Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Kυριάκος Ταπακούδης, Αρ. Υπόθεσης: 4893/11, 22/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4893/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Kυριάκος Ταπακούδης Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 22/01/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο: κα Στ. Τιμοθέου. Κατηγορούμενος: παρόν. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, αυτές της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 22/10/2010 και 27/10/2010 σε δημόσιο μέρος, δηλαδή στην οδό Γρίβα Διγενή, εξύβρισε την Περσεφόνη Στυλιανού από την Πάφο με τις λέξεις «Πόρνη, βρωμιάρα, άχρηστη», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και τις δύο κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, κάλεσε δύο μάρτυρες, την κα Περσεφόνη Θεολόγου (Μ.Κ.1) και την κα Αναστασία Ορφανίδου (Μ.Κ.2). Επίσης, κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ο Αστ. 3396 Μ. Κλεοβούλου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 3) καθώς επίσης ότι τον κατηγόρησε και γραπτώς (τεκμήριο 4). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των διαδίκων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 1 και 2 και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν καθώς επίσης και την εικόνα που απεκόμισα κατά την προφορική τους κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί ως γενική παρατήρηση, είναι η χείριστη εντύπωση που απεκόμισα και από τους δύο μάρτυρες κατά την ώρα που κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν με αμεσότητα και απέφευγαν να απαντούν σε συγκεκριμένα ερωτήματα με σαφήνεια και ευκρίνεια αναφερόμενοι γενικά στη συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επιδείκνυε προς το πρόσωπο τους κατά την περίοδο που η παραπονούμενη ήταν ενοικιαστής του υποστατικού του. Επίσης, η μαρτυρία τους ήταν γενική και αόριστη και καμία από τις δύο ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο έλαβε χώρα οποιοδήποτε επεισόδιο και τι ακριβώς ο κατηγορούμενος τους ανέφερε ή ανέφερε στην παραπονούμενη και κάτω υπό ποιες συνθήκες. Εκείνο, ουσιαστικά που προκύπτει από τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας είναι ότι λόγω κάποιων διαφορών που η παραπονούμενη είχε με τον κατηγορούμενο αυτός την ενοχλούσε και την εμπόδιζε να λειτουργήσει την επιχείρηση που ασκούσε στο υποστατικό που ενοικίαζε από αυτόν και συχνά την εξύβριζε. Δεν ήταν σε θέση όμως, να καθορίσουν συγκεκριμένα πότε, αν κατά τους επίδικους χρόνους έλαβε χώρα ένα τέτοιο περιστατικό, κάτω από ποιες συνθήκες και το σημαντικότερο τι ακριβώς ελέχθη από τον κατηγορούμενο και με ποιες λέξεις εξύβρισε την παραπονούμενη. Περαιτέρω, η μαρτυρία των δύο μαρτύρων είναι αντιφατική και συγκρούεται μεταξύ της σε σχέση με το πώς και πότε έλαβαν χώρα τα συγκεκριμένα επεισόδια. Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη (Μ.Κ.1) ανέφερε ότι το κατ' ισχυρισμό επεισόδιο στις 22/10/2010 έλαβε χώρα η ώρα 22:30 όταν αυτή πήγε να ανοίξει το μαγαζί της (νυκτερινό κέντρο διασκέδασης) και τότε ο κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν στην βεράντα του σπιτιού του που βρίσκεται απέναντι από το εν λόγω υποστατικό άρχισε να την εξυβρίζει λέγοντας της ότι κάνει «consumansion» με τους πελάτες της και ότι είναι πόρνη. Πίσω της είχε έξι πελάτες την ώρα εκείνη. Κάλεσε αμέσως την Αστυνομία η οποία της ζήτησε να κάνει παράπονο αλλά λόγω της κούραση της δεν το έπραξε. Ερωτούμενη κατά πόσο υπήρχαν πελάτες εκείνη την ώρα, αφού τότε θα άνοιγε το μαγαζί της, αυτή απάντησε ότι οι πελάτες μπαινόβγαιναν συνήθως στο