← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6930/10, 13/1/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6930/10, 13/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6930/10 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v

  1. Γεώργιος Γεωργίου
  2. Παντελής Πίττας Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 13/01/
  3. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον κατηγορούμενο αρ. 1: κα Σοφία Χ΄΄Νεοφύτου. Για τον κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Δ. Μιχαηλίδης. Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 (από τώρα και στο εξής οι κατηγορούμενοι) αντιμετωπίζουν από κοινού την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 1) και την κατηγορία της απόσπασης χρημάτων με ψεύτικες παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Ο κατηγορούμενοι αρνήθηκαν και τις δύο πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε οκτώ μάρτυρες κατηγορίας, τον Α/Αστ. 4554 Μ. Χριστοδούλου (Μ.Κ.1), τον κ. Αντρέα Ιωακείμ (Μ.Κ.2), την κα Θεοδοσία Φιλίππου (Μ.Κ.3), τον κ. Αντρέα Φιλίππου (Μ.Κ.4), την κα Αφροδίτη Πάσιου (Μ.Κ.5), την κα Σύλβια Χριστοφίδου (Μ.Κ.6), τον κ. Μιχάλη Ολυμπίου Πέτρου (Μ.Κ.7) και τον κ. Σώζο Χαραλάμπους (Μ.Κ.8). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες προέβηκε μετά την καταγγελία του παραπονούμενου (Μ.Κ.2) και επίσης κατέθεσε στο Δικαστήριο και όλα τα σχετικά τεκμήρια τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι στις 14/03/2009 παρέλαβε με αλληλογραφία γραπτή κατάθεση του Ανδρέα Ιωακείμ από την Λευκωσία ο οποίος κατάγγειλε ότι ο Γεώργιος Γεωργίου και ο Παντελής Πίττας τον ξεγέλασαν και του απέσπασαν το ποσό των €72,000 για την αγορά ενός οικιστικού οικοπέδου στο Πολέμι. Μετά από αυτό έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορούμενους 1 και 2 τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια 3 και 5 αντίστοιχα. Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει ότι γνώρισε τον παραπονούμενο μέσω του κατηγορούμενου 2 καθότι ο παραπονούμενος ενδιαφερόταν να επενδύσει αγοράζοντας γη στην Πάφο. Συναντήθηκαν με τον παραπονούμενο και του ανέφερε ότι είχε ο ίδιος ένα χωράφι στην Κοίλη το οποίο πωλούσε για €200,
  5. Την περίοδο εκείνη διαπραγματευόταν και ο ίδιος κάποια άλλα τεμάχια γης χωρίς να θυμάται ποια. Κατά την συνάντηση τους αυτή δεν συμφώνησαν σε οτιδήποτε. Έγραφαν κάτι σημειώσεις σε λογαριασμό τηλεφώνου δικό του και για άλλα ακίνητα χωρίς να καταλήξουν σε κάτι. Στην συνάντηση τους αυτή ήταν μόνοι και δεν είχε άλλα άτομα. Αργότερα ο παραπονούμενος συμφώνησε να αγοράσει το τεμάχιο του στην Κοίλη έναντι του πιο πάνω ποσού χωρίς να κάνουν οποιαδήποτε έγγραφα. Συμφώνησαν να του δώσει το ποσό των €60,000 και μετά να κάνουν γραπτή συμφωνία. Του έδωσε το ποσό των €5,000 και του υποσχέθηκε σε δύο με τρείς μέρες να του δώσει και τα υπόλοιπα. Σε κάποιες ημερομηνίες, ο παραπονούμενος του έστειλε επιταγές δικές του, του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης Λευκωσίας τις οποίες εξαργύρωσε, το σύνολο των οποίων ανερχόταν γύρω στα €30,
  6. Σε σχέση με το τεμάχιο αρ. 157 στο χωριό Πολέμι, ο κατηγορούμενος 1 στην κατάθεση του αναφέρει ότι ενδιαφέρθηκε ο ίδιος να το αγοράσει αφού έμαθε ότι ήταν για πώληση αλλά δεν συμφώνησε και το ζήτημα έκλεισε μέχρι εκεί. Επίσης, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 2, ουδέποτε του έφερε χρήματα εκ μέρους του παραπονούμενου. Τέλος, αναφέρει ότι είναι διατεθειμένος να τιτλοποιήσει το τεμάχιο του στη Κοίλη στον παραπονούμενο νοουμένου ότι του καταβάλει και τα υπόλοιπα χρήματα. Ο κατηγορούμενος 2, στην κατάθεση του αναφέρει ότι εργάζεται στην ΑΤΗΚ μαζί με τον παραπονούμενο ο οποίος τυγχάνει να είναι και μακρινός ξάδελφος του. Τον Ιούνιο του 2008 αγόρασε ένα τεμάχιο γης στο χωριό Αναδιού και όταν το έμαθε ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι θα τον ενδιέφερε και αυτόν να βρει κάποιο τεμάχιο σε τιμή ευκαιρίας για να το αγοράσει. Τότε του έδωσε το τηλέφωνο του κατηγορούμενου 1, που έτυχε να τον γνωρίζει, και ο οποίος το διάστημα εκείνο ήθελε να πωλήσει κάποια τεμάχια από την περιουσία του. Ήρθε σε επικοινωνία μαζί του και του έστειλε με φαξ κάποιους τίτλους ιδιοκτησίας και τοπογραφικά διαφόρων τεμαχίων δικών του αλλά και άλλων ιδιοκτητών που ενδιαφέρονταν να πωλήσουν. Μετά από 20 περίπου μέρες ο παραπονούμενος του ζήτησε αν μπορεί να πάει μαζί του στην Πάφο και Λεμεσό για να δει κάποια χωράφια που του πρότειναν. Τον μετέφερε στην Λεμεσό και μετά στην Πάφο και παράλληλα τηλεφώνησε και του κατηγορούμενου 1 για να του εξηγήσει που είναι το τεμάχιο στο Πολέμι για το οποίο ο παραπονούμενος κρατούσε τοπογραφικό. Ο κατηγορούμενος 1 ήταν στην δουλειά και δεν μπορούσε να πάει να τους το δείξει και του είπε ότι θα τους το έδειχνε κάποιος άλλος του οποίου έδωσε το τηλέφωνο. Πράγματι τον συνάντησαν και τους οδήγησε στο τεμάχιο. Ο παραπονούμενος το είδε και του άρεσε και τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 1 και κανόνισαν και συναντήθηκαν όλοι σε ένα καφεστιατόριο με την ονομασία «CASA». Εκεί ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος 1 συνομίλησαν για την τιμή του χωραφιού στο χωριό Πολέμι και ο κατηγορούμενος 1 έγραψε πάνω σε ένα λογαριασμό τηλεφώνου στην κάτω αριστερή πλευρά της κόλλας στο πίσω μέρος της, την αξία του που ήταν £190,000 και τον τρόπο πληρωμής. Για να γίνει το πωλητήριο έγγραφο θα έπρεπε ο παραπονούμενος να πληρώσει £20,000 «κανονικά» και £20,000 σε «μαύρα». Η συνάντηση αυτή έληξε με την συμφωνία ο παραπονούμενος να απαντήσει στον κατηγορούμενο 1 σε μια εβδομάδα κατά πόσο θα προχωρούσε στην αγορά του τεμαχίου. Μετά τις 27/07/2008 ο παραπονούμενος πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο 1 και του είπε ότι ενδιαφερόταν να το αγοράσει και τον ρώτησε αν γνωρίζει κάποια συνεργατική για του δανείσει χρήματα για την αγορά του. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρει ότι ο ίδιος ποτέ δεν πήρε χρήματα από τον Ιωακείμ για να τα μεταφέρει και να τα δώσει στον κατηγορούμενο
  7. Επίσης, αναφέρει ότι γνωρίζει από ότι του είπε ο ίδιος ο παραπονούμενος ότι έδωσε στον κατηγορούμενο 1 επιταγές μεταχρονολογημένες ύψους €35,000 τις οποίες ο κατηγορούμενος 1 εισέπραξε. Μια από αυτές ύψους €10,000 δεν είχε αντίκρισμα και τον πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος 1 και του έκανε παράπονο. Τότε ο ίδιος το ανέφερε στον παραπονούμενο ο οποίος προσπάθησε να βρει τα χρήματα από διάφορα πρόσωπα. Τελικά τον κάλυψε ο ίδιος και του έδωσε €10,000 σε μετρητά και σε μια εβδομάδα του τα επέστρεψε. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του αναφέρει ότι στην συνάντηση που είχαν με τον κατηγορούμενο 1, στην παρουσία του παραπονούμενου, ο τελευταίος τους ανέφερε ότι το χωράφι στο Πολέμι δεν άνηκε στον ίδιο αλλά σε κάποια γυναίκα και μάλλον σε τρεις αδελφές και το πωλούσαν. Επίσης, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στον παραπονούμενο ότι το χρονικό περιθώριο ήταν δύο μήνες αλλιώς θα το πωλούσαν αλλού. Συγκεκριμένα μέχρι τέλος Αυγούστου έπρεπε να πληρωθούν €68,400 ως προκαταβολή και τα υπόλοιπα στο Κτηματολόγιο που θα γινόταν η πράξη. Μετά από τα πιο πάνω, αναφέρει ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε καθότι ήταν με άδεια ασθενείας από την εργασία του. Αρχές Οκτωβρίου 2008 όταν επέστρεψε στη δουλειά έμαθε ότι το χωράφι στο Πολέμι πωλήθηκε αλλού και ο λόγος ήταν διότι ο παραπονούμενος δεν έβρισκε χρήματα να το αγοράσει. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή μετά τη συνάντηση που είχαν στην Πάφο και οι τρείς τους. Τέλος, αναφέρει ότι επειδή ο παραπονούμενος φαίνεται ότι γνώριζε πως δεν θα μπορούσε να πληρώσει τα πιο πάνω χρήματα, του ζήτησε να τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο 1 για να του πωλήσει κάποιο χωράφι στη Κοίλη, που θα ήταν πιο φθηνό, αλλά αυτός του είπε να τα κανονίσει μόνος του. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο λογαριασμό τηλεφώνου του κατηγορούμενου 1, ο οποίος περιέχει χειρόγραφες σημειώσεις καθώς επίσης και χωρομετρικό σχέδιο του τεμαχίου 157 στο χωριό Πολέμι, τα οποία του παρέδωσε ο παραπονούμενος (τεκμήρια 7 και 8). Επίσης, κατέθεσε την επιταγή του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης με εκδότη τον παραπονούμενο με αρ. 42048357 ημερομηνίας 22/08/2008 για το ποσό των €15,000 με δικαιούχο κάποιο Μιχάλη Ολυμπίου (τεκμήριο 9), φωτοαντίγραφο της επιταγής με αρ. 42048352 ημερομηνίας 28/07/2008 για το ποσό των €10,000 (τεκμήριο 11), φωτοαντίγραφο της επιταγής με αρ. 42048355 ημερομηνίας 08/08/2008 για το ποσό των €10,000 με δικαιούχο τον κατηγορούμενο 1 (τεκμήριο 12), φωτοαντίγραφο της επιταγής με αρ. 42048356 ημερομηνίας 13/08/2008 για το ποσό των €15,000 με δικαιούχο τον κατηγορούμενο 1 (τεκμήριο 13) και κατάσταση λογαριασμού του παραπονούμενου με αρ. 4006391-5 του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης (τεκμήριο 10). Ο Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία ημερομηνίας 07/03/2009 (τεκμήριο 14), ημερομηνίας 16/03/2009 (τεκμήριο 15) και ημερομηνίας 11/12/2009 (τεκμήριο 16). Σε αυτές αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο γνώριζε και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο 2, με τον οποίον είναι συνάδελφοι στην Α.ΤΗ.Κ. και κατά το έτος 2008 εξέφρασε στο γραφείο όπου εργάζονται την επιθυμία ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει γη για επένδυση. Κατά την Ιούνιο του 2008 ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι υπήρχε ένα οικιστικό οικόπεδο στο χωριό Πολέμι της Επαρχίας Πάφου και μετά που του ανέφερε ότι ενδιαφερόταν του είπε ότι θα μιλούσε με τον μεσάζοντα, κατηγορούμενο 1, για να του πει ότι ενδιαφέρεται. Αρχές Ιουλίου του 2008 μαζί με τον κατηγορούμενο 2, επισκέφθηκαν την Πάφο και ο κατηγορούμενος 2 επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 1 λέγοντας του ότι ήταν μαζί του και ότι ήθελαν να δουν το οικόπεδο. Ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι δεν μπορούσε ο ίδιος να έρθει αλλά θα έστελλε κάποιο άλλο για να του το δείξει. Τότε μετέβηκαν στο χωριό Πολέμι όπου στο καφενείο συνάντησαν ένα άνδρα ο οποίος τους οδήγησε στο οικόπεδο. Όταν το είδε και του άρεσε, το ανέφερε στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος του είπε ότι θα έπρεπε να μιλήσει με τον κατηγορούμενο
  8. Του είπε επίσης, ότι η αξία του ήταν £190,
  9. Μετά από τρεις ημέρες δηλαδή αρχές Ιουλίου 2008, ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι διευθέτησε ραντεβού με τον κατηγορούμενο 1 και έτσι μετέβηκαν στην Πάφο όπου συναντήθηκαν όλοι μαζί σε ένα καφεστιατόριο. Τον κατηγορούμενο 1 του τον σύστησε ο κατηγορούμενος 2 και τον έβλεπε για πρώτη φορά. Κάθισαν και τότε ο κατηγορούμενος 1 του ανέφερε ότι το οικόπεδο είναι οικιστικό, σχεδόν 3 σκάλες και ότι μπορούσε να κτίσει 4 σπίτια και προσπαθούσε να τον πείσει να το αγοράσει. Tου είπε επίσης, ότι μπορούσε να το μεταπωλήσει πριν από την μεταβίβαση και να αποκομίσει σημαντικό κέρδος. Επίσης, του ανέφερε ότι η αξία του είναι £190,000 αν το αγόραζε από αυτόν ενώ αν πήγαινε κατευθείαν στον ιδιοκτήτη θα ήταν £210,
  10. Του ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήτα ιδιοκτήτης και ότι μεσολαβούσε και ότι θα του έδινε προμήθεια £5,000 - £8,
  11. Περαιτέρω, του είπε ότι θα δήλωναν την αξία του οικοπέδου στο κτηματολόγιο £120,000 και οι υπόλοιπες £70,000 θα ήταν αδήλωτες. Επιπρόσθετα, του είπε ότι για να γίνει πωλητήριο έγγραφο ήθελε £20,000 ω προκαταβολή και £20,000 αδήλωτα δηλαδή σύνολο £40,
  12. Πιο κάτω, ο παραπονούμενος αναφέρει ότι αποδέκτηκε τα πιο πάνω και συμφώνησαν να του δίνει αυτά τα λεφτά σταδιακά μέχρι να τον βοηθήσει με την ΣΠΕ Πέγειας να πάρει δάνειο. Παρόν στην όλη συζήτηση ήταν και ο κατηγορούμενος
  13. Ο παραπονούμενος επίσης, ανέφερε ότι δεν έκαναν οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία αλλά ο κατηγορούμενος 1 έγραψε σε ένα λογαριασμό της PRIMETEL διάφορα ποσά και τι αυτά αντιστοιχούν και αναγνώρισε το έγγραφο αυτό ως το τεκμήριο
  14. Μετά από τα πιο πάνω και συγκεκριμένα στις 26/07/2008 του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 2 και του ανέφερε ότι θα πήγαινε στην Πάφο και ότι αν ήθελε μπορούσε να πάρει αυτός τα λεφτά στον κατηγορούμενο 1 καθότι λίγες μέρες προηγουμένως του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 1 και ήθελε λεφτά για την προκαταβολή. Τότε αυτός συμφώνησε και έδωσε στον κατηγορούμενο 2 €5,
  15. Το επόμενο Σαββάτο δηλαδή στις 02/08/2008 του τηλεφώνησε ξανά ο κατηγορούμενος 2 και τον ρώτησε αν κρατούσε λεφτά για να πάρει του κατηγορούμενου
  16. Σε αυτήν την περίπτωση ο παραπονούμενος έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €2,
  17. Και στις δύο περιπτώσεις ο κατηγορούμενος 2 δεν έδωσε απόδειξη στον παραπονούμενο. Συνεχίζοντας, ο παραπονούμενος αναφέρει ότι 2-3 μέρες μετά από τα πιο πάνω συναντήθηκαν ξανά με τον κατηγορούμενο 2 και του έδωσε την επιταγή με αρ. 42048352 για το ποσό των €10,000 (τεκμήριο 11) στην οποία δεν είχε βάλει ούτε όνομα ούτε ημερομηνία εξαργύρωσης. Η επιταγή αυτή εξαργυρώθηκε στις 6/08/2008 από κάποιο Μιχάλη Ολυμπίου. Επίσης, έστειλε στον κατηγορούμενο 1 και την επιταγή με αρ. 42048355 για το ποσό των €10,000 (τεκμήριο 12) χωρίς να βάλει σε αυτήν όνομα, με τον κατηγορούμενο 2 καθώς επίσης και την επιταγή με 42048356 για το ποσό των €15,000 (τεκμήριο 13). Οι επιταγές αυτές εξαργυρώθηκαν από τον κατηγορούμενο 1 στις 08/08/2008 και 14/08/2008 αντίστοιχα. Πιο κάτω ο παραπονούμενος αναφέρει ότι στις 15/08/2008 του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 1 και συναντήθηκαν στη Λευκωσία όπου του έδωσε το ποσό των €20,000 σε μετρητά χωρίς να του δώσει απόδειξη και την επιταγή τεκμήριο 9 και συμφώνησαν όπως βάλει το ποσό και την ημερομηνία κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που θα είχε μαζί του λόγω του ότι δεν υπήρχαν λεφτά στο λογαριασμό του. Λίγες μέρες μετά του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 2 και του ανέφερε ότι η τελευταία επιταγή που έδωσε στον κατηγορούμενο 1 έμπαινε στην τράπεζα για δεύτερη φορά και ότι αν δεν βάλει λεφτά για να εξαργυρωθεί θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία. Μετά ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι πήγε στην Πάφο και με δική του πρωτοβουλία έδωσε στον κατηγορούμενο 1 το ποσό των €10,000 για να τον βοηθήσει και να του εκδώσει πωλητήριο έγγραφο. Μετά από αυτό, ανέφερε στον κατηγορούμενο 2 ότι θα του έδινε το πιο πάνω ποσό που πλήρωσε για λογαριασμό του αν ο κατηγορούμενος 1 του έκανε πωλητήριο έγγραφο αφού μέχρι στιγμής είχε πάρει €72,000 και η συμφωνία για το πωλητήριο ήταν να πάρει €68,
  18. Λόγω του ότι δεν του εκδώσαν πωλητήριο έγγραφο για το οικόπεδο κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και από έλεγχο που έκανε στο κτηματολόγιο έμαθε ότι το εν λόγω οικόπεδο είχε πωληθεί στην Αφροδίτη Λεύκου Πάσιου για το ποσό των £93,000 στις 05/09/
  19. Αμέσως, επικοινώνησε με τη δικηγόρο του και μέσω αυτής έγινε συνάντηση όλων των εμπλεκόμενων στο γραφείο της όπου ο κατηγορούμενος 1 υποσχέθηκε να του επιστρέψει όλα τα χρήματα μαζί με τα έξοδα του μέχρι τις 02/11/2008 χωρίς όμως να το έχει πράξει. Πέραν των πιο πάνω, ο παραπονούμενος αναφέρει ότι περί τα τέλη Ιουλίου 2008 πήγε στο γραφείο του ο κατηγορούμενος 2 και του πήρε φωτοαντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας και τοπογραφικό σχέδιο του τεμαχίου 157 στο Πολέμι. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στις 22/09/2008 έδωσε σε μετρητά το ποσό των €5,800 στον κατηγορούμενο 2 και στις 24/09/2008 ακόμη €3,200 προς εξόφληση του ποσού των €10,000 που έδωσε στον κατηγορούμενο
  20. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός, ανέφερε ότι στη συζήτηση που είχε με τον κατηγορούμενο 1 στο καφεστιατόριο στην Πάφο, έλαβε μέρος και ο 2ος κατηγορούμενος, ανέφερε ότι η διαφορά του είναι και με τους δύο καθότι με ψευδείς παραστάσεις του πήραν χρήματα, ότι έδωσε χρήματα και στον 2ον κατηγορούμενο και ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν η εγγύηση του για να δοθούν τα χρήματα αυτά δηλαδή οι €72,
  21. Επίσης, ανέφερε ότι όταν είπε στον κατηγορούμενο 2 όταν το τεμάχιο στο Πολέμι πωλήθηκε σε άλλο προσώπο, αυτός δεν του απάντησε για 3-5 λεπτά. Περαιτέρω, είπε ότι όταν συναντήθηκαν στη δικηγόρο του όλοι μαζί, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι πήραν και άλλοι λεφτά και ότι θα τα επέστρεφαν. Η Μ.Κ.3 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι κατοικεί στο Πολέμι και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε ταβέρνα στο εν λόγω χωριό. Πίσω από την ταβέρνα της υπήρχε ένα οικόπεδο το οποίο άνηκε σε κάποια κα Μπάρμπαρα από την Γερμανία και κατά το έτος 2007 ενδιαφέρθηκε να το ενοικιάσει και τότε έμαθε από την ιδιοκτήτρια ότι το πωλεί και της έδωσε το τηλέφωνο των παιδιών της και της έστειλαν τον τίτλο ιδιοκτησίας και ένα τοπογραφικό σχέδιο. Μίλησε στο τηλέφωνο με κάποια κα Σύλβια και Ντανιέλα, παιδιά της ιδιοκτήτριας και της είπαν ότι η τιμή ήταν £150,
  22. Επειδή η ίδια δεν μπορούσε να το αγοράσει δεν ενδιαφέρθηκε ξανά. Κατά το έτος 2008, ενώ βρίσκονταν στο σπίτι τους με κάποιους φίλους, έτυχε να αναφέρουν ότι πωλείται το εν λόγω οικόπεδο και ο γνωστός τους επ' ονόματι Γιώργος (κατηγορούμενος 1) ανέφερε ότι ενδιαφέρεται και ζήτησε και του έδωσε φωτοαντίγραφα του τίτλου ιδιοκτησίας και σχέδιο του οικοπέδου. Πέραν των πιο πάνω, δεν γνωρίζει τι έγινε μετά και κατά πόσο ο κατηγορούμενος ενδιαφερόταν προσωπικά ο ίδιος για το οικόπεδο ή εκ μέρους κάποιου άλλου. Εκείνο που γνωρίζει, με βάση τις αναφορές του κατηγορουμένου 1 είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με αγοραπωλησίες χωραφιών. Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο 1, καθότι εργάζονται μαζί στην Α.Η.Κ. Πάφου και ότι κατά το καλοκαίρι του έτους 2008 του ζήτησε όπως συναντηθεί με δύο άτομα τα οποία θα έρθουν στο χωριό Πολέμι για να τους δείξει το οικόπεδο της κας Μπάρμπαρας το οποίο βρισκόταν πίσω από την ταβέρνα της Μ.Κ.3 που είναι η αδελφή του. Συναντήθηκε με τα δύο αυτά πρόσωπα και τους οδήγησε στο συγκεκριμένο οικόπεδο και μετά έφυγε. Δεν θυμάται αν τα δύο αυτά πρόσωπα είχαν μαζί τους τοπογραφικά ή άλλα έγγραφα. Η Μ.Κ.5 κατέθεσε ότι κατά το έτος 2008 έψαχνε να βρει οικιστικό οικόπεδο για τα παιδιά της και περί τα τέλη Μαϊου του ιδίου χρόνου βρήκε από τις χρυσές αγγελίες ότι πωλείται το τεμάχιο αρ. 157, αριθμός εγγραφής 0/8791στο χωριό Πολέμι. Επικοινώνησε με το τηλέφωνο που αναγραφόταν και άνηκε σε κάποιο Μάριο και αργότερα με τους ιδιοκτήτες με τους οποίους διαπραγματεύτηκε την τιμή. Τελικά, κατέληξαν και συμφώνησαν να το αγοράσει στην τιμή των £110,
  23. Στις 06/08/2008 υπέγραψαν γραπτή συμφωνία και την επομένη κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου. Σε περίπου ένα μήνα και συγκεκριμένα στις 05/09/2008, αφού εξόφλησε ολόκληρο το τίμημα έγινε και η μεταβίβαση. Τους κατηγορούμενους ουδέποτε τους είδε και δεν τους γνωρίζει. Η Μ.Κ.6 κατέθεσε ότι είναι η κόρη της κας Μπάρμπαρας και συνιδιοκτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο του οικοπέδου στο χωριό Πολέμι. Μετά την απόφαση τους να το πωλήσουν, αρχές του καλοκαιριού του 2008 είχαν βάλει αγγελία στις χρυσές ευκαιρίες και μετά από λίγες μέρες επικοινώνησε μαζί της η κα Αφροδίτη Πάσιου. Κατά τον ίδιο χρόνο μιλούσε και με την κα Σούλα Φιλίππου (Μ.Κ.3) η οποία τελικά της είπε ότι δεν μπορεί να το αγοράσει αλλά ότι έχει ένα γνωστό της ο οποίος ενδιαφέρεται και θα τον παρέπεμπε κοντά της. Λίγες μέρες μετά την πήρε τηλέφωνο κάποιος Γιώργος Γεωργίου κα της ανέφερε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει το συγκεκριμένο τεμάχιο λέγοντας του την τιμή που ήταν £110,000 - £120,
  24. Παράλληλα τον ενημέρωσε ότι υπήρχε και άλλο σοβαρό ενδιαφέρον από άλλο πρόσωπο και ότι είχαν προχωρήσει στην προετοιμασία κάποιων εγγράφων με σκοπό την τελική συμφωνία. Αυτός της ζήτησε κάποιο χρόνο για να εξασφαλίσει τα χρήματα. Σε περίοδο 10 ημερών μετά το πρώτο τηλεφώνημα, ο Γεωργίου την πήρε τηλέφωνο ακόμη τρεις - τέσσερις φορές ζητώντας όπως δώσει κάποια μικρή προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσό να το δώσει σε μεταγενέστερο χρόνο. Οι διαπραγματεύσεις με την κα Πάσιου όμως είχαν προχωρήσει και αρχές Αυγούστου κατέληξαν σε συμφωνία και αρχές Σεπτεμβρίου έγινε η μεταβίβαση. Περαιτέρω, η μάρτυρας αυτή ανέφερε ότι στο τελευταίο αυτό τηλεφώνημα του Γεωργίου, του ανέφερε ότι είχαν καταλήξει σε συμφωνία και έκτοτε δεν είχαν άλλη επικοινωνία. Επίσης, αναφέρει ότι ουδέποτε είχαν εξουσιοδοτήσει τον Γεωργίου να διαπραγματευτεί εκ μέρους τους την πώληση του οικοπέδου και ουδέποτε τους ανέφερε ότι ενεργούσε για λογαριασμό τρίτου προσώπου ούτε πήραν οποιαδήποτε χρήματα. Τέλος, ανέφερε ότι περί τον Φεβρουάριο του 2009 με έκπληξη της, πληροφορήθηκε μετά από την επίσκεψη κάποιου κ. Ανδρέας Ιωακείμ ότι είχε πληρώσει περίπου €70,000 για να αγοράσει το εν λόγω τεμάχιο μέσω του Γιώργου Γεωργίου. Ο Μ.Κ.7 κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως οικονομικός διευθυντής της ομάδας ΑΠΟΠ ΚΙΝΥΡΑΣ Πέγειας και γνώριζε τον Γιώργο Γεωργίου. Την 1ην/08/2008 ημέρα Παρασκευή απόγευμα ο κατηγορούμενος 1 του ζήτησε να του εξαργυρώσει την επιταγή τεκμήριο 11 από την ΣΠΕ Πέγειας με την οποία συνεργάζεται και θα ήταν ανοικτή το Σάββατο ενώ οι τράπεζες ήταν κλειστές. Έτσι πήρε την επιταγή, η οποία ήταν συμπληρωμένη και εκδομένη από κάποιο Ανδρέα Ιωακείμ και απλώς συμπλήρωσε το όνομα του στη θέση του δικαιούχου και την εξαργύρωσε. Ολόκληρο το ποσό των €10,000 το έδωσε στον Γιώργο Γεωργίου. Το ίδιο επιχείρησε να πράξει και στις 23/08/2008 με το τεκμήριο
  25. Αυτή τη φορά όμως, του ζήτησε ο Γεωργίου να εξαργυρώσει για λογαριασμό του την εν λόγω επιταγή καθότι ο δικός του λογαριασμός είχε υπέρβαση και έτσι η τράπεζα δεν θα του έδινε πίσω ολόκληρο το ποσό της επιταγής. Αφού συμπλήρωσε το όνομα του κατέθεσε στο λογαριασμό του την εν λόγω επιταγή η οποία όμως επιστράφηκε πίσω και την κατέθεσε για δεύτερη και τρίτη φορά στις 30/08/02008 και 06/09/2009 αντίστοιχα χωρίς όμως αποτέλεσμα αφού επιστράφηκε πάλι με την ένδειξη αποταθείτε στον εκδότης της, μη επαρκή υπόλοιπα. Μετά από αυτό, παρέδωσε την εν λόγω επιταγή πίσω στον Γεωργίου που του την έδωσε. Ο ίδιος προέβηκε στις ενέργειες αυτές με σκοπό να διευκολύνει τον Γεωργίου και δεν γνωρίζει για ποιο λόγο ο εκδότης των επιταγών τις έδωσε στο Γεωργίου ή αν ο Γεωργίου του πούλησε κάποιο χωράφι. Εκείνο το οποίο γνωρίζει είναι ότι ο Γεωργίου κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο και με άλλες δουλειές όπως κτηματομεσιτικά ή να πωλεί χωράφια. Ο Μ.Κ.8 κατέθεσε ως ο υπεύθυνος του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης στην Πάφο και ανέφερε ότι μετά από διαταγή παρουσίασης εγγράφων που εκδόθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης, του παρέδωσε την κατάσταση λογαριασμού του κ. Ανδρέα Ιωακείμ καθώς επίσης και φωτοαντίγραφα των σχετικών επιταγών. Πέραν από την πιο πάνω μαρτυρία, κατατέθηκε και ως παραδεκτό γεγονός από τα μέρη, αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του οικοπέδου στο χωριό Πολέμι αποτελούμενο από τρεις σελίδες (βλ. τεκμήριο 24). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, η πλευρά της υπεράσπισης έθεσε στο Δικαστήριο ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αμφότεροι οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 και 2, με γραπτή αγόρευση τους που κατέθεσαν στο Δικαστήριο αναφερόμενοι, αρχικά στη νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα που εξετάζεται με την παρούσα, εισηγήθηκαν την αθώωση και απαλλαγή των κατηγορουμένων 1 και 2 από το στάδιο αυτό. Ήταν η θέση τους ότι με την μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνομωσίας προς διάπραξη του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας μεταξύ των κατηγορουμένων. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτό ανέφεραν, απαιτείται να καταδειχθεί ότι υπήρχε μια συμπληρωμένη και τελική συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων με σκοπό να αποσπάσουν από τον παραπονούμενο το ποσό των €72,
  26. Δεν έχει προσφερθεί τέτοια μαρτυρία αλλά ούτε και από τα γεγονότα και τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν μπορεί να στοιχειοθετηθεί μια τέτοια συμφωνία. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία ήταν η θέση της υπεράσπισης για τον κατηγορούμενο 1, ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της πρόθεσης δόλου. Επίσης, εφόσον στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου αναφέρεται ως ημερομηνία πώλησης του ακινήτου η 5η/09/2008 έπρεπε να αποδειχθεί ότι ενώ ο κατηγορούμενος 1 γνώριζε ότι είχε πωληθεί την εν λόγω ημερομηνία, εντούτοις με πρόθεση δόλου λάμβανε χρηματικά ποσά από τον παραπονούμενο χωρίς να τον πληροφορήσει. Τέτοια μαρτυρία είπε, δεν έχει προσφερθεί και πιο συγκεκριμένα πότε ο κατηγορούμενος 1 έμαθε ότι το εν λόγω ακίνητο είχε πωληθεί. Ο δε συνήγορος του κατηγορουμένου 2, εισηγήθηκε ότι ουδεμία μαρτυρία έχει προσαχθεί που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 2, από μόνος του ή από κοινού με τον κατηγορούμενο 1 απέσπασε το ποσό των €72,000 από τον παραπονούμενο. Η συμφωνία για την αγορά του ακινήτου στο Πολέμι έγινε μεταξύ κατηγορουμένου 1 και παραπονουμένου, ουδεμία παράσταση έγινε από τον κατηγορούμενο 2 σε σχέση με την πώληση του εν λόγω τεμαχίου και ούτε γνώση είχε ότι ήταν ψευδής. Η μόνη μαρτυρία που υπάρχει είπε, είναι ότι ο παραπονούμενος έδωσε κάποια χρήματα στον κατηγορούμενο 2 για να τα δώσει στον κατηγορούμενο
  27. Αντίθετη ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής, η οποία ανέφερε ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για την απόδειξη των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Υπάρχει συγκεκριμένα είπε, η μαρτυρία του παραπονουμένου, τα τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί, η μαρτυρία της ιδιοκτήτριας και της αγοράστριας του ακινήτου. Η μαρτυρία στο στάδιο αυτό αντικρίζεται στην όψη της και ως εκ τούτου η προσαχθείσα μαρτυρία είναι επαρκής για να κληθούν οι κατηγορούμενοι σε απολογία. NΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Mετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε να χρειάζεται να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Στην Δικαστική Πρακτική του 1962 [1962] 1 ALL ER 448 η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση Azinas and Another v. Police

(1981)2 C.L.R. 9, o όρος « εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει μια προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της υπόθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα (βλ. Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250). Επίσης, να αναφερθεί ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, ο Δικαστής δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και το Δικαστήριο προβαίνει σε μια αντικειμενική θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 λέχθηκε ότι η απαλλαγή του Κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο όταν: « (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου.» Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου,
(2002)2 ΑΑΔ 9). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πική και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή έγκειται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Παραπέμπω επίσης, στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Δράκου κ.α, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 5/2012, 6/2012, 7/2012, 8/2012 και 9/2012), Ημερ. 11/12/2012, όπου ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το εκ πρώτης όψεως στάδιο: «Αρχίζω υπενθυμίζοντας ότι το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου,(Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Πέραν των πιο πάνω, αναφορά θα πρέπει να γίνει και στα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και ποια τα συστατικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να αποδειχθούν. Το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωµοτεί µε άλλο να διαπράξει κακούργηµα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε µέρος του κόσµου η οποία αν διενεργόταν στη ∆ηµοκρατία θα ήταν κακούργηµα και η οποία είναι ποινικό αδίκηµα σύµφωνα µε τους νόµους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήµατος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειµένου για κακούργηµα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» Έχει αναφερθεί στην Αbdebraouf Ben Abdallah Gani v. Της Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 ότι οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου αλλά και του άρθρου 372 που αφορά τη συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος, ενσωματώνουν την έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας σύμφωνα με το κοινοδίκαιο. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Επίσης, προκύπτει ότι η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας σε κάθε περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Περαιτέρω, η συνομωσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (men rea) και για τούτο, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R v. Thompson, 50 Cr. App. R.1) (βλ. Παντελής Λαζάρου κ.α v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Σε σχέση με τη 2ην κατηγορία, το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελεί αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων.» Το άρθρο 297 του Κεφ. 154 δίδει τον ορισμό της ψευδής παράστασης που αναφέρεται στο πιο πάνω άρθρο και έχει ως ακολούθως: «
  2. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Με βάση τις πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτό απαιτείται η απόδειξη: 1) Της ψευδούς παράστασης, δηλαδή της παράστασης γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα. 2) Εκείνος που προβαίνει στην πιο πάνω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή. 3) Να προβαίνει στην εν λόγω παράσταση με σκοπό την καταδολίευση. 4) Ως αποτέλεσμα αυτής της ψευδής παράστασης, να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Στην Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 130/12 και 131/12, Ημερομηνίας 03/07/2012 με αναφορά στην Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J.(Edgington v. Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D. 459, 483),"The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη.» Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απόδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων για τις πιο πάνω κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο δεν προτίθεται να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί στο στάδιο αυτό αλλά σε μια αντικειμενική θεώρηση αυτής και κατά πόσο είναι τέτοιας φύσεως που αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ανεξαρτήτως αξιολόγησης και υποκειμενικής εκτίμησης της. Η κύρια μαρτυρία η οποία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή του παραπονούμενου, Μ.Κ.2, στο περιεχόμενο της οποίας έγινε αναφορά ανωτέρω καθώς επίσης λαμβάνω υπόψη μου και το υπόλοιπο μέρος της το οποίο είναι καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και η μαρτυρία τόσο της αγοράστριας του ακινήτου στο Πολέμι και η θέση των τότε ιδιοκτητών καθώς και η υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Το ζητούμενο σε σχέση με την 1ην κατηγορία είναι κατά πόσο υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 2 στη διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άμεση μαρτυρία για τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας, θέση την οποία προβάλει στην αγόρευση της και η συνήγορος του 1ου κατηγορούμενου. Το ερώτημα λοιπόν, είναι κατά πόσο υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου περιστατική μαρτυρία ή οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από την οποία να μπορεί να προκύπτει μια τέτοια συμφωνία αλλά και κοινή πρόθεση των κατηγορουμένων να εξασφαλίσουν το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό από τον κατηγορούμενο με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση του. Η μόνη μαρτυρία που θα πρέπει να εξεταστεί, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, είναι η μαρτυρία του παραπονουμένου. Από αυτήν όμως, δεν προκύπτουν τέτοια γεγονότα και αναφορές από τις οποίες να μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνωμότησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Ουσιαστικά εκείνο που προκύπτει από τη μαρτυρία του παραπονουμένου είναι ότι ο κατηγορούμενος 2 του σύστησε τον κατηγορούμενο 1 με σκοπό να μεσολαβήσει για την αγορά του οικοπέδου στο Πολέμι από τον παραπονούμενο. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τις σχέσεις των δύο κατηγορούμενων, πέραν της αναφορά του κατηγορούμενου 2 στην κατάθεση του, που να υποδηλώνει ότι μαζί ή από κοινού προέβαιναν σε εργασίες της φύσης αυτής ή ότι σε οποιοδήποτε στάδιο πριν ο κατηγορούμενος 2 φέρει σε επαφή τον παραπονούμενο με τον 1ον κατηγορούμενο, οι κατηγορούμενοι ήρθαν σε επικοινωνία ή συζήτησαν το θέμα αυτό και κατέληξαν σε κάποια συμφωνία ή στον τρόπο που θα δρούσαν. Επίσης, η μετέπειτα συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν υποδηλώνει ούτε μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα, έστω και για σκοπούς του σταδίου αυτού, ότι υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των δύο ή σχέδιο με σκοπό να εξασφαλίσουν από τον κατηγορούμενο το συγκεκριμένο ποσό και το οποίο υλοποίησαν. Η αναφορά για μεταφορά χρημάτων από τον κατηγορούμενο 2 προς τον κατηγορούμενο 1 από μόνη της δεν είναι ικανή ούτε για σκοπούς του σταδίου αυτού να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε συνομωσία και η οποία υλοποιείτο με τον συγκεκριμένο τρόπο. Κρίνω ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια μαρτυρία από την οποία να εγείρεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 αναφορικά με την κατηγορία 1 που αντιμετωπίζουν. Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν σε σχέση με την εμπλοκή εκάστου από τους κατηγορούμενους 1 και 2 στην όλη υπόθεση δεν αποκαλύπτουν την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ τους και τη δημιουργία πρόθεσης για καταδολίευση του παραπονουμένου. Ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία αυτή, από το στάδιο αυτό. Σε σχέση με τη 2η κατηγορία, η μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε εναντίον των δύο κατηγορούμενων είναι διαφορετική γι αυτό θα πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά. Σε σχέση με τον 2ον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος τον εμπλέκει σε όλα τα στάδια που έλαβαν χώρα με σκοπό την αγορά του εν λόγω τεμαχίου. Συγκεκριμένα, τον παρουσιάζει ως το άτομο που του ανέφερε την ύπαρξη του εν λόγω τεμαχίου, ως αυτό που τον έφερε σε επαφή με τον κατηγορούμενο 1, ως μέρος των συζητήσεων μεταξύ του και του κατηγορουμένου 1, ως αυτό που τον διαβεβαίωνε για τον κατηγορούμενο 1 και τα χρήματα που θα έδινε και ως το άτομο στο οποίο δόθηκε μέρος των χρημάτων που προορίζονταν για προκαταβολή για την αγορά του οικοπέδου. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η πιο πάνω μαρτυρία αλλά και η υπόλοιπη που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετή να εγείρει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου
  1. Εξετάζοντας την εν λόγω μαρτυρία, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία η οποία να αναφέρεται σε παραστάσεις οι οποίες ήταν ψευδείς και στις οποίες προέβηκε ο κατηγορούμενος 2 προς τον παραπονούμενο. Η μόνη αναφορά είναι ότι κατά την επίσκεψη στο οικόπεδο ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι η αξία του είναι £190,
  2. Πέραν της αναφοράς αυτής δεν υπάρχει άλλη θετική εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 και στην οποία να βασίστηκε ο παραπονούμενος για να δώσει τα χρήματα που ανέφερε ότι έδωσε. Η παρουσία του στη συνάντηση και συνομιλίες που είχε με τον κατηγορούμενο 1 και χωρίς να υπάρχει αναφορά σε ουσιαστική εμπλοκή του και στην παράσταση οποιονδήποτε γεγονότων, δεν είναι αρκετή. Επίσης, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 αναφέροντας την αξία του οικοπέδου στον παραπονούμενο ή ακούοντας τα όσα έλεγε ο κατηγορούμενος 1 προς τον παραπονούμενο κατά τη συνάντηση τους, γνώριζε ότι αυτά ήταν λανθασμένα ή ψευδείς. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο παραπονούμενος στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία πουθενά δεν αναφέρει ότι έγιναν οποιεσδήποτε παραστάσεις σε αυτόν από τον κατηγορούμενο 2 ή ότι ο κατηγορούμενος 2 τον καταδολίευσε με οποιονδήποτε τρόπο καθώς επίσης και ουδεμία αναφορά κάνει ότι έχει οποιονδήποτε παράπονο από αυτόν. Κατά την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι έχει παράπονο και από τον κατηγορούμενο 2 διότι και αυτός τον ξεγέλασε και ότι τον εγγυήθηκε για το ποσό που έδωσε στον 1ον κατηγορούμενο. Οι πιο πάνω αναφορές όμως, πέραν της γενικότητας τους δεν είναι τέτοιες που να στοιχειοθετούν οποιονδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Περαιτέρω, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν έλεγε την αλήθεια αναφορικά με τα χρήματα που έδωσε στον 1ον κατηγορούμενο και ότι υποψιάζεται ότι και ο κατηγορούμενος 2 πήρε χρήματα και ότι εμπλέκεται στην υπόθεση και αυτός. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφερθεί ότι στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, εκείνο που αναζητείται είναι μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ανεξαρτήτως αξιολόγησης αυτής. Θα πρέπει λοιπόν να υπάρχει μαρτυρία. Η υπόνοια ή η εύλογη υπόνοια για την διάπραξη ενός αδικήματος δεν είναι αρκετή. Επομένως, θεωρώ ότι οι όποιες αναφορές του παραπονουμένου περί υπόνοιας του για τη διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο 2 δεν είναι αρκετές. Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι ελλείπει συγκεκριμένη και σαφής μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και η οποία να συνδέεται με τον κατηγορούμενο
  3. Ακόμη όμως και να λεχθεί ότι υπάρχει μια τέτοια μαρτυρία, τότε αυτή είναι τόσο αδύνατη και ισχνή που δεν μπορεί να εξισωθεί με απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση αλλά με υπόνοιες που δεν είναι αρκετές. Επομένως, καταλήγω ότι σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτε και γι αυτήν την κατηγορία. Η κρίση μου όμως, για τον κατηγορούμενο 1 σε σχέση με την κατηγορία αυτή, είναι διαφορετική. Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου τον εμπλέκει άμεσα ως το άτομο το οποίο προέβηκε σε συγκεκριμένες παραστάσεις προς τον παραπονούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, οι οποίες εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ήταν ψευδείς και ότι ο παραπονούμενος βασιζόμενος στις παραστάσεις αυτές συμφώνησε να προβεί στην αγορά του εν λόγω τεμαχίου μέσω του κατηγορουμένου 1 και ότι έδωσε σταδιακά το συνολικό ποσό των €72,
  4. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι η μαρτυρία είναι επαρκής και σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης για καταδολίευσης. Το στοιχείο αυτό αποδεικνύεται με περιστατική μαρτυρία συνήθως και θεωρώ ότι με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του, εκ πρώτης όψεως ικανοποιείται και αυτό το συστατικό στοιχείο. Το ποια γεγονότα θα προκύψουν μετά από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και κατά πόσο αυτά είναι τέτοια που να αποδεικνύουν πέραν πάσης λογική αμφιβολίας το συστατικό αυτό στοιχείο είναι κάτι το οποίο ανάγεται σε μεταγενέστερο στάδιο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και γενικά μετά από μια αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 1 για την 2ην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Δεν θα συμφωνήσω ούτε και με την εισήγηση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου 1 ότι οι λεπτομέρειες που αναφέρονται στην κατηγορία αυτή, είναι διαφορετικές από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρεται στις λεπτομέρειες η χρονική περίοδος που έλαβε χώρα η διάπραξη του αδικήματος και οι περιστάσεις διάπραξης αυτού δηλαδή ότι οι κατηγορούμενοι εισέπραξαν το ποσό των €72,000 ενώ το εν λόγω τεμάχιο πωλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο. Η μαρτυρία που προσφέρθηκε δεν αναιρεί τις εν λόγω λεπτομέρειες ούτε διαφοροποιεί τον τρόπο διάπραξης του αδικήματος. Δόθηκε μαρτυρία σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις που γίνονταν με το πρόσωπο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, για το χρόνο που κατέληξαν οι εν λόγω διαπραγματεύσεις, για το χρόνο που έλαβε χώρα η μεταβίβαση προς το πρόσωπο αυτό καθώς επίσης και μαρτυρία σε σχέση με την εμπλοκή του κατηγορούμενου 1 για την αγορά του εν λόγω τεμαχίου και τις αναφορές εκ μέρους των ιδιοκτητών προς αυτόν. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τις λεπτομέρειες του αδικήματος δεν είναι ότι οι κατηγορούμενοι απέσπασαν το συγκεκριμένο ποσό από τον παραπονούμενο μετά που αυτό μεταβιβάστηκε σε τρίτο πρόσωπο. Αυτό προκύπτει από το χρόνο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες ότι διαπράχθηκε το εν λόγω αδίκημα και αυτός καθορίζεται μεταξύ των μηνών Ιουνίου - Σεπτεμβρίου
  5. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά προκύπτει από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου είναι ότι κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο οι κατηγορούμενοι εισέπραξαν το συγκεκριμένο ποσό από τον παραπονούμενο ως προκαταβολή για το τεμάχιο αυτό στο Πολέμι χωρίς να υπάρχει προοπτική για αγορά του αφού τελικά αυτό πωλήθηκε σε άλλο πρόσωπο στις 5/09/
  6. Η μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε κινείτε σε αυτό το πνεύμα και συνάδει με τις λεπτομέρειες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και στον τρόπο διάπραξης του αδικήματος. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι ενδεχομένως οι λεπτομέρειες να είναι ελλιπείς, αυτό με κανένα τρόπο δεν έχει διαφανεί ότι επηρέασε δυσμενώς την υπεράσπιση των κατηγορουμένων, οι ίδιοι ουδέποτε ζήτησαν περισσότερες λεπτομέρειες και εν πάσει περιπτώσει δεν έχει τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 στην 1ην κατηγορία που αντιμετωπίζουν και ως εκ τούτου αυτοί αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία αυτή. Επίσης, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 2 και στην 2ην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται και από αυτήν την κατηγορία. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του σε σχέση με την 2ην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου καλείται σε απολογία στην κατηγορία αυτή. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.