Σταύρου Μαυρόσαββα ν. Cyprus Popular Public Co Ltd κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 18567/12, 27/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 18567/12 Μεταξύ Σταύρου Μαυρόσαββα -ν-
- Cyprus Popular Public Co Ltd
- Ανδρέα Βγενόπουλου
- Νεοκλή Λυσάνδρου
- Ευθύμιου Μπουλούτα
- Χρίστου Στυλιανίδη
- Παναγιώτη Κουννή
- Κάλια Ευσταθίου
- Αθανάσιου Ορφανίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου, 2014 Για Παραπονούμενο: κ Μελάς Για Κατηγορούμενο 2: κ. Θρασυβούλου Για κατηγορούμενο 4: κ. Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι το ζήτημα του κατά πόσο η επίδοση των κατηγορητηρίων στους Κατηγορούμενους 2 και 4 είναι νομότυπη και έγκυρη. Σε σχέση με το ιστορικό της υπόθεσης σημειώνω ότι, σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, τα κατηγορητήρια αρχικά επιδόθηκαν στις 26.02.13 και στις 21.03.13 στους Κατηγορούμενους 2 και 4 αντίστοιχα. Στις 18.04.13, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για επίδοση στους Κατηγορούμενους 2 και 4, οι συνήγοροι τους ήγειραν προδικαστική ένσταση αμφισβητώντας την νομιμότητα και εγκυρότητα των επιδόσεων. Το Δικαστήριο εξέτασε το εν λόγω ζήτημα και με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 02.05.13 έκρινε ότι οι επιδόσεις έπασχαν και ως εκ τούτου όρισε εκ νέου την υπόθεση για επίδοση σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και
- Ακολούθως έλαβε χώρα νέα επίδοση των κατηγορητηρίων, αυτή τη φορά με βάση τον Κυρωτικό Νόμο της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1984 (Ν. 55/84)(στο εξής θα καλείται ως η "Σύμβαση"). Συγκεκριμένα στις 10.09.13, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για επίδοση στους Κατηγορούμενους 2 και 4, ο συνήγορος του Παραπονούμενου δήλωσε ότι έλαβε χώρα επίδοση των κατηγορητηρίων με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Α και Β επιστολές του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στις οποίες επισυνάπτονταν βεβαιώσεις των Ελληνικών αρχών σε σχέση με τις επιδόσεις των κατηγορητηρίων στους Κατηγορουμένους 4 και 2 αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4 ήγειραν και πάλι προδικαστική ένσταση υποστηρίζοντας ότι η επίδοση είναι «κακή», καθώς αυτή έγινε κατά παράβαση των προνοιών της Σύμβασης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονουμένου στην αγόρευση του υποστήριξε ότι η επίδοση των κατηγορητηρίων είναι έγκυρη και έγινε με βάση τις πρόνοιες και το πνεύμα της Σύμβασης, την καθιερωμένη πρακτική και υπό το πρίσμα των σκοπών που η Σύμβαση εξυπηρετεί. Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα ότι δεν υπήρξε μεσολάβηση των δικαστικών αρχών, ο κ. Μελάς υποστήριξε ότι το εν λόγω επιχείρημα είναι νομικά αβάσιμο και ανεδαφικό αφού το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 02.05.13 αποφάσισε και έδωσε οδηγίες σχετικά με την επίδοση. Τέλος, υποστήριξε ότι είναι νομικά ανεπίτρεπτο να επιτρέπεται σε Κατηγορούμενους να μην εμφανίζονται στο Δικαστήριο και στη θέση τους να εμφανίζονται δικηγόροι. Στην αντίπερα όχθη, οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4, οι οποίοι ανέπτυξαν κοινή επιχειρηματολογία, υποστηρίζουν ότι η επίδοση πάσχει διότι οι δικηγόροι του Παραπονούμενου δεν απευθύνθηκαν σε «δικαστική αρχή», όπως η έννοια αυτή καθορίζεται στη Σύμβαση, για τους σκοπούς της δικαστικής αρωγής αλλά απευθύνθηκαν οι ίδιοι στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ενεργώντας στην ουσία οι ίδιοι ως δικαστική αρχή. Πριν ασχοληθώ με το κατά πόσο υπήρξε έγκυρη ή όχι επίδοση των κατηγορητηρίων, θα ασχοληθώ με το ζήτημα που έθιξε ο κ. Μελάς αναφορικά με την εκπροσώπηση των Κατηγορουμένων 2 και 4 και την απουσία τους από το Δικαστήριο. Καταρχάς, σημειώνω ότι η ακολουθητέα διαδικασία καθορίστηκε από τις 18.04.13, ημερομηνία κατά την οποία εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4 αμφισβητώντας την εγκυρότητα της επίδοσης των κατηγορητηρίων. Το Δικαστήριο επέτρεψε στους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 2 και 4 να εμφανιστούν και να θέσουν τις προδικαστικές ενστάσεις τους σε σχέση με την εγκυρότητα της επίδοσης. Έκτοτε εκδοθήκαν τρεις ενδιάμεσες αποφάσεις ακολουθώντας την πιο πάνω διαδικασία, χωρίς, εξ' όσων προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, να εγερθεί το εν λόγω ζήτημα. Το δικαίωμα ενός Κατηγορούμενου να εκπροσωπείται σε ποινική δίκη από συνήγορο της εκλογής του κατοχυρώνεται στα άρθρα 12.5(γ) και 30.3(δ) του Συντάγματος. Δεν διαπιστώνω επομένως οτιδήποτε το μεμπτό στην εκπροσώπηση των Κατηγορουμένων από τους συνηγόρους τους. Όσον αφορά την απουσία των Κατηγορουμένων, θεωρώ ότι το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της διαδικασίας καθ' οιονδήποτε τρόπο. Οι Κατηγορούμενοι εξουσιοδότησαν τους συνηγόρους τους, όπως τους εκπροσωπήσουν και εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με την εγκυρότητα της διαδικασίας επίδοσης των κατηγορητηρίων. Δεν θεωρώ ότι με την απουσία τους επηρεάζονται είτε τα δικαιώματα των ιδίων, είτε του Παραπονούμενου, είτε η διεξαχθείσα διαδικασία. Για την κατάληξη μου αυτή λαμβάνω επίσης υπόψη μου τη φύση της προδικαστικής ένστασης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η υποχρέωση ενός Κατηγορούμενου για να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον δεν έχει απαλλαγεί από τέτοια υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 45
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, προϋποθέτει την έγκυρη επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν (άρθρο 89
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155). Παραπέμπω επίσης στο πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης ημερομηνίας 07.11.13 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Πολιτικής Αίτησης 195/13, που αφορούσε αίτηση για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση αίτησης προς τον σκοπό έκδοσης εντάλματος certiorari: «Το κατά πόσο ένα κατηγορητήριο έχει επιδοθεί δεόντως πρέπει να αποδειχθεί στο Δικαστήριο με βάση τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155 κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή. Το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εξετάσει το θέμα της επίδοσης του κατηγορητηρίου όπως εγέρθηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου 1 έχοντας υπόψη και τις πρόνοιες των περί Ποινικής Δικονομίας Κανονισμών (Κ.8). Το γεγονός ότι το θέμα ηγέρθηκε στην απουσία του κατηγορουμένου 1, δεν κρίνω ότι αποτελεί στην όψη των πραγμάτων νομικό σφάλμα που μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα της διαδικασίας». Μετά το πιο πάνω διαδικαστικό ζήτημα, προχωρώ να εξετάσω την εγκυρότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την επίδοση των κατηγορητηρίων. Η Σύμβαση στο Πρώτο Κεφάλαιο της και συγκεκριμένα στα άρθρα 1 - 15 ρυθμίζει την παροχή αμοιβαίας δικαστικής αρωγής μεταξύ των δύο Συμβαλλομένων Μερών σε αστικές, οικογενειακές, εμπορικές και ποινικές υποθέσεις. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τα άρθρα 1 - 4 της Σύμβασης, τα οποία θεωρώ ότι έχουν άμεση σχέση με το αντικείμενο της παρούσας απόφασης: "Αρθρο1 Εννομη Προστασία Οι υπήκοοι του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και πρόσωπα που έχουν τη συνήθη διαμονή τους σ' αυτό, καθώς και οι Έλληνες στο γένος και οι Κύπριοι στην καταγωγή απολαμβάνουν στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους την ίδια νομική προστασία με τους υπηκόους τους όσο αφορά τα προσωπικά ή περιουσιακά τους δικαιώματα σε θέματα αστικού, οικογενειακού, εμπορικού και ποινικού δικαίου. Οπουδήποτε στη Σύμβαση αυτή αναφέρονται οι όροι «εμπορικό δίκαιο» ή «εμπορικές υποθέσεις», περιλαμβάνουν αντίστοιχα και το ναυτικό δίκαιο και τις ναυτικές υποθέσεις. Οι διατάξεις αυτής της Σύμβασης έχουν εφαρμογή, προσαρμοζόμενες κατάλληλα, και στα νομικά πρόσωπα που έχουν την έδρα τους στο έδαφος του ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη ή τα οποία ιδρύθηκαν ή εγκαταστάθηκαν σ' αυτά σύμφωνα με τη νομοθεσία τους. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 έχουν το δικαίωμα να απευθύνονται ελεύθερα στα δικαστήρια, στις εισαγγελικές και συμβολαιογραφικές αρχές (που στο εξής θα ονομάζονται «δικαστικές αρχές»), που η δικαιοδοσία τους καλύπτει τα θέματα που ρυθμίζονται από αυτή τη Σύμβαση, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Τα πρόσωπα αυτά, μπορούν να εμφανίζονται, να υποβάλλουν αιτήσεις και να εγείρουν αγωγές ενώπιον των πιο πάνω αρχών, με τους ίδιους όρους που παρέχεται αυτή η δυνατότητα στους υπηκόους του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Αρθρο 2 Δικαστική Αρωγή
- Οι δικαστικές αρχές των δύο Συμβαλλόμενων Μερών θα παρέχουν αμοιβαία δικαστική αρωγή σε αστικές, οικογενειακές, εμπορικές και ποινικές υποθέσεις.
- Οι δικαστικές αρχές θα παρέχουν δικαστική αρωγή και στις άλλες αρχές που η αρμοδιότητα τους εκτείνεται στις υποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου. Αρθρο 3 Τρόπος Επικοινωνίας Οι δικαστικές αρχές των Συμβαλλόμενων Μερών θα επικοινωνούν μεταξύ τους, για τους σκοπούς της δικαστικής αρωγής, μέσω των αντίστοιχων Υπουργείων Δικαιοσύνης. Δεν αποκλείεται η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί και η διπλωματική οδός. Αρθρο 4 Εκταση της δικαστικής αρωγής Η δικαστική αρωγή περιλαμβάνει τη διαβίβαση και την επίδοση εγγράφων, καθώς και τη διεξαγωγή αποδείξεων." Δεν έχει αμφισβητηθεί από τους διαδίκους ότι τόσο ο Παραπονούμενος όσο και οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 είναι πρόσωπα που εμπίπτουν στις πρόνοιες της Σύμβασης. Επίσης, η Σύμβαση εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση αφού πρόκειται για ποινική υπόθεση και δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στη Σύμβαση που να εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σύμβασης η δικαστική αρωγή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την επίδοση εγγράφων. Από τα Τεκμήρια Α και Β, προκύπτει ότι οι δικηγόροι του Παραπονούμενου απευθύνθηκαν από μόνοι τους και χωρίς την μεσολάβηση των δικαστικών αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας και ζήτησαν όπως το τελευταίο απευθυνθεί στο αντίστοιχο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελληνικής Δημοκρατίας προκειμένου να επιδοθούν τα κατηγορητήρια της παρούσας υπόθεσης στους Κατηγορούμενους 2 και 4 με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης. Η επίδοση όντως πραγματοποιήθηκε, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, και προκύπτει από τα Τεκμήρια Α και Β. Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός πως δεν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Σύμβασης, αφού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της Σύμβασης, η δικαστική αρωγή δεν έλαβε χώρα από τις δικαστικές αρχές των Συμβαλλομένων Μερών και δεν υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ τους μέσω των αντίστοιχων Υπουργείων Δικαιοσύνης. Αντ' αυτού οι δικηγόροι του Παραπονούμενου απευθύνθηκαν απευθείας στο ημεδαπό Υπουργείο Δικαιοσύνης και ζήτησαν να κινητοποιηθεί ο μηχανισμός που προβλέπει η Σύμβαση για την επίδοση των κατηγορητηρίων και η οποιαδήποτε επικοινωνία των αντίστοιχων Υπουργείων Δικαιοσύνης δεν έγινε μετά από οδηγίες ή με τη συνδρομή των δικαστικών αρχών. Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η πιο πάνω παράβαση μπορεί να θεραπευθεί ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι τέτοιας σημασίας που να οδηγεί σε ακύρωση την επίδοση των κατηγορητηρίων. Έχω διέλθει με μεγάλη προσοχή τη Σύμβαση και δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε πρόνοια που να επιτρέπει την όποια παρέκκλιση από τις πρόνοιες της ή που να διαχωρίζει περιπτώσεις κατά τις οποίες τυχόν παρέκκλιση μπορεί να θεωρηθεί ως μη ουσιώδης ή να μπορεί να θεραπευθεί. Όσο και αν πρόκειται για διαδικαστικό ζήτημα δεν μπορεί να παραβλεφθεί η σημασία του αφού είναι εμφανές ότι για την παροχή της δικαστικής αρωγής, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδοση εγγράφων, απαιτείται η συμμετοχή των δικαστικών αρχών, μέσω των οποίων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 της Σύμβασης, παρέχεται η δικαστική αρωγή. Περαιτέρω από το όλο πνεύμα της Σύμβασης προκύπτει, κατά την άποψη μου, ότι οι δικαστικές αρχές διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην παροχή δικαστικής αρωγής. Επιπρόσθετα, η Σύμβαση ως διακρατική συμφωνία πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά. Αυτό προκύπτει και από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013, Alpha Bank Cyprus Ltd V. Si Senh Dau κ.α, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: "Όμως εκεί που η Earlsfield Steel, ανωτέρω, διαφέρει, είναι ως προς τις επιπτώσεις. Εκεί τα θέματα κρίθηκαν αυστηρά με βάση διακρατική συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας, η οποία επικυρώθηκε με το Νόμο 8(ΙΙ)/
- Στην προκειμένη περίπτωση, τα θέματα θα πρέπει να κριθούν με βάση το πιο φιλελεύθερο πνεύμα του ΕΚ 1393/2007, όπως το έχουμε εξηγήσει πιο πάνω. Επομένως, εκείνο που διαφέρει εδώ είναι οι επιπτώσεις από τυχόν παραβάσεις." Αναφορικά με το επιχείρημα του κ. Μελά ότι το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 02.05.13 αποφάσισε και έδωσε οδηγίες σχετικά με την επίδοση, εννοώντας ότι υπήρξε μεσολάβηση των δικαστικών αρχών ως προνοείται στα άρθρα 2 και 3 της Σύμβασης, θεωρώ πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Το Δικαστήριο με την πιο πάνω απόφαση του έκρινε την νομιμότητα και εγκυρότητα των επιδόσεων που πραγματοποιήθηκαν στις 26.02.13 και 21.03.13 αντίστοιχα και αποφάσισε ότι δεν είχε ενώπιον του νομικά έγκυρη επίδοση. Παραθέτω αυτούσια την κατάληξη του Δικαστηρίου: «Για τους πιο πάνω λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, κρίνω ότι η επίδοση στερείται νομικού υπόβαθρου και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει ενώπιον του νομικά έγκυρη επίδοση του κατηγορητηρίου για τους κατηγορούμενους 2 και
- .................................... Η υπόθεση ορίζεται για επίδοση στους κατηγορούμενους 2, 4, 8 στις 26.6.13 και ώρα 9.00 π.μ.» Είναι επομένως φανερό, κατά την άποψη μου, ότι το Δικαστήριο δεν έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες για τον τρόπο της επίδοσης, παρά μόνο όρισε εκ νέου την υπόθεση για επίδοση σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και
- Άλλωστε δεν υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα για παροχή δικαστικής αρωγής δυνάμει της Σύμβασης. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι δεν έχω ενώπιον μου νομικά έγκυρη επίδοση των κατηγορητηρίων στους Κατηγορούμενους 2 και
- (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο