← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Στέλιου, Αρ. Υπόθεσης: 5224/11, 17/1/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Στέλιου, Αρ. Υπόθεσης: 5224/11, 17/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5224/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v. Γεώργιος Στέλιου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 17/01/

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Σαββίδου. Κατηγορούμενος: παρόν. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 1) και την κατηγορία απερίσκεπτες κα αμελείς πράξεις κατά παράβαση του άρθρου 236(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και τις δύο πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αστ. 2527 Ηλία Ηλία (Μ.Κ.1), τον κ. Δημήτρη Μιχαηλίδη (Μ.Κ.2) και τον κ. Μάριο Γεωργίου (Μ.Κ.3). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των διαδίκων. Προτού το πράξω όμως, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τις εκδοχές των μερών, όπως αυτές έχουν προκύψει από την προσαχθείσα μαρτυρία. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι ότι στις 12/08/2010 οι Μ.Κ.2 και 3 ήταν φρουροί ασφαλείας στην εταιρεία «ΑΣΠΙΔΑ» και εργάζονταν για λογαριασμό του Δήμου Πάφου, περιπολώντας στην περιοχή της Κάτω Πάφου διευκολύνοντας την τροχαία κίνηση με οδηγίες της τροχονομίας του Δήμου Πάφου. Περί η ώρα 20:30 εντόπισαν ένα όχημα το οποίο είχε υποστεί βλάβη και ήταν σταματημένο στη μέση της οδού Κωνσταντίας και εμπόδιζε την τροχαία κίνηση. Τότε αυτοί, μετά από οδηγίες Λοχία της τροχονομίας του Δήμου Πάφου, απέκοψαν το δρόμο και διοχέτευαν την τροχαία κίνηση προς άλλη κατεύθυνση. Σε κάποια στιγμή τους πλησίασε το ταξί με αρ. εγγραφής ΤΚVH 629 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο, το σταμάτησαν και του εξήγησαν ότι δεν μπορεί να προχωρήσει. Αυτός επέμενε να συνεχίσει την πορεία του και φώναζε. Ενώ ο Μ.Κ.2 βρισκόταν μπροστά από το εν λόγω όχημα, ο κατηγορούμενος εκκίνησε το όχημα του και κτύπησε τον Μ.Κ.1 στα πόδια και τότε αυτός μετακινήθηκε πιο πίσω για να αποφύγει δεύτερο κτύπημα ενώ ο κατηγορούμενος συνέχισε να προχωρεί το όχημα του προς τα πάνω του με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει ξανά. Τότε ο Μ.Κ.3 που είδε τι συνέβαινε πήγε και έβαλε τα χέρια του μέσα από το παράθυρο του αυτοκινήτου και έσβησε τη μηχανή παίρνοντας τα κλειδιά του οχήματος. Αντίθετη ήταν η θέση του κατηγορούμενου, όπως αυτή φαίνεται από την γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία, τεκμήριο
  3. Αναφέρει ότι τη συγκεκριμένη μέρα όταν προσέγγισε το σημείο είδε ότι είχε ένα όχημα σταματημένο στη μέση του δρόμου σε απόσταση περί τα 200 μέτρα. Αυτός μετέφερε πελάτες τη συγκεκριμένη στιγμή και ήθελε να τους αφήσει σε απόσταση περίπου 40 μέτρων από το σημείο που τον ανέκοψαν οι Μ.Κ.2 και 3 και επειδή μια από τους πελάτες ήταν παράλυτη, ζητούσε να του επιτρέψουν να προχωρήσει και να τους αφήσει πιο κάτω και ακολούθως να επιστρέψει πίσω. Αυτοί δεν τον άφηναν και γελούσαν και την ώρα που ξεκίνησε για να προχωρήσει, ο Μ.Κ.1 που ήταν δίπλα στην πόρτα του οδηγού μπήκε μπροστά στο αυτοκίνητο του, χωρίς όμως να τον κτυπήσει. Ακολούθως, σταμάτησε και κατέβηκε από το αυτοκίνητο του χωρίς να γίνει κάτι άλλο και οι πελάτες πήγαν στο σημείο με τα πόδια. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες που προέβηκε μετά από την καταγγελία του παραπονούμενου. Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήταν αντικειμενικός και ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και γενικά να αναφέρει τις ενέργειες που έκανε και την όλη εμπλοκή του στην υπόθεση. Η αντεξέταση του επικεντρώθηκε σε κάποιες αναφορές του σχετικά με τις εκδοχές που του ανέφεραν τα εμπλεκόμενα μέρη και ουσιαστικά αμφισβητήθηκε η ακρίβεια των ισχυρισμών αυτών. Είναι ξεκάθαρο ότι το τι του ανέφεραν οι εμπλεκόμενοι είναι αυτά που φαίνονται στις καταθέσεις τους ως εκ τούτου τυχόν ανακριβής μεταφορά τους από τον μάρτυρα αυτό δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του. Άλλωστε ο ίδιος δεν έχει γνώση για το τι έλαβε χώρα και η μαρτυρία του περιορίστηκε στις ενέργειες που έκανε και ουσιαστικά στη λήψη καταθέσεων και την πρόσαψη κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου. Εν όψει των πιο πάνω η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού γίνεται αποδεκτή με τη πιο πάνω διευκρίνιση. Οι Μ.Κ.2 και 3 ήταν, ο παραπονούμενος και ο συνάδελφος του κατά τον ουσιώδη χρόνο αντίστοιχα και ανέφεραν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα και πώς ο κάθε ένας από αυτούς τα αντιλήφθηκε. Έχω παρακολουθήσει και έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών και έχω καταλήξει ότι αυτή είναι αξιόπιστη και ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτήν και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Τυχόν μικροδιαφορές στη μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους και τη βασική και σταθερή τους θέση ότι κατά την ώρα που ο κατηγορούμενος κινήθηκε προς τα εμπρός, ο παραπονούμενος βρισκόταν μπροστά από το αυτοκίνητο του και ότι τον κτύπησε. Επίσης, και οι δύο μου έχουν κάνει καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθεταν και δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις σε σχέση με την εξιστόριση των ουσιαστικών γεγονότων και του τρόπου που έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο. O Μ.Κ.2 ήταν σταθερός και κατηγορηματικός στη θέση του ότι στεκόταν μπροστά από το όχημα του κατηγορουμένου και ότι ενώ στεκόταν στο σημείο αυτό, ο κατηγορούμενος προχώρησε με το όχημα του και τον κτύπησε 2 - 3 φορές στα πόδια, περιγράφοντας τον τρόπο που το έπραξε. Επίσης, απέρριψε τη θέση που του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήθελε να προχωρήσει για να κατεβάσει ένα ζευγάρι πελάτες που είχε στο αυτοκίνητο και η κοπέλα ήταν παράλυτη. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας εξήγησε το τι προηγήθηκε του όλου επεισοδίου και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος έδειχνε να μην συμμορφωνόταν με τις υποδείξεις του και να επιμένει να περάσει. Περαιτέρω, περιέγραψε τον τρόπο που ο κατηγορούμενος μετά από τα πιο πάνω ενέργησε και συγκεκριμένα ότι συνέχισε να προχωρά προς τα εμπρός κτυπώντας τον στα πόδια και τότε ο μάρτυρας άρχισε να πηγαίνει προς τα πίσω και ο κατηγορούμενος συνέχισε να προχωρά. Η θέση του μάρτυρα αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση του. Ιδιαίτερα, δεν έχει διαφανεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι ενδεχομένως, αυτός να στεκόταν στο πλάι του οχήματος του κατηγορουμένου και ότι όταν αυτός επιχείρησε να προχωρήσει τότε πετάχτηκε μπροστά από το όχημα. Άλλωστε δεν έχει διευκρινιστεί πώς αυτή η ενέργεια θα μπορούσε να λάβει χώρα από το σημείο που κατ' ισχυρισμό στεκόταν ο παραπονούμενος. Αναφορικά με τα τραύματα που υπέστηκε από τα κτυπήματα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι πονούσε στα πόδια αλλά μπορούσε να μετακινηθεί. Επίσης, είπε ότι μετέβηκε στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Νοσοκομείου Πάφου μετά την καταγγελία που προέβηκε στην Αστυνομία και κατέθεσε αντεξεταζόμενος σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 6). Σε αυτό αναφέρεται ότι παραπονείτο για άλγος στο 1ο μετατάρσιο αριστερού κάτω ποδιού χωρίς εμφανής εξωτερικές κακώσεις και ούτε οποιαδήποτε οστική κάκωση. Σε σχέση με τα πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι πέραν του πόνου που είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο νομίζει είχε και μώλωπα στα πόδια ενώ στη συνέχεια είπε ότι συμφωνεί με τα όσα αναφέρονται στο ιατρικό πιστοποιητικό. Σε σχέση με τις αναφορές αυτές του μάρτυρα ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι αυτές είναι αντιφατικές και κλονίζουν την αξιοπιστία του. Εκείνο το οποίο παρατηρείται από τις απαντήσεις που ο μάρτυρας έδωσε σε σχέση με το κατά πόσο είχε οποιοδήποτε τραυματισμό στο πόδι και συγκεκριμένα μώλωπα είναι ότι αυτός δεν ήταν σίγουρος και δεν θυμόταν με βεβαιότητα να το πει αυτό, παρά την σχετική αναφορά του. Πέραν της αναφοράς του για πόνο που είχε μετά από τα σχετικά κτυπήματα στα πόδια φαίνεται ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια οποιοδήποτε άλλο τραυματισμό ούτε ήταν σίγουρος κατά πόσο είχε ένα τέτοιο τραυματισμό. Επομένως, θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές του αυτές και στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του. Πέραν τούτου όμως, ο μάρτυρας δεν φάνηκε να διαφωνεί με τα ευρήματα που αναφέρονται στο τεκμήριο 6 αλλά και οι αναφορές του για το πού αυτός κτυπήθηκε και πονούσε δεν αναιρούν τον τρόπο που έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο. Επιπρόσθετα και ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, δεν διαπιστώνεται ότι οι όποιες αναφορές του μάρτυρα περί του τραυματισμού του μετά το επεισόδιο είχαν οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ή ότι προσπάθησε να μεγιστοποιήσει τα τραύματα του με σκοπό να έχει ίδιον όφελος ή να πείσει για την εκδοχή του. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της πλην της πιο πάνω διευκρίνησης σε σχέση με την αναφορά του για τον τραυματισμό του στην οποία δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα. Ο Μ.Κ.3 ήταν μαζί με τον Μ.Κ.2 κατά τον ουσιώδη χρόνο και ανάφερε τα γεγονότα που έλαβαν χώρα όπως ο ίδιος τα αντιλήφθηκε. Εκείνο που ουσιαστικά ανέφερε ήταν ότι ενώ ο Μ.Κ.2 στεκόταν μπροστά από το όχημα του κατηγορουμένου με σκοπό να τον εμποδίζει να προχωρήσει τότε αυτός προχώρησε και κτύπησε στα πόδια τον παραπονούμενο, σταμάτησε και ξανά εκκίνησε και τον ξανά κτύπησε. Αυτό έγινε 3 - 4 φορές είπε. Αναφορικά με το πόσες φορές αυτό έγινε και κατά πόσο ήταν 2 - 3 φορές ή 6 φορές όπως αρχικά ανάφερε στην κατάθεση του ο μάρτυρας, είναι προφανές ότι αυτός δεν μπορούσε να το καθορίσει. Χαρακτηριστικά είπε ότι δεν μετρούσε πόσες φορές το έκανε και ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε όταν του πήρε τα κλειδιά. Εν όψει των πιο πάνω απαντήσεων του θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στις αναφορές του για τον αριθμό των φορών που έλαβε χώρα η κίνηση αυτή του κατηγορουμένου ούτε μπορεί οι απαντήσεις του επί τούτου να θεωρηθούν αντιφατικές. Ο μάρτυρας είπε ότι δεν μετρούσε πόσες φορές αυτό έλαβε χώρα. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχω διαπιστώσει ότι η καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου έγινε εκδικητικά ή για οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό και ούτε η αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού έχει κλονιστεί επί του ουσιαστικού ζητήματος, που ήταν ο τρόπος που αντίδρασε και οδήγησε ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και το πού ο παραπονούμενος βρισκόταν τη δεδομένη στιγμή. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων γι αυτό την αποδέχομαι με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Γενικά θεωρώ ότι οι Μ.Κ.2 και 3 ανέφεραν στο Δικαστήριο την αλήθεια και περιέγραψαν στο Δικαστήριο τον τρόπο που έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο όπως ο κάθε ένας το αντιλήφθηκε. Πέραν κάποιων μικροδιαφορών στην μαρτυρία τους οι οποίες όπως έχω αναφέρει δεν κλονίζουν την αξιοπιστία της, η θέση τους για την αντίδραση του κατηγορούμενου και τον τρόπο που οδήγησε το όχημα του αλλά και πού ο παραπονούμενος βρισκόταν κατά τον χρόνο εκείνο, ήταν η ίδια και δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε ουσιαστική διαφορά. Ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία, τεκμήριο 2. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Από την κατάθεση του κατηγορούμενου μπορεί να γίνει αποδεκτό το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημα - ταξί με αρ. εγγραφής ΚVH 629 στην οδό Κωνσταντίας, στο σταυροδρόμι, στην Κ. Πάφο και του έγινε σήμα να σταματήσει καθότι ο δρόμος ήταν κλειστός λόγω του ότι υπήρχε σταθμευμένο ένα όχημα. Η εν λόγω θέση συνάδει και με την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Πέραν του πιο πάνω όμως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει αποδεκτό οποιοδήποτε άλλο μέρος της κατάθεσης του κατηγορούμενου και ειδικότερα το μέρος εκείνο στο οποίο αναφέρεται ότι όταν επιχείρησε να προχωρήσει τότε ο παραπονούμενος πετάχτηκε μπροστά από το όχημα του. Η θέση αυτή αποτελεί εξήγηση για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα, δεν δόθηκε ενόρκως και συγκρούεται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 12/08/2010 ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2) και ο Μ.Κ.3 ήταν φρουροί ασφαλείας στην εταιρεία «ΑΣΠΙΔΑ» και εργάζονταν για λογαριασμό του Δήμου Πάφου περιπολώντας στην περιοχή της Κάτω Πάφου διευκολύνοντας την τροχαία κίνηση με οδηγίες της τροχονομίας του Δήμου Πάφου. Γύρω στις 20:30, ενώ διενεργούσαν περιπολία εντόπισαν ένα αυτοκίνητο να βρίσκεται σταματημένο στη μέση της οδού Κωνσταντίας στην Κ. Πάφο, λόγω μηχανικής βλάβης και να εμποδίζει την τροχαία κίνηση. Αφού ενημέρωσαν το Λοχία της τροχονομίας του Δήμου Πάφου και πήραν σχετικές οδηγίες, απέκοψαν τη διέλευση οχημάτων στην πιο πάνω οδό και αφού στάθηκαν στο σταυροδρόμι την εν οδού, διοχέτευαν την τροχαία κίνηση προς άλλη κατεύθυνση. Η απόσταση που βρισκόταν σταματημένο το εν λόγω όχημα από το σημείο που αυτοί άρχισαν να διοχετεύουν την τροχαία κίνηση προς άλλη κατεύθυνση ήταν γύρω στα 50 - 80 μέτρα. Σε κάποια στιγμή, τους προσέγγισε το ταξί - όχημα με αρ. εγγραφής ΤKVH 629 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και ο παραπονούμενος το σταμάτησε για να του εξηγήσει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει. Αυτός επέμενε και ήθελε να προχωρήσει και ο παραπονούμενος εξακολουθούσε να του εξηγεί ότι δεν μπορεί να το πράξει λόγω του προβλήματος που υπήρχε στο δρόμο και του υποδείκνυε την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει και επέμενε να προχωρήσει. Σε κάποια στιγμή ενώ ο παραπονούμενος στεκόταν μπροστά από το όχημα του κατηγορουμένου, ο τελευταίος εκκίνησε το αυτοκίνητο του με αποτέλεσμα να κτυπήσει στα πόδια, χαμηλά, τον παραπονούμενο με το μπροστινό του μέρος. Στη συνέχεια, ο παραπονούμενος κινήθηκε προς τα πίσω για να αποφύγει το όχημα του κατηγορουμένου και ο κατηγορούμενος συνέχισε να προχωρεί μπροστά με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει ξανά. Αυτό έλαβε χώρα δύο με τρείς φορές. Ακολούθως, ο Μ.