ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σπύρου Γρηγορίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10907/11, 29/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10907/11 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Σπύρου Γρηγορίου Παναγιώτη Χαραλάμπους Κατηγορουμένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/1/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Δανιηλίδου Για τον κατηγορούμενο 1: κα Μικελλίδου Για τον κατηγορούμενο 2: κος Παυλίδης Κατηγορούμενοι : παρόντες ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ( ΔΟΘΕΙΣΑ ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ) Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει πλέον μόνο την δεύτερη κατηγορία που αυτή συνίσταται στο αδίκημα της απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος το οποίο αντιμετωπίζει και ο δεύτερος κατηγορούμενος, οι κατηγορούμενοι μεταξύ τις 8 και 12 Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασαν από την εταιρεία << Όμιλος Λαϊκού Ltd>> διάφορα οινοπνευματώδη ποτά αξίας € 6,512,98 σεντ, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και το αποτέλεσμα στο ότι οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν στην πιο πάνω εταιρεία τις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου όπως αναφέρονται στο κατηγορητήριο για το ισάξιο ποσό για πληρωμή της αξίας των πιο πάνω ποτών ότι οι επιταγές ήταν καλές προς εξαργύρωση ενώ στην πραγματικότητα γνώριζαν ότι ήταν ακάλυπτες. Ο δεύτερος κατηγορούμενος στην πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι μεταξύ τις 8 και 12 Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή απόσπαση εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις. Το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να παράθεση αυτολεξεί την τεθείσα ενώπιον του προφορική και γραπτή μαρτυρία αλλά θα γίνεται ειδική αναφορά εκεί όπου χρειάζεται για σκοπούς αξιολόγησης και εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας δηλαδή της απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις σχετικά είναι τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» << Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. << Άρθρο 299:- Όποιος, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, υποκινεί άλλο να εκτελέσει, εκδώσει, αποδεχεί, οπισθογραφήσει, μεταβάλει ή καταστρέψει ολόκληρο ή μέρος, αξιόγραφο ή να γράψει αποτυπώσει ή να επιθέσει όνομα ή σφραγίδα σε χαρτί ή περγαμηνή με σκοπό όπως μετά από αυτό να καταστεί αυτό ή να μετατραπεί σε αξιόγραφο ή να τύχει της χρήσης ή της μεταχείρησης αξιογράφου, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. << Άρθρο 300:- Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων >>. Από το λεκτικο των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
- Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου 1, το Δικαστηρίου κρίνει ότι υπο τις περιστάσεις δε μπορεί να προσδώσει σε αυτή οιαδήποτε βαρύτητα, διότι ούτως ή άλλως αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου 1 αφού με βάση την δήλωση του κατηγορούμενου 1 ουσιαστικά ο κατηγορούμενος 1 διατυμπανίζει την αθωότητα του η οποία τεκμαίρεται μαχητά μέχρι την απόδειξη του αντιθέτου. Το Δικαστήριο έχει διεξέλθει με πολύ προσοχή την μαρτυρία των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως επίσης και την γραπτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του. Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές και νομολογιακές αρχές αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων όπως αυτά έχουν τεθεί πιο πάνω, έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου εύλογες αμφιβολίες στην παρούσα περίπτωση. Ως επίσης έχει διαπιστώσει και έλλειψη μαρτυρίας στην οποία το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την ενοχή των κατηγορουμένων και το Δικαστήριο χωρίς κανέναν ενδοιασμό κρίνει ότι ο μεν Κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαχθεί στην δεύτερη κατηγορία και ο κατηγορούμενος 2 να αθωωθεί και να απαλλαγεί στις κατηγορίες ένα και δύο για τους πιο κάτω λόγους: Κατ' αρχήν δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που να αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνομωσίας καθ΄ ότι ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία σαφής θετική και πειστική που να αποδεικνύει ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι στον ουσιώδη χρόνο και τόπο έχουν συμφωνήσει, δηλαδή συνωμοτώντας να διαπράξουν το αδίκημα που καταγράφεται στην δεύτερη κατηγορία. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι δεν υπάρχει μαρτυρία σύμφωνα με την οποία οι κατηγορούμενοι και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 2 πλέον να κατάστρωσε σχέδιο και συμφωνία με τον κατηγορούμενο 1 έτσι ώστε να συνωμότησαν να διαπράξουν το αδίκημα της απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις ως αποδίδεται σ' αυτό στις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας. Έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου εύλογες αμφιβολίας σε συνδυασμό και με την έλλειψη μαρτυρίας ως προς το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι γνώριζαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο ότι οι επίδικες επιταγές που αναγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων ότι αυτές ήταν ακάλυπτες. Το στοιχείο αυτό ελλείπει παντελώς από απόψεως μαρτυρίας. Ελλείπει βεβαίως και το συστατικό στοιχείο της ψευδής παράστασης ότι δηλαδή η οι κατηγορούμενοι γνώριζαν για το ότι αυτές οι επιταγές ήταν ακάλυπτες. Ελλείπει επίσης το συστατικό στοιχείο ότι συνέπεια οποιωνδήποτε παραστάσεων οι παραπονούμενοι ουσιαστικά έχουν εξαπατηθεί αποσπώντας οι κατηγορούμενοι τα εμπορεύματα που αναγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων και πιο συγκεκριμένα στο Τεκμήριο
- Στο μυαλό του Δικαστηρίου έχουν δημιουργηθεί επίσης και οι εξής αμφιβολίες αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της απόσπασης των εμπορευμάτων: Η κατηγορούσα αρχή έχει ουσιαστικά επικεντρωθεί στο τεκμήριο
- Όμως στα Τεκμήρια 7 Α και Γ, ελλείπει παντελώς το στοιχείο της υπογραφής από τον παραλήπτη, γεγονός το οποίο έτυχε πλήρους άρνησης από πλευράς υπεράσπισης και ενόψει και του γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν έχουν αναγνωριστεί καναπό το εδώλιο του μάρτυρα, ουσιαστικά αφήνει το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος αναπόδειχτο. Οι αμφιβολίες ενισχύονται και ως προς τα Τεκμήρια 7 Β και Δ αφού σ 'αυτά τα Τεκμήρια υπάρχει διαφορετική υπογραφή όπως αναφέρθηκαν στην ακροαματική διαδικασία που έχει λάβει χώρα χθες και δεν μπορούσε να συσχετιστεί αυτή η υπογραφή με οποιονδήποτε από τους κατηγορουμένους. Δεν υπήρχε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σαφής μαρτυρία και συσχέτιση των κατηγορουμένων 1 και 2 με την απόσπαση αυτών των εμπορευμάτων με οποιεσδήποτε ψευδείς παραστάσεις και δεν έχουν συνδεθεί οι κατηγορούμενοι με την παράδοση αυτών των εμπορευμάτων. Περαιτέρω αμφιβολίες έχουν δημιουργηθεί και στο μυαλό του Δικαστηρίου για το εξής γεγονός, ότι δηλαδή η παράδοση των ισχυριζομένων εμπορευμάτων και με το Τεκμήριο 3 Α ως Δ, δηλαδή με τις επίδικες επιταγές, διότι δεν μπορούσε να συσχετιστεί η πατρότητα της υπογραφής των εν λόγω τεκμηρίων με την γραφολογική εξέταση δηλαδή το Τεκμήριο 2 από τον ΜΚ1 ο οποίος ανέφερε ότι δημιουργούνται υποψίες και όχι με βεβαιότητα αναφορικά με την πατρότητα, αλλά επίσης σύμφωνα με το Τεκμήριο 3Β όπως έχει αναγνωριστεί μάλιστα και από τον μάρτυρα κατηγορίας, η εν λόγω υπογραφή φέρει το όνομα Γεωργίου Σπύρος και όχι Γρηγορίου Σπύρος. Αυτό το κενό και αυτή η μη βεβαιότητα που υπάρχει όπως έχει αυτή αναφερθεί πιο πάνω, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια επιλογής στο παρόν Δικαστήριο και συγκεκριμένα η μόνη επιλογή που απομένει στο Δικαστήριο με βάση τις πιο πάνω αμφιβολίες και της μη διασυνδέσεις των κατηγορουμένων είναι η αθώωση των κατηγορουμένων και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στη δεύτερη κατηγορία και ο Κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δυο κατηγορίες λόγω των πιο πάνω αμφιβολιών. Υπ...................................... ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο