Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΑΡΗΣ ΦΩΤΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6372/2010, 21/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6372/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΑΡΗΣ ΦΩΤΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21.01.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες επίθεσης που προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154, δύο κατηγορίες επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Κεφ.154, κατηγορία αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ.154, κατηγορία ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ.154, κατηγορία δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154, κατηγορία αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19 του Ν.86/72, κατηγορία οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση των άρθρων 2, 9 και 19 του Ν.86/72 και κατηγορία άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των άρθρων 6, 7 και 11 του Ν.174/86. Οι λεπτομέρειες κάθε μίας από τις πιο πάνω κατηγορίες εκτίθενται μέσα από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 7 μάρτυρες ενώ παράλληλα κατατέθηκαν 13 τεκμήρια. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του αναφορικά με τις κατηγορίες 1-6, 8 και 9 που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Σε σχέση με τις κατηγορίες 7 και 10 ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε οποιαδήποτε εισήγηση. Βέβαια το Δικαστήριο στα πλαίσια των καθηκόντων του θα εξετάσει κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την κατηγορούσα αρχή σύμφωνα με την μαρτυρία που αυτή προσκόμισε αναφορικά με όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Ο κύριος Φωτίου εστίασε την νομική επιχειρηματολογία του στο ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής υποδεικνύει ότι ο ίδιος τελούσε ήδη υπό σύλληψη από τη στιγμή που ανιχνεύτηκε υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης κατά τον προκαταρκτικό έλεγχο. Είναι συνεπώς η θέση του κατηγορουμένου ότι με βάση την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής συνελήφθηκε χωρίς να διαπράξει αδίκημα και μεταφέρθηκε και κρατήθηκε παράνομα στην Τροχαία Πάφου με αποτέλεσμα να αντιδράσει, κατά την γνώμη του, δικαιωματικά στην προσπάθεια του να αντισταθεί στην καταστρατήγηση των σχετικών με τις κατηγορίες νομοθεσιών και συνάμα να διαφύγει από μια παράνομη σύλληψη. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι η σύλληψη του κατηγορουμένου ήταν νόμιμη και έγινε αυτόφωρα επειδή, όπως η ίδια ισχυρίστηκε, διαπράχτηκε το αδίκημα της ύπαρξης υπερβολικής αλκοόλης στην εκπνοή του. Είναι ακόμη η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή σε συνδυασμό με μία σειρά από κατ' ισχυρισμό παράνομες συμπεριφορές που αυτός επέδειξε κατά το χρόνο εκείνο απέναντι στους επί καθήκον αστυνομικούς οδηγεί σε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία που μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι: 1) Στις 11.04.10 και περί ώρα 03:35 μέλη της Τροχαίας Πάφου πρόσεξαν το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF 154 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο να κινείται σε δημόσιο δρόμο πότε στη δεξιά και πότε στην αριστερή πλευρά. 2) Αφού ο κατηγορούμενος ειδοποιήθηκε να σταματήσει το όχημα του, πράγμα που έπραξε, φάνηκε ότι μύριζε έντονα αλκοόλ ενώ η ομιλία του τραύλιζε. 3) Μετά που του ζητήθηκε, ο κατηγορούμενος έδωσε δείγμα εκπνοής σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με τη βοήθεια συσκευής προκαταρκτικού ελέγχου, το οποίο έδειξε 58 mg αντίς 22 mg. 4) Ο κατηγορούμενος τότε συνελήφθηκε αυτόφωρα για το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών και μεταφέρθηκε με το όχημα του στην Τροχαία Πάφου για τελική εξέταση δειγμάτων εκπνοής. 5) Στην Τροχαία Πάφου ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση. 6) Τότε οι αστυνομικοί του ανάφεραν ότι θα μεταφερθεί στα κρατητήρια και παράλληλα θα διερευνηθεί υπόθεση εναντίον του. 7) Ο κατηγορούμενος αντέδρασε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του κτιρίου φωνάζοντας σε έξαλλη κατάσταση και διαμαρτυρόμενος. 8) Μέλη της Τροχαίας Πάφου τον πλησίασαν και τον παρεμπόδισαν από του να αποχωρήσει από το μέρος καλώντας τον να ηρεμήσει, να σταματήσει να φωνάζει και γενικά να προκαλεί ανησυχία. 