Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΑΒΒΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 5326/2010, 14/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5326/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΣΑΒΒΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 14.01.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (ο κος Σ. Συμεού για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Κωνσταντινίδου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, μεταξύ των ημερομηνιών 19.05.08 και 22.06.09 ο κατηγορούμενος εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους €39.105,00 σε ασφαλτικό επίστρωμα, περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία βρίσκεται στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στην Έμπα της επαρχίας Πάφου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 23.06.09 ο γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Έμπας Μάριος Μεταξάς κατάγγειλε στην αστυνομία ότι μεταξύ των ημερομηνιών 19.05.08 και 22.06.09 ο κατηγορούμενος κακόβουλα προκάλεσε ζημιά σε ασφαλτικό επίστρωμα το οποίο βρίσκεται στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στην Έμπα. Το ύψος της ζημιάς που προκλήθηκε ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €39.105,
- Η ζημιά που ο κατηγορούμενος προκάλεσε συνίστατο στο ότι αρχικά απέκοψε το δρόμο με μικρούς σιδερένιους πασσάλους ενώ τον Ιούνιο 2009 χρησιμοποίησε εκσκαφέα και κατάστρεψε το ασφαλτικό επίστρωμα. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 23.06.09 ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και σε κατάθεση του στην αστυνομία ανάφερε ότι το τεμάχιο επί του οποίου υπήρχε η ασφαλτική επίστρωση ανήκε προηγουμένως στη σύζυγο του αλλά το έτος 1988 δυνάμει διατάγματος απαλλοτρίωσης περιήλθε στην κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας με την καταβολή ποσού ύψους Λ.Κ.£69.450,00 έτσι ώστε να δημιουργηθεί δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Επειδή η κατασκευή του δρόμου αυτού δεν έγινε ποτέ, ο κατηγορούμενος προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο στην προσπάθεια του να επαναδιεκδικήσει το εν λόγω τεμάχιο. Στις 21.08.09 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε "Παραδέχομαι". Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ ανάφερε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €30,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης αφού αναγνώρισε τη σοβαρότητα του αδικήματος και σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του, έκανε αναφορά σε επιπλέον γεγονότα που διαδραματίστηκαν και οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος. Επειδή τα γεγονότα αυτά, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, έχουν και αυτά τη δική τους σημασία στα πλαίσια παροχής στο Δικαστήριο συνολικής εικόνας των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος προχωρώ στην έκθεση τους. Σύμφωνα με αυτά, το επίδικο τεμάχιο που φέρει αριθμό 140, Φ/Σχ. 45/59 και βρίσκεται στην Έμπα της επαρχίας Πάφου, ανήκε μέχρι και το έτος 1989 στη σύζυγο του κατηγορουμένου σαν οικογενειακή περιουσία. Στις 23.06.89 εκδόθηκε διάταγμα απαλλοτρίωσης. Ο σκοπός της απαλλοτρίωσης ήταν για τη δημιουργία δρόμου πρωταρχικής σημασίας που θα προβλεπόταν στο Τοπικό Σχέδιο Πάφου για να συνδέσει το δρόμο Πόλης Χρυσοχούς με το δρόμο Πάφου-Ακάμα. Με την καταβολή της αποζημίωσης που ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.