← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτης Φακοντής, Αρ. Υπόθεσης: 14953/11, 31/1/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτης Φακοντής, Αρ. Υπόθεσης: 14953/11, 31/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14953/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Παναγιώτης Φακοντής Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 31/01/2014. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα Κατηγορούμενος: Αυτοπροσώπως. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία, αυτή της αποστολής δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών μηνύματος ή οτιδήποτε άλλο το οποίο είναι κατάφωρα προσβλητικό ή και άσεμνου ή αισχρού χαρακτήρα, κατά παράβαση των άρθρων 1, 2, 149

(6)(α) του Περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών Νόμου και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμος 112
(1)/2004. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 27ην Αυγούστου του 2009 στην Πάφο, διενέργησε δια δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου τηλεφώνημα προς τον Νίκο Σταύρου από τη Λευκωσία, κατάφωρα προσβλητικού ή άσεμνου ή αισχρού χαρακτήρα, δηλαδή ανέφερε στον πιο πάνω πως θα πάει στο γραφείο του στην υπηρεσία Φ.Π.Α. να τον γαμήσει και αυτόν και όλους. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Α/Αστ. 3142 Πανίκο Ζωττή (Μ.Κ.1), τον κ. Γιώργο Καφά (Μ.Κ.2) και τον κ. Νίκο Σταύρου (Μ.Κ.3). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Επίσης, δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των διαδίκων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες τις οποίες προέβηκε κατά τη διερεύνηση της κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου. Κατάθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση που πήρε από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 2), την γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 3), διαταγή παρουσίασης εγγράφων (τεκμήριο 4) και απάντηση που πήρε στην πιο πάνω διαταγή, την επιστολή ημερομηνίας 30/05/2011 (τεκμήριο 5). Ο μάρτυρας αυτός δεν έτυχε αντεξέτασης από τον κατηγορούμενο, ούτε έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στην μαρτυρία του. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο αρμόδιος λειτουργός της Α.ΤΗ.Κ. Λεμεσού και ότι ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι να δίνει τηλεπικοινωνιακά στοιχεία στην Αστυνομία κατόπιν διαταγών. Αναγνώρισε τη διαταγή παρουσίασης στοιχείων - τεκμήριο 4- καθώς επίσης και την επιστολή - τεκμήριο 5, η οποία αποτελεί συμμόρφωση με την εν λόγω διαταγή. Επίσης, ανέφερε ότι η Α.ΤΗ.Κ. είναι ημικρατικός οργανισμός που παρέχει υπηρεσίες διαδικτύου κινητής και σταθερής τηλεφωνίας στους πελάτες της και ότι αυτοί μπορούν να στέλνουν μηνύματα και να κάνουν κλήσεις σε συνδρομητές και μη μέσω του δημόσιου δικτύου. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν έτυχε αμφισβήτησης από τον κατηγορούμενο αφού ουσιαστικά αυτός δεν έτυχε αντεξέτασης, πέραν από μια ερώτηση η οποία αφορούσε άλλο ζήτημα το οποίο ο μάρτυρας δεν διερεύνησε. Πέραν τούτου, δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να μην επιτρέπει στο Δικαστήριο να κάνει αποδεκτή τη μαρτυρία αυτή. Επομένως, την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 7) καθώς αυτό και της συμπληρωματικής του κατάθεσης (τεκμήριο 8). Στις καταθέσεις του αυτές, αναφέρει τη σχέση που ο ίδιος είχε με τον κατηγορούμενο και το τι ακριβώς έλαβε χώρα στις 27/08/
  1. Περιληπτικά αναφέρει ότι ο ίδιος είναι λειτουργός της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. στη Λευκωσία και από το Μαϊο του 2008 ανέλαβε τον έλεγχο της εταιρείας «PHOTO PANIKKOY & MARIAS FAKONTI LTD» που εδρεύει στην Πάφο. Αφού ολοκληρώθηκε ο έλεγχος της εν λόγω εταιρείας, στις 10/11/2008 επιδόθηκε επιστολή βεβαίωσης φόρου στον κατηγορούμενο ο οποίος μέσω του λογιστή του, απέστειλε στην υπηρεσία του περί τον Ιούνιο του 2009 επιστολή με την οποία διαφωνούσε με το ποσό του φόρου και ζητούσε όπως εξεταστούν κάποια ζητήματα. Στις 30/06/2009 η εν λόγω επιστολή του απαντήθηκε γραπτώς και του αναφερόταν ότι δεν μπορεί να γίνει καμία μείωση στο οφειλόμενο ποσό . Στις 27/08/2009, γύρω στις 10:45 τηλεφώνησε στο γραφείο του μάρτυρα ο κατηγορούμενος και του ανέφερε ότι την επομένη θα έρθει στο Υπουργείο Οικονομικών για να δει τον Υπουργό και να καταγγείλει τον κ. Θεοφάνη Σκαπούλλη και στην συνέχεια του έκανε παράπονο ότι έχει διπλοφορολογηθεί και αδικήθηκε από αυτόν γιατί δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του και να μειώσει το οφειλόμενο ποσό. Στην πορεία και μετά από συζήτηση που είχαν, ο κατηγορούμενος άρχισε να βρίζει τον κ. Σκαπούλλη ότι είναι παλιάνθρωπος, ότι τον ξεγέλασε και ότι θα έρθει στην υπηρεσία Φ.Π.Α. θα τον γαμήσει αυτόν και όλους. Ο μάρτυρας επίσης, ανέφερε ότι το τηλεφώνημα το δέχθηκε στο σταθερό τηλέφωνο της υπηρεσίας με αρ. 22-
  2. Επίσης, αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι τελικά έγινε συνάντηση στο γραφείο της Εφόρου της υπηρεσίας Φ.Π.Α., ότι βρέθηκε συμβιβαστική λύση και ότι η εταιρεία του κατηγορούμενου έχει διευθετήσει τις υποχρεώσεις της. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η αντεξέταση του μάρτυρα περιορίστηκε στο τι ακριβώς είχε ακολουθήσει μετά την επιβολή της συγκεκριμένης φορολογίας και στο γεγονός ότι τελικά διευθετήθηκε πλήρως η υπόθεση, θέσεις με τις οποίες ο μάρτυρας συμφώνησε. Ουδεμία αντεξέταση έτυχε ο μάρτυρας αναφορικά με το τηλεφώνημα το οποίο ισχυρίστηκε ότι έλαβε από τον κατηγορούμενο στις 27/08/2009 και στο περιεχόμενο της συνομιλίας αυτής. Ειδικότερα, δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο ότι μεταξύ των άλλων, ανέφερε στον μάρτυρα τη φράση ότι αν πάει στην υπηρεσία Φ.Π.Α. θα γαμήσει τον κ. Σκαπούλλη και όλους, αντιδρώντας για τη φορολογία που του επιβλήθηκε. Επίσης, το γεγονός ότι πράγματι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που βρισκόταν στην άλλη άκρη του τηλεφώνου δεν έτυχε αμφισβήτησης, αντιθέτως φαίνεται να είναι παραδεκτό από τον κατηγορούμενο ότι τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα διενέργησε το εν λόγω τηλεφώνημα. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η θέση του μάρτυρα σε σχέση με το τηλεφώνημα που δέχθηκε, ότι αυτό προερχόταν από τον κατηγορούμενο καθώς επίσης και το περιεχόμενο της συνομιλίας παρέμειναν αναντίλεκτα και αδιαμφισβήτητα. Περαιτέρω, δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα ή ότι αυτός έλεγε ψέματα ή είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Επομένως, καταλήγω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα του και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Πέραν τούτου, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται και η ανακριτική κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. τεκμήριο 2). Όσον αφορά την εν λόγω κατάθεση, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Ουσιαστικά στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος αναφέρεται στο ιστορικό της συγκεκριμένης διαφοράς που είχε με την υπηρεσία Φ.Π.Α. και εξαπολύει κάποιες καταγγελίες εναντίον της εν λόγω υπηρεσίας. Το περιεχόμενο αυτό της κατάθεσης, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Δεν συνάδει με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία και δεν δόθηκε ενόρκως για να μπορεί να εξεταστεί η ορθότητα των θέσεων αυτών αλλά και να δοθούν περισσότερες διευκρινήσεις. Ούτε οι αρνήσεις του σχετικά με τις απειλές και τις εξυβρίσεις που του καταλογίζονται ότι έλαβαν χώρα μέσω του τηλεφώνου κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία μπορούν να ληφθούν υπόψη. Αποτελούν εξηγήσεις για εκ πρώτης όψεως εγκληματική συμπεριφορά και δεν δόθηκαν ενόρκως. Εκείνο το οποίο μπορεί να ληφθεί υπόψη από την κατάθεση του κατηγορούμενου, είναι η αναφορά του ότι στις 27/08/2009 τηλεφώνησε από το κινητό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 99626644 προς τον αριθμό κλήσης 22601817 και ότι εντόπισε τον κ. Νίκο Σταύρου (παραπονούμενο). Η πιο πάνω δήλωση του κατηγορουμένου, είναι ενάντια στα συμφέροντα του, αφού παραδέχεται ότι έκανε το εν λόγω τηλεφώνημα δίνοντας και περισσότερες λεπτομέρειες από ποιόν αριθμό ο ίδιος τηλεφώνησε. Επίσης, εν μέρει η εν λόγω δήλωση συνάδει με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και συγκεκριμένα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου, ο οποίος ανέφερε ότι στις 27/08/2009 δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τη μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε και παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος στις 27/08/2009 και περί ώρα 10:45 τηλεφώνησε από το κινητό του τηλέφωνο με αρ. 99626644 προς το σταθερό τηλέφωνο με αρ. 22-601817 και μίλησε με τον παραπονούμενο, ο οποίος είναι λειτουργός της υπηρεσίας Φ.Π.Α. στη Λευκωσία. Ο παραπονούμενος από τον Μάϊο του 2008 ανέλαβε τον έλεγχο της εταιρείας «PHOTO PANIKKOY & MARIAS FAKONTI LTD» στην οποία ο κατηγορούμενος είναι διευθυντής ή μέτοχος ή έχει συμφέρον σε αυτήν και στις 10/11/2008 τους επέδωσε σχετική επιστολή βεβαίωση φορολογίας και στις 30/06/2009 απαντητική επιστολή προς την ένσταση την οποία υπέβαλε η πιο πάνω εταιρεία του κατηγορούμενου μέσω του λογιστή τους και με την οποία απορριπτόταν το αίτημα τους για μείωση της εν λόγω φορολογίας. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία, ο κατηγορούμενος μίλησε τηλεφωνικώς με τον παραπονούμενο και άρχισε να του κάνει παράπονο για τη φορολογία που του επιβλήθηκε, ότι διπλοφορολογήθηκε και ότι θα πάει την επομένη να δει τον Υπουργό Οικονομικών για να καταγγείλει τον κ. Θεοφάνη Σκαπούλλη, Λειτουργό Α΄ της υπηρεσίας Φ.Π.Α. καθότι τον θεωρούσε υπεύθυνο για την εν λόγω φορολογία που του επιβλήθηκε. Επίσης, του έκανε παράπονο ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί του και ότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του για να μειώσει το οφειλόμενο ποσό. Ο κατηγορούμενος ήταν σε έξαλλη κατάσταση και άρχιζε να βρίζει τον κ. Θεοφάνη Σκαπούλλη ότι είναι παλιάνθρωπος, ότι τον ξεγέλασε και ότι θα πάει στην υπηρεσία Φ.Π.Α. θα τον γαμήσει αυτόν και όλους. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος συνέχισε να εκτοξεύει απειλείς και βρισιές και ο παραπονούμενος έκλεισε το τηλέφωνο. Περαιτέρω, ο παραπονούμενος εξέλαβε τα πιο πάνω που ανέφερε ο κατηγορούμενος ως άσεμνα για τον ίδιο αλλά και για την υπηρεσία Φ.Π.Α. Ο συνδρομητής της Α.ΤΗ.Κ του κινητού τηλεφώνου με αρ. κλήσης 99626644 ανήκει στον κατηγορούμενο. Η Α.ΤΗ.Κ. είναι ημικρατικός οργανισμός ο οποίος παρέχει υπηρεσίες διαδικτύου, κινητής και σταθερής τηλεφωνίας στους πελάτες της, οι οποίοι μπορούν να στέλλουν μηνύματα και να κάνουν κλήσεις σε συνδρομητές και μη του δημόσιου δικτύου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ To άρθρο 149
(6)του Περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών Νόμου και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμος 112
(1)/2004 προνοεί τα ακόλουθα: «149..............
(6)Πρόσωπο το οποίο- (α) αποστέλλει δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, μήνυμα ή οτιδήποτε άλλο, το οποίο είναι κατάφωρα προσβλητικού ή/και άσεμνου ή αισχρού ή απειλητικού χαρακτήρα, ή (β) αποστέλλει δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή/και άσκοπης ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο, μήνυμα, το οποίο γνωρίζει ότι είναι ψευδές ή/και χρησιμοποιεί επίμονα για τον πιο πάνω σκοπό δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1,700). Οι πρόνοιες του άρθρου 149
(6)(α) έχουν εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Νικόλας Παναγιώτου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2012, Ημερομηνίας 21/05/2013, όπου αναλύθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργείται με το πιο πάνω άρθρο. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι, λόγω του πεδίου εφαρμογής του εναρμονιστικού Νόμου 112(Ι)/2004, τα αδικήματα που δημιουργούνται έχουν τη δική τους ιδιαιτερότητα. Δεν σχετίζονται για παράδειγμα με τα αδικήματα που δημιουργούνται από τον Περί Δημοσιεύσεως Αισχρών Θεμάτων Νόμο του 1963 (Ν. 35/1963)ή από άλλα ποινικά νομoθετήματα που περιέχουν παρόμοιες απαγορεύσεις. Συνεχίζοντας, αναφέρθηκε ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο με την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, όσο με την υποκειμενική υπόσταση η οποία λόγω του τρόπου που έχει συνταχθεί το άρθρο παρουσιάζει δυσκολίες. Περαιτέρω, στην πιο πάνω απόφαση αποφασίστηκε με αναφορά σε Αγγλική νομολογία ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος απαιτείται και η απόδειξη υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος και συγκεκριμένα ότι ο αποστολέας είχε πρόθεση όπως το μήνυμα του εκληφθεί ως «κατάφωρα προσβλητικό ή/και άσεμνου ή αισχρού ή απειλητικού χαρακτήρα» από τον παραλήπτη ή τουλάχιστον ότι ήταν εις γνώση του ότι θα εκλαβάνετο ως τέτοιο. Επίσης, αναφέρθηκε ότι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ανταλλάσσεται ένα μήνυμα είναι σημαντικές για την τεκμηρίωση της υποκειμενικής υπόστασης των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο 149
(6). Πέραν των πιο πάνω, στην Χαράλαμπου Μαυρομμάτη v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 85/2009, Ημερομηνίας 07/10/2011 αναφέρθηκε ότι το άρθρο 149
(6)(α) του Νόμου περιορίζεται σε αποστολή μηνύματος και δεν αναφέρεται ούτε περιλαμβάνονται στον όρο οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις. Το δε άρθρο 149
(6)(β), το πρώτο του σκέλος αναφέρεται επίσης σε μήνυμα ενώ το δεύτερο του σκέλος σε επίμονη χρήση δημοσίου δικτύου επικοινωνιών με σκοπό την ενόχληση. Η κατηγορούσα αρχή στην παρούσα περίπτωση βάσισε την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου στο άρθρο 149
(6)(α) του Νόμου ενώ οι λεπτομέρειες του αδικήματος και η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε αναφέρονται σε τηλεφώνημα και τηλεφωνική συνδιάλεξη. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω η εμβέλεια του εν λόγω άρθρου περιορίζεται στην αποστολή μηνύματος. Η φράση στο εν λόγω άρθρο «ή οτιδήποτε άλλο» δεν μπορεί να θεωρηθεί ή να ερμηνευθεί ότι μπορεί να περιλαμβάνει και την τηλεφωνική συνδιάλεξη ή το τηλεφώνημα. Επομένως, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αφού με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου αυτός δεν απέστειλε οποιοδήποτε μήνυμα στον παραπονούμενο αλλά η επικοινωνία που έλαβε χώρα ήταν τηλεφωνική. Πέραν των πιο πάνω, ούτε μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδίκημα με βάση το άρθρο 149
(6)(β) του Νόμου βασιζόμενοι στο δεύτερο σκέλος αυτού αφού τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφέρονται σε ένα και μόνο τηλεφώνημα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε επίμονη χρήση του δημόσιου δικτύου επικοινωνιών για τον σκοπό που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.