← Κύπρος

Θέμη Θεμιστοκλέους ν. Γεωργίας Φουρνίδου, Αρ.Υπόθεσης: 6023/10, 16/1/2014

Θέμη Θεμιστοκλέους ν. Γεωργίας Φουρνίδου, Αρ.Υπόθεσης: 6023/10, 16/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 6023/10 Μεταξύ Θέμη Θεμιστοκλέους -ν- Γεωργίας Φουρνίδου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου, 2014 Για Παραπονούμενο: κ Ζανούππας Για Κατηγορούμενη: κα Πρωτοπαπά Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 305 (Α)

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη κατά ή περί την 14.04.2010 και/ή πρωτύτερα και/ή μεταγενέστερα στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε την μη εξόφληση (STOP PAYMΕNT) της εκδοθείσας από αυτήν επιταγής υπ' αριθμό 17102648 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Ελλήνων Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως Κύπρου (Σ.Τ.Ε.Λ.Μ.Ε.Κ) Λτδ για το ποσό των €5.000 η οποία ήταν εξαργυρωτέα την 14.04.2010 για λογαριασμό του παραπονούμενου Θέμη Θεμιστοκλέους. Για την απόδειξη της υπόθεσης της η πλευρά του Παραπονούμενου κάλεσε έναν μάρτυρα, τον Μακάριο Παναγιώτου (ΜΚ1) ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1). Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, τα πιο κάτω δηλώθηκαν από κοινού ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: - Σε σχέση με την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε πολιτική αγωγή ούτε από τον ΜΚ.1 Μακάριο Παναγιώτου ούτε από τον παραπονούμενο Θέμη Θεμιστοκλέους. - Η εν λόγω επιταγή, Τεκμήριο 1, κατατέθηκε προς εξαργύρωση από τον κ. Θέμη Θεμιστοκλέους δηλαδή τον παραπονούμενο ως φαίνεται στο κατηγορητήριο και δεν εξαργυρώθηκε λόγω ανάκλησης της εκδότριας δηλαδή της κατηγορούμενης. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα καθίστανται μέρος των ευρημάτων μου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορουμένης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης ήταν και η μόνη που προσκομίστηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης. Η Κατηγορούμενη κατά την αντεξέταση της κατέθεσε ως Τεκμήριο την εντολή μη πληρωμής που έδωσε η ίδια προς την πληρώτρια Τράπεζα (Τεκμήριο 2). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με το επίδικο θέμα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. ΜΚ1 Ο ΜΚ1 ανέφερε στην μαρτυρία του ότι την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1 (στο εξής θα καλείται ως η «επιταγή»), του την παρέδωσε κάποιος Ανδρέας Κλεάνθους, ο οποίος του ανέφερε ότι την επιταγή του την παρέδωσε η Κατηγορούμενη για κάποια «παλαιά πράγματα» που ο Κλεάνθους πώλησε στην Κατηγορούμενη. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το όνομα του δικαιούχου το συμπλήρωσε ο ίδιος στην επιταγή, καθώς ήταν κενό, και ανέγραψε σε αυτό το όνομα του Παραπονούμενου ο οποίος είναι συνεργάτης του και στον οποίο απλώς ανέθεσε την εξαργύρωση της επιταγής διότι ο ίδιος λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων δεν μπορούσε να μεταβεί στην Τράπεζα για να την εξαργυρώσει. Επίσης, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο δεν εξαργυρώθηκε η επιταγή. Κατά την αντεξέταση του και μετά από σχετική ερώτηση απάντησε ότι προβληματίστηκε για το γεγονός ότι η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε, δεν επικοινώνησε όμως με τον Κλεάνθους αλλά αποτάθηκε στον δικηγόρο του. Στην συνέχεια και μετά από σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούμενης, ανέφερε ότι επικοινώνησε με την Κατηγορούμενη και της ζήτησε να τον επισκεφθεί στο κατάστημα του. Η Κατηγορούμενη όντως τον επισκέφθηκε και ήταν συγχυσμένη, του ανέφερε ότι την ξεγέλασε ο Κλεάνθους και ότι θα του έδιδε το όχημα της για να τον εξοφλήσει. Σε ερώτηση της κας Πρωτοπαπά αν η Κατηγορούμενη γνώριζε ότι η επιταγή δόθηκε στον ίδιο, ο ΜΚ1 απάντησε ότι το γνώριζε η Κατηγορουμένη διότι η επιταγή παραδόθηκε στον Κλεάνθους από την Κατηγορούμενη ένα απόγευμα έξω από το κατάστημα του ΜΚ
  1. Στην συνέχεια όμως διαφοροποίησε τον πιο πάνω ισχυρισμό του αναφέροντας ότι η Κατηγορούμενη γνώριζε ότι η επιταγή παραδόθηκε σε αυτόν διότι την πληροφόρησε σχετικά ο Κλεάνθους ο οποίος επίσης της ανέφερε ότι η επιταγή δεν εξαργυρωνόταν. Ο ΜΚ1 δεν μου άφησε θετική εικόνα. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα και τον τρόπο που απαντούσε, δεν με έπεισε ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την πάσα αλήθεια. Προσπάθησε να δείξει ότι η Κατηγορούμενη κινήθηκε με κακή πίστη σε σχέση με την ανάκληση της πληρωμής της επιταγής, χωρίς όμως να προσφέρει μέσω της μαρτυρίας του οτιδήποτε το απτό και συγκεκριμένο επί του εν λόγω ζητήματος. Συγκεκριμένα, κατά την κυρίως εξέταση του, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο ανακλήθηκε η πληρωμή της επιταγής, ενώ κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι πληροφορήθηκε από την Κατηγορούμενη ότι ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής διότι ο Κλεάνθους δεν της παρέδωσε τα αντικείμενα τα οποία συμφώνησαν να της πωλήσει. Περαιτέρω, ενώ ανέφερε ότι προβληματίστηκε για την μη εξαργύρωση της επιταγής, εντούτοις δεν επικοινώνησε με τον Κλεάνθους ο οποίος όπως ο ίδιος ανέφερε ήταν γνωστός του. Επίσης προσπάθησε να πείσει ότι η Κατηγορούμενη γνώριζε εκ των προτέρων ότι η επιταγή παραδόθηκε στον ίδιο, καταφεύγοντας ωστόσο σε αναφορές οι οποίες αλληλοαναιρούνταν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι ενώ από την μία δήλωσε ότι μετά που η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε δεν επικοινώνησε με τον Κλεάνθους, από την άλλη ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη γνώριζε ότι η επιταγή παραδόθηκε στον ίδιο αφού την πληροφόρησε σχετικά ο Κλεάνθους ο οποίος της ανέφερε ότι η επιταγή δεν εξαργυρωνόταν. Εύλογα προκύπτει το ερώτημα πως ο ΜΚ1 ήταν σε θέση να γνωρίζει τα πιο πάνω, εφόσον όπως ο ίδιος δήλωσε δεν επικοινώνησε με τον Κλεάνθους. Επίσης, τα πιο πάνω αναιρούν και όσα ο ίδιος είχε αναφέρει σε προγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης του, ότι δηλαδή η Κατηγορούμενη γνώριζε ότι η επιταγή παραδόθηκε σε αυτόν διότι δόθηκε στον Κλεάνθους έξω από το κατάστημα του. Δεν μπορώ επίσης να μην σχολιάσω τον εν λόγω ισχυρισμό ο οποίος, κατά την άποψη μου, στερείται λογικής συνοχής. Δηλαδή, ακόμα και αν όντως η Κατηγορούμενη παρέδωσε την επιταγή στον Κλεάνθους έξω από το κατάστημα του ΜΚ1, για ποιο λόγο το γεγονός αυτό θα έπρεπε να οδηγήσει την Κατηγορούμενη στο συμπέρασμα ότι η επιταγή κατέληξε στην συνέχεια στο ΜΚ
  2. Υπό το φως των πιο πάνω δεν δέχομαι την μαρτυρία του και από αυτήν δέχομαι μόνο τα ακόλουθα σε σχέση με την παράδοση της επιταγής σε αυτόν από τον Κλεάνθους, καθώς και ότι ο ίδιος ο ΜΚ1, συμπλήρωσε το όνομα του Παραπονούμενου ως του δικαιούχου της επιταγής και την παρέδωσε σε αυτόν προς εξαργύρωση. Τα πιο πάνω αναφερόμενα δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Αποτελεί δε σταθερή θέση της νομολογίας ότι το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ως αξιόπιστο και άλλο ως αναξιόπιστο. (βλ υπόθεση Mustafa ανωτέρω) Κατηγορούμενη Η Κατηγορούμενη στην ένορκη μαρτυρία της ανέφερε ότι εξέδωσε την επιταγή και την παρέδωσε στον Κλεάνθους χωρίς να συμπληρώσει σε αυτή το όνομα του δικαιούχου κατόπιν παράκλησης του Κλεάνθους. Την επιταγή την εξέδωσε προς όφελος του Κλεάνθους με τον οποίο συμφώνησε όπως ο τελευταίος την προμηθεύσει με μία παλαιά άμαξα αξίας €5.000 και ένα παλαιό νόμισμα αξίας €2.
  3. Η επιταγή αποτελούσε μέρος της συνολικής συμφωνηθείσας αξίας. Η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι στις 12.04.2010 έδωσε γραπτή εντολή ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής, δίδοντας ως λόγο για την ανάκληση την αθέτηση συμφωνίας, καθώς σε επικοινωνίες που είχε με τον Κλεάνθους περί τα τέλη Μαρτίου και αρχές Απριλίου 2010 ρωτώντας τον πότε θα της παραδώσει τα αντικείμενα τα οποία συμφώνησαν να της πωλήσει, ο Κλεάνθους της ανέφερε σε κάθε επικοινωνία ότι θα της τα παρέδιδε αύριο χωρίς όμως να υλοποιήσει τις υποσχέσεις του. Σε επικοινωνία δε που είχε μαζί του στις αρχές Απριλίου και μετά από ερώτηση της γιατί καθυστερούσε να της παραδώσει τα αντικείμενα, ο Κλεάνθους την πληροφόρησε ότι θα τα έφερνε από τα κατεχόμενα. Επίσης, ανέφερε η Κατηγορούμενη ότι μετά που έδωσε την εντολή για ανάκληση της πληρωμής της επιταγής προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Κλεάνθους, αλλά δεν κατέστη δυνατό. Σε σχέση με τον ΜΚ1 ανέφερε ότι τον γνωρίζει από παλαιά διότι ήταν μαθητής στο σχολείο στο οποίο εργαζόταν ως Καθηγήτρια. Κατέθεσε επίσης ότι ο ΜΚ1 επικοινώνησε μαζί της, μετά που ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής και την πληροφόρησε ότι αυτή βρίσκεται στην κατοχή του. Ακολούθως συνάντησε τον ΜΚ1 στο μαγαζί του και του εξήγησε τον λόγο για τον οποίο ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής, δηλαδή του ανέφερε ότι ο Κλεάνθους δεν της παρέδωσε τα αντικείμενα που συμφώνησε να αγοράσει από αυτόν και για τα οποία εξέδωσε την επιταγή. Κατά την αντεξέταση της, η Κατηγορούμενη κατέθεσε μετά από σχετικό αίτημα του συνηγόρου του Παραπονούμενου ως Τεκμήριο 2 το αντίγραφο της εντολής ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής (στο εξής η «εντολή»). Σε ερώτηση που της υποβλήθηκε ότι στην εντολή περιλαμβάνεται και άλλη επιταγή εκτός από την επίδικη (Τεκμήριο 1), η Κατηγορούμενη εξήγησε ότι η δεύτερη επιταγή που περιλαμβάνεται στην εντολή, δηλαδή η επιταγή με αρ. 17102649 για το ποσό των €5.000 εκδόθηκε προς αντικατάσταση της επιταγής (Τεκμήριο 1), διότι ο Κλεάνθους της είχε αναφέρει ότι είχε πρόβλημα με την επιταγή και της ζήτησε να εκδώσει νέα επιταγή. Η Κατηγορούμενη όντως εξέδωσε την νέα επιταγή και ζήτησε από τον Κλεάνθους να της επιστρέψει πίσω την επιταγή (Τεκμήριο 1). Ο τελευταίος είπε στην Κατηγορούμενη ότι θα της επέστρεφε την επιταγή την επόμενη ημέρα, πράγμα όμως που ποτέ δεν έπραξε. Σε σχετική υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Παραπονουμένου ότι επισκέφθηκε το κατάστημα του ΜΚ1 για να συζητήσει μαζί του τρόπους αποπληρωμής της επιταγής, η Κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Σε άλλη ερώτηση του κ. Ζαννούπα αν η ίδια καταχώρησε αγωγή εναντίον του Κλεάνθους ή ο Κλεάνθους εναντίον της, η Κατηγορούμενη απάντησε ότι ούτε η ίδια αλλά ούτε και ο Κλεάνθους καταχώρησαν αγωγές ο ένας εναντίον του άλλου. Περαιτέρω, μετά από σχετική ερώτηση η Κατηγορούμενη δήλωσε ότι δεν κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι ο Κλεάνθους θα έφερνε την παλαιά άμαξα από το κατεχόμενα, διότι, όπως η ίδια υποστήριξε, δεν είχε αποδείξεις για το γεγονός αυτό. Τέλος, σε υποβολή ότι αποκρύβει το τι πραγματικά συνέβη μεταξύ της ιδίας και του Κλεάνθους η Κατηγορούμενη απάντησε ότι λέει την αλήθεια. Η Κατηγορούμενη μου έκανε καλή εντύπωση, ήταν σαφής στις απαντήσεις της και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση κατά την αντεξέταση της. Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο. (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320) Νομική Πτυχή Το άρθρο 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα «305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Σύμφωνα επομένως με το άρθρο 305Α
(2)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: α) Η έκδοση επιταγής και β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη της Εν προκειμένω, όπως έχω ήδη αναφέρει, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης της μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Επομένως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω, τότε θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η Κατηγορούμενη είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει την επίδικη επιταγή, εφόσον η τελευταία επικαλείται την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» το φέρει η Κατηγορούμενη. Στην υπόθεση Κονιζίδου v. Αρέστη 2009
(2)Α.Α.Δ 345 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου που παραθέσαμε πιο πάνω, η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, βρισκόταν στους ώμους του κατηγορούμενου, που όφειλε κατά ή πριν την παρουσίαση της επιταγής να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για τους λόγους για τους οποίους έδιδε την εντολή μη πληρωμής της» Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Ευρήματα - Συμπεράσματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα παραδεκτά γεγονότα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: - Η επιταγή με αρ.17102648 εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη και παραδόθηκε στον Ανδρέα Κλεάνθους ως μερικό αντάλλαγμα για τα αντικείμενα που ο τελευταίος θα πωλούσε στην Κατηγορούμενη, ήτοι μία παλαιά άμαξα και ένα παλαιό νόμισμα συνολικής αξίας €8.000 - Η επιταγή παραδόθηκε από τον Ανδρέα Κλεάνθους στον Μακάριο Παναγιώτου (ΜΚ1), ο οποίος συμπλήρωσε επ' αυτού το όνομα του Παραπονούμενου ως του δικαιούχου για εξαργύρωση της επιταγής. - Η επιταγή κατατέθηκε από τον Παραπονούμενο προς εξαργύρωση, πλήν όμως δεν εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης της πληρωμής της από την Κατηγορούμενη. - Ο Ανδρέας Κλεάνθους δεν παρέδωσε στην Κατηγορούμενη τα αντικείμενα που συμφώνησε να πωλήσει σε αυτήν σε σχέση με τα οποία εκδόθηκε η επιταγή ως μέρος του τιμήματος της συνολικής αξίας των εν λόγω αντικειμένων. - Η Κατηγορούμενη πριν την παρουσίαση της επιταγής προς εξαργύρωση και συγκεκριμένα στις 12.04.2010 έδωσε προς την πληρώτρια Τράπεζα γραπτή εντολή μη πληρωμής της αναφέροντας ως λόγο την αθέτηση συμφωνίας (Τεκμήριο 2). Όπως αναφέρθηκε η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής, δηλαδή η έκδοση της επιταγής από την Κατηγορούμενη και η μη εξόφληση της λόγω εντολής για μη πληρωμή που δόθηκε από την Κατηγορούμενη έχουν αποδειχθεί και πηγάζουν τόσο από τα παραδεκτά γεγονότα όσο και από τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν και την μαρτυρία που προσκομίστηκε και παρέμεινε αναντίλεκτη. Η κα. Πρωτοπαπά έθεσε για πρώτη φορά μέσω της αγόρευσης της, το ζήτημα κατά πόσο ο Παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής και κατά συνέπεια κατά πόσο νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, προέκυψε ότι η επιταγή παραδόθηκε στον Κλεάνθους από την Κατηγορούμενη, η οποία άφησε κενό το όνομα του δικαιούχου. Στην συνέχεια ο Κλεάνθους παρέδωσε την επιταγή στον ΜΚ1 χωρίς και πάλι να συμπληρωθεί το όνομα του δικαιούχου και ακολούθως ο ΜΚ 1 ανέγραψε σε αυτό το όνομα του Παραπονούμενου στον οποίο την παρέδωσε για να εξαργυρωθεί. Στην πρόσφατη απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 153/2011 ημερομηνίας 16.01.2013 Κλεάνθους v. Τύχωνος, αφού έγινε μία ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το άρθρο 305Α
(1)και
(2)και των αλλαγών που επήλθαν με την τροποποίηση του, το Ανώτατο Δικαστήριο διαφοροποιήθηκε από τα νομολογηθέντα στην Τομάζου v. Σαββίδη
(2010)2 Α.Α.Δ 626 και ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τον νομιμοποιημένο κομιστή μέσα στην έννοια του πιο πάνω αναφερόμενου άρθρου (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) «Το σκεπτικό της πρωτόδικης δικαστού είναι βεβαίως εσφαλμένο και επί των δικών του όρων. Όχι μόνο γιατί μέρος της επιταγής αφορούσε στα δικηγορικά του έξοδα τα οποία θα εισέπραττε μέσω του πελάτη του, αλλά και γιατί ο ίδιος ως κάτοχος της οπισθογραφημένης επιταγής εκ πρώτης όψεως κατέστη, σύμφωνα με το άρθρο 29, νομιμοποιημένος κομιστής. .................................. Στη Νεοφύτου έγινε επίσης αναφορά στην υπόθεση Λοΐζου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στην οποία αναφέρθηκε ότι:- «Η φύση της επιταγής δεν επιτρέπει άλλη ερμηνεία. Είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο και, σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ο κομιστής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, πως έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή για τη λήψη της. Ο κομιστής, όπου δεν είναι το πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, δεν γνωρίζει τις συνθήκες που εκδόθηκε. Κατά συνέπεια ο πιθανός παραπονούμενος, σε περίπτωση που αυτή δεν εξαργυρώνεται, δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε και που είναι μόνο γνωστές στον εκδότη.» Τα πιο πάνω αντικατοπτρίζουν τις ορθές αρχές της νομολογίας. Η αναφορά σε αγώγιμο δικαίωμα είναι σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση για να καταστεί ο οποιοσδήποτε επόμενος κάτοχος της επιταγής, νομιμοποιημένος κομιστής. Εφόσον τούτο ικανοποιηθεί, δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί αγώγιμο δικαίωμα του εν λόγω κομιστή ως προς την αρχική συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής» Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι ο Παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής εν τη εννοία του άρθρου 305Α
(1)και
(2)και κατά συνέπεια νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Η επιταγή είναι μεταβιβάσιμο χρεόγραφο και ο Παραπονούμενος ως κάτοχος της επιταγής, αλλά και ως το πρόσωπο το όνομα του οποίου αναγράφηκε ως δικαιούχου της επιταγής κατέστη νομιμοποιημένος κομιστής. Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η Κατηγορούμενη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων απέδειξε ότι ο λόγος για τον οποίο ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής συνιστά εύλογη αιτία με βάση το άρθρο 305Α
(2). Το πιο πάνω άρθρο, ως είχε πριν την τροποποίηση του, και ειδικότερα η έννοια «εύλογη αιτία» αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση N.C Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ 763. Το συγκεκριμένο άρθρο πριν την τροποποίηση του είχε ως εξής: "
(2)Πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ' αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο ποινές." Όπως γίνεται αντιληπτό η έννοια της «εύλογης αιτίας», παρέμεινε και μετά την τροποποίηση η ίδια και επομένως το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από την πιο πάνω υπόθεση. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) «Από τα προεκτεθέντα μπορεί να διαπιστωθεί ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή, αναφορικά με την υπεράσπιση του εδ.
(2), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Και των σχετικών παρατηρήσεών μας. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδ.
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις, όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση της εφεσείουσας. Διαφορετικά δε θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδ. 2. Θα καθιερωνόταν σε μια τέτοια περίπτωση η αντίθετη θεωρία του μη ανακλητού της επιταγής. Τα γεγονότα εδώ δείχνουν προς μία μόνο κατεύθυνση. Ότι η ενέργεια του εφεσιβλήτου στην υπόθεση ήταν:
(1)ειλικρινής· και
(2)υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία» Έχει ήδη αποτελέσει εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εντολή μη πληρωμής δόθηκε από την Κατηγορούμενη διότι ο Κλεάνθους δεν παρέδωσε σε αυτήν τα αντικείμενα τα οποία συμφώνησαν να της πωλήσει και για τα οποία εκδόθηκε η επιταγή ως μέρος της συνολικής αξίας τους. Κρίνω ότι η αναγραφή επί της εντολής (Τεκμήριο 2) της φράσης «αθέτηση συμφωνίας» αντικατοπτρίζει τα πιο πάνω αναφερόμενα. Σημειώνω επίσης ότι οι πιο πάνω αναφορές της Κατηγορούμενης δεν έτυχαν οποιασδήποτε ουσιαστικής αμφισβήτησης από την μεριά του Παραπονούμενου, αφού πέραν ορισμένων γενικών υποβολών δεν τέθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο που να αντικρούει την αιτία για την οποία δόθηκε η εντολή μη πληρωμής της επιταγής. Το γεγονός δε ότι αναγράφηκε απλά η φράση «αθέτηση συμφωνίας», χωρίς να δοθούν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, δεν θεωρώ ότι επηρεάζει την υπεράσπιση της Κατηγορουμένης. Το σημαντικό είναι να καταγραφεί ο λόγος, οι λεπτομέρειες και η εξειδίκευση του λόγου μπορούν να δοθούν εκεί και όπου απαιτείται μέσω της μαρτυρίας. Tα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από τα λεχθέντα στην Ποινική Έφεση 246/2009 ημερομηνίας 24/01/2012 Ανδρέου v. Vangel Art Ltd κ.α: «Θα παρατηρήσουμε δε περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει το κρίσιμο ερώτημα για σκοπούς της υπεράσπισης του άρθρου 305(Α)
(2)δεν αφορά μάλλον στη θετική διαπίστωση του σχετικού όρου της προφορικής συμφωνίας, δεδομένης της εκ διαμέτρου διαφωνίας των διαδίκων ως προς τούτο, παρά στην κρίση του εύλογου της ενέργειας των Εφεσιβλήτων να προκαλέσουν τη μη εξόφληση εν όψει ακριβώς της έντονης διαφωνίας τους με τον Εφεσείοντα ως προς τον κρίσιμο όρο για τον αριθμό των γαϊδουριών που επωλήθησαν. Εξ άλλου, η ποινική διαδικασία, στερούμενη του δικογραφικού πλαισίου της αστικής διαδικασίας, και τοσούτο μάλλον αφού έχει άλλο σκοπό, όχι μόνο δεν προσφέρεται για την επακριβή διάγνωση μιας διαφοράς που έχει στη γένεση και στην ουσία της αστική μορφολογία, αλλά και έχει ως βασική παράμετρο την ένοχη πρόθεση παρά την αντικειμενική ορθότητα της πράξης. Η υπεράσπιση της ευλόγου αιτίας φαίνεται ακριβώς να έχει αυτή την κατεύθυνση και να επιδιώκει να αντισταθμίσει την άλλως αυστηρή ευθύνη που διέπει το άρθρο 305(Α)
(2), εισάγοντας, έστω και υπό τη μορφή υπεράσπισης, ένα στοιχείο που ουσιαστικά ανάγεται στο mens rea». Κρίνω επομένως ότι η αιτία που επικαλέστηκε η Κατηγορούμενη για την ανάκληση της πληρωμής της επιταγής, ήταν ειλικρινής και συνιστά εύλογη αιτία μέσα στην έννοια του πιο πάνω άρθρου, με αποτέλεσμα η Κατηγορούμενη να έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που τη βαρύνει. Διαφωνώ με την εισήγηση που προβάλλει μέσω της γραπτής αγόρευσης του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, ότι δηλαδή από την στιγμή που η επιταγή περιέλθει σε τρίτο πρόσωπο τότε ο εκδότης της δεν μπορεί να προβάλει την υπεράσπιση της «εύλογης αιτίας». Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση του κ. Ζαννούπα, δεν θεωρώ ότι από την Τύχωνος συνάγεται ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η αναφορά που έγινε στην Τύχωνος ότι ο κομιστής, όπου δεν είναι το πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε, έγινε σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα και όχι σε σχέση με την δυνατότητα ανάκλησης της επιταγής από τον εκδότη της. Μία προσεκτική ανάγνωση της Τύχωνος επιβεβαιώνει τα πιο πάνω, αφού το Ανώτατο Δικαστήριο αμέσως μετά την πιο πάνω αναφορά κατέληξε ως εξής: «Τα πιο πάνω αντικατοπτρίζουν τις ορθές αρχές της νομολογίας. Η αναφορά σε αγώγιμο δικαίωμα είναι σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση για να καταστεί ο οποιοσδήποτε επόμενος κάτοχος της επιταγής, νομιμοποιημένος κομιστής. Εφόσον τούτο ικανοποιηθεί, δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί αγώγιμο δικαίωμα του εν λόγω κομιστή ως προς την αρχική συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής». Αντίθετη θεώρηση θα ήταν εκτός του πνεύματος του άρθρου 305(Α)
(2), αφού θα το καθιστούσε στην ουσία ανενεργό. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση N.C. Diamonds σε τέτοια περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας», καθώς θα καθιερωνόταν η αρχή του μη ανακλητού της επιταγής. Τέλος, θα ήθελα να σχολιάσω την εισήγηση του κ. Ζαννούπα ότι δεν αποδείχθηκε η αθέτηση της συμφωνίας (παράβαση σύμβασης όπως ο ίδιος την αποκαλεί στην αγόρευση του) διότι επί της εντολής αναγράφεται ότι η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) εκδόθηκε επ' ονόματι του Κρατίνου Ανδρέα και όχι επ' ονόματι του Ανδρέα Κλεάνθους. Το Δικαστήριο μετά το πέρας της αντεξέτασης της Κατηγορούμενης και εφόσον δηλώθηκε από την Υπεράσπιση ότι δεν θα υπήρχε επανεξέταση, υπέβαλε σχετική διευκρινιστική ερώτηση στην Κατηγορούμενη η οποία απάντησε ότι ο Ανδρέας Κρατίνος είναι ο πατέρας του Ανδρέα Κλεάνθους. Το Δικαστήριο έδωσε την συνέχεια τον λόγο στους συνηγόρους για να υποβάλουν, αν επιθυμούσαν, ερώτηση επί του συγκεκριμένου θέματος χωρίς όμως οι συνήγοροι να ασκήσουν το εν λόγω δικαίωμα τους. Καταρχάς, σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε από τον Παραπονούμενο ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε με βάση την εντολή, Τεκμήριο 2. Ασφαλώς είναι αναντίλεκτο το γεγονός ότι στην εντολή δεν αναγράφεται το όνομα του Ανδρέα Κλεάνθους. Επίσης, όμως αναντίλεκτο είναι το γεγονός ότι σε αυτό αναγράφεται ο αριθμός της επιταγής και το ποσό για το οποίο εκδόθηκε. Επομένως, το πιο πάνω γεγονός δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση της Κατηγορουμένης εφόσον στην εντολή αναγράφονται τα στοιχεία της επιταγής. Προφανώς εκ λάθους δηλώθηκε το όνομα του Ανδρέα Κρατίνου ως το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Υπό το φως των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται σε σχέση με την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορούμενης και εναντίον του Παραπονούμενου, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.