Κ.3 που έβλεπε τι συνέβαινε έτρεξε και έβαλε τα χέρια του μέσα από το παράθυρο του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου, έσβησε τη μηχανή και πήρε τα κλειδιά με αποτέλεσμα το όχημα να σταματήσει. Μετά το πιο πάνω επεισόδιο ο παραπονούμενος ένοιωθε πόνο στα πόδια του και μαζί με τον Μ.Κ.3 επισκέφθηκαν την Αστυνομία όπου έκαναν καταγγελία και ακολούθως το Τμήμα Α΄ Βοηθειών όπου μετά από σχετική εξέταση δεν εντοπίστηκε οποιοσδήποτε τραυματισμός. NOMIKH ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της κοινής επίθεσης που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει με την 1ην κατηγορία, προβλέπεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο αναφέρει ότι οποιοσδήποτε επιτίθεται παράνομα εναντίον άλλου είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £1,000 ή και τις δύο ποινές. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων, προβλέπεται στο άρθρο 236 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «236. Όποιος, µε τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασµένο ή αµελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόµενο να προκαλέσει σωµατική βλάβη σε άλλο— (α) οδηγεί όχηµα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δηµόσια διάβαση· ή .................................................................... είναι ένοχος πληµµελήµατος:». Με βάση το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου εκείνο το οποίο θα πρέπει να αναλυθεί είναι ο βαθμός αμέλειας που πρέπει να αποδεικνύεται έτσι ώστε να ικανοποιεί τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου. Η ανάλυση του θέματος αυτού έγινε στην Χρήστος Μαυρομμάτης v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 69 όπου έγινε και εκτενής ανασκόπηση της μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος της ποινικής αμέλειας. Στην εν λόγω απόφαση έγινε αναφορά και ταξινόμηση των αδικημάτων τα οποία περιέχουν και απαιτούν αμέλεια στη διάπραξη τους αρχίζοντας από το αδίκημα της ανθρωποκτονίας του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο απαιτεί υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που είναι ο ψηλότερος βαθμός αμέλειας και καταλήγοντας στην αμέλεια που απαιτείται στο άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72και στην αστική αμέλεια που είναι ο χαμηλότερος βαθμός αμέλειας που απαιτείται. Αναφορά επίσης, έγινε και στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπου σε αυτό, μετά την τροποποίηση του, περιλήφθηκε και ο όρος αλόγιστη συμπεριφορά (recklessness) όπως αυτή ερμηνεύεται στις αποφάσεις R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961 (H.L.) και R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 στις οποίες αναλύεται εκτενώς το θέμα της αλόγιστης πράξης. Αναφορικά με το άρθρο 236 του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι αποκλείει ως εκ της διατυπώσεως του την υπαίτιο αμέλεια. Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του νόμου 86/72. Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas v. The Police
(1985)2 C.L.R. 114). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι δεν θα πρέπει να τίθεται ούτε το ανώτατο ή έστω ένα πολύ υψηλό επίπεδο, αλλά ούτε από την άλλη το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται με ένα πολύ χαμηλό επίπεδο προσοχής. Απαιτείται δίκαιο και εύλογο επίπεδο προσοχής και ικανότητας. Τέλος, διευκρινίστηκε ότι στην μετάφραση του Ποινικού Κώδικα, στο άρθρο 236 έχει προστεθεί στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και η αλόγιστη συμπεριφορά που δεν υπάρχει στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο τη κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να προχωρήσει το όχημα του ενώ μπροστά από αυτό βρισκόταν ο παραπονούμενος με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει και στην συνέχεια να ακολουθήσει η ίδια συμπεριφορά, αναμφίβολα συνιστά επίθεση. Ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να προχωρήσει στην οδό Κωνσταντίας παρά τις περί αντιθέτου παραινέσεις του παραπονουμένου εκκίνησε το όχημα του προς το μέρος του παραπονουμένου ο οποίος στεκόταν μπροστά από αυτό. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι η ενέργεια του αυτή έγινε με πρόθεση. Ο παραπονούμενος βρισκόταν μπροστά από το όχημα, ο κατηγορούμενος τον έβλεπε και παρά ταύτα προχώρησε εναντίον του με τον τρόπο που το έπραξε. Η ενέργεια του αυτή προκάλεσε τον φόβο του παραπονούμενου ο οποίος κινήθηκε προς τα πίσω για να αποφύγει το όχημα του κατηγορούμενου και περαιτέρω κτύπημα, οπόταν ο κατηγορούμενος συνέχισε να κινείται εναντίον του με τον ίδιο τρόπο. Ακόμη όμως και να θεωρηθεί ότι η πράξη του αυτή και όλα τα γεγονότα δεν αποδεικνύουν πρόθεση του κατηγορούμενου να επιτεθεί του παραπονούμενου, σίγουρα είναι αρκετά να τεκμηριώσουν απερισκεψία εκ μέρους του κατηγορούμενου, στοιχείο αρκετό να στοιχειοθετήσει το αδίκημα αυτό. Αναφορικά με την 2ην κατηγορία, εκείνο το οποίο προκύπτει από τα γεγονότα είναι ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου να εκκινήσει το όχημα του ενώ μπροστά από αυτό βρισκόταν ο παραπονούμενος, να τον κτυπήσει στα πόδια και ακολούθως να επαναλάβει την ίδια οδική συμπεριφορά, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως βεβιασμένη και αμελής εν τη έννοια του άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα. Ο κατηγορούμενος με την επιμονή του να αρνείται να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του παραπονούμενου και να θέλει να προχωρήσει στην οδό Κωνσταντίας, βεβιασμένα προχώρησε το όχημα του με τον τρόπο που το έπραξε. Επίσης, η ενέργεια του αυτή και ο τρόπος οδήγησης του οχήματος του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απλός ως αμελής με την έννοια της απροσεξίας ή του απλού λάθους. Η αμέλεια του κατηγορουμένου είναι υψηλότερου βαθμού, αφού όπως έχει προκύψει ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν μπροστά από το όχημα του και τον έβλεπε προχώρησε προς το μέρος του το όχημα, τον κτύπησε και ακολούθως επανέλαβε την ίδια συμπεριφορά. Κρίνω επίσης, ότι από την πιο πάνω οδηγική συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε ενδεχόμενο να προκληθεί σωματική βλάβη στον παραπονούμενο αφού τον είχε κτύπησε στα πόδια καθώς επίσης συνεχίζοντας τον ίδιο τρόπο οδήγησης έθετε σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια τη ζωή του παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος οδήγησε με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω το όχημα του προς το μέρος που βρισκόταν ο παραπονούμενος και ενώ τον κτύπησε στα πόδια συνέχισε να προχωρεί προς το μέρος του επαναλαμβάνοντας την ίδια συμπεριφορά. Καταλήγοντας, θεωρώ ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία και αυτού του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.