Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ABDIRASAK OMER MOHAMED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15037/2013, 13/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15037/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ABDIRASAK OMER MOHAMED
- KADRA ABDI ABDILLAHI
- ADEN WAIS ADEN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 13.01.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορουμένους 1 και 2: κος Λοΐζου (ο κος Σ. Σάββα για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, στις κατηγορίες της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 360 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (τρίτη και τέταρτη κατηγορία) και της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(κ), 19
(1)(λ) και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων (όγδοη και δέκατη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, ενώ είναι αλλοδαποί από τη Σομαλία, διέμεναν από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι τις 10.12.13 παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Επίσης, οι ίδιοι κατηγορούμενοι στις 05.12.13 στο Διεθνές Αεροδρόμιο Πάφου με σκοπό την καταδολίευση του αρχιαστυφύλακα 315 Μάριου Αριστείδου παρέστησαν ψευδώς τον εαυτό τους ο μεν κατηγορούμενος 1 ως τον Isse Muktar Mohamed από τη Νορβηγία ενώ στην πραγματικότητα είναι ο Abdirasak Omer Mohamed από τη Σομαλία και η δε κατηγορούμενη 2 ως την Muna Tarbi από την Ολλανδία ενώ στην πραγματικότητα είναι η Kadra Abdi Abdillahi από τη Σομαλία. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 05.12.13 ενώ ο αρχιαστυφύλακας 315 Μάριος Αριστείδου εργαζόταν στο κέντρο ελέγχου διαβατηρίων του αεροδρομίου Πάφου και διενεργούσε διαβατηριακό έλεγχο στον τομέα της αναχώρησης, εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος 1 με σκοπό να αναχωρήσει με προορισμό το Όσλο της Νορβηγίας παρουσιάζοντας ένα νορβηγικό διαβατήριο και μία κάρτα επιβίβασης εις το όνομα Isse Muktor Mohamed. Παρόλο ότι εκ πρώτης όψεως το διαβατήριο φαινόταν γνήσιο, εντούτοις εντοπίστηκαν διαφορές μεταξύ των χαρακτηριστικών του προσώπου που απεικονίζεται στη φωτογραφία του διαβατηρίου και των χαρακτηριστικών του προσώπου του κατηγορουμένου
- Την ίδια ημέρα και ώρα εμφανίστηκε στον ίδιο αστυφύλακα η κατηγορούμενη 2 με σκοπό να αναχωρήσει με προορισμό επίσης το Όσλο της Νορβηγίας παρουσιάζοντας ένα ολλανδικό διαβατήριο και μία κάρτα επιβίβασης εις το όνομα Muna Tarbi όπου και εδώ παρόλο ότι το διαβατήριο φαινόταν εκ πρώτης όψεως γνήσιο εντούτοις εντοπίστηκαν διαφορές μεταξύ των χαρακτηριστικών του προσώπου που απεικονίζεται στη φωτογραφία του διαβατηρίου και των χαρακτηριστικών του προσώπου της κατηγορουμένης
- Αμέσως και οι δύο κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στο γραφείο του κέντρου ελέγχου διαβατηρίων και αφού ανακρίθηκαν προφορικά ο μεν κατηγορούμενος 1 ανάφερε ότι το πραγματικό όνομα του είναι Abdirasak Omer Mohamed και ότι είναι Σομαλός υπήκοος και η δε κατηγορούμενη 2 ότι το πραγματικό όνομα της είναι Kadra Abdi Abdillahi και ότι επίσης κατάγεται από τη Σομαλία. Ακολούθως, οι δύο κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν και ανακρίθηκαν γραπτώς. Μέσα από την ανακριτική κατάθεση του ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε ότι τον μήνα Οκτώβριο 2013 διέμενε σε άγνωστη γι' αυτόν διεύθυνση στην Κυπριακή Δημοκρατία και ότι αγόρασε το προαναφερόμενο διαβατήριο από άγνωστο πρόσωπο έναντι του ποσού των €1.000,
- Μέσα από τη δική της ανακριτική κατάθεση η κατηγορούμενη 2 ανάφερε ότι το μήνα Οκτώβριο 2013 κατοικούσε σε άγνωστη για αυτή διεύθυνση στην Κύπρο και ότι αγόρασε από άγνωστο πρόσωπο το πιο πάνω διαβατήριο πληρώνοντας το ποσό των $3.000,00 δολαρίων Αμερικής. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε από μέλη της αστυνομίας, δεν εντοπίστηκαν τα στοιχεία των κατηγορουμένων 1 και 2 στον κατάλογο των αναχωρήσεων των αερολιμένων της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώ παράλληλα διαπιστώθηκε ότι η παραμονή τους στην Κυπριακή Δημοκρατία ήταν παράνομη. Περαιτέρω, τα επίδικα διαβατήρια και οι κάρτες επιβίβασης που κατασχέθηκαν έχουν σταλεί για επιστημονικές εξετάσεις. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες ενώ ανάφερε ότι δεν έχουν δημιουργηθεί έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι οι πελάτες του είναι μόλις 17 ετών και κατάγονται από χώρα στην οποία επικρατεί η βία, η τρομοκρατία και η έλλειψη κυβερνητικού ελέγχου και ουσιαστικά μέσα από πολλούς κινδύνους που διέτρεξαν κατέληξαν στην Κύπρο με τελικό προορισμό τη Σουηδία για μία καλύτερη ζωή. Σύμφωνα με τον κύριο Λοΐζου, ο τρόπος με τον οποίο οι πελάτες του δοκίμασαν να μεταβούν στην Νορβηγία δείχνει ότι δεν πρόκειται για εγκληματίες που αποσκοπούσαν στην απόκτηση οικονομικού κέρδους ή άλλου είδος οφέλους ή να βλάψουν οποιοδήποτε συνάνθρωπο τους. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχτηκαν ότι διέπραξαν, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία εκθέσεων από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης για τον κατηγορούμενο 1, ο εν λόγω κατηγορούμενος είναι ηλικίας 17 ετών, από τη Σομαλία και άγαμος. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης με τους γονείς του να μην εργάζονται εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης που επικρατεί στη χώρα του. Αφίχθηκε στην Κύπρο τον Οκτώβριο του 2013 με σκοπό να ταξιδέψει στην Σουηδία για ένα καλύτερο μέλλον. Ακόμη ο εν λόγω κατηγορούμενος παρουσιάζει εκ γενετής πρόβλημα ακοής στο δεξί του αυτί. Με βάση την έκθεση για την κατηγορούμενη 2, η εν λόγω κατηγορούμενη είναι ηλικίας 17 ετών, από τη Σομαλία και προέρχεται από φτωχή οικογένεια. Οι γονείς της δεν εργάζονται και συντηρούνται από το εισόδημα που λαμβάνει η μεγαλύτερη θυγατέρα τους. Εγκατέλειψε τη χώρα της για λόγους προστασίας και στις 10.10.13 έφθασε στην Κύπρο όπου και προσπάθησε να μεταβεί στη Νορβηγία. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν ότι διέπραξαν είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας επισύρει, με βάση το άρθρο 360 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €2.562,90 ή και τις δύο αυτές ποινές. Το δε αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 19
(1)(λ) του Κεφ.105, με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το 1 έτος ή με χρηματική ποινή μέχρι €1.708,60 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας θεωρείται σοβαρό για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχει το στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και της εξαπάτησης αρχών και ατόμων (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Συγκεκριμένα, η χρήση, κυρίως από αλλοδαπούς, πλαστών ή μη επισήμων εγγράφων στη διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας σκοπεύει να επιτρέψει ή να βοηθήσει τη διακίνηση ανθρώπων με πλαστή ταυτότητα από χώρα σε χώρα, επιπρόσθετα προς άλλες χρήσεις στις οποίες μπορεί να τεθεί. Πρόκειται για αδίκημα με διεθνείς προεκτάσεις, η διάπραξη του οποίου δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με άλλα κράτη τόσο της Ευρώπης όσο και του υπολοίπου κόσμου, πλήττοντας έτσι τα συμφέροντα του νησιού. Εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα διεθνές έγκλημα και η Κύπρος δεν μπορεί να είναι ένας πρόσφορος τόπος για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων. Οι κυπριακές αρχές έχουν καθήκον να εφαρμόζουν το νόμο καθώς και τις ευρωπαϊκές αλλά και διεθνείς συμβάσεις και ασφαλώς να μην επιτρέπουν τη διακίνηση προσώπων με ψευδή ταυτότητα. Το νησί αυτό προσφέρει φιλοξενία στους αλλοδαπούς με πλήρη κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις χώρες τους αλλά και αυτοί πρέπει να αντιληφθούν ότι η κατάχρηση αυτής της φιλοξενίας συνεπάγεται κυρώσεις και ότι ταυτόχρονα μειώνει την προσφορά ευκαιριών στους ιδίους και σε άλλους συμπατριώτες τους από του να βρίσκονται με τόση ευκολία στην Κύπρο. Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης παραμονής στην Κύπρο έγκειται ακόμη στις αλυσιδωτές επιπτώσεις που η διάπραξη του προκαλεί στην κυπριακή οικονομία και κοινωνία γενικότερα. Τέτοιου είδους αδικήματα στρέφονται ευθέως κατά του κράτους και της έννομης τάξης, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύουν τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στην επικράτεια της, προκειμένου να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιος παραμένει στο νησί και για ποιο λόγο, πέραν του γεγονότος ότι προκαλούνται προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως. Η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα και συνάμα συντεταγμένο κράτος το οποίο διέπεται από νόμους, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τόσο των πολιτών της όσο και αυτών άλλων κρατών. Σε ότι αφορά τους τελευταίους, η παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτρέπεται, όχι όμως ανεξέλεγκτα, αλλά σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Νόμος. Παρόλο ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν παρά να εκφράζουν τη συμπάθεια τους σε πρόσωπα που εγκαταλείπουν τις χώρες καταγωγής τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας, εντούτοις την ίδια στιγμή αναμένουν να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα άτομα αυτά οφείλουν να σέβονται τους νόμους του κράτους στο οποίο επιζητούν φιλοξενία. Όλα τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχτηκαν ότι διέπραξαν θεωρούνται σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους από αλλοδαπούς παρουσιάζει ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εξ' αντικειμένου σοβαρή φύση των αδικημάτων αυτών σε συνδυασμό με τις επιζήμιες επιπτώσεις που προκαλούν καθώς και η δραματική αυξητική τάση που έχει προσλάβει η διάπραξη τους τα εντάσσει στην κατηγορία αδικημάτων που χρήζουν αντιμετώπισης με αποτρεπτικές ποινές. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια, επιτελώντας την αποστολή τους για εφαρμογή του νόμου, προσπαθούν να προστατέψουν την κυπριακή κοινωνία από τις οδυνηρές συνέπειες που η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επισύρουν πατάσσοντας στη ρίζα τους τέτοια φαινόμενα, πράγμα που έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο (Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36, Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 και Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010, ημερομηνίας 24.05.11). Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα η ποινή φυλάκισης είναι το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 το ακόλουθο απόσπασμα επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμη ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, το οποίο από μόνο του αποτυπώνει την σοβαρότητα της κατάστασης: "Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Στην υπόθεση Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295 ο εφεσείοντας καταδικάστηκε κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, όπως στην παρούσα υπόθεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο εφεσείοντας ήταν Ιρανός, ηλικίας 31 ετών και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Εισήλθε στην Κύπρο με άδεια παραμονής η οποία έληγε στις 24.01.
- Μετά παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Αυτό διαπιστώθηκε από την Αστυνομία στις 10.10.
- Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο τονίζοντας την αυξητική τάση που παρατηρείται στην παράνομη παραμονή στην Κύπρο αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα, τις δυσμενείς επιπτώσεις που δημιουργούνται στον τόπο από τη διάπραξη του αδικήματος αυτού σε διάφορους τομείς, όπως οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους και ότι στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. Το στίγμα της παρούσας περίπτωσης δίδεται ακόμη μέσα από το απόσπασμα της προαναφερόμενης υπόθεσης Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295: Έπειτα, το δικαστήριο εξήγησε ότι λόγω της παρατηρούμενης έξαρσης αυτών των αδικημάτων, με έκδηλες τις αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή του τόπου, καθίστατο αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών όπως άλλωστε τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231. Τελευταία η Κύπρος αντιμετωπίζει πράγματι οξύ πρόβλημα τόσο από την παράνομη είσοδο στην Κύπρο αλλοδαπών όσο και από την παράνομη παραμονή αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα. Έχει σημειωθεί μια κατακόρυφη αυξητική τάση και ο αριθμός του συνόλου των ευρισκομένων στην Κύπρο παράνομα έχει φτάσει σε επίπεδο τόσο ψηλό ώστε αφενός να καθίσταται δύσκολη η αποτελεσματική αστυνόμευση και αφετέρου να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις σε διάφορους τομείς, οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και γενικότερα." Περαιτέρω, στην υπόθεση Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143, στην οποία αλλοδαποί που παρέμειναν στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής τους καταδικάστηκαν σε ένα μήνα φυλάκιση έκαστος, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά σε νομολογία, σημείωσε ότι οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές. Επιπλέον, στην υπόθεση Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 επιβλήθηκε συντρέχουσα ποινή φυλάκισης 12 μηνών για τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας, πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορία τέτοιου πλαστού εγγράφου, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση αυτή ο εφεσείοντας χρησιμοποίησε το πλαστογραφημένο διαβατήριο με απώτερο σκοπό να πετύχει την είσοδό του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διέμενε ο αδελφός του. Σφοδρή επιθυμία του εφεσείοντα που άνηκε στην κοινότητα "Ταμίλ", ήταν να εγκαταλείψει τη χώρα του για να αποφύγει την καταπίεση που υφίσταντο μέλη της κοινότητάς του. Επίσης, στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010 ημερομηνίας 24.05.11 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε αδικήματα πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, 3 μηνών σε αδίκημα πλαστοπροσωπίας, 2 μηνών για τη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και 15 μηνών στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων σε άτομο από το Ιράν που ήλθε στην Κύπρο επειδή κινδύνευε η ζωή του. Επρόκειτο για άτομο που προερχόταν από γονείς χαμηλής οικονομικής κατάστασης, με τον πατέρα του να είχε αποβιώσει 2 χρόνια προηγουμένως, την μητέρα του να παρουσιάζει προβλήματα υγείας και να είχε άλλα 10 αδέλφια, 4 από τα οποία διέμεναν με την μητέρα του. Επιπροσθέτως, είχε τονιστεί ότι τον τελευταίο χρόνο κινδύνευε η προσωπική του ασφάλεια στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας πολιτικών συγκρούσεων που επικρατούν εκεί και για αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να αιτηθεί πολιτικό άσυλο σε ευρωπαϊκή χώρα. Παρά τη συμπάθεια που το Δικαστήριο έδειξε, εντούτοις τονίστηκε ότι η συμπεριφορά του αλλοδαπού θα έπρεπε να ήταν διαφορετική. Περαιτέρω, στην υπόθεση Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 9 μηνών και 5 μηνών αντίστοιχα σε πρόσωπο που διέπραξε τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και της πλαστοπροσωπίας, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο δεν έκρινε ότι οι θέσεις του εφεσείοντα πως η πράξη του ήταν μεμονωμένη και ανόητη, πως έπεσε θύμα άλλου προσώπου, η υπόσχεση του πως δεν πρόκειται να διαπράξει άλλο αδίκημα ενόσω είναι σ' αυτή τη χώρα και πως έχει υποβάλει αίτηση για άσυλο δεν αποτελούσαν λόγο για επέμβαση του. Ακόμη στην υπόθεση Κουλλαπής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, η οποία μειώθηκε κατ΄έφεση στο 1 έτος. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στην παρούσα υπόθεση τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν σοβαρά, στοιχείο που εκλαμβάνεται επιβαρυντικό για τους κατηγορουμένους 1 και 2. Συγκεκριμένα, η σοβαρότητα των αδικημάτων έγκειται: (α) Στο ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν αρκέστηκαν στο να διαμένουν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά προχώρησαν στη διάπραξη και του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας που θεωρείται σοβαρότερο αδίκημα, επεκτείνοντας έτσι την αξιόποινη συμπεριφορά τους. (β) Στον εντοπισμό στοιχείου οργανωμένης συμπεριφοράς από μέρους των κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι προμηθεύτηκαν το νορβηγικό και ολλανδικό διαβατήριο αντίστοιχα που δεν τους ανήκαν και με αυτά προσπάθησαν να ξεγελάσουν τις κυπριακές αρχές προκειμένου να εισχωρήσουν στο έδαφος της Νορβηγίας. (γ) Παρόλο ότι δεν υπήρξε οικονομικό όφελος, εντούτοις υπήρξε προμελέτη και προσπάθεια εκτέλεσης ενός σχεδίου με σκοπό την αποκόμιση οφέλους, το οποίο όμως ανατράπηκε με τη σύλληψη των κατηγορουμένων 1 και 2 στο αεροδρόμιο της Πάφου από τις αστυνομικές αρχές τη στιγμή που επιχειρούσαν να αναχωρήσουν με προορισμό το Όσλο. (δ) Στο ότι η αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων 1 και 2 τερματίστηκε τελικά μόνο με την παρέμβαση των αστυνομικών αρχών κατά τον έλεγχο των διαβατηρίων και τη στιγμή που οι εν λόγω κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν έτοιμοι να αναχωρήσουν με προορισμό το Όσλο. (ε) Το ότι αν δεν υπήρχε έγκαιρη παρέμβαση από τις αστυνομικές αρχές η αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων 1 και 2 θα είχε και συνέχεια δια της προσπάθειας εξαπάτησης και άλλης ευρωπαϊκής χώρας και συγκεκριμένα της Νορβηγίας, χωρίς να αποκλείεται και η προσπάθεια εξαπάτησης και άλλης χώρας και συγκεκριμένα της Σουηδίας αφού τελικός προορισμός των εν λόγω κατηγορουμένων ήταν η χώρα αυτή. Προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την συνεργασία τους με τις αστυνομικές αρχές και η ομολογία τους στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. (β) Την άμεση παραδοχή τους στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων 1 και 2, όπως αυτές περιέχονται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα: (
- i)Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 ότι: · Είναι ηλικίας 17 ετών και άγαμος. · Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης με τους γονείς του να μην εργάζονται εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης που επικρατεί στη χώρα του. · Αντιμετωπίζει εκ γενετής πρόβλημα ακοής στο δεξί του αυτί. (
- ii)Σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 ότι: · Είναι ηλικίας 17 ετών. · Προέρχεται από φτωχή οικογένεια. · Οι γονείς της δεν εργάζονται και συντηρούνται από το εισόδημα που λαμβάνει η μεγαλύτερη θυγατέρα τους. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τους κατηγορουμένους 1 και 2. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και στους δύο κατηγορουμένους είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στους κατηγορουμένους 1 και 2 ποινή στερητικής της ελευθερίας τους. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στους κατηγορουμένους 1 και 2 οι εξής ποινές: Κατηγορούμενος 1: 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών Κατηγορούμενη 2: 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών Κατηγορούμενος 1: 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών Κατηγορούμενη 2: 10η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους 1 και 2 συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους 1 και 2 θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση τους ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην προκειμένη περίπτωση και οι δύο κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και αφού συνελήφθηκαν συνεργάστηκαν πλήρως με τις αστυνομικές αρχές ομολογώντας την αξιόποινη συμπεριφορά τους. Ακολούθως, οι εν λόγω κατηγορούμενοι προέβησαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε άμεση παραδοχή των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν. Από τις δε 10.12.13 μέχρι σήμερα τελούν υπό κράτηση. Το Δικαστήριο ακόμη δεν παραγνωρίζει το εκ γενετής πρόβλημα υγείας που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει και αφορά πρόβλημα ακοής στο δεξί του αυτί. Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι και οι δύο κατηγορούμενοι είναι μόλις 17 ετών, μία ηλικία που χαρακτηρίζεται από τη λήψη απερίσκεπτων ενεργειών. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι και οι δύο κατηγορούμενοι στην προσπάθεια τους να υλοποιήσουν τα όνειρα τους, ως νέοι που είναι, για ένα καλύτερο μέλλον απερίσκεπτα προέβησαν στη διάπραξη των αδικημάτων. Βασικά παρασυρόμενοι είτε από ενθουσιασμό συνεπεία της διαφυγής τους από τη χώρα καταγωγής τους είτε από αγωνία για επίτευξη κάτι καλύτερου, συναισθήματα φυσιολογικά λόγω του πολύ νεαρού της ηλικίας τους, προέβηκαν στην αξιόποινη συμπεριφορά τους χωρίς να έχουν προηγουμένως εκτιμήσει τη σοβαρότητα και συνέπειες των πράξεων τους. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι το πολύ νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα προαναφερόμενα, επιτρέπει στο να δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία στους κατηγορουμένους 1 και 2 για να συνεχίσουν τη ζωή τους. Το Δικαστήριο ελπίζει ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα αδράξουν την ευκαιρία αυτή που τους δίνεται και θα προχωρήσουν χωρίς πλέον οποιεσδήποτε παρανομίες. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή των ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους 1 και 2. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορούμενους 1 και 2 ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στους κατηγορούμενους 1 και 2 η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Παράλληλα, δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχει ο νόμος διατάζω όπως σε περίπτωση που μέσα από τις επιστημονικές εξετάσεις διαπιστωθεί ότι οποιοδήποτε από το νορβηγικό και ολλανδικό διαβατήριο είναι γνήσιο αυτό να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του. Διαφορετικά εάν οι εξετάσεις υποδείξουν ότι οποιοδήποτε από αυτά δεν είναι γνήσιο τότε αυτό να κατασχεθεί και να καταστραφεί. Όσον αφορά τις δύο κάρτες επιβίβασης, αυτές να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Πλαστοπροσωπεία -Παράνομη παραμονή/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο