Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. MICHAEL ANTHONY OWEN κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7150/2013, 16/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7150/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- MICHAEL ANTHONY OWEN
- SEAN ALEXANDER BYRON G P CUMINE Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16.01.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο 1: κος Μάντης Κατηγορούμενος 1: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 371, 372 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.154, της παράνομης εισόδου κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ.154 και της κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, στις 10.10.12 ο κατηγορούμενος 1 συνωμότησε μαζί με ένα άλλο άτομο και αφού εισήλθε παράνομα στο συγκρότημα οικιών με την ονομασία "Eliza Tower" που βρίσκεται στην οδό Κυριάκου Παπαλάζαρου 32 στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου με σκοπό να διαπράξει αδικήματα προχώρησε σε εσκεμμένη και παράνομη πρόκληση ζημιάς στο σύστημα της αντλίας του συγκροτήματος, περιουσία του George Scott από την Αγγλία και τώρα στην Πέγεια καθώς επίσης έκλεψε από το προαναφερόμενο συγκρότημα οικιών μία αντλία πισίνας αξίας €135,00 περιουσία του πιο πάνω προσώπου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 23.10.12 ο George Scott, παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή και ιδιοκτήτης οικίας στο συγκρότημα οικιών με την ονομασία "Eliza Tower" που βρίσκεται στην οδό Κυριάκου Παπαλάζαρου 32 στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου, κατάγγειλε στην αστυνομία ότι δύο πρόσωπα που φορούσαν φανέλες με μονόγραμμα της εταιρείας "H Z Owen" εισήλθαν στο υποστατικό όπου υπήρχε μία αντλία αξίας €135,00 και αφού την αφαίρεσαν από την εγκατάσταση την πήραν μαζί τους. Ο παραπονούμενος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1, ιδιοκτήτη της πιο πάνω εταιρείας, ως ένα από τα δύο πρόσωπα. Ο παραπονούμενος ανάφερε στην αστυνομία ότι είχε συμφωνία με τον κατηγορούμενο 1 για τη συντήρηση της πισίνας του συγκροτήματος αλλά στα μέσα Αυγούστου 2012 η συμφωνία αυτή διακόπηκε λόγω μεταξύ του οικονομικών διαφορών. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος και σε κατάθεση που του λήφθηκε ανάφερε ότι διέπραξε τα αδικήματα επειδή ο παραπονούμενος του οφείλει χρήματα. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, αφού δήλωσε στο Δικαστήριο ότι η εν λόγω αντλία έχει περιέλθει στην κατοχή της αστυνομία και έτσι με την επιστροφή της στο νόμιμο δικαιούχο της το ύψος της ζημιάς που προκλήθηκε περιορίζεται στο κόστος επανεγκατάστασης της αντλίας, ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα είπε ότι δεν έχουν δημιουργηθεί οποιαδήποτε έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Επίσης, ο κύριος Συμεού κάλεσε το Δικαστήριο να δώσει οδηγίες για την επιστροφή της αντλίας της πισίνας και ενός κλειδιού με μπρελόκ με επιγραφή "Eliza Tower" στο νόμιμο δικαιούχο τους. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αφού σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του, δήλωσε ότι ο πελάτης του στα πλαίσια της ενασχόλησης του με τη συντήρηση κολυμβητικών δεξαμενών προχώρησε σε συνεργασία με το συγκρότημα "Eliza Tower", στο οποίο ο παραπονούμενος διατηρεί κατοικία. Αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι ο πελάτης του εγκατέστησε στο πιο πάνω συγκρότημα αντλία προς αντικατάσταση άλλης ελαττωματικής, πλην όμως ποσό ύψους €165,00 δεν του πληρώθηκε ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες και τα αγαθά που πρόσφερε. Όπως ο κύριος Μάντης εξήγησε, ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε επανειλημμένως να πληρωθεί αλλά το συγκρότημα "Eliza Tower" αντίς να το πράξει προχώρησαν σε τερματισμό της συνεργασία τους τον Σεπτέμβριο 2012 αρνούμενοι να τον πληρώσουν. Περαιτέρω, ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 πήγε και αφαίρεσε την μικρής αξίας αντλία από το εν λόγω συγκρότημα ως αντίδραση στην αδικία που θεωρούσε ότι υπέστηκε και ταυτόχρονα στην προσπάθεια του να μειώσει τη ζημιά του. Στρεφόμενος στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε πως ο πελάτης του είναι νυμφευμένος και πατέρας 2 ενήλικων παιδιών ηλικίας 21 και 22 ετών αντίστοιχα. Παράλληλα, ο εν λόγω κατηγορούμενος διατηρεί επιχείρηση συντήρησης κολυμβητικών δεξαμενών με μηνιαίο μισθό €1.700,
- Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος 1 παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως τόσο ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης όσο και ο πελάτης του. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής επισύρει, με βάση το άρθρο 262 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 3 ετών εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Το δε αδίκημα της πρόκληση κακόβουλης ζημιάς τιμωρείται με βάση το Κεφ.154 με ποινή φυλάκισης δύο ετών ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562,90 ή και τις δύο ποινές, ενώ το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος επισύρει, με βάση το άρθρο 280 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 2 ετών. Όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος 1 παραδέχτηκε ότι διέπραξε θεωρούνται σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα το αδίκημα της κλοπής όπως και άλλα ομοειδή αδικήματα ορθά δυστυχώς έχουν καταταχθεί στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και έχουν χαρακτηριστεί μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία (Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 A.A.Δ. 129). Ιδιαίτερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης του αδικήματος της κλοπής καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Πρόκειται για αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα το συνταγματικό δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας και ορθά δυστυχώς. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Μέρος της αποστολής των Δικαστηρίων είναι να καταστείλει αισθήματα φόβου, τρόμου και κινδύνου των πολιτών και συνάμα να αποτρέψει τη δημιουργία εντύπωσης ότι κυριαρχεί η παρανομία. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στα αδικήματα κλοπής και κακόβουλης ζημιάς είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 όπου επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00. Ακόμη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη παρόμοια υπόθεση. Στη δε υπόθεση Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο μειώνοντας την ποινή του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σε κάθε εφεσείοντα που ήταν άτομα νεαρής ηλικίας 22, 20 και 20 ετών αντιστοίχως, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και παραδέχθηκαν ενοχή. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν Λ.Κ.£280, της οποίας μεγάλο μέρος βρέθηκε και θα επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη της. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη απουσία ιδιαίτερου προσχεδιασμού καθώς επίσης δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντώνη Χριστοδουλίδη
(2001)2 Α.Α.Δ. 753 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών στο αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, ενώ στην υπόθεση Michal Bukowski ν. Αστυνομίας κ.α., Ποινική Έφεση 142/10 και 147/10 ημερομηνίας 04.03.2011 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Βέβαια υπήρξαν περιπτώσεις όπου οι συνθήκες διάπραξης αδικήματος σε συνδυασμό με την συμπεριφορά του κατηγορουμένου ήταν τέτοια που καθιστούσαν την χρηματική ποινή ως καταλληλότερο, υπό τις περιστάσεις, είδος ποινής (Μελανίτης ν. Κυπριακή Δημοκρατία
(2004)2 Α.Α.Δ. 309 που αφορά υπόθεση κακόβουλης ζημιάς) ή έστω επέτρεψαν την υιοθέτηση μιας ευνοϊκότερης προσέγγισης από ότι σε άλλες περιπτώσεις όπου το στοιχείο της σοβαρότητας κυριαρχεί (Χ' Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. που αφορά υπόθεση κλοπής). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία αλλά και όπως έχω ήδη αναφέρει προηγουμένως, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη του αδικήματος είναι ιδιόμορφα. Δεν πρόκειται για μια κλασσική υπόθεση κλοπής και κακόβουλης ζημιάς που σκοπό είχε να προκαλέσει εκφοβισμό σε οποιοδήποτε ή ρήγμα στο αίσθημα ασφάλειας συμπολίτη μας. Θεωρώ ότι είναι ιδιάζουσα υπόθεση που το Δικαστήριο μπορεί να την αντικρύσει ξεχωριστά από άλλες συνήθεις περιπτώσεις κλοπής, κακόβουλης ζημιάς και εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξη ποινικού αδικήματος. Συγκεκριμένα αυτό που αβίαστα προκύπτει μέσα από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι ότι η ομολογουμένως καταδικαστέα ενέργεια του κατηγορουμένου έγινε υπό το καθεστώς αντίδρασης και οργής συνεπεία μιας κατάστασης που ο ίδιος θεωρούσε άδικη για τον εαυτό του. Χωρίς δεύτερη σκέψη πρόκειται για μία εντελώς αψυχολόγητη, επιπόλαιη, χωρίς νόημα και παράλογη πλην όμως παράνομη πράξη από μέρους του κατηγορουμένου 1, η οποία σαφώς είναι καταδικαστέα. Ουδείς έχει το δικαίωμα να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να προβαίνει σε παράνομες πράξεις ανεξαρτήτως πόσο αδικημένος ή πικραμένος νιώθει ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Ο κάθε πολίτης οφείλει να καταφύγει στα αρμόδια σώματα και να αναζητεί το δίκαιο του μέσα από νόμιμες διαδικασίες και θεσμοθετημένους μηχανισμούς. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος 1 είχε συνεργασία με ενοίκους του συγκροτήματος "Eliza Tower" για συντήρηση της πισίνας έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, η οποία όμως τερματίστηκε άδοξα με τον κατηγορούμενο 1 να προσπαθεί χωρίς αποτέλεσμα να εισπράξει την αμοιβή του για τις υπηρεσίες που παρείχε. Ωστόσο ο κατηγορούμενος 1 αντίς να επιλέξει την οδό της νομιμότητας, μεταξύ άλλων, καταφεύγοντας στο Δικαστήριο για τη δικαίωση του, αναζήτησε το δίκαιο του δια της απαράδεκτης ενέργειας του να εισέλθει σε χώρο όπου δεν του ανήκει, να αφαιρέσει την αντλία €135,00 περιουσία άλλου προσώπου και να την οικειοποιηθεί. Θεώρησε λανθασμένα ότι με αυτόν τον τρόπο θα αποκατασταθεί η αδικία προς το πρόσωπο του. Το Δικαστήριο κατανοεί την πίκρα και την αδικία που ο κατηγορούμενος 1 αισθανόταν πλην όμως μπροστά στην κακή ή ατυχή επιχειρηματική επιλογή του να συνεργαστεί με τους ενοίκους στο "Eliza Tower", ο τρόπος αντίδρασης του είναι αδικαιολόγητος και ασυγχώρητος. Με τη στάση του επέδειξε πλήρη ασέβεια και αδιαφορία στους νόμιμους φορείς, σώματα, μηχανισμούς και διαδικασίες που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Παράλληλα, θεωρώ ως επιβαρυντικό παράγοντα την σοβαρότητα που ενέχεται στην ίδια την πράξη του κατηγορουμένου 1 αλλά και στον οργανωμένο και σχεδιασμένο τρόπο με τον οποίο έδρασε. Είναι προφανές ότι η συνεργασία και η βοήθεια που έτυχε από άλλο πρόσωπο στο να εισέλθουν και να ενεργήσουν με τον τρόπο που έπραξαν και εξηγήθηκε πιο πάνω φανερώνει εκδίκηση και ταυτόχρονα οργανωμένο σχέδιο δράσης. Δεν παραγνωρίζω ακόμη την αξία της κλαπείσας περιουσίας που €165,00 καθώς και το γεγονός ότι προκλήθηκε αντίστοιχη ζημιά στον ιδιοκτήτη της για την περίοδο που όχι μόνο υπήρξε η παράνομη οικειοποίηση αλλά και εκ των υστέρων που η αντλία περιήλθε στην κατοχή της αστυνομίας και παρέμεινε μέχρι σήμερα. Η δε συνολική ζημιά του ιδιοκτήτη της αντλίας αυξάνεται αν προσθέσουμε και το κόστος επανεγκατάστασης της αντλίας. Βέβαια με την επιστροφή της αντλίας στο νόμιμο δικαιούχο της η ζημιά περιορίζεται στο κόστος επανεγκατάστασης της. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Αντέδρασε υπό το καθεστώς αντίδρασης και οργής συνεπεία μιας κατάστασης που ο ίδιος θεωρούσε άδικη για τον εαυτό του. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι νυμφευμένος και πατέρας 2 ενήλικων παιδιών. · Διατηρεί επιχείρηση συντήρησης κολυμβητικών δεξαμενών από την οποία λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €1.700. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο 1. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η καταλληλότερη, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της χρηματικής σε συνδυασμό με την υπογραφή προσωπικής εγγύησης, το ύψος των οποίων θα αντανακλά τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Το Δικαστήριο κρίνει ότι το είδος αλλά και το ύψος τους ικανοποιεί στη συγκεκριμένη περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 1 οι εξής ποινές: Πρώτη κατηγορία - καμία ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής είναι στενά συνυφασμένα με τα γεγονότα της δεύτερης κατηγορίας στην οποία επιβάλλεται ποινή Δεύτερη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €1.000,00 Τρίτη κατηγορία - καμία ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής είναι στενά συνυφασμένα με τα γεγονότα της τέταρτης και πέμπτης κατηγορίας στις οποίες επιβάλλονται ποινές Τέταρτη κατηγορία - Να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €1.000,00 για καλή διαγωγή, την τήρηση της τάξης και των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο δύο ετών Πέμπτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €500,00 Επίσης, δίδονται οδηγίες όπως η επίδικη αντλία της πισίνας στο συγκρότημα "Eliza Tower" και ένα κλειδί με μπρελόκ με επιγραφή της επωνυμίας του εν λόγω συγκροτήματος να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή-Κακόβουλη Ζημιά-Παράνομη Είσοδος/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο