← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΦΑΝΑΣΟΒ, Αρ. Υπόθεσης: 12748/2013, 7/2/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΦΑΝΑΣΟΒ, Αρ. Υπόθεσης: 12748/2013, 7/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12748/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΦΑΝΑΣΟΒ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 07.02.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (κ. Νεοκλέους για να ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε 6 κατηγορίες κλοπής και σε μία κατηγορία κλοπής δι' ευρέσεως κατά παράβαση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 18.05.13 στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Κάτω Πάφο έκλεψε δι' ευρέσεως την πιστωτική κάρτα της Alpha Bank με αριθμό 649-100-031971-0 περιουσία της Kowalska Ineza Magdalena από την Πάφο, την οποία χρησιμοποίησε συνολικά 6 φορές μεταξύ των ημερομηνιών 18.05.13-19.05.13 στο πρατήριο καυσίμων 'Agip' που βρίσκεται στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στη Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου για να αγοράσει καύσιμα συνολικής αξίας €279,68, ποσό το οποίο έκλεψε από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμό 4151930094759005 που ανήκει στην προαναφερόμενη κυρία. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Η παραπονούμενη κατάγγειλε ότι απώλεσε το τσαντάκι της στο οποίο βρισκόταν, μεταξύ άλλων, η πιστωτική κάρτα υπ' αριθμό 649-100-031971-0 της Alpha Bank. Στις 21.05.13 η παραπονούμενη μετέβηκε εκ νέου στην αστυνομία και ανάφερε ότι η τράπεζα την ειδοποίησε πως η πιστωτική κάρτα της χρησιμοποιήθηκε 6 φορές σε διαφορετικές ώρες από τις 18.05.13 μέχρι τις 19.05.13 σε πρατήριο βενζίνης και κλάπηκε το συνολικό ποσό των €279,

  1. Κατόπιν εξέτασης του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, διαπιστώθηκε ότι το άτομο που χρησιμοποίησε την πιστωτική κάρτα της ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος και συνελήφθηκε από μέλη της αστυνομίας. Σε θεληματική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι βρήκε την εν λόγω κάρτα πεταγμένη την οποία και χρησιμοποίησε για να διοχετεύσει βενζίνη στο όχημα του υιού του καθώς και σε πλαστικά μπιτόνια που είχε στην οικία του. Στη συνέχεια με τη γραπτή συγκατάθεση του κατηγορουμένου εντοπίστηκαν 7 πλαστικά μπιτόνια τα οποία αφού υπέδειξε ως τα αντικείμενα στα οποία έβαζε βενζίνη κατασχέθηκαν από την αστυνομία. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε 'Παραδέχομαι. Ζητώ συγνώμη.' Περαιτέρω, η κυρία Παπαλαζάρου ανάφερε ότι η παραπονούμενη αποζημιώθηκε από την τράπεζα της με ολόκληρο το ποσό που κλάπηκε. Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αφού ζήτησε να της δοθούν οδηγίες για τα μπιτόνια και το ψηφιακό δίσκο με την βοήθεια του οποίου ανιχνεύτηκε η υπόθεση, σημείωσε πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν έχουν δημιουργηθεί οποιαδήποτε έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος απολογήθηκε για την αξιόποινη συμπεριφορά του και δήλωσε πως δέχεται να εκδοθεί εναντίον του διάταγμα αποζημίωσης για ολόκληρο το ποσό που κλάπηκε και που ανέρχεται στα €279,
  2. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 52 ετών, άνεργος, έγγαμος και πατέρας ενός αγοριού ηλικίας 23 ετών. Προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια χαμηλών εισοδημάτων. Ο πατέρας του απεβίωσε από καρκίνο όταν ο κατηγορούμενος ήταν σε ηλικία 8 ετών. Η σύζυγος του κατάγεται επίσης από οικογένεια χαμηλών εισοδημάτων. Το ζεύγος ήλθε στην Κύπρο το 2004 με σκοπό την εξεύρεση εργασίας. Ο κατηγορούμενος με τον υιό του, ο οποίος διέκοψε τη σχολική του φοίτηση στην Α' τάξη γυμνασίου, λειτούργησαν 'internet cafe' το οποίο όμως