← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 11644/2010, 17/2/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 11644/2010, 17/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11644/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17.02.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Σ. Παπαλαζάρου για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Χ. Λαπέρτας Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 01.08.10 στην οδό Έξω Βρύσης 6 στην Πάφο επιτέθηκε εναντίον του Δημήτρη Ευσταθίου από την Πάφο προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες και συγκεκριμένα τον αστυφύλακα 2140 Βάσο Αιμιλίου (ΜΚ1), τον Δημήτρη Ευσταθίου, παραπονούμενο στην υπόθεση αυτή (ΜΚ2) και την ιατρό Δρ. Νίκη Βασιλείου του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου (ΜΚ3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα ακόμη ένα μάρτυρα υπεράσπισης και συγκεκριμένα την δικηγόρο Έλενα Ταλιώτου (ΜΥ1). Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 7 τεκμήρια. Ο ΜΚ1, αστυφύλακας 2140 Βάσο Αιμιλίου, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, παρουσίασε τη γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 19.08.10 σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του που κατατέθηκε στην διαδικασία αυτή ως Τεκμήριο 1, μέσα από την οποία αναφέρει ότι έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση, το οποίο στη συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς αφού πρώτα του επέστησε την προσοχή στο νόμο, κατηγορία που ο κατηγορούμενος αρνήθηκε. Η ανακριτική κατάθεση και το αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας κατατέθηκαν στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε την γραπτή κατάθεση της Δρ. Νίκης Βασιλείου ημερομηνίας 17.04.11 ως Τεκμήριο 4 καθώς και το Ιατρικό Έντυπο ημερομηνίας 01.08.10 ως Τεκμήριο 5, το οποίο αφορά την ιατρική εξέταση που ο παραπονούμενος έτυχε από την προαναφερόμενη ιατρό στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. ΜΚ2, Δημήτρης Ευσταθίου, είναι ο παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε σαν Τεκμήριο 6 την γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 01.08.10 μέσα από την οποία αναφέρει ότι την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε διάσταση με τη σύζυγο του, η οποία διέμενε στην οδό Έξω Βρύση 6 στην Πάφο μαζί με τα δύο ανήλικα παιδιά τους. Ακολούθως, σημειώνεται ότι την 01.08.10 και περί ώρα 04:30 ο παραπονούμενος ανέβαινε τα εξωτερικά σκαλιά της πιο πάνω οικίας όταν πρόσεξε να κατεβαίνει την ίδια στιγμή τα σκαλοπάτια ημίγυμνος ο κατηγορούμενος, ο οποίος τότε διέμενε στην οδό Νικολάου Έλληνα στην Έμπα. Σε ερώτηση του παραπονούμενου ποιος ο λόγος της εκεί παρουσίας του, ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε στο στήθος με όλη τη δύναμη του με αποτέλεσμα να πέσει τούμπα με την όπισθεν και με το κεφάλι του στο δρόμο. Ο κατηγορούμενος τότε έτρεξε και έφυγε ενώ ο παραπονούμενος σύρθηκε και έφθασε στην αστυνομία όπου και κατάγγειλε το γεγονός. Η δε εν διαστάσει σύζυγος του παραπονούμενου άκουσε τις φωνές και βγήκε έξω. Στη δια ζώσης μαρτυρία του στο Δικαστήριο ο παραπονούμενος δήλωσε πως τον Δεκέμβριο του 2006 πρόσεξε ότι στο κινητό τηλέφωνο της συζύγου του έρχονταν μηνύματα ερωτικής φύσεως από τον κατηγορούμενο, η οποία σύζυγος του δικαιολογήθηκε ότι αποστέλλονταν για να ζηλέψει καθότι την περίοδο εκείνη η έγγαμη σχέση τους διερχόταν κρίση. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο από τον οποίο ζήτησε εξηγήσεις με τον τελευταίο να του δίδει την ίδια δικαιολογία που του έδωσε η σύζυγος του. Στρεφόμενος τη στιγμή του επιδίκου επεισοδίου ο παραπονούμενος ανάφερε ότι μετά την σκόπιμη κλωτσιά που δέχτηκε στην περιοχή του στέρνου αισθανόταν φρικτούς πόνους στο πίσω μέρος της κεφαλής και κατόπιν έντονης προσπάθειας που κατέβαλε κατάφερε να σηκωθεί και να μεταβεί στην αστυνομία. Πέφτοντας ο παραπονούμενος από σκαλί που είχε υψομετρική διαφορά πρόλαβε να βάλει τα χέρια πίσω από το κεφάλι του για να το προστατεύσει ενώ ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το μέρος αφήνοντας τον εκτεθειμένο στον κίνδυνο να τον κτυπήσει διερχόμενο όχημα. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η συνάντηση του με τον κατηγορούμενο έγινε περί τον Ιανουάριο
  1. Είναι η θέση του παραπονούμενου ότι μεταξύ του κατηγορουμένου και της συζύγου του υπήρξε ανταλλαγή μηνυμάτων με την τελευταία να είχε υποσχεθεί στον πρώτο ότι θα του έδινε Λ.Κ.£100,00 για να της στέλνει εικονικά μηνύματα. Ο ίδιος είδε εκατοντάδες τέτοια μηνύματα από το κινητό τηλέφωνο της συζύγου του. Την ημέρα του επιδίκου περιστατικού ο κατηγορούμενος φορούσε ξεκούμπωτο μέχρι ενός σημείου άσπρο πουκάμισο και δίχως να φορεί οτιδήποτε από μέσα, σκουρόχρωμο μπλε ή μαύρο παντελόνι και σκούρα μαύρα ή καφέ δερμάτινα παπούτσια. Μετά που τον χτύπησε ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς την μητρόπολη με το όχημα του χρώματος χρυσαφί και αριθμούς εγγραφής KKK
  2. Επειδή είχε άπλετο φως ο παραπονούμενος είχε ορατότητα. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, από το χτύπημα που δέχτηκε υπέστηκε συνθλιπτικό κάταγμα του 12ου σπονδύλου, κάκωση στέρνου του κάτω μέρους της σπονδυλικής στήλης, κάκωση οσφύος, μώλωπες στο μέρος του χτυπήματος, ευαισθησία στα κάτω άκρα, αισθάνθηκε ισχυρότατο πόνο στη μέση, ένεκα των οποίων μέχρι σήμερα δεν μπορεί να κάνει κινήσεις που έκανε πριν από το περιστατικό και ούτε μπορεί να σηκώσει βάρος, όπως μπορούσε πριν. Όπως ο ΜΚ2 επίσης εξήγησε, ο ίδιος λάμβανε ισχυρά παυσίπονα και χρησιμοποιούσε ειδικό κολάρο που τοποθετείτο στη μέση του από πάνω μέχρι κάτω για να διατηρούν σε ακίνητη θέση τα οστά του και έτσι να δέσει το τραύμα. Νιώθει ακόμη έντονο πόνο ενώ με την αλλαγή του καιρού αισθάνεται χειρότερα. Ως αποτέλεσμα του τραυματισμού του ο παραπονούμενος είπε ότι σύρθηκε με τη βοήθεια της συζύγου του και ενός από τα παιδιά του στο αυτοκίνητο του που ήταν 15-20 μέτρα από το χώρο όπου διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό και μόνος του μετέβηκε πρώτα στην αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν και μετά για περίθαλψη στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Η ΜΚ3, Δρ. Νίκη Βασιλείου, είναι γενικός παθολόγος ιατρός στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, η οποία αναγνώρισε τα Τεκμήρια 4 και 5 ως τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και το ιατρικό έντυπο που αφορά την ιατρική εξέταση του παραπονούμενου στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, στις 01.08.10 και ώρα 05:00 εξέτασε τον παραπονούμενο μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό όπου διαπίστωσε ότι έφερε εκδορές στο δεξιό γόνατο, στον αριστερό αγκώνα και στην αριστερή πτέρνη. Επίσης η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι ο παραπονούμενος της ανάφερε ότι είχε έντονο άλγος στο στέρνο, στην οσφυϊκή μοίρα σπονδυλικής στήλης και στην ηνιακή χώρα (πίσω στην κεφαλή του). Έγινε ακτινολογικός έλεγχος στις περιοχές όπου ανάφερε ότι πονούσε, ο οποίος έδειξε μη εμφανή οστική κάκωση. Τα ιατρικά ευρήματα ατά καταγράφηκαν στο Τεκμήριο
  3. Εξηγώντας το εύρημα της που αφορά τον ακτινολογικό έλεγχο η ΜΚ3 ανάφερε ότι με τα δεδομένα που είχε στη διάθεση της δεν παρατήρησε την ύπαρξη οποιουδήποτε κατάγματος. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ3, ανάμεσα σ' άλλα, διευκρίνισε πως πολλές φορές στις ακτινογραφίες δεν φαίνονται τα μικρά κατάγματα ή οι λεπτομέρειες των καταγμάτων. Ακόμη εξήγησε ότι ο ιατρικός όρος 'εκδορά' σημαίνει την 'γρατζουνιά'. Επίσης, η εν λόγω μάρτυρας επισήμανε ότι εφόσον δεν κατέγραψε στα ευρήματα της 'ερυθρότητα' τότε σημαίνει ότι δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Ο κατηγορούμενος στη κυρίως εξέταση του αναγνώρισε τη γραπτή ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 19.08.10 και κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι ξημερώματα της 01.08.10 βρισκόταν μόνος του στο σπίτι και κοιμόταν. Ο ίδιος αρνείται κατηγορηματικά ότι την κατ' ισχυρισμό ημερομηνία και ώρα βρισκόταν στην επίδικη οικία ή ότι συνάντησε τον παραπονούμενο και τον κτύπησε. Όμως γνωρίζει τον παραπονούμενο επειδή στο παρελθόν ο τελευταίος τον κατηγορούσε ότι εκμεταλλεύτηκε τη σύζυγο του, την οποία γνώρισε μέσα από οδικό ατύχημα που είχαν μεταξύ τους το έτος
  4. Όπως ο ίδιος εξήγησε, μετά το δυστύχημα δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τη σύζυγο του παραπονούμενου αλλά όταν πληροφορήθηκε ότι ο παραπονούμενος τον κατηγορούσε είχε μαζί της τηλεφωνική επικοινωνία 5-6 φορές περίπου με σκοπό να λύσει την παρεξήγηση. Στη δια ζώσης μαρτυρία του στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι στις 31.07.10 το βράδυ βρισκόταν στην οικία του και κοιμόταν μαζί με τη σύζυγο του. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος τον κατηγορούσε συνεχώς ότι είχε σχέση με τη σύζυγο του και γι' αυτό επιχείρησε να του προκαλέσει πρόβλημα στο γάμο του προσπαθώντας να αποτρέψει τη σύζυγο του κατηγορουμένου από του να τον παντρευτεί. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό των σχέσεων του με τον παραπονούμενο και ότι υπήρξαν περιστατικά που σύμφωνα με τον κατηγορούμενο ευθυνόταν ο παραπονούμενος για τα οποία προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία, παραδέχτηκε ότι η σύζυγος του κατηγορουμένου του υποσχέθηκε την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.£100,00 με αντάλλαγμα την αποστολή στο κινητό τηλέφωνο της μηνύματα με σκοπό να κάνουν τον παραπονούμενο να ζηλέψει. Κατά τον κατηγορούμενο, η συμπεριφορά του παραπονούμενου είναι εκδικητική επειδή ο τελευταίος τον θεωρεί υπαίτιο για τη διάλυση του γάμου του. ΜΥ1 ήταν η δικηγόρος Έλενα Ταλιώτου, η οποία στην κυρίως εξέταση της ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι έλαβε οδηγίες από τη σύζυγο του παραπονούμενου να στείλει επιστολή στον γενικό Εισαγγελέα με την οποία να ζητεί την αναστολή ποινικής δίωξης του κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση που αφορούσε την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στο σύζυγο της. Αντίγραφο της προαναφερόμενης επιστολής ημερομηνίας 19.03.11 κατατέθηκε στην διαδικασία αυτή ως Τεκμήριο
  5. Στην επιστολή αυτή σημειώνεται ότι η σύζυγος του παραπονούμενου εξαναγκάστηκε να δώσει κατάθεση στην αστυνομία υπό το καθεστώς ψυχολογικής πίεσης, ψυχικής βίας, φόβου και εκβιασμού που της ασκήθηκαν από τον παραπονούμενο και σύζυγο της. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως θυμάται που η σύζυγος του παραπονούμενου της είπε ότι θα έλεγε στο σύζυγο της για τις οδηγίες που της έδωσε αναφορικά με την επιστολή που θα διαβιβαζόταν στο Γενικό Εισαγγελέα. Ωστόσο συμφώνησε ότι το πρόσωπο που έπρεπε να συζητεί την ουσία της υπόθεσης αυτής αλλά και την όποια επιθυμία για μη συνέχιση της ποινικής δίωξης του κατηγορουμένου ήταν ο παραπονούμενος. Επανεξεταζόμενη η ΜΥ1 ανάφερε ότι το Τεκμήριο 7 αποστάληκε την ίδια ημερομηνία που συντάχθηκε. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των μαρτύρων καθότι μέσα από αυτή θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση είναι ουσιαστικά η εκδοχή του παραπονούμενου απέναντι στην εκδοχή του κατηγορουμένου, υπό το φως βέβαια και της ιατρικής μαρτυρίας της Δρ. Νίκης Βασιλείου (ΜΚ3). Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία του ΜΚ1 ήταν διαδικαστικής φύσεως αφού εστιάζεται στην καταγραφή της καταγγελίας του παραπονούμενου υπό τη μορφή λήψης σχετικής κατάθεσης, στην λήψη κατάθεσης από την Δρ. Νίκη Βασιλείου που εξέτασε την ημέρα του κατ' ισχυρισμό επιδίκου επεισοδίου τον παραπονούμενο, στην παραλαβή του ιατρικού εντύπου στο οποίο καταγράφονται τα ιατρικά ευρήματα της Δρ. Βασιλείου, στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο καθώς και στο γεγονός ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο με την κατηγορία του παρόντος κατηγορητηρίου. Οι ενέργειες του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ1 υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έκαμε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 1. Επίσης, κατόπιν αξιολόγησης του, αποδέχομαι το Τεκμήριο 3, που είναι η γραπτή κατηγορία προς τον κατηγορούμενο μόνο ως αδιαμφισβήτητη ενέργεια που έγινε από μέρους του μάρτυρα αυτού. Ο παραπονούμενος (ΜΚ2) ήταν ο βασικός και θα έλεγα ο μοναδικός μάρτυρας της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής ως προς τον προσδιορισμό των ουσιωδών γεγονότων που πραγματικά διαδραματίστηκαν υπό την έννοια ότι είναι κοινό έδαφος αμφοτέρων πλευρών ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε αυτόπτης μάρτυρας στο κατ' ισχυρισμό περιστατικό. Θα έλεγα ότι η εντύπωση που ο παραπονούμενος δημιούργησε στο Δικαστήριο δεν ήταν θετική για το λόγο ότι δεν παρουσίασε μια σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων. Κάποιες από τις τοποθετήσεις του απέχουν από το επίπεδο της λογικής ενώ κάποιες άλλες δεν συνάδουν με την ιατρική μαρτυρία της Δρ. Νίκης Βασιλείου (ΜΚ3), πράγμα που θέτει σε αμφιβολία την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Συγκεκριμένα, ενώ ο παραπονούμενος μέσα από τη δια ζώσης μαρτυρία του δηλώνει με τρόπο εμφαντικό ότι από την κλωτσιά που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο στο στέρνο υπέστηκε συντριπτικό κάταγμα 12ου σπονδύλου, κάκωση στέρνου του κάτω μέρους της σπονδυλικής στήλης και κάκωση οσφύος, μώλωπες στο μέρος του χτυπήματος, παρέμεινε κλινήρης για 2 μήνες και χρήση ειδικού κολάρου στη μέση του από πάνω μέχρι κάτω για να διατηρούν τα οστά ακίνητα έτσι ώστε να δέσει το τραύμα, η κλινική εξέταση που ο παραπονούμενος έτυχε από τη γενική παθολόγο Δρ. Νίκη Βασιλείου στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου αμέσως μετά τον κατ' ισχυρισμό τραυματισμό του δεν εντοπίζει κανένα μώλωπα σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος του αλλά μόνο εκδορές, δηλαδή γρατσουνιές, στο δεξιό γόνατο, στον αριστερό αγκώνα και στην αριστερή πτέρνα. Η δε ακτινολογική εξέταση στις περιοχές που ο παραπονούμενος ανάφερε ότι πονούσε και στην οποία ο τελευταίος επιπρόσθετα υπεβλήθηκε δεν εντόπισε όχι μόνο οποιοδήποτε κάταγμα οστού αλλά ούτε οποιαδήποτε εμφανή οστική κάκωση. Το Τεκμήριο 5 που είναι το ιατρικό έντυπο ημερομηνίας 01.08.10 και ενυπογράφως καταγράφει τα ιατρικά ευρήματα της Δρ. Βασιλείου που εξέτασε χρονικά τον παραπονούμενο αμέσως μετά το κατ' ισχυρισμό περιστατικό, το περιεχόμενο του οποίου αποδέχομαι αφού δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο, επιβεβαιώνει τα πιο πάνω. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει την ερμηνεία της Δρ. Βασιλείου στην φράση του Τεκμηρίου 5 "Ακτινολογικός έλεγχος-χωρίς εμφανή οστική κάκωση" εξηγώντας ότι στις ακτινογραφίες μπορεί να μην φαίνονται τα μικρά κατάγματα ή ορισμένες λεπτομέρειες αυτών. Ωστόσο, με γνώμονα πάντοτε τον σκοπό και τη χρησιμότητα του ακτινολογικού ελέγχου, το συντριπτικό κάταγμα ενός οστού εκ της φύσεως και της σοβαρότητας του είναι ένα από αυτά που εντοπίζονται μέσα από τις ακτινογραφίες ή τουλάχιστο αποκαλύπτεται ένδειξη για ύπαρξη του. Παράλληλα, το Δικαστήριο διερωτάται πως σχετίζεται ο εντοπισμός γρατσουνιάς στην αριστερή πτέρνα του παραπονούμενου με το κατ' ισχυρισμό επίδικο περιστατικό επίθεσης δεδομένου του ισχυρισμού του τελευταίου ότι δέχτηκε κλωτσιά στο στέρνο από τον κατηγορούμενο και έπεσε τούμπα με την όπισθεν και με το κεφάλι του στο δρόμο. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου η θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι άλλοι ιατροί που έδωσαν μεταγενέστερα καταθέσεις στην αστυνομία δεν μπορούσαν να θυμηθούν τα ευρήματα τους αλλά και το ότι απωλέστηκαν κάποιες άλλες ακτινογραφίες. Η τοποθέτηση όμως αυτή δεν παύει από του να είναι γενική και αόριστη αφού δεν διαφωτίζει το Δικαστήριο τι είδους ακτινογραφίες έχουν απολεστεί, πότε έγιναν και σε τι διαφέρουν από τον ακτινολογικό έλεγχο του παραπονούμενου αμέσως μετά το κατ' ισχυρισμό επεισόδιο που σύμφωνα με τον παραπονούμενο προκάλεσε τον σοβαρό τραυματισμό του. Ούτε και το Δικαστήριο μπορεί εκλάβει ως δεδομένη την αλήθεια ή το βάσιμο αυτής της θέσης. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δεν θεωρείται μάρτυρας στην υπόθεση αυτή για να μπορεί να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός που εκστόμισε. Αντίθετα, αυτό που παρέμεινε αναντίλεκτο γεγονός είναι η ακτινολογική εξέταση του παραπονούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατ' ισχυρισμό τραυματισμού του τελευταίου στην οποία αναφέρεται η Δρ. Βασιλείου όπου τα ιατρικά ευρήματα της οποίας καταγράφονται στο Τεκμήριο 5 και έχουν σημειωθεί πιο πάνω από το Δικαστήριο στα οποία και παραπέμπει. Κατά συνέπεια, η θέση αυτή της κατηγορούσας αρχής δεν ανατρέπει τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου που άπτονται της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του παραπονούμενου και έτσι δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την κατάσταση. Περαιτέρω, η ενέργεια του παραπονούμενου να οδηγήσει μόνος του το όχημα του καθώς και η επιλογή του αντίς ευθύς να μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για ιατρική περίθαλψη να μεταβεί πρώτα στην αστυνομία για καταγγελία με τη σύζυγο του να τον ακολουθά και να τον αναμένει στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών προφανώς με διαφορετικό όχημα δεν αντέχουν τη βάσανο της λογικής, δεδομένης της θέσης του ότι από τον κατ' ισχυρισμό τραυματισμό του αισθανόταν φρικτούς πόνους στο πίσω μέρος της πλάτης του σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που σύρθηκε και ήταν αδύνατο να σηκωθεί χωρίς να καταβάλει έντονη προσπάθεια και ότι κατάφερε να εισέλθει στο όχημα του που ήταν σε απόσταση 15-20 μέτρων από το χώρο όπου βρισκόταν με τη βοήθεια της συζύγου του και ενός εκ των παιδιών του. Επιπλέον, δεν στέκεται στη βάσανο της λογικής η θέση του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος αντέδρασε τόσο ξαφνικά, βίαια, στυγνά, απρόκλητα και επικίνδυνα όπως ο πρώτος περιγράφει στην μαρτυρία του μπροστά και μόνο στην απλή και καθόλα φυσιολογική ερώτηση του παραπονούμενου "Τι γυρεύεις στο σπίτι μου". Δεν υπάρχει λογική εξήγηση πίσω από την αντίδραση που αποδίδεται στον κατηγορούμενο ιδιαίτερα όταν ο τελευταίος αναγνωρίστηκε από τον παραπονούμενο με αποτέλεσμα με μεγάλη ευκολία θα ήταν υπόλογος για τη σοβαρή αξιόποινη συμπεριφορά του στις ανακριτικές αρχές και ακολούθως στη δικαιοσύνη χωρίς περιθώριο επίκλησης δικαιολογίας. Εκτός και εάν προηγήθηκε ή συνέβηκε και κάτι άλλο που δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, προκαλεί περιέργεια και συνάμα απορία γιατί τις δυνατές φωνές του παραπονούμενου περί ώρα 04:30 το πρωί της 01.08.10 έξω από την οικία που όπως είπε διέμενε η εν διαστάσει σύζυγος του μαζί με τα δύο παιδιά τους και συγκεκριμένα στο δρόμο της οδού Έξω Βρύσης στην Πάφο άκουσε μόνο η σύζυγος του και όχι οποιοσδήποτε άλλος ένοικος γειτονικού ή κοντινού υποστατικού. Η δυνατή αναφώνηση της φράσης 'Με κτύπησε, με σκότωσε', όπως ο παραπονούμενος χαρακτηριστικά είπε, αλλά και γενικότερα οι δυνατές φωνές του παραπονούμενου θα έπρεπε να είχαν ευαισθητοποιήσει και άλλα άτομα, δεδομένης της σοβαρότητας του περιεχομένου τους αλλά και της χρονικής στιγμής που εκστομίστηκαν, πράγμα όμως που δεν συνέβηκε. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του παραπονούμενου και έτσι αδυνατώ να αποδεχθώ και στηριχθώ στη μαρτυρία του. Αυτό συμπαρασύρει και τη γραπτή κατάθεση του που είναι το Τεκμήριο 6, την οποία ούτε αυτή αποδέχομαι (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ., 266 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερομηνίας 29.11.13). Η ΜΚ3 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν περιοριζόμενη πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας της αλλά και στα γεγονότα που η ίδια βίωσε προσωπικά. Ολόκληρη η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη. Στη βάση αυτών, αποδέχομαι την μαρτυρία της στο βαθμό και την έκταση που ήταν διαφωτιστική για το Δικαστήριο. Μαζί με αυτά αποδέχομαι και τα Τεκμήρια 4 και 5, τα οποία αποτελούν μέρος της μαρτυρίας της που δεν έχει αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, ανάμεσα σ' άλλα, αποδέχομαι ότι την 01.08.10 η ΜΚ3 εξέτασε τον παραπονούμενο και κατόπιν ακτινολογικού ελέγχου που έγινε στις περιοχές που ο παραπονούμενος παραπονιόταν για άλγος, δηλαδή στο στέρνο, στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και στην ινιακή χώρα (πίσω στην κεφαλή του), δεν εντόπισε τόσο οποιοδήποτε κάταγμα οστού όσο και οποιαδήποτε εμφανή οστική κάκωση. Επίσης, δέχομαι ότι από την κλινική εξέταση διαπίστωσε ότι υπήρχαν μόνο εκδορές, δηλαδή γρατσουνιές, στο δεξιό γόνατο, στον αριστερό αγκώνα και στην αριστερή πτέρνα. Ωστόσο, στην υπόθεση αυτή δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία για τον ακριβή προσδιορισμό του χρόνου που έγιναν αυτές οι εκδορές. Στην υπόθεση Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439 τονίστηκε ότι η ηλικία των τραυμάτων αποτελούσε ένα σημαντικό στοιχείο στη διαδικασία αξιολόγησης της εκδοχής της μαρτυρίας του παραπονούμενου υπό το φως της θέσης της υπεράσπισης ότι ο εφεσείοντας-κατηγορούμενος δεν είχε κτυπήσει τον παραπονούμενο και δεν του είχε προκαλέσει οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η απουσία τέτοιας ιατρικής μαρτυρίας καθιστούσε την καταδικαστική ετυμηγορία του πρωτόδικου δικαστηρίου ακροσφαλή με αποτέλεσμα να προχωρήσει στον παραμερισμό της και ταυτόχρονα στην αθώωση του κατηγορουμένου. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση με δεδομένη τη θέση του κατηγορουμένου μέσα από την οποία αρνείται ότι διαδραματίστηκε το κατ' ισχυρισμό επεισόδιο και ότι την συγκεκριμένη στιγμή που ο παραπονούμενος επικαλείται ο ίδιος δεν βρισκόταν και ούτε μετέβηκε στην επίδικη οικία και στο χώρο που ο παραπονούμενος τον τοποθετεί καθώς και το ότι ο ίδιος δεν συνάντησε τον παραπονούμενο όπως του αποδίδεται αλλά ούτε και τον κτύπησε όπως ο παραπονούμενος ισχυρίζεται και με γνώμονα τις προαναφερόμενες καίριες αδυναμίες αξιοπιστίας που χαρακτηρίζουν την μαρτυρία του παραπονούμενου, η πιο πάνω ιατρική μαρτυρία καθίστατο αναγκαία και συνάμα ενισχυτική για την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει ιατρική μαρτυρία που να προσδιορίζει με σαφήνεια ότι οι εκδορές προκλήθηκαν την ημέρα του κατ' ισχυρισμό αδικήματος, ένα σημαντικό στοιχείο που χρήζει αξιολόγησης υπό το φως της προαναφερόμενης εκδοχής του κατηγορούμενου. Προεκτείνοντας τη θέση αυτή διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει καν ιατρική μαρτυρία που να καθορίζει με ακρίβεια το χρόνο πρόκλησης των εκδορών. Ούτε υπάρχει ιατρική μαρτυρία που να εξηγεί πως μπορεί να είχαν δημιουργηθεί τέτοιου είδους και μορφές εκδορών με αυτά που η ΜΚ2 εντόπισε στον παραπονούμενο έτσι ώστε να είναι εφικτή η συσχέτιση τέτοιας μαρτυρίας με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ειδικότερα όταν είναι γνωστό με πόση ευκολία μπορεί μια γρατσουνιά να προκληθεί. Ο κατηγορούμενος με τη σειρά του δημιούργησε πολύ φτωχή εντύπωση προς το Δικαστήριο και γενικά δεν έπεισε για την αλήθεια των όσο έλεγε στα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης. Μέσα από τη μαρτυρία του υπέπεσε σε ουσιώδεις ολισθήματα πράγμα που την καθιστούν τρωτή σε πειστικότητα. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ενώ στη γραπτή ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 19.08.10 (Τεκμήριο 2) ισχυρίστηκε ότι ξημερώματα τη 01.08.10, δηλαδή τη χρονική στιγμή του επίδικου περιστατικού, ο ίδιος βρισκόταν μόνος του στο σπίτι και κοιμόταν στην κυρίως εξέταση της δια ζώσης μαρτυρίας του ελίσσεται και διαφοροποιεί τη θέση του κατασκευάζοντας εκ των υστέρων άλλοθι λέγοντας συγκεκριμένα για πρώτη φορά ότι κοιμόταν μαζί με τη σύζυγο του με την οποία αργότερα της ίδιας ημέρας αναχώρησε στο εξωτερικό για ταξίδι του μέλιτος. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ενώ μέσα από το Τεκμήριο 2 ισχυρίζεται ότι ο παραπονούμενος τον κατηγορεί ότι εκμεταλλεύτηκε την σύζυγο του από την οποία αποσκοπούσε να της αποσπάσει χρήματα στην κυρίως εξέταση της δια ζώσης μαρτυρίας του ελίσσεται και αλλάζει θέση λέγοντας ότι ο παραπονούμενος τον κατηγορούσε συνέχεια ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με τη σύζυγο του. Επίσης, ενώ τόσο μέσα από το Τεκμήριο 2 όσο και στην κυρίως εξέταση της δια ζώσης μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος αναφέρει κατηγορηματικά ο ίδιος προσωπικά δεν είχε διαφορές μαζί τον παραπονούμενο αλλά ήταν αυτός που είχε εναντίον του ιδίου και ότι ο ίδιος δεν έχει τίποτα εναντίον του παραπονούμενου στο στάδιο της αντεξέτασης του παραδέχεται ότι στο παρελθόν προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του παραπονούμενου αναφορικά με γραπτά μηνύματα που αποστέλλονταν στο κινητό τηλέφωνο της συζύγου του που είχαν ως κατ' ισχυρισμό περιεχόμενο ότι δήθεν ο ίδιος δεν αγαπά τη σύζυγο του αλλά ότι αγαπά τη σύζυγο του παραπονούμενου και έτσι δεν θα έπρεπε αυτή να τον παντρευτεί και ότι θα έπρεπε να πληρώσει αρκετά χρήματα για να γλιτώσει. Ο κατηγορούμενος θεώρησε τον παραπονούμενο υπεύθυνο για την αποστολή των μηνυμάτων στον παραπονούμενο και γι' αυτό προέβηκε σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Πρόκειται για μία εκ των υστέρων τοποθέτηση που σαφώς διαφέρει από την αρχική του θέση. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος ενώ μέσα από το Τεκμήριο 2 αναφέρει ότι τη σύζυγο του παραπονούμενου τη γνώρισε σε οδικό ατύχημα που είχε μαζί της και έκτοτε δεν είχε καμία επαφή μαζί της μέχρι που υπέπεσε στην αντίληψη του ότι ο παραπονούμενος τον κατηγορούσε για περί εκμετάλλευσης οπότε και επικοινώνησε μαζί της 5-6 φορές για να λύσουν την παρεξήγηση, αντεξεταζόμενος άλλαξε την εκδοχή του και παραδέχτηκε ότι η σύζυγος του παραπονούμενου του υποσχέθηκε να τον πληρώσει με το ποσό των €170,84 (ισότιμο σε Λ.Κ.£100,00) για να της αποστέλλει μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο της έτσι ώστε να κάνει τον παραπονούμενο να ζηλέψει, πράγμα που έπραξε. Οι πιο πάνω σημαντικές παλινδρομήσεις αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι ειλικρινές άτομο ενώ παράλληλα έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Στη βάση αυτών, δεν ικανοποιούμαι ότι ο κατηγορούμενος είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και επομένως η μαρτυρία του δεν μπορεί να κριθεί αληθής και αξιόπιστη. Αυτό συμπαρασύρει και τη γραπτή κατάθεση του που είναι το Τεκμήριο 2, την οποία ούτε αυτή αποδέχομαι. Η μαρτυρία της ΜΥ1 ήταν εξ' ολοκλήρου τυπική και όχι ουσιαστικής φύσεως καθότι δεν ασχολείται καθόλου με τα ουσιώδη γεγονότα τη υπόθεσης. Εξάλλου η ίδια δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν ήταν σε θέση να πει τι έγινε, αν όντως έγινε κάτι, την 01.08.10 μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορουμένου. Συνεπώς, δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της ΜΥ1. Δεδομένης τη μη κλήσης της συζύγου του παραπονούμενου ως μάρτυρα στην παρούσα υπόθεση σε συνδυασμό με το γεγονός ότι για τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 7 ουδεμία καταγγελία έγινε ποτέ στην αστυνομία, η βαρύτητα που αποδίδω στο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού είναι μηδενική αξίας. Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία τόσο του παραπονούμενου όσο και του κατηγορούμενου, που ήταν οι μοναδικοί μάρτυρες που κατέθεσαν για τα επίδικα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και δίχως να υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τις εκδορές με το κατ' ισχυρισμό περιστατικό, αδυνατώ να καταλήξω σε οποιαδήποτε ευρήματα αναφορικά με το επεισόδιο. Το Δικαστήριο αισθάνθηκε, μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά και από την όλη συμπεριφορά τους στο εδώλιο καθώς και με τον τρόπο που αυτοί κατέθεσαν ενώπιον του, ότι τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο κατηγορούμενος γνώριζαν περισσότερα από όσα αποκάλυψαν αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Παράλληλα, το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση ότι και οι δύο πλευρές δεν αποκάλυψαν την αλήθεια στο Δικαστήριο για να εξυπηρετήσουν και βοηθήσουν τη δική τους θέση και εκδοχή. Από όσα έχουν λεχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθίσταται αντιληπτό ότι οι σχέσεις του παραπονούμενου με του κατηγορουμένου δεν είναι καθόλου φιλικές και αυτό φαίνεται να χρονολογείται παρά την εμφανή, πλην όμως ανεπιτυχή, προσπάθεια αμφοτέρων πλευρών να δείξουν ότι αυτό δεν ήταν αμφίδρομο. Φως στην υπόθεση αυτή μπορούσαν να είχαν ρίξει οι μαρτυρίες των συζύγων των δύο πρωταγωνιστών της υπόθεσης αυτής, οι οποίες όμως δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες από καμία πλευρά. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 243 του Κεφ.154, το οποίο ρητά προνοεί κατά λέξη τα εξής: " Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να επιτεθεί στον παραπονούμενο και (β) να του προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Η δε πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συντελείται με τη δημιουργία οποιουδήποτε τραύματος εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλέπε επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία που αποδεικνύει ότι ο παραπονούμενος είχε υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, ο εντοπισμός εκδορών στο δεξιό γόνατο, στον αριστερό αγκώνα και στην αριστερή πτέρνα αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης. Ωστόσο δεν υπάρχει ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον παραπονούμενο και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη δηλαδή τις εκδορές στα προαναφερόμενα μέρη του σώματος του την 01.08.10 και περί ώρα 04:30 έξω από την οικία στην οδό Έξω Βρύσης 6 στην Πάφο. Η μοναδική αποδεκτή μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή της Δρ. Βασιλείου, η οποία όμως δεν συνδέει χρονικά την πρόκληση των εκδορών του παραπονούμενου με την ημέρα της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος αλλά ούτε και αναφέρει την πηγή πρόκλησης τους. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο διατηρεί τέτοιες αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του παραπονούμενου έτσι ώστε να αδυνατεί να προβεί σε τελικά ευρήματα με ασφάλεια και βεβαιότητα για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, πέραν της έλλειψης μαρτυρίας που να συνδέει χρονικά τις εκδορές με την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος αλλά και της πηγής πρόκλησης τους. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα €215,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη/Άρθρο 243 Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.