τα οποία οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα προσκομίσουν αποδείξεις νόμιμης ιδιοκτησίας να επιστραφούν στους εν λόγω κατηγορουμένους. (ε) Όσα αντικείμενα και/ή άλλα περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται στο παρόν τροποποιημένο κατηγορητήριο και βρίσκονται στην κατοχή της αστυνομίας να επιστραφούν στους κατηγορουμένους 1 και
  6. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη κατοχή περιουσίας και παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.