έπαυσε να λειτουργεί λόγω μείωσης των εργασιών του. Έκτοτε ο κατηγορούμενος είναι άνεργος. Ο δε υιός του κατηγορουμένου εργάζεται περιστασιακά και συγκεκριμένα περίπου μία φορά την εβδομάδα στις οικοδομές. Η σύζυγος του κατηγορουμένου εργάζεται ως βοηθός κουζίνας σε εστιατόριο αλλά τους τελευταίους 3 μήνες βρίσκεται με αναστολή εργασίας λαμβάνοντας επίδομα ανεργίας που είναι και το μοναδικό κύριο εισόδημα της οικογένειας. Ο κατηγορούμενος διαθέτει καλές σχέσεις με την οικογένεια του ενώ περιγράφεται ως ήσυχο άτομο που ενδιαφέρεται για την οικογένεια του. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας σε καρδία και πνεύμονες και ακολουθεί ιατροφαρμακευτική αγωγή. Επί του θέματος αυτού ο κατηγορούμενος προσκόμισε αντίγραφα ιατρικών σημειώσεων σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του. Το αδίκημα της κλοπής δι' ευρέσεως εντάσσεται στην μεγάλη κατηγορία της κλοπής και μαζί με άλλα ομοειδή αδικήματα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι ιδίας φύσεως και σοβαρά και αφορούν κλοπή πιστωτικής κάρτας και χρημάτων. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής θεωρείται κακούργημα και επισύρει, με βάση το άρθρο 262 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 3 ετών εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Το αδίκημα της κλοπής θεωρείται αρκετά σοβαρό για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η διάπραξη του παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης του αδικήματος της κλοπής καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Πρόκειται για αδίκημα που φανερώνει ασέβεια και κατάφωρα καταπατεί τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας καθώς και της παραβίασης της οικίας. Επίσης, είναι αδίκημα που δυστυχώς ορθά η διάπραξη του προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για αδικήματα κλοπής και άλλων ομοειδών αδικημάτων η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας σε τέτοιου είδους αδικήματα είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 όπου επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00. Επίσης, στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη παρόμοια υπόθεση. Ακόμη στην υπόθεση Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο μειώνοντας την ποινή των 6 μηνών του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σε κάθε εφεσείοντα που ήταν άτομα νεαρής ηλικίας 22, 20 και 20 ετών αντιστοίχως, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και παραδέχθηκαν ενοχή. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν Λ.Κ.£280, της οποίας μεγάλο μέρος βρέθηκε και θα επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη της. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη απουσία ιδιαίτερου προσχεδιασμού καθώς επίσης δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χασσάν v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78 ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα κλοπής αντικειμένων αξίας Λ.Κ.£3.005,80 όπου μέρος αυτών είχε ανευρεθεί, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπλέον, στην υπόθεση Κκούτα v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 331 επιβλήθηκε για το αδίκημα της κλοπής ποινή φυλάκισης 2,5 μηνών αφού λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα και τα περιστατικά της υπόθεσης καθώς και 4 προηγούμενες καταδίκες. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 επιβλήθηκε κατ' έφεση ποινή φυλάκισης δύο μηνών σε φοιτητή, πολύ νεαρής ηλικίας με λευκό ποινικό μητρώο που διαδραμάτισε ρόλο ήσσονος σημασίας στη διάπραξη των αδικημάτων της διάρρηξης και κλοπής με άμεση παραδοχή και συνδρομή στη διαλεύκανση των αδικημάτων και ιδιάζοντες προσωπικές περιστάσεις. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν όντως σοβαρά. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος δεν περιόρισε την αξιόποινη συμπεριφορά του στην κλοπή πιστωτικής κάρτας που βρήκε πεταγμένη και αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο άλλου ατόμου αλλά προχώρησε επανειλημμένως στην χρησιμοποίηση της μέσα από την οποία απέσπασε το συνολικό ποσό των €279,
  1. Από τις 18.05.13 μέχρι τις 19.05.13 χρησιμοποίησε συνολικά 6 φορές την πιστωτική κάρτα αποσπώντας χρήματα κάθε φορά από τραπεζικό λογαριασμό άλλου προσώπου αγοράζοντας προς όφελος του και εις βάρος του άλλου ατόμου καύσιμα από πρατήριο καυσίμων. Σίγουρα η συχνότητα χρήσης της πιστωτικής κάρτας είναι επιβαρυντικός παράγοντας για τον κατηγορούμενο. Δεν αγνοώ ακόμη το συνολικό ποσό που κλάπηκε και ανέρχεται στα €279,68 προκαλώντας αντίστοιχη ζημιά στην παραπονούμενη τουλάχιστο μέχρι που αποζημιώθηκε από την τράπεζα. Ούτε αγνοώ την κλοπή του είδους του αντικειμένου, δηλαδή της πιστωτικής κάρτας. Επίσης, δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τερματίστηκε μόνο με την εντοπισμό της ταυτότητας του μέσω εξέτασης του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του πρατηρίου καυσίμων στο οποίο παράνομα χρησιμοποίησε την πιστωτική κάρτα. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την ομολογία της διάπραξης ων αδικημάτων στην αστυνομία και η συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές στην εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (β) Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Την απολογία του την οποία και εξέφρασε στο Δικαστήριο. (ε) Το ότι η παραπονούμενη τελικά αποζημιώθηκε πλήρως από την τράπεζα της για το ύψος του συνολικού ποσού που κλάπηκε. (στ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 52 ετών, άνεργος, έγγαμος και πατέρας ενός αγοριού ηλικίας 23 ετών. · Προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια χαμηλών εισοδημάτων. · Ο πατέρας του απεβίωσε από καρκίνο όταν ο κατηγορούμενος ήταν σε ηλικία 8 ετών. · Η σύζυγος του κατάγεται επίσης από οικογένεια χαμηλών εισοδημάτων. · Η σύζυγος του κατηγορουμένου εργάζεται ως βοηθός κουζίνας σε εστιατόριο αλλά τους τελευταίους 3 μήνες βρίσκεται με αναστολή εργασίας λαμβάνοντας επίδομα ανεργίας που είναι και το μοναδικό κύριο εισόδημα της οικογένειας. · Ο κατηγορούμενος διαθέτει καλές σχέσεις με την οικογένεια του ενώ περιγράφεται ως ήσυχο άτομο που ενδιαφέρεται για την οικογένεια του. · Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας σε καρδία και πνεύμονες και ακολουθεί ιατροφαρμακευτική αγωγή, ένεκα των οποίων αδυνατεί να εργαστεί. Γενικά λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά την εισήγηση του κατηγορουμένου για την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης για το συνολικό ποσό που κλάπηκε, παρατηρώ ότι αυτό είναι πλέον άνευ αντικειμένου δεδομένης της πλήρους αποζημίωσης που η παραπονούμενη έτυχε από την τράπεζα της. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως προκύπτει από τις συνθήκες διάπραξης της σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τους και με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε κάθε μία από τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  2. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Το Δικαστήριο είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να παρέχεται στον κατηγορούμενο απρόσκοπτα η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του και θα τυγχάνει ιατρικής παρακολούθησης από τον ιατρό της επιλογής του. Περαιτέρω, δίδω οδηγίες όπως τα 7 μπιτόνια κατασχεθούν και καταστραφούν ενώ ο ψηφιακός δίσκος να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.