9) Αγνοώντας τις προτροπές των αστυνομικών ο κατηγορούμενος συνέχισε την προσπάθεια του να διαφύγει από το μέρος με επιθετικές προθέσεις σπρώχνοντας με τα χέρια του αστυνομικούς προς τα πίσω και κλωτσώντας τους. 10) Επειδή ο κατηγορούμενος πρόβαλε αντίσταση στη σύλληψη και μεταφορά του στα κρατητήρια και ταυτόχρονα εκδήλωσε πρόθεση να διαφύγει, οι αστυνομικοί προσπάθησαν να του περάσουν χειροπέδες χρησιμοποιώντας την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία. 11) Συνεχίζοντας την αντίσταση του στη σύλληψη και κράτηση του, ο κατηγορούμενος συνέχισε να κλωτσά και να σπρώχνει αστυνομικούς με αποτέλεσμα να κτυπήσει με το δεξί πόδι του ένα ειδικό αστυφύλακα στο δεξί του χέρι και με τις χειροπέδες ένα αστυφύλακα στο αριστερό του χέρι. 12) Αφού μετέβηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για περίθαλψη παρατηρήθηκε στον αστυφύλακα εκδορές και μικρού βαθμού απώλειας δέρματος ονυχοφόρου φάλαγγας αριστερής παράμεσου δαχτύλου ενώ στον ειδικό αστυφύλακα εξάρθρημα μετοκαρποφαλαγγικής του δεξιού αντίχειρα. 13) Ακολούθως, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε σε περιπολικό έτσι ώστε να μεταφερθεί στα κρατητήρια της αστυνομικής διεύθυνσης Πάφου αρνούμενος όμως να εισέλθει εντός αυτού, παρά τις εκκλήσεις των αστυνομικών που ήταν εντεταλμένοι για την μεταφορά του κατηγορουμένου. 14) Παράλληλα, στην αυλή του κτιρίου της Τροχαίας Πάφου ο κατηγορούμενος εξύβρισε ένα από τους επί καθήκον αστυφύλακες αρχικά με τη λέξη "γαϊδούρι" και στη συνέχεια με τη φράση "είσαι γαϊδούρι, γαμώ το κέρατο σου θα ασκήσω βία και εν να σε πισκαλίσω." Με μια αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε για την κατηγορούσα αρχή περιλαμβανομένων των πιο πάνω σημείων της και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, εξόφθαλμα παρατηρώ ότι στοιχειοθετούνται εξ' αντικειμένου τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε και ειδικότερα, αλλά δίχως να περιορίζεται, τα πιο πάνω: - Σημεία
(1),
(2)και
(3)να αφορούν τις κατηγορίες 8 και 9. - Σημεία
(4)-
(9)να σχετίζονται με τις κατηγορίες 6 και 10. - Σημεία
(9)-
(13)να αφορούν τις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 5. - Σημείο
(14)να σχετίζεται με την κατηγορία 7. Αναφορικά με τη θέση του κατηγορουμένου περί παράνομης σύλληψης και κράτησης του, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτή διαφέρει από τη θέση της κατηγορούσας αρχής, η οποία τη θεωρεί νόμιμη και προς τούτο παρουσίασε μαρτυρία πριν, κατά και μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου. Η διαφορετικότητα στις θέσεις οφείλεται στο ότι η κάθε πλευρά έχει διαφορετική αντίληψη ως προς το λόγο και την αιτία που θεωρεί ότι οδήγησε στη σύλληψη και κράτηση του κατηγορουμένου. Τόσο η κατηγορούσα αρχή όσο και ο κατηγορούμενος, προκειμένου να υποστηρίξουν τις εκατέρωθεν διαφορετικές τοποθετήσεις τους στο θέμα της σύλληψης και της κράτησης, προβάλουν μέσω μαρτυρίας αλλά και προώθησης σχετικών υποβολών και θέσεων, εκ διαμέτρου αντίθετα γεγονότα που η κάθε πλευρά ισχυρίζεται ότι διαδραματίστηκαν καθώς επίσης σε διαφορετικές αντιλήψεις ως προς το λόγο. Συνεπώς, αυτά είναι επίδικα ζητήματα που θα επιλυθούν όχι στο προκαταρκτικό στάδιο αυτό αλλά μεταγενέστερα στη βάση αξιολόγησης όλης της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού πρώτα υπάρξει κατάληξη σε σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα. Θα πρέπει επομένως προτού αποφασιστεί το νομικό ζήτημα της σύλληψης και κράτησης του κατηγορουμένου να ξεκαθαρίσει πρώτα το πραγματικό υπόβαθρο που το στηρίζει και αυτό θα γίνει μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τις θέσεις του κατηγορουμένου για τις κατηγορίες 8 και 9 και εις απάντηση τους παραπέμπει στις πιο πάνω αναφορές, τις οποίες δεν κρίνει σκόπιμο να επαναλάβει. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. Εν πάσει περιπτώσει, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής καθώς και όλη η προσαχθείσα μαρτυρία θα τύχουν ενδελεχούς αξιολόγησης από το Δικαστήριο στο στάδιο που η μαρτυρία αξιολογείται με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μέσα από το παρόν κατηγορητήριο και ως εκ τούτου τον καλεί σε απολογία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη-Επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του-Αντίσταση κατά νομίμου σύλληψης-Ανησυχία-Δημόσια Εξύβριση- Τροχαία Αδικήματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο