Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ν. Γιαννάκη Λαζάρου, Αρ.Υπόθεσης: 14447/12, 11/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 14447/12 Μεταξύ Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων -ν- Γιαννάκη Λαζάρου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου, 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αθανασιάδης Για Κατηγορούμενο: κ. Μιχαηλίδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράλειψης, χωρίς εύλογη αιτία, παρουσίασης εγγράφου σε επιθεωρητή κατά παράβαση των άρθρων 69 και 70 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου 59(I) του 2010. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 13.07.12 και ώρα 8 - 11 πμ στην Πάφο παρέλειψε χωρίς εύλογη αιτία να παρουσιάσει τις καταστάσεις αποδοχών και εισφορών ή/και το βιβλίο αποδοχών των εργοδοτουμένων του, αν και κλήθηκε να το πράξει από την επιθεωρητή Μαρία Κλείτου σε σχέση με διερεύνηση υπόθεσης παράλειψης πληρωμής εισφορών Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε μία μάρτυρα, ήτοι την Μαρία Κλείτου (ΜΚ1). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η μαρτυρία του ήταν και η μόνη που προσκομίστηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με το επίδικο θέμα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. ΜΚ1 Ως ΜΚ1 κατέθεσε η λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Μαρία Κλείτου, η οποία εκτελεί και καθήκοντα επιθεωρήτριας. Συνοπτικά η ΜΚ1 ανέφερε στην μαρτυρία της ότι στις 10.07.12, υπό την ιδιότητα της ως επιθεωρήτρια, επισκέφθηκε το γραφείο του Κατηγορούμενου και επέδωσε σε αυτόν κλήση παρουσίασης εγγράφων (Τεκμήρια 2 και 9) για την εταιρεία YPLAZA CONSULTING LTD (στο εξής θα καλείται ως η «Εταιρεία»). Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος στην κλήση (Τεκμήρια 2 και 9) περιγραφόταν ως Διευθυντής της Εταιρείας, παρέλαβε και υπέγραψε την κλήση χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε στην ΜΚ
- Με την εν λόγω κλήση ζητείτο όπως παρουσιαστεί στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου στις 13.07.12 μεταξύ των ωρών 8 -11 πμ το βιβλίο αποδοχών των εργοδοτουμένων της Εταιρείας για την περίοδο από 01/12 - 06/
- Η ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε προς την κλήση (Τεκμήρια 2 και 9) εντός της ταχθείσας προθεσμίας, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα ποινική υπόθεση. Τέλος, ανέφερε ότι μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης υπήρξε συμμόρφωση. Κατά την αντεξέταση της, αμφισβητήθηκε έντονα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου, ο ισχυρισμός της ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος είναι ο Διευθυντής της Εταιρείας. Η ΜΚ1 στις σχετικές ερωτήσεις που της τέθηκαν, απάντησε ότι με βάση τα στοιχεία που τηρούνται στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων ο Κατηγορούμενος παρουσιάζεται ως ο Διευθυντής της Εταιρείας. Κατέθεσε δε προς τον σκοπό τούτο ως Τεκμήριο 3 έγγραφο το οποίο εκτύπωσε από το ηλεκτρονικό αρχείο της Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στο οποίο εμφαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι ο Διευθυντής της Εταιρείας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις περιπτώσεις που πραγματοποιούνται αλλαγές στα στοιχεία των εργοδοτών που είναι καταχωρημένοι στο σύστημα, αποτελεί υποχρέωση των ιδίων των εργοδοτών να ενημερώσουν σχετικά την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Κατά την αντεξέταση της Κατηγορούμενης κατατέθηκαν, μεταξύ άλλων, ως Τεκμήρια εκ συμφώνου τα πιο κάτω έγγραφα: (α) Πιστοποιητικό Διευθυντών και Γραμματέα της Εταιρείας, ως Τεκμήριο 4 (β) Έντυπο ΗΕ4 με το οποίο κοινοποιήθηκε στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών αλλαγή του Διευθυντή της Εταιρείας, ως Τεκμήριο 5 (γ) Βεβαίωση της Εταιρείας ότι ο Κατηγορούμενος εργοδοτείται σε αυτήν, ως Τεκμήριο 8 και (δ) Το πρωτότυπο της κλήσης παρουσίασης εγγράφων (Τεκμήριο 2), ως Τεκμήριο 9 Μετά την κατάθεση των πιο πάνω εγγράφων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέβαλε στην ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι Διευθυντής της Εταιρείας, αλλά εργοδοτούμενος της. Η ΜΚ1 επανέλαβε την θέση της ότι με βάση τα στοιχεία της Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων ο Κατηγορούμενος είναι ο Διευθυντής της Εταιρείας και εν πάση περιπτώσει δεν υπήρξε οποιαδήποτε ενημέρωση της Υπηρεσίας της για την αλλαγή στους αξιωματούχους της Εταιρείας. Τέλος, σε σχετική υποβολή ότι όφειλε η ίδια να ερευνήσει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να είναι Διευθυντής της Εταιρείας, η ΜΚ1 αρνήθηκε λέγοντας ότι στις περιπτώσεις ύπαρξης αλλαγών οι εργοδότες είναι υπόχρεοι να ενημερώνουν σχετικά την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η ΜΚ1 απαντούσε με ευθύτητα και ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και στην μακρά αντεξέταση της από τον κ. Μιχαηλίδη δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση σε σχέση με όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της. Ωστόσο παρά την θετική εντύπωση που μου προξένησε η ΜΚ1 δεν μπορώ να αποδεκτώ στο σύνολο της την μαρτυρία της. Πιο συγκεκριμένα, δεν μπορώ να αποδεκτώ τον ισχυρισμό της ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος είναι ο Διευθυντής της Εταιρείας. Δεν υπαινίσσομαι ασφαλώς ότι η ΜΚ1 είπε ψέματα στο Δικαστήριο, άλλωστε όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 3 με βάση το αρχείο της Υπηρεσίας της ο Κατηγορούμενος εμφαίνεται ως τέτοιος. Την ίδια στιγμή όμως δεν μπορώ να παραβλέψω ότι σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του αρμόδιου Τμήματος για την τήρηση των αρχείων των νομικών προσώπων, ήτοι του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν Διευθυντής της Εταιρείας (βλ. Τεκμήρια 4 και 5). Το γεγονός αυτό άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ότι για τις οποιεσδήποτε αλλαγές γίνονται στα στοιχεία των εργοδοτών υπεύθυνοι για να ενημερώσουν είναι οι εργοδότες, θέση η οποία επίσης αμφισβητήθηκε έντονα από τον κ. Μιχαηλίδη ο οποίος υποστήριξε ότι η ευθύνη βαραίνει την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, θεωρώ ότι δεν πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο το ζήτημα αυτό καθώς δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορά την παράλειψη παρουσίασης εγγράφων χωρίς εύλογη αιτία και όχι αν υπήρχε εκ μέρους του υποχρέωση να ενημερώσει την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το ότι έπαυσε να είναι Διευθυντής της Εταιρείας. Εν κατακλείδι και με εξαίρεση τα σημεία που έχω αναφέρει πιο πάνω, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία της ΜΚ
- Αποτελεί δε σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι μπορεί να γίνει αποδεκτό μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και άλλο μέρος της μαρτυρίας του ιδίου μάρτυρα να μην γίνει αποδεκτό (βλ. Mustafa ανωτέρω). Κατηγορούμενος Ο Κατηγορούμενος στην δική του μαρτυρία συνοπτικά ανέφερε πως τον επισκέφθηκε η ΜΚ1 η οποία του επέδωσε την επίμαχη κλήση παρουσίασης εγγράφων. Ο Κατηγορούμενος παρέλαβε και υπέγραψε την εν λόγω κλήση (Τεκμήριο 9) και την παρέδωσε στον Διευθυντή της Εταιρείας κάποιον Φειδία Λαζάρου. Δήλωσε ότι ο ίδιος κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν Διευθυντής της Εταιρείας και κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 Πιστοποιητικό του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη στην οποία καταγράφονται οι Διευθυντές και ο Γραμματέας της Εταιρείας για την περίοδο 01.01.08 - 27.02.
- Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του για ποιο λόγο παρέλαβε την επίμαχη κλήση εφόσον δεν ήταν Διευθυντής της Εταιρείας, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι την παρέλαβε με την υποχρέωση να την παραδώσει στο Διευθυντή πράγμα το οποίο και έπραξε. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, κατά πόσο είναι συγγενής με τον υφιστάμενο Διευθυντή της Εταιρείας, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι ο υφιστάμενος Διευθυντής της Εταιρείας είναι ο πατέρας του. Περαιτέρω, σε ερώτηση του κ. Αθανασιάδη γιατί δεν συμμορφώθηκε με την κλήση παρουσίασης εγγράφων (Τεκμήρια 2 και 9), ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι μετά που έπαυσε να είναι Διευθυντής της Εταιρείας δεν είχε πρόσβαση στα έγγραφα της Εταιρείας και επομένως δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιαδήποτε έγγραφα. Τέλος, σε σχετική ερώτηση για ποιο λόγο δεν ενημέρωσε την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την αποχώρηση του από το αξίωμα του Διευθυντή της Εταιρείας, ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου επιβεβαιώνεται κατά το πλείστο από τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Από την μαρτυρία του ωστόσο δεν αποδέχομαι την θέση του ότι δεν ήταν υπόχρεος να ενημερώσει την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την αλλαγή που επήλθε στο αξίωμα του Διευθυντή της Εταιρείας. Όπως ανέφερα πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ1, το εν λόγω ζήτημα δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο καθώς δεν άπτεται του επίδικου θέματος της παρούσας υπόθεσης. Με εξαίρεση επομένως το πιο πάνω σημείο η μαρτυρία του Κατηγορούμενου γίνεται αποδεκτή (βλ. Mustafa ανωτέρω). Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 10.07.12 η ΜΚ1 επισκέφθηκε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος, σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνται στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, παρουσιάζετο ως ο Διευθυντής της Εταιρείας και παρέδωσε σε αυτόν κλήση παρουσίασης εγγράφων (Τεκμήριο 9) με την οποία ζητείτο από την Εταιρεία να παρουσιάσει μέχρι τις 13.07.12 και μεταξύ των ωρών 8-11πμ το βιβλίο αποδοχών των εργοδοτουμένων της για την περίοδο 01/12 - 06/
- Ο Κατηγορούμενος παρέλαβε και υπέγραψε την πιο πάνω αναφερόμενη κλήση στην οποία περιγραφόταν ως Διευθυντής της Εταιρείας. Σύμφωνα με το αρχείο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ο Κατηγορούμενος από την 01.01.08 έπαυσε να είναι Διευθυντής της Εταιρείας. Εξακολουθεί όμως μέχρι και σήμερα να εργοδοτείται στην Εταιρεία. Δεν υπήρξε συμμόρφωση με την κλήση παρουσίασης εγγράφων (Τεκμήρια 2 και 9) και ως αποτέλεσμα καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Νομική πτυχή Το άρθρο 70 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, Ν 59
(1)/2010, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (στο εξής ο «Νόμος») προνοεί τα ακόλουθα: «70.-
(1)Κάθε επιθεωρητής που διορίζεται δυνάµει του άρθρου 69, έχει εξουσία, προς το σκοπό εφαρµογής των διατάξεων του παρόντος Νόµου, να προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες: (α) Να εισέρχεται σε εύλογο χρόνο σε οποιοδήποτε υποστατικό ή άλλο χώρο, µε εξαίρεση τις ιδιωτικές κατοικίες, όπου δικαιολογηµένα πιστεύει ότι απασχολούνται µισθωτοί ή αυτοτελώς εργαζόµενοι· (β) να προβαίνει στην αναγκαία εξέταση και έρευνα για να εξακριβώνει, εάν στο εν λόγω υποστατικό ή άλλο χώρο τηρούνται ή τηρούνταν οι διατάξεις του παρόντος Νόµου· (γ) να εξετάζει είτε µόνος του είτε, εάν κρίνει σκόπιµο, στην παρουσία άλλου προσώπου, κάθε πρόσωπο που βρίσκει στο εν λόγω υποστατικό ή άλλο χώρο, το οποίο δικαιολογηµένα πιστεύει ότι είναι ή ήταν µισθωτό ή αυτοτελώς εργαζόµενο και να απαιτήσει από αυτό να υποβληθεί σε τέτοια εξέταση, αναφορικά µε θέµατα που αφορούν στον παρόντα Νόµο, για τα οποία εύλογα µπορεί να ζητήσει πληροφορίες· (δ) να ασκεί κάθε άλλη εξουσία που είναι αναγκαία για την εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος Νόµου.
(2)Ο κάτοχος κάθε υποστατικού ή άλλου χώρου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)και κάθε άλλο πρόσωπο που έχει ή είχε στην υπηρεσία του οποιοδήποτε µισθωτό, οι αντιπρόσωποι και υπάλληλοί του και κάθε µισθωτός ή αυτοτελώς εργαζόµενος οφείλουν να παρέχουν στον επιθεωρητή κάθε πληροφορία και να προσκοµίζουν σ' αυτόν για εξέταση κάθε βιβλίο ή έγγραφο που αυτός θεωρεί εύλογο να απαιτήσει.
(3)Κάθε πρόσωπο που - (α) εκούσια καθυστερεί ή παρεµποδίζει επιθεωρητή στην άσκηση των εξουσιών που του παρέχονται δυνάµει του παρόντος άρθρου· (β) αρνείται ή αµελεί να απαντήσει σ' οποιοδήποτε ερώτηµα που του υποβάλλεται ή να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία ή να προσκοµίσει οποιοδήποτε βιβλίο ή έγγραφο, παρόλο που έχει υποχρέωση να το πράξει δυνάµει του παρόντος άρθρου· (γ) αποκρύπτει ή προσπαθεί να αποκρύψει ή παρεµποδίζει ή προσπαθεί να παρεµποδίσει πρόσωπο να εµφανιστεί ενώπιον οποιουδήποτε επιθεωρητή ή να εξεταστεί από αυτόν, είναι ένοχο αδικήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700,00) ή και στις δύο αυτές ποινές: Νοείται ότι, κανένας δεν είναι υπόχρεος δυνάµει του παρόντος άρθρου να απαντήσει σε ερώτηµα ή να δώσει µαρτυρία που τείνει να τον ενοχοποιήσει.
(4)Κάθε επιθεωρητής εφοδιάζεται µε πιστοποιητικό του διορισµού του, το οποίο παρουσιάζει, εάν του ζητηθεί, όταν χρειάζεται να εισέλθει σ' οποιοδήποτε υποστατικό ή άλλο χώρο για τους σκοπούς του παρόντος Νόµου». Σύμφωνα επομένως με το πιο πάνω άρθρο κάθε επιθεωρητής δικαιούται να εισέρχεται σε υποστατικό ή άλλο χώρο και να προβαίνει στις ενέργειες που απαριθμούνται στις υποπαραγράφους (α)-(δ) του άρθρου 70
(1)του Νόμου. Ο κάτοχος του κάθε υποστατικού ή άλλου χώρου, κάθε πρόσωπο που έχει ή είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε μισθωτό, οι αντιπρόσωποι και υπάλληλοι του και κάθε μισθωτός ή αυτοτελώς εργαζόμενος οφείλουν να παρέχουν στον επιθεωρητή κάθε πληροφορία και να προσκομίζουν σε αυτόν για εξέταση κάθε βιβλίο ή έγγραφο που αυτός θεωρεί εύλογο να απαιτήσει. Συμπεράσματα Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει, κατά την άποψη μου, να απαντηθεί για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπέχει ποινική ευθύνη ο Κατηγορούμενος είναι το κατά πόσο αυτός εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 70
(2)του Νόμου, ούτως ώστε να θεωρείται ότι ήταν υπόχρεος να συμμορφωθεί με τις οδηγίες της ΜΚ1. Τα λοιπά στοιχεία του αδικήματος, ήτοι ότι η ΜΚ1 είναι επιθεωρήτρια και ότι ζήτησε με την επίδοση της κλήσης παρουσίασης εγγράφων (Τεκμήρια 2 και 9) την προσκόμιση συγκεκριμένου βιβλίου για εξέταση το οποίο δεν παρουσιάστηκε, πληρούνται όπως προκύπτει από την παραδεκτή μαρτυρία που έχω παραθέσει πιο πάνω. Σύμφωνα με την παραδεκτή μαρτυρία ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν Διευθυντής της Εταιρείας, ήταν όμως εργοδοτούμενος της. Ο κ. Αθανασιάδης στην τελική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος εμπίπτει στην κατηγορία του μισθωτού και κατά συνέπεια ήταν υπόχρεος να συμμορφωθεί με την επίμαχη κλήση παρουσίασης εγγράφων (Τεκμήρια 2 και 9) και να προσκομίσει το βιβλίο αποδοχών των εργοδοτουμένων της Εταιρείας. Αποδοχή της πιο πάνω εισήγησης του κ. Αθανασιάδη θα σήμαινε ότι ο κάθε μισθωτός είναι υπόχρεος να δίδει στον επιθεωρητή πληροφορίες ή να προσκομίζει βιβλία που δεν αφορούν αποκλειστικά τον ίδιο, αλλά τον εργοδότη του και τους υπόλοιπους ενδεχομένως υπαλλήλους του εργοδότη του. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση του κ. Αθανασιάδη, δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί του και να θεωρήσω ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να επιβάλει μία τόσο ευρεία υποχρέωση στον κάθε μισθωτό. Θεωρώ ότι σκοπός του νομοθέτη με την συμπερίληψη των μισθωτών στο άρθρο 70
(2)του Νόμου είναι να καταστήσει τον κάθε μισθωτό υπόχρεο να παρέχει στον επιθεωρητή πληροφορίες που αφορούν τον ίδιο τον μισθωτό και όχι πληροφορίες για τις οποίες αρμόδιος είναι ο εργοδότης του, όπως για παράδειγμα την παρουσίαση του βιβλίου αποδοχών των υπαλλήλων. Αυτό, κατά την άποψη μου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο άρθρο 70
(2)του Νόμου περιλαμβάνεται και η κατηγορία του αντιπροσώπου και υπαλλήλου. Προφανώς, όταν ένας υπάλληλος είναι και αντιπρόσωπος του εργοδότη του, υπέχει υποχρέωση παροχής πληροφοριών ή προσκόμισης εγγράφων που αφορούν τον εργοδότη του, αφού εκτός από υπάλληλος είναι ταυτόχρονα και αντιπρόσωπος του εργοδότη. Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος είναι μεν υπάλληλος της Εταιρείας, ωστόσο δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν και αντιπρόσωπος της Εταιρείας. Αντιθέτως, ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην μαρτυρία του και δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι δεν είχε πρόσβαση στα έγγραφα της Εταιρείας. Από την άλλη, με την επίμαχη κλήση ζητείτο η παρουσίαση του βιβλίου αποδοχών των εργοδοτουμένων της Εταιρείας, ζητήθηκαν δηλαδή έγγραφα που αφορούν τον εργοδότη, ήτοι την Εταιρεία. Κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος ως «μισθωτός», δεν είχε υποχρέωση παρουσίασης του εν λόγω βιβλίου, αφού δεν αφορούσε τον ίδιο προσωπικά. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο