← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΩΧΑΜΕΤ ΧΑΤΖΧΟΥΣΙ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7194/2010, 21/1/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΩΧΑΜΕΤ ΧΑΤΖΧΟΥΣΙ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7194/2010, 21/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7194/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΜΩΧΑΜΕΤ ΧΑΤΖΧΟΥΣΙ
  2. ALY SAMIR ALY RASHWAN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 21.01.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο 1: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 1: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι στις 30.06.10 σε υπό ανέγερση οικοδομή της εταιρείας "ANTONESKOS" που βρίσκεται στη λεωφόρο Χλώρακας στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου εργοδοτούσε παράνομα τον Aly Samir Aly Rashwan (πρώην κατηγορούμενο 2) χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (πρώτη κατηγορία). Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 στην πορεία προέβηκε σε αλλαγή απάντησης και του επιβλήθηκε ποινή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, ήτοι στη δεύτερη και τρίτη κατηγορία. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 2 μάρτυρες, και συγκεκριμένα από τον αστυφύλακα 1105 Νίκο Ιωάννου (ΜΚ1) και τον αστυφύλακα 3447 Παναγιώτη Χριστούδια (ΜΚ2), ενώ παράλληλα κατατέθηκαν 9 τεκμήρια. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυνομικός που μέσα από τη γραπτή κατάθεση του άνευ ημερομηνίας που κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 1 σαν μέρος της κυρίως εξέταση του ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον να λάβει ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορούμενο 1, πρώην κατηγορούμενο 2 και Nedal Kabisho, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2Α, 2Β, 4Α, 4Β, 5Α και 5Β. (Τεκμήρια 2Α, 4Α και 5Α είναι οι ανακριτικές καταθέσεις στη μητρική γλώσσα των πιο πάνω προσώπων ενώ τα Τεκμήρια 2Β, 4Β και 5Β είναι οι πιστές μεταφράσεις των ανακριτικών καταθέσεων από τη μητρική γλώσσα των εν λόγω ατόμων στην ελληνική γλώσσα). Επίσης, ο ΜΚ1 αναφέρει ότι στις 30.06.10 και ώρα 16:25 ο πρώην κατηγορούμενος 2 του υπέδειξε εντός του Γραφείου Μικροπαραβάσεων Πάφου τον κατηγορούμενο 1 που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο ίδιο γραφείο ως τον εργοδότη του ενώ την ίδια ημέρα αλλά μεταξύ των ωρών 19:00-19:10 σημειώνει ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 στο αδίκημα της παράνομης εργοδότησης, στο οποίο απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Το γραπτό έντυπο κατηγορίας κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο
  3. Στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 1 δηλώνεται η ασχολία του με εργασίες ελαιοχρωματισμού μέρος των οποίων ήταν εργασίες στο προαναφερόμενο επίδικο έργο που έλαβε από τον Nedal Kabisho. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει ότι δεν γνωρίζει τον πρώην κατηγορούμενο 2 και ούτε ποτέ τον εργοδότησε. Στην ανακριτική κατάθεση του ο Nedal Kabisho αναφέρει ότι είναι ο ιδιοκτήτης εταιρείας N.K. (Rafaelos) & Christodoulou Ltd, η οποία αναλαμβάνει εργασίες ελαιοχρωματισμού. Ο ίδιος δεν γνωρίζει τον πρώην κατηγορούμενο