£69.450,00 ολοκληρώθηκε η διαδικασία απαλλοτρίωσης και η απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία εγγράφηκε ως ιδιοκτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Λόγω του ότι ο σκοπός για τον οποίο απαλλοτριώθηκε το ακίνητο δεν επιτεύχθηκε μέσα στην περίοδο των τριών ετών ζητήθηκε ανάκληση, η οποία απορρίφθηκε. Ακολούθησαν και άλλα αιτήματα για ανάκληση χωρίς αποτέλεσμα. Στο μεταξύ το εν λόγω ακίνητο για πολλά χρόνια χρησιμοποιείτο από διάφορους ιδιώτες για προσωπικές τους εργασίες όπως η διενέργεια χωματουργικών εργασιών και συγκεκριμένα απόθεση και φόρτωση αμμοχαλίκων για μεταφορά σε διάφορα εργοτάξια και σαν χώρος στάθμευσης και εξυπηρέτησης επιχείρησης φθαρτών, η οποία λειτουργούσε δίπλα από το εν λόγω ακίνητο. Με επιστολή προς την Επίτροπο Διοικήσεως εκ μέρους της πρώην ιδιοκτήτριας και μετά από έρευνα που διατάχθηκε διαπιστώθηκε ότι είχε κατασκευασθεί ασφαλτικό επίστρωμα σε όλο το μήκος του απαλλοτριωθέντος κτήματος πλάτους 4 μέτρων. Η υπόλοιπη έκταση του κτήματος (κατά πλάτος) παρέμενε αναξιοποίητη. Ακολούθησαν και άλλες διαδικασίες από την πρώην ιδιοκτήτρια χωρίς όμως αποτέλεσμα και έτσι κατά το έτος 2008 καταχωρήθηκε η προσφυγή υπ' αρ. 1142/
- Κατά την 6/8/2010 και συγκεκριμένα δύο μήνες μετά την καταχώριση της παρούσας ποινικής υπόθεσης εκδόθηκε απόφαση στην πιο πάνω προσφυγή από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός της απαλλοτρίωσης εντός της τριετίας και το ασφαλτικό επίστρωμα δεν είχε κατασκευαστεί μέσα στα πλαίσια του σκοπού της απαλλοτρίωσης. Αποφασίστηκε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε ουσιαστική ενέργεια μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης με σκοπό να καταστήσουν εφικτά πραγματοποιήσιμο το σκοπό της απαλλοτρίωσης και εκδόθηκε διάταγμα επιστροφής της περιουσίας στην ιδιοκτήτρια. Επισημάνθηκε δε στην απόφαση ότι δεν επρόκειτο για δρόμο αλλά για ασφαλτικό επίστρωμα. Με βάση την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανοίγει ο δρόμος επιστροφής του επιδίκου τεμαχίου στη σύζυγο του κατηγορούμενου, ως πρώην νόμιμη ιδιοκτήτρια του. Ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του, υπολόγιζαν να εκμεταλλευτούν το ακίνητο με την ανέγερση κατοικίας για να στεγαστεί η οικογένεια τους. Ως αποτέλεσμα του διατάγματος απαλλοτρίωσης, ο κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο του, αναγκάστηκαν να αγοράσουν άλλη γη για ανέγερση κατοικίας για την οποία συνάφθηκε δάνειο στην Alpha Bank και η κατοικία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι υποθηκευμένη. Παρά την πρόκληση ζημιάς, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν προχώρησε εναντίον του κατηγορουμένου με την καταχώρηση αγωγής αναφορικά με το ύψος της ζημιάς που προκλήθηκε. Είναι η θέση της κυρίας Κωνσταντινίδου ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε απερίσκεπτη και επιπόλαιη πράξη αισθανόμενος να τον πνίγει το άδικο βλέποντας από τη μια τον σκοπό της απαλλοτριωθείσας περιουσίας της συζύγου του να μην υλοποιείται εδώ και πολλά χρόνια και από την άλλη το τεμάχιο να χρησιμοποιείται από τρίτα άτομα αλλά όχι από τον ίδιο ή τη σύζυγο του υποχρεώνοντας τον να προβεί σε δανεισμό χρημάτων για να ανεγείρει την οικία του σε άλλο χώρο η οποία παραμένει μέχρι σήμερα υποθηκευμένη σε τραπεζικό οργανισμό, ενώ, όπως ο ίδιος θεωρούσε, θα μπορούσε αυτό να γινόταν εντός του πρώην ιδιόκτητου επιδίκου τεμαχίου. Στρεφόμενη στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, η συνήγορος υπεράσπισης, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ευσεβάστως ανάφερε ότι ο πελάτης της είναι νομοταγής πολίτης που δεν απασχόλησε ποτέ τη δικαιοσύνη για οποιοδήποτε θέμα και αυτό αποδεικνύεται από το λευκού ποινικού μητρώου του σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είναι ηλικίας 60 ετών. Η κυρία Κωνσταντινίδου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την παραδοχή του κατηγορουμένου που έστω και στο στάδιο αυτό δείχνει την έμπρακτη μεταμέλεια του. Περαιτέρω, η εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας, για τα οποία επισύναψε σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος πάσχει από αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, βουβωνοκήλη και στεφανιαία νόσο. Στις 25.02.13 υποβλήθηκε σε στεφανιογραφικό έλεγχο, ο οποίος κατέδειξε δύο στενώσεις στον πρόσθιο κατιόντα με αποτέλεσμα να του γίνει αγγειοπλαστική στη μεσότητα του πρόσθιου κατιόντα. Σήμερα βρίσκεται κάτω από φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείται στο τακτικό καρδιολογικό ιατρείο. Η δε σύζυγος του κατηγορουμένου αντιμετωπίζει διηθητικό καρκίνωμα μαστού χωρίς μεταστατική διήθηση σε 5 λεμφαδένες (φρουρούς) από το μασχαλιαίο λίπος. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και υποβάλλεται σε χημιοθεραπεία. Ο κατηγορούμενος είναι επιπλοποιός στο επάγγελμα αλλά η οικονομική κρίση τον άφησε εκτεθειμένο με αποτέλεσμα σήμερα η επιχείρηση του να μην λειτουργεί. Το ύψος των επαγγελματικών δανείων που σύναψε μαζί με του δανείου για αγορά γης και ανέγερση κατοικίας που υποχρεώθηκε να πάρει συνεπεία του διατάγματος απαλλοτρίωσης ανέρχεται συνολικά σήμερα πέραν των €950.000,00, χωρίς όμως ο κατηγορούμενος να είναι σε θέση να καταβάλλει οποιαδήποτε δόση λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει. Μοναδικό εισόδημα της οικογένειας του κατηγορουμένου είναι €850,00 και λαμβάνονται μηνιαίως από την εργασία του μεγαλύτερου υιού του. Από το ποσό αυτό καλύπτονται και τα ιατρικά έξοδα τόσο του κατηγορουμένου όσο και της συζύγου του. Ακόμη ως αποτέλεσμα των οικονομικών προβλημάτων του κατηγορουμένου, ο μικρότερος υιός του αναγκάστηκε τον Ιούνιο του έτους 2011 να διακόψει τις σπουδές του στην Θεσσαλονίκη. Καταλήγοντας η κυρία Κωνσταντινίδου, με παραπομπή σε νομολογία, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει ως μετριαστικό παράγοντα το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα σε συνδυασμό με τη μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, παρόλο ότι παραδέχτηκε ότι ευθύνη για την παρέλευση του χρονικού διαστήματος φέρει και ο πελάτης της. Είναι τέλος η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του κατηγορουμένου συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 60 ετών, νυμφευμένος, πατέρας 3 ενήλικων παιδιών και άνεργος. Στο παρελθόν ασκούσε το επάγγελμα του επιπλοποιού αλλά σήμερα η επιχείρηση του δεν λειτουργεί λόγω έλλειψης εργασιών αλλά παράλληλα περιστοιχίζεται από διάφορα χρέη. Χαίρει εκτίμησης και αποδοχής από την κοινότητα στην οποία διαμένει. Όσον αφορά τις οικονομικές δυσκολίες και τα προβλήματα υγείας που ο ίδιος και η οικογένεια του αντιμετωπίζουν σημειώνονται αυτά που έχουν αναφερθεί πιο πάνω και δεν χρειάζονται να τα επαναλάβω. Το αδίκημα της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς είναι σοβαρό, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, η πρόκληση κακόβουλης ζημιάς τιμωρείται με βάση το άρθρο 324
(1)του Κεφ.154 με ποινή φυλάκισης δύο ετών ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562,90 ή και τις δύο ποινές. Το αδίκημα αυτό θεωρείται σοβαρό για τον επιπλέον λόγο ότι η διάπραξη του προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Θεώρηση της νομολογίας για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλονται ποινές φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι στα πλαίσια προστασίας του κοινού καθώς επίσης για καταστολή αισθημάτων φόβου, τρόμου και κινδύνου αλλά και για αποφυγή της εντύπωσης ότι κυριαρχεί η παρανομία πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσίας. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη του αδικήματος είναι ιδιάζοντα. Δεν πρόκειται για μια συνήθης υπόθεση κακόβουλης ζημιάς αλλά μία ιδιόμορφη περίπτωση που θα πρέπει να αντικριστεί ξεχωριστά από άλλες περιπτώσεις από τις οποίες και διακρίνεται. Συγκεκριμένα αυτό που αμέσως προκύπτει μέσα από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι ότι η καταδικαστέα ενέργεια του κατηγορουμένου δεν αποσκοπούσε στην δημιουργία φόβου ή πανικού ή αισθήματος ανασφάλειας σε οποιονδήποτε αλλά αντίθετα ενέργησε ως αντίδραση σε μία συνεχούς για 20 σχεδόν έτη κατάσταση που θεωρούσε άδικη. Πρόκειται για μία εντελώς αψυχολόγητη, επιπόλαιη και παράλογη πλην όμως παράνομη πράξη από μέρους του, η οποία σαφώς χωρίς δεύτερη σκέψη είναι καταδικαστέα. Ουδείς έχει το δικαίωμα να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να προβαίνει σε παράνομες πράξεις ανεξαρτήτως πόσο αδικημένος ή πικραμένος νιώθει ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Ο κάθε πολίτης οφείλει να καταφύγει στα αρμόδια σώματα και να αναζητεί το δίκαιο του μέσα από νόμιμες διαδικασίες και θεσμοθετημένους μηχανισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση το παράπτωμα του κατηγορουμένου ήταν ότι αντίς να εξαντλήσει όλα τα νόμιμα μέσα που είχε στη διάθεση του επέλεξε να εξωτερικεύσει τα συναισθήματα της πίκρας και της αδικίας κατά τρόπο παράνομο και λανθασμένο. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο του χρησιμοποίησαν κάποια νόμιμα μέσα που είχαν στη διάθεση τους για διευθέτηση της υπόθεσης τους όπως η επιστολή ημερομηνίας 07.02.95 στο Υπουργικό Συμβούλιο με την οποία ζητούσε ανάκληση της γνωστοποίησης του διατάγματος απαλλοτρίωσης, η νέα ανεπιτυχής προσπάθεια με το ίδιο αίτημα ημερομηνίας 30.03.01 και η επιστολή ημερομηνίας 25.10.06 στην Επίτροπο Διοίκησης. Ωστόσο ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα του κατηγορητηρίου προτού διεκδικήσει το δίκαιο του στο Δικαστήριο. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 06.08.10 στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του μέσω της υπόθεσης αρ. 1142/2008 αφήνει εκτεθειμένους τον τρόπο αντίδρασης και τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, πέραν βέβαια ότι αυτά τον καθιστούν υπόλογο στη διάπραξη του αδικήματος της κακόβουλης ζημιάς. Δεν παραγνωρίζω ακόμη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο του σκόπευαν να ανεγείρουν την κατοικία τους εντός του επίδικου τεμαχίου αλλά το διάταγμα απαλλοτρίωσης του χάλασε τα σχέδια. Βέβαια γνωρίζω ότι για το σκοπό της απαλλοτρίωσης εισπράχτηκε το ποσό των Λ.Κ.£69.450,00 ως αποζημίωση αλλά την ίδια στιγμή παρατηρώ την συμπεριφορά που οι αρμόδιες αρχές επέδειξαν για 20 χρόνια περίπου στο να μην αξιοποιούν το επίδικο τεμάχιο με βάση τον σκοπό του διατάγματος απαλλοτρίωσης χωρίς ταυτόχρονα να επιδεικνύουν διάθεση συζήτησης ή διαπραγμάτευσης για επιστροφή του τεμαχίου στη σύζυγο του κατηγορουμένου, σαν πρώην νόμιμη ιδιοκτήτρια του, προς υλοποίηση του ονείρου της οικογένειας της για ανέγερση της οικίας τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αγορά άλλου τεμαχίου και κατασκευή οικίας τη στιγμή που αν είχε το επίδικο τεμάχιο θα επιβαρυνόταν μόνο με το κόστος ανέγερσης της οικίας. Κατανοητή ακόμη είναι και η πίκρα που ο κατηγορούμενος αισθανόταν όλον αυτόν τον καιρό όταν ενώ έβλεπε την αρνητική διάθεση των αρμοδίων κυβερνητικών υπηρεσιών να ανταποκριθούν στο αίτημα του για επιστροφή του τεμαχίου στη σύζυγο του εφόσον οι ίδιοι δεν σκόπευαν να το εκμεταλλευτούν, την ίδια στιγμή γινόταν μάρτυρας χρήσης του εν λόγω τεμαχίου από διάφορα διερχόμενα οχήματα αλλά και από γειτονική επιχείρηση που το χρησιμοποιούσε σαν χώρο στάθμευσης. Βέβαια διευκρινίζεται ότι σε καμία περίπτωση επικροτείται η πράξη του κατηγορουμένου. Είναι γεγονός ότι το ύψος της ζημιάς που προκλήθηκε όχι μόνο δεν είναι αμελητέο αλλά αντίθετα είναι αρκετά μεγάλο. Είναι ακόμη γεγονός ότι όταν το αδίκημα διαπράχτηκε το επίδικο τεμάχιο βρισκόταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατάσταση που επικρατεί μέχρι σήμερα. Ωστόσο η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 06.08.10 στην υπόθεση αρ. 1142/2008 σηματοδοτεί την δημιουργία μίας νέας κατάστασης που παραπέμπει τελικά σε επιστροφή του επιδίκου τεμαχίου στη σύζυγο του κατηγορουμένου που ήταν η αιτήτρια στην προαναφερόμενη απόφαση. Αυτό σημαίνει ότι όταν αυτό επιτευχθεί δεν θα υπάρχει ζημιά σε περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παράλληλα, θεωρώ ως επιβαρυντικό παράγοντα την σοβαρότητα που ενέχεται στην πράξη του κατηγορουμένου αλλά και στον οργανωμένο και σχεδιασμένο τρόπο με τον οποίο έδρασε. Είναι προφανές ότι η τοποθέτηση πασσάλων καθώς και η πρόκληση ζημιάς με τη βοήθεια εκσκαφέα αποσκοπούσε στην έμμεση και παράνομη απόκτηση του επιδίκου τεμαχίου μέσω μιας παράνομης πρωτοβουλίας και όχι δια νόμιμων μέσων και διαδικασιών. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του έστω και αν αυτή έγινε σε καθυστερημένο στάδιο. (β) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε στο Δικαστήριο δια της συνηγόρου του. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του το οποίο σε συνδυασμό με το ότι είναι ηλικίας 60 ετών δείχνει ότι πρόκειται για φιλήσυχο και νομοταγή πολίτη που δεν απασχόλησε στο παρελθόν την δικαιοσύνη. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και εκτέθηκαν από τη συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι νυμφευμένος και πατέρας 3 ενήλικων παιδιών. · Είναι άνεργος και αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα περιλαμβανομένου μεγάλων χρεών και της υποθήκευσης σε τραπεζικό οργανισμό της κατοικίας που η οικογένεια του στεγάζεται. · Το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας του κατηγορουμένου προς κάλυψη των εξόδων της είναι €850,00 που λαμβάνονται μηνιαίως από την εργασία του μεγαλύτερου υιού του. · Ένδειξη των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που ο κατηγορούμενος και η οικογένεια του αντιμετωπίζουν είναι το γεγονός ότι ο μικρότερος υιός του αναγκάστηκε τον Ιούνιο του έτους 2011 να διακόψει τις σπουδές του στην Θεσσαλονίκη. · Τα σοβαρά προβλήματα υγείας που τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του αντιμετωπίζουν, για τα οποία ακολουθούν συγκεκριμένες φαρμακευτικές αγωγές. · Χαίρει εκτίμησης και αποδοχής από την κοινότητα στην οποία διαμένει. Ένα άλλο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Στην παρούσα υπόθεση, παρόλο ότι αναγνωρίζεται ότι ο κατηγορούμενος είναι συνυπεύθυνος στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε εντούτοις το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει το χρονικό διάστημα των 4 ετών και 7 μηνών περίπου που καλείται σήμερα να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο, το οποίο και λαμβάνει σοβαρά υπόψη. Παράλληλα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα συνοδεύεται από μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος βρέθηκε στον χώρο της ανεργίας αφού η επιχείρηση του κατέστη πλέον ανενεργή ενώ δεν κατάφερε να αποτρέψει τη διακοπή της φοίτησης του μικρότερου υιού του τον Ιούνιο του έτους 2011, όλα αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που τον επηρέασε. Ακόμη από τις 25.02.13 επιδεινώθηκε σοβαρά η κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου ενώ παράλληλα στις 15.04.13 διαγνώστηκε σοβαρό πρόβλημα υγείας της συζύγου του με αποτέλεσμα και οι δύο να ακολουθούν συγκεκριμένες φαρμακευτικές αγωγές και να τυγχάνουν συνεχή ιατρική παρακολούθηση. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Τα προαναφερόμενα ιδιόμορφα γεγονότα και ιδιάζουσες συνθήκες που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή επιτρέπουν στο Δικαστήριο να την προσεγγίσει με διαφορετικό φακό από ότι σε άλλες συνήθεις περιπτώσεις, χωρίς να μηδενίζεται η σοβαρότητα της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα ιδιάζοντα γεγονότα και συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη του αδικήματος χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι επιβαρυντικοί αλλά και ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η καταλληλότερη, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι η χρηματική σε συνδυασμό με την υπογραφή προσωπικής εγγύησης. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο χρηματική ποινή ύψους €850,00. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €5.000,00 για καλή διαγωγή, την τήρηση της τάξης και των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο δύο ετών. Επίσης, ο κατηγορούμενος να καταβάλει έξοδα ύψους €30,00. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κακόβουλη Ζημιά/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο