← Κύπρος

Σταύρου Μαυρόσαββα ν. Cyprus Popular Public Co Ltd κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 18567/12, 31/1/2014

Σταύρου Μαυρόσαββα ν. Cyprus Popular Public Co Ltd κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 18567/12, 31/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 18567/12 Μεταξύ Σταύρου Μαυρόσαββα -ν-

  1. Cyprus Popular Public Co Ltd
  2. Ανδρέα Βγενόπουλου
  3. Νεοκλή Λυσάνδρου
  4. Ευθύμιου Μπουλούτα
  5. Χρίστου Στυλιανίδη
  6. Παναγιώτη Κουννή
  7. Κάλια Ευσταθίου
  8. Αθανάσιου Ορφανίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2014 Για Παραπονούμενο: κ Μελάς Για Κατηγορούμενο 2: κ. Γιωρκάτζιης και κ. Θρασυβούλου Για κατηγορούμενο 4: κ. Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Προτού προχωρήσω στην παράθεση του νομικού ερωτήματος του οποίου ζητήθηκε η παραπομπή για γνωμάτευση από το Ανώτατο Δικαστήριο και αποτελεί το επίδικο θέμα της παρούσας απόφασης, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ένα σύντομο ιστορικό, έτσι ώστε να γίνουν ευκολότερα κατανοητά τα γεγονότα που περιβάλλουν το πιο πάνω επίδικο θέμα. Στις 02.05.13 εκδόθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης από την προηγούμενη σύνθεση του Δικαστηρίου, αιτιολογημένη ενδιάμεση απόφαση με την οποία έκρινε ότι οι επιδόσεις των κατηγορητηρίων στους Κατηγορούμενους 2 και 4 δεν ήταν νομότυπες και έγκυρες για τους λόγους που εξηγούνται στην ενδιάμεση απόφαση του. Ως αποτέλεσμα έγινε εκ νέου επίδοση των κατηγορητηρίων στους πιο πάνω αναφερόμενους Κατηγορούμενους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των οποίων ήγειραν και πάλι θέμα αντικανονικής επίδοσης. Ως εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα στις 12.12.
  9. Στις 02.12.13, έλαβε χώρα η τοποθέτηση μου στην παρούσα δικαιοδοσία και κατά συνέπεια μου ανατέθηκε και η εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης. Στις 12.12.13, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για αγορεύσεις και τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον μου, εγέρθηκε, μεταξύ άλλων, από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Παραπονούμενου ζήτημα κατά πόσο ενόψει της αλλαγής Δικαστή υπάρχει πρόβλημα στην συνέχιση της διαδικασίας. Ουσιαστικά, αυτό το οποίο έθιξε ο κ. Μελάς είναι το κατά πόσο είμαι ο φυσικός δικαστής της υπόθεσης λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος της έκδοσης της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης από τον κ. Φυλακτού. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία η υπόθεση, λόγω και της απουσίας του κ. Χαβιαρά ένεκα ασθενείας, αναβλήθηκε και ορίστηκε εκ νέου στις 14.01.14 για να εξεταστεί το ζήτημα που έθεσε ο κ. Μελάς και για αγορεύσεις σε σχέση με την επίδοση των κατηγορητηρίων. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία, ήτοι στις 14.01.14, ο κ. Μελάς υπέβαλε αίτημα για παραπομπή νομικού ερωτήματος στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 148 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.
  10. Το νομικό ερώτημα προσδιορίστηκε ως εξής: « Ενόψει της απόφασης που είχε εκδώσει το παρόν Δικαστήριο με την προηγούμενη σύνθεση του, έχει θέσει την «σφραγίδα» του, έχει προκαθορίσει την πορεία της υπόθεσης, έτσι ώστε να θεωρείται ότι φυσικός δικαστής της υπόθεσης είναι ο κ. Φυλακτού;» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4, ζήτησαν χρόνο για να μελετήσουν το αίτημα του κ. Μελά και ως αποτέλεσμα η υπόθεση ορίστηκε στις 23.01.14 για αγορεύσεις σε σχέση με το αίτημα για παραπομπή νομικού ερωτήματος. Στις 23.01.14, ο μεν κ. Γιωρκάτζιης δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να τοποθετηθεί επί του αιτήματος του κ. Μελά, ο δε κ. Χαβιαράς το υποστήριξε λέγοντας ότι αποτελεί ζήτημα που θα πρέπει να παραπεμφθεί ως νομικό ερώτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο. Έθεσα προς όλους τους συνηγόρους τον προβληματισμό μου, κατά πόσο το ερώτημα, όπως αυτό προσδιορίστηκε, συνιστά όντως νομικό ερώτημα εν τη εννοία του άρθρου 148 και ζήτησα προς τούτο τις απόψεις των συνηγόρων. Οι συνήγοροι επέλεξαν να τοποθετηθούν αυθημερόν επί του προβληματισμού που τους έθεσα και στην βάση των επιχειρημάτων που εξέθεσε ο καθένας τους και τα οποία έχουν καταγραφεί στα πρακτικά υποστήριξαν ότι το ερώτημα όπως έχει τεθεί είναι νομικό και ως εκ τούτου μπορεί να παραπεμφθεί για γνωμάτευση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό δράττομαι της ευκαιρίας να ευχαριστήσω τους συνηγόρους για την βοήθεια που προσέφεραν στο Δικαστήριο. Το άρθρο 148

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, και με αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πρέπει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιφυλάξει για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο νομικό ζήτημα που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης οποιουδήποτε προσώπου.» Αίτηση δυνάμει του πιο πάνω άρθρου μπορεί να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε πριν, είτε μετά την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πάνω στο νομικό ζήτημα που εγείρεται και είναι επιθυμητό το ζήτημα να αποφασίζεται πρώτα από το πρωτόδικο Δικαστήριο πριν επιφυλαχθεί το νομικό ζήτημα για γνωμάτευση από το Ανώτατο Δικαστήριο (Regina v. Sampson Georghiades
(1957)22 C.L.R.102, R. v. Sampson
(1977)2C.L.R. 1, Δημοκρατία ν. Εκδοτική Εταιρεία
(1982)2 C.L.R. 63). Αναφέρεται στην Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33 πως προσφυγή στο άρθρο 148
(1)μπορεί να γίνει όπου το συγκεκριμένο νομικό σημείο δεν καλύπτεται από τη νομολογία και η απόφαση επ΄ αυτού είναι κρίσιμης σημασίας για την πορεία της ποινικής δίκης. Στην In ReCharalambous and Another
(1974)2 C.L.R. 37, 42 λέχθηκε ότι νομικό ζήτημα μέσα στην έννοια του άρθρου 148
(1)σημαίνει μόνο νομικό ζήτημα που προκύπτει κατά τη διάρκεια της δίκης σε στάδιο κατά το οποίο είναι αναγκαίο όπως επιλυθεί για να είναι δυνατή η συνέχιση της διαδικασίας, σύμφωνα με το νόμο και τους κανόνες της Ποινικής Δικονομίας. Το νομικό ζήτημα πρέπει να παρεισφρέει στη διαδικασία, επιβάλλοντας την παρουσία του και αξιώνοντας άμεση απάντηση. Όπως εξηγείται στην Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126, 135 για να εγείρεται ζήτημα παραπομπής δυνάμει του άρθρου 148
(1)πρέπει να συνυπάρχουν δύο προϋποθέσεις. Το ερώτημα να είναι νομικό και να εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης. Εφόσον ικανοποιούνται οι δύο προϋποθέσεις το ζήτημα της παραπομπής ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου όταν η σχετική αίτηση δεν υποβάλλεται από το Γενικό Εισαγγελέα. Όταν δεν τηρούνται και οι δύο πιο πάνω προϋποθέσεις το ζήτημα δεν μπορεί να παραπεμφθεί ακόμα και αν προς τούτο αιτείται ο Γενικός Εισαγγελέας. Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, μια παράμετρος που λαμβάνεται υπόψη, χωρίς να αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα, είναι το ανεπιθύμητο της διακοπής της δίκης και οι συνέπειες που απορρέουν από τέτοια διακοπή. Αναφέρεται στην Δημοκρατία v. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, 248 πως: «Είναι ανεπιθύμητος ο κατακερματισμός της δίκης σοβαρών ποινικών υποθέσεων με την παραπομπή στο Ανώτατο Δικαστήριο νομικών ερωτημάτων για γνωμάτευση. Η διαδικασία αυτή έχει καταλήξει ώστε το Ανώτατο Δικαστήριο να παρεμβαίνει συχνά στην πορεία της δίκης ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου ή Κακουργιοδικείου με αποτέλεσμα λόγω της καθυστερήσεως να προκαλείται πόνος και ταλαιπωρία στους παράγοντες της δίκης ενώ ταυτόχρονα μειώνεται η σοβαρότητα του αντικειμένου της.» Στην In Re HJCostas
(1984)1 Α.Α.Δ. 513, 519, εξηγείται τι είναι νομικό ερώτημα. Αναφέρεται (σε ελεύθερη μετάφραση): «Τι συνιστά αμιγώς νομικό ερώτημα είναι πιθανόν εύκολο να ορισθεί αλλά δύσκολο να εφαρμοσθεί στις συγκεκριμένες περιστάσεις μιας υπόθεσης. Το νομικό ερώτημα που εγείρεται, οιασδήποτε φύσης, πρέπει αναγκαία να είναι σχετικό με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ένα αμιγές νομικό ερώτημα δεν μπορεί να είναι απελευθερωμένο ή αποκομμένο από τα γεγονότα της υπόθεσης γιατί σε τέτοια περίπτωση θα ήταν ακαδημαϊκό νομικό ζήτημα. Μου φαίνεται πως οποτεδήποτε το ζήτημα περιστρέφεται της εφαρμογής του νόμου σε δοσμένα γεγονότα εγείρει αμιγές νομικό ερώτημα. Εφόσον τα γεγονότα στα οποία το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει το νόμο δεν είναι αμφισβητούμενα το ερώτημα είναι νομικό. Εγείρονται μόνο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία και την εμβέλεια του νόμου. Εξερεύνηση του εύρους του νόμου είναι πάντοτε νομικό ερώτημα.» Αν και η πιο πάνω απόφαση αφορούσε το τι συνιστά νομικό ερώτημα στα πλαίσια πολιτικής υπόθεσης, θεωρώ εντούτοις ότι τα ίδια ισχύουν όσον αφορά και τις ποινικές υποθέσεις, αφού τα στοιχεία που καθιστούν ένα ερώτημα ως νομικό δεν διαφοροποιούνται αναλόγως της ποινικής ή αστικής φύσης της υπόθεσης στα πλαίσια της οποίας εγείρονται. Όπως επομένως προκύπτει από την νομολογία που έχω παραθέσει πιο πάνω για να γίνει επίκληση του άρθρου 148
(1)θα πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις, ήτοι το ερώτημα να είναι νομικό και να εγείρεται κατά την διάρκεια της δίκης. Ασφαλώς το ερώτημα, όπως έχει τεθεί, δεν αφορά την ερμηνεία μίας συγκεκριμένης νομικής διάταξης, αλλά την εφαρμογή των αρχών που έθεσε η νομολογία σε σχέση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η αλλαγή στη σύνθεση του Δικαστηρίου στην εκδίκαση ποινικών υποθέσεων. Υπό αυτήν την έννοια θεωρώ ότι το ζήτημα που έχει τεθεί είναι νομικό, αφού το Δικαστήριο θα κληθεί να υπαγάγει τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση στις αρχές που έθεσε η νομολογία. Άλλωστε, ένα από τα νομικά ερωτήματα που τέθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία v. Ford (Αρ.1)
(1995)2 Α.Α.Δ 29, στην οποία τέθηκαν οι αρχές όσον αφορά το ζήτημα της σύνθεσης του Δικαστηρίου ήταν το ακόλουθο « Αν η απάντηση στο ερώτημα
(2)είναι καταφατική, κατά πόσο η σύνθεση του Κακουργιοδικείου πρέπει να παραμείνει μέχρι πέρατος της δίκης η ίδια με εκείνη με την οποία εξέδωσε την ενδιάμεση απόφαση του, ημερομηνίας 2 Δεκεμβρίου
  1. .................................... Συμφωνούμε με την κατηγορούσα αρχή πως με γνώμονα τον πρόδηλο στόχο αλλά και το λεκτικό της επιφύλαξης στο άρθρο 5 του Νόμου 14/60, η έννοια των όρων "ενώ εκδικάζεται" και "δίκη" είναι στενότερη, αλλά όχι με τον τρόπο και στο βαθμό που εισηγήθηκε. Η επιφύλαξη δεν παραπέμπει σε κάποιο διαδικαστικά στεγανά, χρονικά ή άλλα, όπως ορθά εκτίμησε το Κακουργιοδικείο, στη συγκεκριμένη υφή της διαδικασίας που διεξάχθηκε. Οσάκις, για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση του Κακουργιοδικείου, "το Δικαστήριο επιλαμβάνεται θέματος σχέση έχοντας με τις εγγενείς ανάγκες της υπόθεσης, θέτοντας έτσι, η σύνθεση του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται του θέματος τη δική της σφραγίδα σε ότι αφορά τις εξελίξεις", ενεργοποιείται η επιφύλαξη στο άρθρο 5 του Νόμου 14/
  2. Το θέμα που εξετάστηκε από το Κακουργιοδικείο και η ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε σε σχέση προς αυτό υποθεμελιώνουν την πορεία της δίκης, και καλύπτονται από νέα σύνθεση, με δοσμένη και ισχύουσα τη διαδικασία που προηγήθηκε, θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη δέσμευσή του, ενώ η εξ αρχής διεξαγωγή της διαδικασίας θα καταστρατηγούσε τον πρόδηλο στόχο της επιφύλαξής.» Η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή ότι το ερώτημα θα πρέπει να εγείρεται κατά την διάρκεια της δίκης, επίσης θεωρώ ότι πληρούται. Όπως αποφασίστηκε στην Ford πιο πάνω, ενόψει των ρητών διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, η «δίκη» περιλαμβάνει κάθε δικαστική διαδικασία μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Το γεγονός ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι απαραίτητα το νομικό ερώτημα θα πρέπει να παραπεμφθεί για γνωμάτευση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Georgiades, πιο πάνω, αποφασίστηκε ότι προσφυγή στο άρθρο 148
(1)μπορεί να γίνει όπου το συγκεκριμένο νομικό σημείο δεν καλύπτεται από τη νομολογία. Εν προκειμένω, όπως έχω ήδη αναφέρει κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, το ζήτημα που έχει τεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Παραπονουμένου έχει επιλυθεί από την νομολογία και συγκεκριμένα από την Ford (βλ. ανωτέρω). Κατά συνέπεια, δεν χρήζει, κατά την άποψη μου, παραπομπής στο Ανώτατο Δικαστήριο και αποτελεί καθήκον του παρόντος Δικαστηρίου να το επιλύσει στην βάση των αρχών της νομολογίας. Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω η αίτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.