← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Φιλιώ Πυργούδη, Αρ.Υπόθεσης: 18942/12, 4/2/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Φιλιώ Πυργούδη, Αρ.Υπόθεσης: 18942/12, 4/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 18942/12 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- Φιλιώ Πυργούδη Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 4 Φεβρουαρίου 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μανώλη Για Κατηγορούμενη: κ. Νικολάου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του πιο πάνω αναφερόμενου αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, η Κατηγορουμένη την 06.12.2011 στη Λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KLA 884 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Αστ. 2521 Μ. Μιχαήλ (ΜΚ1) και την Έλενα Ιωάννου (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η μαρτυρία της ήταν και η μόνη που προσκομίστηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις τελικές τους αγορεύσεις ενδιέτριψαν με επιμέλεια στο επίδικο θέμα προσφέροντας πολύτιμη βοήθεια στο Δικαστήριο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με το επίδικο θέμα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. ΜΚ1 Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης. Συνοπτικά, ανέφερε ότι η ορατότητα στην Λεωφόρο Ελλάδος είναι απεριόριστη, ενώ ως προς τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα δήλωσε ότι υπήρχε βροχόπτωση και το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο, το οπτικό πεδίο όμως ήταν καθαρό καθώς δεν υπήρχε ομίχλη. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, κατά πόσο υπήρχαν επί της Λεωφ. Ελλάδος σταθμευμένα οχήματα τον επίδικο χρόνο, ο ΜΚ1 απάντησε ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που έλαβε δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα. Επίσης, κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα ως Τεκμήρια: (α) Την γραπτή κατάθεση του, ως Τεκμήριο 1 (β) Το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε ο ίδιος, ως Τεκμήριο 2 (γ) Το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο ετοίμασε μα βάση το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2), ως Τεκμήριο 3 και (δ) Την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορούμενη, ως Τεκμήριο
  1. Κατά την αντεξέταση του και σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούμενης κατά πόσο προπορεύονταν του οχήματος της Κατηγορούμενης άλλα οχήματα, ο ΜΚ1 παρέπεμψε στην κατάθεση της Κατηγορούμενης- Τεκμήριο
  2. Περαιτέρω, σε άλλη ερώτηση κατά πόσο μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο η ΜΚ2 να επέπεσε επί του οχήματος της Κατηγορούμενης, ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Τέλος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη κινείτο με χαμηλή ταχύτητα λαμβάνοντας υπόψη τα τραύματα της ΜΚ2 και τις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα της Κατηγορούμενης. Ο ΜΚ1 μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε στο Δικαστήριο με αντικειμενικότητα τα ευρήματα του από την σκηνή του δυστυχήματος και από τις έρευνες που πραγματοποίησε. Το μοναδικό σημείο που δεν μπορώ να αποδεχθώ από την μαρτυρία του αφορά την ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα της Κατηγορούμενης, καθώς αυτό αποτελεί την γνώμη του ΜΚ
  3. Περαιτέρω, είναι σημείο που απαιτεί μαρτυρία εμπειρογνώμονα και ενώπιον μου δεν τέθηκε μαρτυρία ότι ο ΜΚ1 μπορεί να προσφέρει μαρτυρία επί του σημείου αυτού ως εμπειρογνώμονας. Αποτελεί δε σταθερή θέση της νομολογίας ότι το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ως αξιόπιστο και άλλο ως αναξιόπιστο (βλ υπόθεση Mustafa ανωτέρω). Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. ΜΚ2 Η ΜΚ2, ήταν η παραπονούμενη και το πρόσωπο που τραυματίστηκε στο επίδικο δυστύχημα. Συνοπτικά στην μαρτυρία της ανέφερε ότι ξεκίνησε πεζή από την οδό Στέλιου Μαυρομάτη για να διασταυρώσει την Λεωφόρο Ελλάδος. Έλεγξε την τροχαία κίνηση και αφού διαπίστωσε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός ξεκίνησε να διασταυρώνει, έφθασε στα μέσα του δρόμου και όταν ξεκίνησε να διασταυρώνει την δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας για να μεταβεί στην Alpha Bank, ένιωσε ξαφνικά ένα κτύπημα. Υπέδειξε δε ως το σημείο σύγκρουσης το γράμμα Χ επί του Τεκμηρίου
  4. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ2 επανέλαβε ότι έλεγξε τον δρόμο προτού διασταυρώσει, δεν είχε κίνηση και ως εκ τούτου ξεκίνησε να διασταυρώνει. Σε νέα ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούμενης, απάντησε ότι κινούνταν αυτοκίνητα στο δρόμο αλλά ήταν μακριά. Δεν μπορούσε ωστόσο να προσδιορίσει την ακριβή απόσταση που βρίσκονταν τα οχήματα, διευκρίνισε όμως ότι ήταν τόσο μακριά ώστε να μπορεί κάποιος να διασταυρώσει. Περαιτέρω, σε άλλη ερώτηση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης, η ΜΚ2 απάντησε ότι όταν έφθασε στην μέση του δρόμου έλεγξε την τροχαία κίνηση, δεν θυμάται όμως αν σταμάτησε για να ελέγξει ή αν βρισκόταν σε κίνηση. Τέλος, η ΜΚ2 αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η ίδια, με την φόρα που κινείτο, επέπεσε στο όχημα της Κατηγορούμενης. Η μαρτυρία της ΜΚ2 παρουσιάζει κενά και αντιφάσεις σε ζητήματα ουσιαστικής σημασίας. Συγκεκριμένα, η ΜΚ2 ενώ στην γραπτή κατάθεση της (Τεκμήριο 5) και στην κυρίως εξέταση της δήλωσε ότι έλεγξε τον δρόμο και ήταν καθαρός, κατά την αντεξέταση της διαφοροποιήθηκε και ανέφερε ότι υπήρχαν αυτοκίνητα αλλά αυτά ήταν μακριά. Δεν διευκρινίστηκε όμως από την ΜΚ2 πότε, σύμφωνα πάντα με τους δικούς της ισχυρισμούς, έλεγξε τον δρόμο, ήτοι όταν διασταύρωσε την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας ή όταν έφθασε στην μέση του δρόμου και επιχείρησε να διασταυρώσει την δεύτερη λωρίδα στην οποία κινείτο το όχημα της Κατηγορούμενης. Επισημαίνω επίσης ότι η ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να προσφέρει θετική μαρτυρία για το κατά πόσο ήταν σε κίνηση ή όχι όταν κατά τον ισχυρισμό της σταμάτησε για να ελέγξει την τροχαία κίνηση. Σε κάθε περίπτωση εύλογα προκύπτει το ερώτημα πώς η ΜΚ2 αφ' ης στιγμής έλεγξε τον δρόμο δεν εντόπισε το όχημα της Κατηγορούμενης. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να δεκτώ την θέση της ΜΚ2 ότι έλεγξε την λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο το όχημα της Κατηγορούμενης. Τα πιο πάνω αναφερόμενα είναι ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας της ΜΚ2 και καθιστούν σαφές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία της. Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία της ΜΚ2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εκτός από το κοινά παραδεκτό γεγονός ότι η ΜΚ2 διασταύρωσε πεζή την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ. Ελλάδος. Κατηγορούμενη Η Κατηγορούμενη στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι κινείτο από την Μεσόγη, όπου ευρίσκεται η εργασία της προς το Κτήμα και σε κάποια στιγμή όταν βρισκόταν στο ύψος της Alpha Bank είδε στο μέσο του δρόμου, περίπου στην άσπρη γραμμή που χωρίζει κατά μήκος την Λεωφόρο Ελλάδος, την ΜΚ2, η οποία κινείτο με γοργό βηματισμό και η οποία κτύπησε στο δεξί καθρεφτάκι του οχήματος της Κατηγορούμενης, παρά την προσπάθεια που κατέβαλε για να την αποφύγει στρίβοντας το όχημα της προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι υπήρχαν οχήματα που προπορεύονταν του δικού της, καθώς και οχήματα που ακολουθούσαν, ως επίσης και οχήματα που κινούνταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στην πορεία της υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα επί του πεζοδρομίου. Τέλος, υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση της, Τεκμήριο
  5. Αντεξεταζόμενη, παραδέχθηκε ότι στη γραπτή κατάθεση της, Τεκμήριο 4, δεν ανέφερε ότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα στην πορεία της. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής συμφώνησε ότι η ορατότητα της ήταν καλή. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι κινείτο στο μέσο της αριστερής λωρίδας. Ακολούθως και μετά από σχετική ερώτηση πώς είναι δυνατό να κινείτο στο μέσο της αριστερής λωρίδας, να έκανε αποφευκτική κίνηση στρίβοντας το όχημα της προς τα αριστερά και παρά ταύτα να τοποθετεί το σημείο σύγκρουσης Χ1 στο μέσο περίπου της λωρίδας, η Κατηγορούμενη απάντησε ότι επειδή η ΜΚ2 κινείτο γρήγορα γι' αυτό και κτύπησε στο όχημα της. Η Κατηγορούμενη μου προξένησε θετική εντύπωση. Από τις απαντήσεις της και την εν γένει συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, είμαι ικανοποιημένος ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Οι απαντήσεις της ήταν άμεσες, χωρίς υπεκφυγές και δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή ότι κινείτο με υστεροβουλία. Στην αντεξέταση της, παρέμεινε σταθερή και δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε διάσταση σε σχέση με τα λεγόμενα της στην κυρίως εξέταση της. Δεν παραγνωρίζω ασφαλώς ότι υπάρχει διάσταση ανάμεσα στην προφορική της μαρτυρία από την μία και από την άλλη την γραπτή κατάθεση της (Τεκμήριο 4) και το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) σε σχέση με το κατά πόσο υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα στο πεζοδρόμιο που βρισκόταν στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο το όχημα της. Θεωρώ ότι η εν λόγω διάσταση δεν αφορά ουσιώδη πτυχή των επιδίκων θεμάτων. Δηλαδή το αν υπήρχαν ή όχι σταθμευμένα οχήματα στα αριστερά της πορείας που ακολουθούσε η Κατηγορούμενη είναι ήσσονος σημασίας, καθώς η ΜΚ2 επιχείρησε να διασταυρώσει από τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία της Κατηγορούμενης. Κατά συνέπεια το πιο πάνω σημείο δεν θεωρώ ότι πλήττει την αξιοπιστία της Κατηγορούμενης ή ότι δημιουργεί οποιοδήποτε ρήγμα στην μαρτυρία της. Περαιτέρω, στη γραπτή κατάθεση της (Τεκμήριο 4), ανέφερε ότι όταν είδε την ΜΚ2 η απόσταση που την χώριζε από τη δεξιά πλευρά του οχήματος της ήταν περίπου 1 με 1,5 μέτρα. Ενόψει των πιο πάνω και με εξαίρεση το σημείο που αφορά την ύπαρξη σταθμευμένων οχημάτων επί του πεζοδρομίου που βρισκόταν στα αριστερά της Κατηγορούμενης σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, αποδέχομαι την μαρτυρία της (βλ υπόθεση Mustafa ανωτέρω). Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Την 06.12.2011 και περί ώρα 12.40, η ΜΚ2 διασταύρωνε πεζή την Λεωφόρο Ελλάδος. Η ΜΚ2 διήνυσε την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή απόσταση 4,10μ και φθάνοντας στην άσπρη διαχωριστική γραμμή που χωρίζει κατά μήκος την Λεωφόρο Ελλάδος, επιχείρησε να διασταυρώσει και την δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινούνται τα οχήματα που κατευθύνονται νότια, δηλαδή προς τη Λεωφόρο Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Ενώ διασταύρωνε και τη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας κτυπήθηκε από το όχημα που οδηγούσε η Κατηγορούμενη και συγκεκριμένα από το δεξιό καθρεφτάκι του οχήματος της, παρά την αποφευκτική κίνηση της Κατηγορούμενης η οποία έστριψε το όχημα της αριστερά σύμφωνα με την πορεία της και ελάττωσε την ταχύτητα της. Η σύγκρουση επεσυνέβη εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο το όχημα της Κατηγορούμενης σε απόσταση 1.20μ από την άσπρη διαχωριστική γραμμή. Η Λεωφόρος Ελλάδος είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης και διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας μία ανά κατεύθυνση. Η ορατότητα στον εν λόγω δρόμο είναι απεριόριστη. Περαιτέρω, κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχε τροχαία κίνηση και στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 202 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παραβίαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/1972, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι τέλειου οδηγού.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαίδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R 78) Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v.Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στον δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν μέτρα προφύλαξης. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο. ( Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 217) Συμπεράσματα Εν προκειμένω η απόδειξη της αμέλειας της Κατηγορούμενης απαιτεί, κατά την άποψη μου, την κατάδειξη της εξ αντικειμένου δυνατότητας της Κατηγορούμενης να αντιληφθεί την ΜΚ2 όταν αυτή διασταύρωνε το δρόμο και συγκεκριμένα όταν αυτή βρέθηκε στο μέσο του δρόμου και επιχείρησε να διασταυρώσει την λωρίδα στην οποία κινείτο το όχημα της Κατηγορούμενης. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της Κατηγορούμενης, η ΜΚ2 επιχείρησε να διασταυρώσει την δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας όταν αυτή βρισκόταν στην άσπρη διαχωριστική γραμμή που χωρίζει κατά μήκος την Λεωφ. Ελλάδος και η απόσταση που τις χώριζε ήταν 1 με 1,5 μέτρα. Η εν λόγω μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη και δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η Κατηγορούμενη μπορούσε να εντοπίσει ενωρίτερα την ΜΚ2. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι η ΜΚ2 κινείτο με γοργό βηματισμό, θεωρώ ότι δεν άφηναν στην Κατηγορούμενη οποιαδήποτε περιθώρια αντίδρασης και αποφυγής της σύγκρουσης. Η Νομολογία κατέδειξε ότι η συμπεριφορά ενός οδηγού, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επικείμενη σύγκρουση, δεν πρέπει να κρίνεται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του. Αν η αντίδραση ενός οδηγού είναι τέτοια που παρόλη την αγωνία της στιγμής είναι ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις και αναμένεται εύλογα από τον μέσο οδηγό τότε ο οδηγός δεν μπορεί να κριθεί ένοχος αμέλειας (Βλ. Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1 ΑΑΔ 642). Έχει, επίσης, λεχθεί, ότι η όλη συμπεριφορά ενός οδηγού θα πρέπει να κρίνεται μέσα στο στενό περιθώριο χρόνου και την αγωνία της στιγμής (Βλ. Adamis And Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Παπαχριστοδούλου ν. Χ»Νεοφύτου
(1991)1 ΑΑΔ 426). Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι η Κατηγορούμενη δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε πέραν των όσων έπραξε για να αποφύγει την σύγκρουση. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η Κατηγορούμενη παρέλειψε να επιδείξει την επιβαλλόμενη υπό τις περιστάσεις εύλογη μέριμνα για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο και συγκεκριμένα για την ΜΚ2. Για του λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.