  4. Η εταιρεία του ανέλαβε εργασίες ελαιοχρωματισμού στο επίδικο έργο από την εταιρεία "Antonescos Estates Ltd" δυνάμει συμβολαίου υπεργολαβίας, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, που στη συνέχεια ανάθεσε για εκτέλεση στον κατηγορούμενο 1 δυνάμει σχετικής σύμβασης, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Στην ανακριτική κατάθεση του ο πρώην κατηγορούμενος 2 δηλώνει ότι είναι Αιγύπτιος, άγαμος και ότι ήλθε με άδεια στην Κύπρο για να εργαστεί σε φυτώριο στη Λεμεσό. Την ημέρα της αστυνομικής επιχείρησης δηλώνει ότι βρισκόταν σε όχημα δίχως να κάνει οτιδήποτε. Ωστόσο μετέφερε σύρματα στην οικοδομή αλλά απλά για να βοηθήσει και να αναζητήσει εργασία. Αρχικά ανάφερε το όνομα Nedal Kabisho ως τον εργοδότη του επειδή κάποιος το είπε στην οικοδομή και νόμιζε πως ήταν ο κατηγορούμενος 1 και ότι όταν ανάφερε 25 ημέρες δεν εννοούσε ότι εργαζόταν για τόσο χρονικό διάστημα αλλά ότι ήταν άνεργος για τόσες ημέρες. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι δεν επισκέφτηκε το επίδικο έργο την ημέρα της αστυνομικής επιχείρησης και ως αποτέλεσμα αυτού δεν γνωρίζει πόσα άτομα εργάζονταν στο επίδικο εργοτάξιο, ούτε αν στις 30.06.10 ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν στο έργο, αν και είπε ότι από τα διαθέσιμα σ' αυτόν στοιχεία δεν φαίνεται να ήταν παρών τη δεδομένη στιγμή. Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι δεν ρώτησε τον πρώην κατηγορούμενο 2 τι είδους εργασία ανέλαβε να εκτελέσει στην οικοδομή τη συγκεκριμένη ημέρα ενώ ο ίδιος δεν πρόσεξε αν εκείνη την ημέρα εκτελούνταν εργασίες ελαιοχρωματισμού στο έργο. Ούτε είδε τον πρώην κατηγορούμενο 2 να ασχολείται την επίδικη ημέρα με εργασίες ελαιοχρωματισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο πρώην κατηγορούμενος 2 του ανάφερε ότι ο Nedal Kabisho ήταν ο εργοδότης του. Ο ΜΚ2 εργάζεται στην ΥΑΜ Πάφου και είναι ένας εκ των αστυνομικών που έλαβαν μέρος στην αστυνομική επιχείρηση που διεξήχθηκε στις 30.06.10, την οποία περιγράφει στην γραπτή κατάθεση του ιδίας ημερομηνίας και κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο
  6. Την ίδια ημέρα υπήρξε και δεύτερη γραπτή κατάθεση από τον ίδιο μάρτυρα, η οποία κατατέθηκε στη διαδικασία αυτή ως Τεκμήριο 9 και αφορά το καθεστώς άφιξης και παραμονής του κατηγορουμένου 1 στην Κύπρο. Μέσα από το Τεκμήριο 8 που αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης του ΜΚ2 αναφέρεται ότι στις 30.06.10 και περί ώρα 08:40 ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε μαζί με τρεις άλλους συναδέλφους του σε υπό ανέγερση οικοδομή στη λεωφόρο Χλώρακας στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου προς διερεύνηση πληροφορίας ότι στο μέρος εργάζονται παράνομα αλλοδαποί. Αφού έθεσαν το μέρος υπό διακριτική παρακολούθηση για 5 περίπου λεπτά πρόσεξαν τον πρώην κατηγορούμενο 2 να μεταφέρει στο υπό ανέγερση έργο ένα ρολό ηλεκτρικού καλωδίου που είχε παραλάβει από όχημα ιδιοκτησίας της συζύγου του Nedal Kabisho. Ακολούθως, όπως περιέχεται στο εν λόγω τεκμήριο, ο ΜΚ2 πλησίασε τον πρώην κατηγορούμενο 2 και αφού του αποκάλυψε την αστυνομική ιδιότητα του αυτό του είπε ότι κατάγεται από την Αίγυπτο. Κατόπιν έρευνας που έκανε, ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 αφίχθηκε στην Κύπρο στις 15.01.07 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας με άδεια εργασίας ως γεωργικός εργάτης σε κάποιο Χαράλαμπο Κασσίνι στη Λεμεσό. Στη συνέχεια όμως ο πρώην κατηγορούμενος 2 εγκατέλειψε τον χώρο διαμονής και εργασίας του και έκτοτε διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το δε όνομα του ήταν στον κατάλογο των αναζητουμένων προσώπων. Όπως ο ΜΚ2 αναφέρει στο Τεκμήριο 8, ανακρινόμενος προφορικά ο πρώην κατηγορούμενος 2 κατονόμασε ως εργοδότη του τον Nedal Kabisho και ότι εργαζόταν κοντά του τις τελευταίες 25 ημέρες χωρίς να είχε πληρωθεί. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι είδε τον πρώην κατηγορούμενο 2 να μεταφέρει το ηλεκτρικό καλώδιο στο υπό ανέγερση έργο, πλην όμως δεν τον ρώτησε σε ποιο είδος εργασίας θα το χρησιμοποιούσε. Σύμφωνα με το μάρτυρα αυτό, όταν ρώτησε τον πρώην κατηγορούμενο 2 τι εργασία επρόκειτο να εκτελέσει ο τελευταίος του ανάφερε εργασίες ελαιοχρωματισμού, πράγμα όμως που, ως ο ίδιος είπε, δεν θεώρησε αναγκαίο να το αναφέρει σε οποιαδήποτε από τις δύο γραπτές καταθέσεις του (Τεκμήρια 8 και 9). Όπως περαιτέρω ο ΜΚ2 δήλωσε, στο επίδικο εργοτάξιο υπήρχαν αρκετά άτομα που εκτελούσαν διάφορα είδη εργασιών, πιθανό προερχόμενα από διάφορες εταιρείες. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 1 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Ο κύριος Αλεξάνδρου εστίασε την νομική επιχειρηματολογία του σε δύο άξονες. Πρώτος άξονας ήταν η θέση του ότι παρουσιάστηκε εξ' ακοής μαρτυρία η οποία είναι αντιφατική και χωρίς να χρειάζεται να αξιολογηθεί προβάλλει τρεις εκ διαμέτρου διαφορετικές εκδοχές που μεταξύ τους είναι αντιμαχόμενες. Δεύτερος άξονας ήταν η τοποθέτηση ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει σχέση του κατηγορουμένου 1 με τον πρώην κατηγορούμενο
  1. Σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης, δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να καθορίζει τον τόπο διάπραξης του κατ' ισχυρισμό αδικήματος αλλά και παράλληλα να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με τη διάπραξη αυτού με αποτέλεσμα να μην έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο κατηγορητήριο και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Μέσα από τη δική του νομική επιχειρηματολογία και παραπέμποντας σε σχετική κυπριακή νομολογία ο κύριος Συμεού ευσεβάστως επισήμανε ότι το αδίκημα που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει είναι αυστηρής ευθύνης ενώ παράλληλα απέρριψε τη θέση του κυρίου Αλεξάνδρου ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής συγκρούεται μεταξύ της λέγοντας πως υπήρξε αναγνώριση του κατηγορουμένου 1 από τον πρώην κατηγορούμενο 2 στην παρουσία του αστυφύλακα ενώ παράλληλα είπε ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 εξήγησε πως θεώρησε ότι ο εργοδότης του ονομάζεται Nedal Kabisho αλλά στη συνέχεια αναγνώρισε εξ' όψεως ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο
  2. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού διέπεται από το άρθρο 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Ειδικότερα το εδάφιο
(1)του πιο πάνω άρθρου αναφέρει τα εξής: "
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτεί, (β) αλλοδαπό, (γ) χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ή (δ) κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή (ε) κατά παράβαση νόμου ή κανονισμού. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία που, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι: 1) Στις 30.06.10 μέλη της ΥΑΜ Πάφου εντόπισαν τον πρώην κατηγορούμενο 2 να παίρνει ένα ρολό ηλεκτρικού καλωδίου από ένα όχημα ιδιοκτησίας της συζύγου κάποιου με το όνομα Nedal Kabisho που ήταν σταθμευμένο στο εργοτάξιο υπό ανέγερση έργου της εταιρείας "ANTONESCOS" που βρίσκεται στη λεωφόρο Χλώρακας στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου και να το μεταφέρει εντός της υπό κατασκευής οικοδομής. 2) Όταν ο πρώην κατηγορούμενος 2 ρωτήθηκε από μέλος της ΥΑΜ Πάφου εάν έχει άδεια εργασίας αυτός απάντησε αρνητικά. 3) Από έλεγχο που διενέργησαν μέλη της αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 είναι από την Αίγυπτο και χωρίς να είναι νυμφευμένος με ευρωπαία πολίτη αφίχθηκε στην Κύπρο στις 15.01.07 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας με άδεια εργασίας ως γεωργικός εργάτης σε κάποιο Χαράλαμπο Κασσίνη στη Λεμεσό αλλά στη συνέχεια εγκατέλειψε το χώρο διαμονής και εργασίας του και έκτοτε διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. 4) Το δε όνομα του πρώην κατηγορουμένου 2 βρισκόταν στον κατάλογο των προσώπων που απαγορεύεται η έξοδος από την Κύπρο σαν αναζητούμενο άτομο με ημερομηνία καταχώρησης 01.06.
  1. Προκαταρκτική θεώρηση των πιο πάνω σημείων αλλά και γενικότερα του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε από την κατηγορούσα αρχή δίχως το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, οδηγεί εξ' αντικειμένου στην στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων της άσκησης εργασίας από μέρους του πρώην κατηγορουμένου 2, ο οποίος, ενώ ήταν αλλοδαπός υπό την έννοια που το Κεφ.105 αποδίδει, εργαζόταν στις 30.06.10 σε υπό ανέγερση οικοδομή χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια, δηλαδή δεν είχε εξασφαλίσει άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Αυτό που απομένει τώρα είναι να εξεταστεί αν μέσα από την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής στοιχειοθετείται, για σκοπούς του σταδίου αυτού, το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης του πρώην κατηγορουμένου 2 από τον κατηγορούμενο 1 στις 30.06.
  2. Είναι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι όντως το πρόσωπο που εργοδότησε τον πρώην κατηγορούμενο 2 αλλοδαπό και εντοπίστηκε να εργάζεται στις 30.06.10 στο εν λόγω υπό ανέγερση έργο. Μέσα από αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, εξόφθαλμα παρατηρώ ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος 1 ήλθε καθ' οιονδήποτε στιγμή μέχρι και τις 30.06.10 και συγκεκριμένα μέχρι και το χρονικό σημείο που διεξήχθη η αστυνομική επιχείρηση στην υπό ανέγερση οικοδομή, σε επαφή με τον πρώην κατηγορούμενο 2 είτε για επαγγελματικούς λόγους είτε ακόμη για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι στις 30.06.10 ο πρώην κατηγορούμενος 2 εκτελούσε εργασίες ελαιοχρωματισμού (μπογιαντίσματα) στο συγκεκριμένο υπό ανέγερση έργο. Μάλιστα δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως να δείχνει ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 συναντήθηκε στο εν λόγω εργοτάξιο με τον κατηγορούμενο 1 και έλαβε από αυτόν οδηγίες για να εκτελέσει εργασίες ελαιοχρωματισμού που ο κατηγορούμενος 1 εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ανέλαβε από την εταιρεία N.K. (Rafaellos) & Christodoulou Ltd, της οποίας ιδιοκτήτης είναι ο προαναφερόμενος Nedal Kabisho. Κοντά στα πιο πάνω προστίθεται η αδυναμία της κατηγορούσας αρχής να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να τοποθετούν τον κατηγορούμενο 1 στον επίδικο χώρο στις 30.06.10 όπου εντοπίστηκε ο πρώην κατηγορούμενος 2 να εργάζεται. Από την άλλη ας σημειωθεί ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής αποκαλύπτει ότι την χρονική στιγμή που πραγματοποιήθηκε η πιο πάνω αστυνομική επιχείρηση από την οποία εντοπίστηκε ο πρώην κατηγορούμενος 2 να εργάζεται, εντός της υπό ανέγερσης οικοδομής υπήρχαν αρκετά άτομα που εκτελούσαν διάφορα είδη εργασιών με ορατό ενδεχόμενο να εργάζονταν για διαφορετικούς εργοδότες. Παράλληλα, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 μετέφερε ένα ρολό ηλεκτρικού καλωδίου εντός της υπό ανέγερση οικοδομής δεν συνδέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο με την εκτέλεση εργασιών ελαιοχρωματισμού που ο κατηγορούμενος 1 ανέλαβε να εκτελέσει, στην υπηρεσία του οποίου αποδίδουν ότι βρισκόταν ο πρώην κατηγορούμενος
  3. Υπό το φως της ουσιώδους παράλειψης της κατηγορούσας αρχής να προσκομίσει μαρτυρικό υλικό που εκ πρώτης όψεως να φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν το μοναδικό πρόσωπο που ανέλαβε να εκτελέσει όλες τις εργασίες ελαιοχρωματισμού σε ολόκληρο το υπό ανέγερση συγκρότημα, το ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 ανάφερε στον ΜΚ2 ότι θα μπογιάντιζε την οικοδομή είναι μαρτυρία ισχνή που σε καμία περίπτωση δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου 1 σε απολογία. Ούτε η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1 ως τον εργοδότη του, ιδωμένη όχι αποσπασματικά αλλά αντικειμενικά μαζί με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε μέσα από το οποίο αναδύεται διαφορετική μαρτυρία προερχόμενη από το ίδιο πρόσωπο με την οποία κατονομάζει τον Nedal Kabisho ως τον εργοδότη του καθώς την μεταγενέστερη μαρτυρία που επίσης προέρχεται από το ίδιο πρόσωπο και ανασκευάζει αυτά που του αποδίδουν ότι είχε προηγουμένως πει περί εργασίας στην υπηρεσία του Nedal Kabisho για περίοδο 25 ημερών αλλά και την επιπλέον πλην όμως εντελώς διαφορετική μαρτυρία που επίσης προέρχεται από τον πρώην κατηγορούμενο 2 με την οποία τονίζει ότι την δεδομένη στιγμή που έγινε η αστυνομική επιχείρηση στο συγκεκριμένο υπό ανέγερση έργο στις 30.06.10 δεν εργαζόταν αλλά ότι απλά βρισκόταν σε όχημα χωρίς να κάνει οτιδήποτε, είναι τέτοια που δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου
  4. Στη βάση των πιο πάνω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι ελλιπής και αντικειμενικά αδύνατη σε βαθμό που να μην μπορεί να στηρίξει καταδίκη του κατηγορουμένου 1 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ενώ ταυτόχρονα η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση του κατηγορουμένου 1 με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Επομένως, δεν έχει εξ' αντικειμένου αποδειχτεί ότι ο αλλοδαπός και ειδικότερα ο πρώην κατηγορούμενος 2 είχε εργοδοτηθεί από τον κατηγορούμενο
  5. Η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, δεν περιέχει το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο που θα στοιχειοθετούσε εκ πρώτης όψεως την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος και του συστατικού στοιχείου ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι που εργοδότησε τον αλλοδαπό για να εργάζεται στο συγκεκριμένο εργοτάξιο κατά τον ουσιώδη για το κατηγορητήριο χρόνο. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν ο κατηγορούμενος 1 κληθεί σε απολογία θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 αναφορικά με την πρώτη κατηγορία του κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Παράνομη Εργοδότηση/ Άρθρο 14Β του Κεφ.105 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.