← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. BADRAL DIN HADIDI, Αρ. Υπόθεσης: 14291/2013, 10/1/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. BADRAL DIN HADIDI, Αρ. Υπόθεσης: 14291/2013, 10/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14291/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. BADRAL DIN HADIDI Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 10.01.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Θ. Καραμανής Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε μία κατηγορία πλαστογραφίας, σε τέσσερις κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 337 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, στην κατηγορία εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 305 του Κεφ.154, σε δύο κατηγορίες πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 341 και 337 του Κεφ.154 και στην κατηγορία της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 12 και 20 του Περί Αλλοδαπών Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1, 2, 4, 6, 7, 9, 10, 12 και 13). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι αλλοδαπός από τη Συρία, το 2004 εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από μη εγκεκριμένο λιμάνι μέσω κατεχομένων χωρίς την άδεια του Διευθυντή Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Ακολούθως το 2009 ο εν λόγω κατηγορούμενος κατάρτισε στην Κυπριακή Δημοκρατία πλαστό βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό 167192918 στο όνομα Aleksandrov Stilyan Stanimirov, το οποίο εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία παρουσιάζοντας το στις 24.08.10 στην ειδικό αστυφύλακα 7076 Χρ. Χ'' Γεωργίου στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Πάφου, στις 06.12.11 και 08.12.11 στον Αλέξη Ονουφρίου στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Πάφου και στις 16.11.13 στον λοχία 2246 Σ. Λουντζίδη στο Διεθνές Αεροδρόμιο Πάφου. Επίσης, ο κατηγορούμενος στις 24.08.10 στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Πάφου εσκεμμένα εξασφάλισε εγγραφή ως πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ψευδείς παραστάσεις παρουσιάζοντας το προαναφερόμενο πλαστό βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος στις 06.12.11 και 08.12.11 στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών με ψευδείς και δόλιες παραστάσεις ως προς το χαρακτήρα, το περιεχόμενο ή την ισχύ εγγράφου προκάλεσε τον Αλέξη Ονουφρίου του Τμήματος Οδικών Μεταφορών Πάφου και συμπλήρωσε την αίτηση για την απόκτηση κυπριακής άδειας οδήγησης μαθητευόμενου και κανονικής κυπριακής άδειας οδήγησης παρουσιάζοντας το πιο πάνω πλαστό βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας. Αναφορικά με την τρίτη, πέμπτη, όγδοη και ενδέκατη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτές. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 16.11.13 και ώρα 13:40 ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στον αερολιμένα Πάφου με σκοπό να αναχωρήσει με την πτήση FR1806 με προορισμό την Στοκχόλμη της Σουηδίας παρουσιάζοντας βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας στο όνομα Aleksandrov Stilyan Stanimirov. Κατά τον έλεγχο του εν λόγω εγγράφου εγέρθηκαν εύλογες υπόνοιες ότι αυτό ήταν πλαστογραφημένο καθότι η φωτογραφία που παρουσίαζε ενώ ομοίαζε στον κατηγορούμενο ήταν εκτυπωμένη με διαφορετική μέθοδο από αυτή που χρησιμοποιείται στα γνήσια βουλγάρικα δελτία ταυτότητας. Ανακρινόμενος προφορικά ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι κατάγεται από τη Συρία και το προαναφερόμενο βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας το αγόρασε το έτος 2009 έναντι ποσού €2.000,00. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε μέσω της Interpol Λευκωσίας, διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας ήταν κλοπιμαία. Ακολούθως, ανακρινόμενος γραπτώς ο κατηγορούμενος ανάφερε τα πραγματικά του στοιχεία και ότι εισήλθε στην Κύπρο από μη εγκεκριμένο λιμένα μέσω κατεχομένων. Επίσης, ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι στις 24.08.10 είχε μεταβεί στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Πάφου όπου με βάση αυτή την βουλγάρικη ταυτότητα εξασφάλισε βεβαίωση εγγραφής πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω, μετέβηκε στην Αρχή Αδειών στην Πάφο όπου και εξασφάλισε μαθητική και κανονική άδεια οδηγού. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και παραδέχτηκε ενοχή. Καταλήγοντας, ο κύριος Συμεού ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Παράλληλα, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε την κατάσχεση και καταστροφή του βουλγάρικου δελτίου ταυτότητας, της κυπριακής άδειας οδήγησης μαθητευόμενου, της κανονικής κυπριακής άδειας οδήγησης και της βεβαίωσης εγγραφής πολίτη Ευρωπαϊκής Ένωσης. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 ετών από τη Συρία και προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία 3 ετών. Επειδή η οικογένεια του αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα η μητέρα του μετακίνησε τα 6 παιδιά της σε ορφανοτροφείο. Ο ίδιος παρέμεινε στο ορφανοτροφείο μέχρι την ηλικία των 16 ετών. Το έτος 2004 εγκαταστάθηκε στην Πάφο μέσω των κατεχομένων όπου κει εργάστηκε στην εργοληπτική βιομηχανία και με τα χρήματα που λάμβανε βοηθούσε την οικογένεια του στη Συρία. Τους τελευταίους 6 μήνες είναι άνεργος και τυγχάνει οικονομικής βοήθειας από θείους του, οι οποίοι κατοικούν στην Κύπρο. Σήμερα η μητέρα του βρίσκεται στη Συρία και συγκεκριμένα νοσηλεύεται παράλυτη σε νοσοκομείο μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστηκε. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού υπέδειξε ότι ο κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο και έχει μετανοήσει για τις αξιόποινες πράξεις του πρόταξε τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου και τη συνεργασία του από την αρχή με την αστυνομία ομολογώντας τη διάπραξη των αδικημάτων, τη σοβαρότητα των οποίων αναγνώρισε χωρίς περιστροφές. Ωστόσο, όπως ο εν λόγω συνήγορος είπε, η ανάγκη επιβίωσης υποχρέωσε τον πελάτη του στη διάπραξη των αδικημάτων, για τις πράξεις των οποίων όχι μόνο δεν αποκόμισε όφελος αλλά αντίθετα υπέστηκε ζημιά αφού κατέβαλε το ποσό των €2.000,00 για να εξασφαλίσει την βουλγάρικη ταυτότητα. Ερχόμενος στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του πελάτη του ο κύριος Καραμανής υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας προσθέτοντας ότι ένας αδελφός του είναι σήμερα αγνοούμενος εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί στη Συρία. Για το λόγο αυτό ο κατηγορούμενος προσπαθεί με κάθε τρόπο να βοηθήσει τα δύο παιδιά του αγνοούμενου αδελφού του. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως τόσο ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης όσο και ο πελάτης του. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Έκαστο από τα αδικήματα της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού επισήμου εγγράφου και της πρόκλησης εκτέλεσης τέτοιου εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις, όπως είναι το δελτίο ταυτότητας στην προκειμένη περίπτωση, επισύρει, με βάση τα άρθρα 337, 339 και 341 αντίστοιχα του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 10 ετών. Το δε αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 305 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης 3 χρόνων ενώ το αδίκημα της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, επισύρει, με βάση το άρθρο 12
(1)
(5)του Κεφ.105, ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει €1.708,60 ή και τις δύο αυτές ποινές. Τα αδικήματα της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού επισήμου εγγράφου και άλλα ομοειδή αδικήματα όπως είναι αυτό της πρόκλησης εκτέλεσης επίσημου εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις και αυτό της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις θεωρούνται σοβαρά για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχουν το στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και της εξαπάτησης αρχών και ατόμων (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Η φύση του είδους του πλαστογραφημένου εγγράφου σκοπεύει να επιτρέψει ή να βοηθήσει τη διακίνηση ανθρώπων με πλαστή ταυτότητα από χώρα σε χώρα, επιπρόσθετα προς άλλες χρήσεις στις οποίες μπορεί να τεθεί. Πρόκειται για αδικήματα με διεθνείς προεκτάσεις, η διάπραξη των οποίων δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με άλλα κράτη τόσο της Ευρώπης όσο και του υπολοίπου κόσμου, πλήττοντας έτσι τα συμφέροντα του νησιού. Η εμπορία χρήση και κυκλοφορία πλαστών διαβατηρίων και ταυτοτήτων μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί σαν ένα διεθνές έγκλημα και η Κύπρος δεν μπορεί να είναι ένας πρόσφορος τόπος για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων. Οι κυπριακές αρχές έχουν καθήκον να εφαρμόζουν το νόμο καθώς και τις ευρωπαϊκές αλλά και διεθνείς συμβάσεις και ασφαλώς να μην επιτρέπουν τη διακίνηση προσώπων με πλαστά έγγραφα. Το νησί αυτό προσφέρει φιλοξενία στους αλλοδαπούς με πλήρη κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις χώρες τους αλλά και αυτοί πρέπει να αντιληφθούν ότι η κατάχρηση αυτής της φιλοξενίας συνεπάγεται κυρώσεις και ότι ταυτόχρονα μειώνει την προσφορά ευκαιριών στους ιδίους και σε άλλους συμπατριώτες τους από του να βρίσκονται με τόση ευκολία στην Κύπρο. Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης εισόδου στην Κύπρο έγκειται ακόμη στις αλυσιδωτές επιπτώσεις που η διάπραξη του προκαλεί στην κυπριακή οικονομία και κοινωνία γενικότερα. Τέτοιου είδους αδικήματα στρέφονται ευθέως κατά του κράτους και της έννομης τάξης, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύουν τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στην επικράτεια της, προκειμένου να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιος εισέρχεται στο νησί, ποιος παραμένει εδώ και για ποιο λόγο, πέραν του γεγονότος ότι προκαλούνται προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως. Η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα και συνάμα συντεταγμένο κράτος το οποίο διέπεται από νόμους, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τόσο των πολιτών της όσο και αυτών άλλων κρατών. Σε ότι αφορά τους τελευταίους, η είσοδος και παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτρέπεται, όχι όμως ανεξέλεγκτα, αλλά σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Νόμος. Παρόλο ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν παρά να εκφράζουν τη συμπάθεια τους σε πρόσωπα που εγκαταλείπουν τις χώρες καταγωγής τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας, εντούτοις την ίδια στιγμή αναμένουν να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα άτομα αυτά οφείλουν να σέβονται τους νόμους του κράτους στο οποίο επιζητούν φιλοξενία. Έχει τονιστεί επανειλημμένως σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης στη χώρα μας πρέπει να παταχθεί. Το Δικαστήριο έχει επίσης καθήκον και υποχρέωση να προστατεύσει το κύρος της νόμιμα εκλεγμένης Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία, λόγω της τουρκικής εισβολής του 1974 και της μεταγενέστερης και μέχρι σήμερα κατοχής κυπριακών εδαφών από τα τουρκικά στρατεύματα, δεν μπορεί να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της στα κατεχόμενα εδάφη μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι η κατοχή θα πρέπει να χρησιμοποιείται από τους αλλοδαπούς για να εισέρχονται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από μη ελεγχόμενες περιοχές. Θα πρέπει να αντιληφθούν και οι ίδιοι ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εισόδου στο έδαφος της Κύπρου δεν είναι επιτρεπτός. Όλα τα αδικήματα του κατηγορητηρίου θεωρούνται σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους από αλλοδαπούς παρουσιάζει ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εξ' αντικειμένου σοβαρή φύση των αδικημάτων αυτών σε συνδυασμό με τις επιζήμιες επιπτώσεις που προκαλούν καθώς και τη δραματική αυξητική τάση που έχει προσλάβει η διάπραξη τους τα εντάσσει στην κατηγορία αδικημάτων που χρήζουν αντιμετώπισης με αποτρεπτικές ποινές. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια, επιτελώντας την αποστολή τους για εφαρμογή του νόμου, προσπαθούν να προστατέψουν την κυπριακή κοινωνία από τις οδυνηρές συνέπειες που η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επισύρει πατάσσοντας στη ρίζα τους τέτοια φαινόμενα, πράγμα που έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο (Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36, Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 και Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010, ημερομηνίας 24.05.11). Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα η ποινή φυλάκισης είναι το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 το ακόλουθο απόσπασμα επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμη ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, το οποίο από μόνο του αποτυπώνει την σοβαρότητα της κατάστασης: "Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Επίσης, στην υπόθεση Tutunciyan v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 524, η οποία αφορά το αδίκημα της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω των κατεχομένων περιοχών, λέχθηκε ότι η χρήση των λιμανιών στα κατεχόμενα αποτελεί σοβαρό αδίκημα αφού πλήττει το κύρος της δημοκρατίας και ενισχύει την κατοχή και γι' αυτό η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι ως θέμα αρχής εσφαλμένη. Στην υπόθεση Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 επιβλήθηκε συντρέχουσα ποινή φυλάκισης 12 μηνών για τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας, πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορία τέτοιου πλαστού εγγράφου, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση αυτή ο εφεσείοντας χρησιμοποίησε το πλαστογραφημένο διαβατήριο με απώτερο σκοπό να πετύχει την είσοδό του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διέμενε ο αδελφός του. Σφοδρή επιθυμία του εφεσείοντα που άνηκε στην κοινότητα "Ταμίλ", ήταν να εγκαταλείψει τη χώρα του για να αποφύγει την καταπίεση που υφίσταντο μέλη της κοινότητάς του. Επίσης, στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010 ημερομηνίας 24.05.11 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε αδικήματα πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, 3 μηνών σε αδίκημα πλαστοπροσωπίας, 2 μηνών για τη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και 15 μηνών στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων σε άτομο από το Ιράν που ήλθε στην Κύπρο επειδή κινδύνευε η ζωή του. Επρόκειτο για άτομο που προερχόταν από γονείς χαμηλής οικονομικής κατάστασης, με τον πατέρα του να είχε αποβιώσει 2 χρόνια προηγουμένως, την μητέρα του να παρουσιάζει προβλήματα υγείας και να είχε άλλα 10 αδέλφια, 4 από τα οποία διέμεναν με την μητέρα του. Επιπροσθέτως, είχε τονιστεί ότι τον τελευταίο χρόνο κινδύνευε η προσωπική του ασφάλεια στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας πολιτικών συγκρούσεων που επικρατούν εκεί και για αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να αιτηθεί πολιτικό άσυλο σε ευρωπαϊκή χώρα. Παρά τη συμπάθεια που το Δικαστήριο έδειξε, εντούτοις τονίστηκε ότι η συμπεριφορά του αλλοδαπού θα έπρεπε να ήταν διαφορετική. Στη δε υπόθεση Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315 ποινή φυλάκισης ενός έτους που επιβλήθηκε σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, με ομολογία και παραδοχή, συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές και με δύσκολες οικογενειακές περιστάσεις που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο μειώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στους 9 μήνες εξαιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας που παρουσιάστηκε μετά τη φυλάκιση του εφεσείοντα και δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου για να ληφθεί υπόψη. Στην υπόθεση εκείνη όμως το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι ο εφεσείοντας αισθανόταν κίνδυνο στη γη του, ένεκα του στρατοκρατικού καθεστώτος, όπως όλοι οι κάτοικοι της περιοχής αυτής. Ήταν το πρώτο από 9 παιδιά μιας πάμπτωχής οικογένειας. Οι γονείς του δεν μπορούσαν, λόγω ηλικίας και υγείας, να εργαστούν και ο εφεσείοντας έπρεπε μόνος του να τους φρόντιζε όπως και τα αδέλφια του. Κάποιοι εκμεταλλευόμενοι την άσχημη οικονομική του κατάσταση και τη δυσκολία του να εξεύρει δουλειά, του πήραν το ποσό των 3.000 δολαρίων Αμερικής και του εξήγησαν, ότι μπορούσε να έλθει στην Κύπρο, με το Ιταλικό διαβατήριο και αφού θα είχε τη σφραγίδα της Κύπρου, εύκολα θα γινόταν δεκτός στην Ευρώπη. Επιπλέον, στην υπόθεση Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε έκαστο από τους τρεις εφεσείοντες λευκού ποινικού μητρώου, συνεργασία με την αστυνομία και με οικονομικές δυσκολίες που διέπραξαν τα αδικήματα της πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση αυτή ο πρώτος εφεσείοντας, Παλαιστίνιος στην καταγωγή ήταν νυμφευμένος και πατέρας τεσσάρων ανηλίκων τέκνων, στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας, το μόνο δε εισόδημα του ήταν οι απολαβές του από την εργασία του σαν μεταπωλητής ταξιδιωτικών εισιτηρίων και ανερχόταν στο ποσό των $300 το μήνα. Ήταν απόφοιτος πανεπιστημίου με δίπλωμα στη διαχείριση επιχειρήσεων. Διέμενε και εργαζόταν στη Βουλγαρία όπου κατέφυγε για να αποφύγει τη σύλληψη του από τους Σύριους, στόχος του δε ήταν να φέρει κοντά του και την οικογένεια του η οποία διέμενε στο Λίβανο. Υπέφερε με δισκοπάθεια και υποβαλλόταν σε θεραπεία. Ο δεύτερος εφεσείοντας ήταν ηλικίας 28 χρόνων και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών. Διέμενε με την οικογένεια του στη Βουλγαρία όπου και επαγγελλόταν το μηχανικό. Στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας και αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο σκοπός της επίσκεψης του στην Κύπρο ήταν η εξεύρεση οικονομικών πόρων μετανάστευσης του ιδίου και της οικογένειας του από τη Βουλγαρία στην Αμερική. Αντιμετώπιζε προβλήματα με την υγεία του λόγω τραυμάτων που υπέστη σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο τρίτος εφεσείοντας ήταν ηλικίας 25 ετών, φοιτητής οικονομικών και διέμενε με τη μητέρα του και τα τρία μικρότερα αδέλφια του στη Βεγγάζη της Λιβύης όπου μετοίκησε το 1975 από το Λίβανο μετά το θάνατο του πατέρα του. Παράλληλα απασχολείτο περιοδικά στις οικοδομές απ' όπου κέρδιζε $600 περίπου το μήνα, χρήματα που χρησιμοποιούνταν για τη συντήρηση του ιδίου και της οικογένειας του. Αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και κατά διαστήματα παρακολουθείτο από ψυχίατρο. Ισχυρίστηκε ότι έτυχε εκμετάλλευσης από αυτούς που έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη. Περαιτέρω, στην υπόθεση Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 9 μηνών και 5 μηνών αντίστοιχα σε πρόσωπο που διέπραξε τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και της πλαστοπροσωπίας, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο δεν έκρινε ότι οι θέσεις του εφεσείοντα πως η πράξη του ήταν μεμονωμένη και ανόητη, πως έπεσε θύμα άλλου προσώπου, η υπόσχεση του πως δεν πρόκειται να διαπράξει άλλο αδίκημα ενόσω είναι σ' αυτή τη χώρα και πως έχει υποβάλει αίτηση για άσυλο δεν αποτελούσαν λόγο για επέμβαση του. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση William v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 431 ποινή φυλάκισης 9 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και συνελήφθηκε κατά τον έλεγχο διαβατηρίων στο αεροδρόμιο Λάρνακας ενώ αναχωρούσε με προορισμό το Λονδίνο, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ακόμη στην υπόθεση Κουλλαπής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273 ποινές φυλάκισης 2 ετών και 15 μηνών που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα για τη διάπραξη του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Borisov v. Αστυνομίας (Αρ.1)
(2004)2 Α.Α.Δ. 204 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών για αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου και παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε άτομο που δήλωσε παραδοχή και συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στην παρούσα υπόθεση τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν σοβαρά, στοιχείο που εκλαμβάνεται επιβαρυντικό για τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, η σοβαρότητα των αδικημάτων έγκειται: (α) Στο ότι ο κατηγορούμενος δεν αρκέστηκε στο να εισέλθει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας εκμεταλλευόμενος την ιδιόρρυθμη κατάσταση που επικρατεί στο νησί και καταπατώντας κάθε έννοια ευαισθησίας στο διαχρονικό πρόβλημα της Κυπριακής Δημοκρατίας και σεβασμού προς τους νόμους αυτής, αλλά προχώρησε στη διάπραξη και άλλων σοβαρότερων αδικημάτων, επιδεικνύοντας μία κατά συρροή αξιόποινη συμπεριφορά. (β) Στο ότι ο κατηγορούμενος με την αξιόποινη συμπεριφορά του προσπάθησε να εξαπατήσει πέραν της μιας φοράς τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, μιας χώρας που τον φιλοξενεί από το 2004 έστω και με τον προαναφερόμενο τρόπο. (γ) Στον εντοπισμό στοιχείου οργανωμένης συμπεριφοράς από μέρους του κατηγορουμένου ο οποίος όχι μόνο προμηθεύτηκε πλαστό βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας αλλά το έθεσε σε κυκλοφορία άλλες 4 φορές σε 3 διαφορετικές ημερομηνίες σε 3 διαφορετικούς χώρους προκειμένου να ξεγελάσει τις κυπριακές αρχές και να εισχωρήσει στο έδαφος της Σουηδίας. (δ) Παρόλο ότι δεν υπήρξε οικονομικό όφελος, εντούτοις υπήρξε προμελέτη και προσπάθεια εκτέλεσης ενός σχεδίου με σκοπό την αποκόμιση οφέλους, το οποίο όμως ανατράπηκε με τη σύλληψη του στο αεροδρόμιο της Πάφου από τις αστυνομικές αρχές τη στιγμή που επιχειρούσε να αναχωρήσει με προορισμό την Στοκχόλμη. (ε) Το οργανωμένο σχέδιο του κατηγορουμένου δεν περιοριζόταν στη χρήση του πλαστού βουλγάρικου δελτίου ταυτότητας προκειμένου να πετύχει την έξοδο του από την Κύπρο και την είσοδο του στη Σουηδία αλλά αποσκοπούσε επίσης στο να εγγραφεί ως πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να αποκτήσει κανονική κυπριακή άδεια οδήγησης. (στ) Το σχέδιο του κατηγορουμένου ήταν τόσο πειστικό που εξασφάλισε εγγραφή ως πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαπατώντας την αρμόδια υπηρεσία. (ζ) Το ότι η κατά συρροή αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τερματίστηκε τελικά μόνο με την παρέμβαση των αστυνομικών αρχών κατά τον έλεγχο του πλαστού βουλγάρικου δελτίου ταυτότητας και τη στιγμή που ο κατηγορούμενος ήταν έτοιμος να αναχωρήσει με προορισμό τη Στοκχόλμη. (η) Το ότι αν δεν υπήρχε έγκαιρη παρέμβαση από τις αστυνομικές αρχές η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου θα είχε και συνέχεια δια της προσπάθειας εξαπάτησης και άλλης ευρωπαϊκής χώρας και συγκεκριμένα της Σουηδίας, χωρίς να αποκλείεται και η προσπάθεια εξαπάτησης και άλλης χώρας μετά την Σουηδία. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και την ομολογία του στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης · ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία 3 ετών · μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο στο οποίο και παρέμεινε μέχρι την ηλικία των 16 ετών · η μητέρα του νοσηλεύεται παράλυτη σε νοσοκομείο της Συρίας μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστηκε · Ένα από τα αδέλφια του είναι αγνοούμενος · Τους τελευταίους 6 μήνες είναι άνεργος και τυγχάνει οικονομικής βοήθειας από θείους του, οι οποίοι κατοικούν στην Κύπρο. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι η ανάγκη επιβίωσης υποχρέωσε τον πελάτη του στη διάπραξη των αδικημάτων. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή. Τα όποια σοβαρά οικονομικά προβλήματα ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε, έστω αν αυτά άγγιζαν τα όρια επιβίωσης του, δεν εμπόδιζαν από του να αποταθεί για την εξασφάλιση άδειας για νόμιμη είσοδο στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και για εργασία στο νησί. Η παρουσία συγγενικών προσώπων του στην Κύπρο θα διευκόλυνε την όλη προσπάθεια του. Στην Κύπρο εργαζόταν ως καλουψιής και λαμβάνοντας εισοδήματα από την εργασία του βοηθούσε και την οικογένεια του στη Συρία. Στην πορεία ο στόχος διαφοροποιήθηκε και από επιβίωση μετατράπηκε σε εγγραφή ως πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απόκτηση τέτοιων εγγράφων που θα του εξασφάλιζαν ελεύθερη διακίνηση στην Ευρώπη. Η πληρωμή του ευκαταφρόνητου ποσού των €2.000,00 για την απόκτηση του βουλγάρικου δελτίου ταυτότητας δεν θα μπορούσε να είχε καταβληθεί από ένα άτομο που αγωνίζεται για την επιβίωση του. Σαφώς και η εξασφάλιση τόσο κυπριακής άδειας οδήγησης μαθητευόμενου όσο και κανονικής κυπριακής άδειας οδήγησης ξεφεύγει του σκοπού της επιβίωσης. Συνεπώς, η θέση του εν λόγω συνηγόρου δεν ευσταθεί. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ορισμένα από τα αδικήματα του κατηγορητηρίου διαπράχτηκαν το 2004, το 2009, το 2010 και το 2011, πλην όμως από την άλλη δεν παραγνωρίζω ότι η διάπραξη τους ήλθε στο φως μόλις το 2013 και συγκεκριμένα στις 16.11.13 όταν ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο αεροδρόμιο Πάφου με προορισμό την Στοκχόλμη και παρεμποδίστηκε από τις αστυνομικές αρχές. Εξ' ου και η συνεργασία του με την αστυνομία και η παραδοχή του στη διάπραξη όλων των αδικημάτων έγιναν εκείνη την περίοδο. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 μηνών 9η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 9 μηνών 10η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 μηνών 12η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 9 μηνών 13η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Η έκτιση των ποινών του κατηγορουμένου θα αρχίσει από τις 20.11.13, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Επιπλέον, δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχει ο νόμος διατάζω όπως το βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό 167192918, το έγγραφο με αριθμό εγγραφής 55037838 ως πολίτης μέλους Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κυπριακή άδεια οδήγησης μαθητευόμενου και η κανονική κυπριακή άδεια οδήγησης να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Πλαστογραφία-Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου-Εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις-Πρόκληση εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις-Παράνομη είσοδος/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.