μαγαζί. Πιο κάτω ερωτούμενη πού αυτή βρισκόταν ότι ο κατηγορούμενος της ανέφερε τα πιο πάνω, πάλι δεν μπορούσε να δώσει μια σαφή απάντηση λέγοντας ότι και αυτή μπαινόβγαινε στο μαγαζί. Ούτε μπορούσε να πει ξεκάθαρα σε ποιο μέρος του σπιτιού του ο κατηγορούμενος στεκόταν και πού ήταν ακριβώς την ώρα που έλεγε τα πιο πάνω που ανέφερε. Πιο κάτω, ερωτούμενη κατά την αντεξέταση της να πει ακριβώς τι ο κατηγορούμενος της είπε δεν μπορούσε να το πράξει παραπέμποντας στην γραπτή της κατάθεση και ότι οι βρισιές ήταν πάρα πολλές και δεν μπορεί να θυμάται. Στην προσπάθεια της να δώσει απάντηση επί τούτου είπε ότι την αποκάλεσε κλέφτρα και όταν της υποδείχθηκε ότι δεν αναφέρει κάτι τέτοιο στην κατάθεση της, άρχισε να απαντά γενικά και ότι την εξύβριζε έτσι κάθε Παρασκευή και Σάββατο που άνοιγε το μαγαζί της. Περαιτέρω, δεν θυμόταν να πει συγκεκριμένες ημερομηνίες που ο κατηγορούμενος την εξύβριζε ούτε κατά πόσο τις επίδικες ημερομηνίες την εξύβρισε. Αναφερόταν γενικά χωρίς να μπορεί να το καθορίσει. Ενώ δεν θυμόταν τα πιο πάνω και τι ακριβώς ο κατηγορούμενος της είπε κατά τους επίδικους χρόνους, ερωτούμενη γιατί θυμάται ότι της είπε ότι κάνει «consumansion» ανέφερε ότι οι εξυβρίσεις αυτές δεν ξεχνιούνται με τίποτε. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι στις 22/10/2010 είχε και άλλο κόσμο στη σκηνή όταν ο κατηγορούμενος την εξύβρισε και ήταν παρούσα και η φίλη της η Αναστασία Ορφανίδου. Η θέση της αυτής όμως συγκρούεται με την μαρτυρία του εν λόγω προσώπου, που αναφέρει ότι ήταν παρούσα μόνο στις 27/10/
- Πέραν της παρουσίας του πιο πάνω πρόσωπο, δεν θυμόταν να αναφέρει ποιοι άλλοι ήταν εκεί. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η μαρτυρία της σχετικά με την κατ' ισχυρισμό εξύβριση που δέχθηκε στις 27/10/2010 και κρίνω αχρείαστο να αναφερθώ σε περαιτέρω αντιφάσεις, ασάφειες και γενικότητες της μαρτυρίας της. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας της μάρτυρος, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων και ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα της. Η Μ.Κ.2 κατέθεσε ότι είναι πολύ καλή φίλη της παραπονούμενης και γνώριζε τα προβλήματα που είχε με τον κατηγορούμενο όπως της τα είχε αναφέρει. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη είπε, δεν είχε αυτοκίνητο και την έπαιρνε η ίδια στην δουλεία της κάτι το οποίο έπραξε και στις 27/10/
- Δεν θυμόταν ακριβώς τι ώρα ήταν αλλά πρέπει να ήταν γύρω στις 2:30 - 3:00 το απόγευμα. Σταμάτησε το αυτοκίνητο της για να κατεβεί η παραπονούμενη, η ίδια ήταν ακόμη στο αυτοκίνητο της, τότε μόλις κατέβηκε η παραπονούμενη άκουσε τον κατηγορούμενο να βρίζει τόσο την παραπονούμενη όσο και την ίδια, λέγοντας τους ότι είναι πόρνες, πουτάνες, βρωμιάρες, κλέφτες και απατεώνισσες. Παρά τα πιο πάνω, στην γραπτή της κατάθεση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης αναφέρει ότι την ώρα που δέχθηκαν τις βρίσιες ήταν όταν και οι δύο κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και πριν προλάβουν να μπουν στο κέντρο. Αντεξεταζόμενη και ερωτούμενη να αναφέρει τι ακριβώς ο κατηγορούμενος τους είπε, παρά τα πιο πάνω που ανέφερε στην κατάθεση της, η ίδια δεν μπορούσε να δώσει μια σαφή και ξεκάθαρη απάντηση και είπε ότι άρχισε να τους λέει κάτι πολύ αισχρό και απαίσιο το οποίο δεν μπορεί να πει στο Δικαστήριο και όταν της ζητήθηκε κατ' επανάληψη να πει τι ακριβώς τους ελέχθη, είπε ότι της είπε ότι είναι πρόστυχη. Ερωτούμενη κατά πόσο είχε και άλλα άτομα στη σκηνή είπε ότι περνούσαν αυτοκίνητα αλλά τη συγκεκριμένη μέρα στο σημείο δεν υπήρχαν άλλα άτομα και ήταν μόνο αυτή και η παραπονούμενη. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι η μάρτυρας αυτή έδωσε κατάθεση στις 19/04/2011 (βλ. τεκμήριο 2) και αναφέρει ότι και οι δύο δέχθηκαν εξύβριση από τον κατηγορούμενο στις 27/10/2010 αναφέροντας σε αυτήν τι τους είπε. Ερωτούμενη να πει πώς θυμόταν μετά από πάροδο τόσο χρονικού διαστήματος τι ο κατηγορούμενος τους είπε και τα κατέγραψε στην κατάθεση της, η απάντηση της ήταν «Τί μου λέτε τώρα. Την ίδια μέρα έγινε η κατάθεση μου που μας εξύβρισε ο κ. Ταπακούδης» και μάλιστα ότι κάλεσαν την Αστυνομία την μέρα εκείνη και ακολούθως πήγαν στην Αστυνομία και έδωσαν κατάθεση. Λαμβανομένου υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας της μάρτυρος αυτή, κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και επομένως απορρίπτεται στην ολότητα της. Εκτός του ότι είναι γενική και αόριστη είναι και αντιφατική. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα του και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Πέραν τούτου, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου (βλ. τεκμήριο 3). Όσον αφορά την εν λόγω κατάθεση, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Ο κατηγορούμενος ουσιαστικά στην κατάθεση του αρνείται τα όσα του καταλογίζονται και αναφέρει ότι έχει επτά μήνες να δει την παραπονούμενη και ότι νομίζει ότι ο λόγος της καταγγελίας της είναι εκδικητικός λόγω του ότι ο ίδιος έχει αγωγή εναντίον της για ενοίκια που του οφείλει όταν ενοικίαζε το υποστατικό του και με αυτό τον τρόπο θέλει να τον πιέσει να την αποσύρει. Τα πιο πάνω δεν συμβαδίζουν ούτε υποστηρίζονται από άλλη αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, δεν δόθηκαν ενόρκως για να εξεταστεί και να αξιολογηθεί η ορθότητα τους. Είναι γεγονός ότι δεν συγκρούονται και με άλλη αποδεκτή μαρτυρία αλλά είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να δώσει σε αυτά οποιαδήποτε βαρύτητα. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορουμένου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και ούτε να δοθεί σε αυτό οποιαδήποτε βαρύτητα. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Εν όψει της απόρριψης της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας 1 και 2, για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, δεν μπορεί να προκύψουν οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος καθορίζεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως: «99. Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...». Από την ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: · η εξύβριση άλλου προσώπου, · σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και · κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297 "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it". Επίσης, στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ Γ. Ε ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και το γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχουν οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα, καθίσταται σαφές ότι δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά τις λέξεις που ο κατηγορούμενος ανέφερε στην παραπονούμενη κατά τους ουσιώδεις χρόνους έτσι ώστε να κριθεί κατά πόσο αυτές είναι υβριστικές ούτε αν ήταν τέτοιες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Περαιτέρω, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με το πού έλαβε χώρα μια τέτοια εξύβριση έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί κατά πόσο ο χώρος αυτός ήταν δημόσιος εν τη έννοια του Νόμου. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).......... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο