← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. IONUT CATALIN PODOSU κ.α., Υπόθεση Αρ.: 12382/13, 10/2/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. IONUT CATALIN PODOSU κ.α., Υπόθεση Αρ.: 12382/13, 10/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B28 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΏΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 12382/13 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και

  1. IONUT CATALIN PODOSU
  2. CONSTANTIN ION
  3. CORNELIU MARIAN SANDULESCU
  4. EUGEN VIOREL PITIGOI Κατηγορουμένων ------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 10/02/
  5. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Άρτεμις Σαββίδου. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 1 έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε 20 κατηγορίες οι οποίες αφορούν το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση του άρθρου 268 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  6. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίας κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2013 στην υπεραγορά Παπαντωνίου όπου ο κατηγορούμενος εργαζόταν και αφορούν την κλοπή διαφόρων καπνικών προϊόντων συνολικής αξίας €10,000 (βλ. κατηγορίες 1 - 20). Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και έχουν ως ακολούθως: Στις 26/09/2013 και η ώρα 5.30 ο Μ.2 στο κατηγορητήριο ο οποίος είναι υπεύθυνος του Αρτοζαχαροπλαστείου της υπεραγοράς Παπαντωνίου και ενώ βρισκόταν εντός της υπεραγοράς, είδε τον κατηγορούμενο να απομακρύνεται τρέχοντας από το περίπτερο της υπεραγοράς, κρατώντας νάιλον σακούλι στο χέρι του. Αφού τον ακολούθησε εντόπισε και διαπίστωσε ότι μέσα σε αυτό υπήρχαν κούτες τσιγάρα και συσκευασίες καπνού. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι τα έκλεψε για να τα πουλήσει λόγω του ότι η οικογένεια του αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Ο Μ.2 κράτησε τις συγκεκριμένες κούτες τσιγάρων και καπνικών ειδών τα οποία παρέδωσε μετέπειτα στην αστυνομία που είχε ήδη κληθεί. Την ίδια μέρα και ώρα 10.45 εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος εντός του κρεοπωλείου και όταν πληροφορήθηκε ότι θα κατηγορηθεί για τα συγκεκριμένα αδικήματα απάντησε «είχα ανάγκη από λεφτά». Υπέδειξε συγκεκριμένη ποσότητα από τα τεκμήρια αυτά που αναφέρθηκαν και είπε ότι είναι μέσα τα τσιγάρα που έκλεψα. Επιθεωρήθηκε στην πορεία κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της υπεραγοράς, όπου σε αυτό διαφαίνεται ο κατηγορούμενος να κλέβει ποσότητα καπνικών προϊόντων από τα ράφια του περιπτέρου της υπεραγοράς. Από τον έλεγχο που ακολούθησε διαπιστώθηκε από το κλειστό κύκλωμα ότι αυτό έγινε σε 14 διαφορετικές ημερομηνίες από τις 30/08/2013 μέχρι και 25/09/
  7. Κατά την σύλληψη του ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε και απολογήθηκε, έδωσε ανακριτική κατάθεση στην αστυνομία όπου παραδέχθηκε ότι στις 26/09/2013 καθώς και σε άλλες ημερομηνίες έκλεψε καπνικά προϊόντα από τα ράφια του περιπτέρου της υπεραγοράς. Αυτά που έκλεψε στις 26/09/2013 είπε, δεν πρόλαβε να τα βγάλει έξω από την υπεραγορά και τα οποία πωλούσε σε ομοεθνής του, τους οποίους όπως ανέφερε γνωρίζει μόνο εξ' όψεως. Στις 28/09/2013 ο κατηγορούμενος έδωσε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση όπου μεταξύ άλλων ανέφερε ότι στο προσωπικό του ντουλάπι είχε κρυμμένη ποσότητα από κούτες τσιγάρα, τα οποία είχε κλέψει στις ημερομηνίες που αναφέρθηκαν και ότι σε δυο διαφορετικές ημερομηνίες μετέβηκε σε ταχυφαγείο στη Χλώρακα όπου πούλησε σε δυο άγνωστα του πρόσωπα 4 κούτες τσιγάρα για €25 την κάθε μια. Στην πορεία ο κατηγορούμενος υπέδειξε το περίπτερο όπως και το ερμάρι του στους αστυφύλακες καθώς και κάποια ποσότητα τσιγάρων. Η ποσότητα των τσιγάρων και των καπνικών που είχε κλέψει όπως διαφαίνεται και από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει, ανέρχεται στο ποσό των €10,
  8. Περαιτέρω, έχει λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και ότι τα τεκμήρια έχουν επιστραφεί και παραδοθεί όλα στον ιδιοκτήτη της υπεραγοράς. Πέραν των πιο πάνω, διευκρινίστηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία της παραπονούμενης εταιρείας δεν έχει αποζημιώσει για τα κλοπιμαία καπνικά καθότι πρόκειται για κλοπή από υπάλληλο της εταιρείας και δεν καλύπτεται καθώς επίσης και το γεγονός ότι η παραπονούμενη εταιρεία έχει κρατήσει το συνολικό ποσό των €2,134.79 το οποίο όφειλε στον κατηγορούμενο, ως αποζημίωση μέρους της κλοπιμαίας περιουσίας. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορουμένου η οποία προκύπτει τόσο από την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και από την ομολογία του στις Αστυνομικές Αρχές. Ο κατηγορούμενος είπε, έδρασε με ένα ερασιτεχνικό τρόπο αφού σε ώρα εργάσιμη ο ίδιος διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα και απομακρυνόταν από το περίπτερο της υπεραγοράς χωρίς καμία προφύλαξη. Τόσο ο ίδιος αλλά και η υπόλοιπη του οικογένεια είναι καταρρακωμένη από την υπόθεση αυτή και ιδιαίτερα ο αδελφός του ο οποίος διαμένει και αυτός στην Κύπρο και εργάζεται στην υπεραγορά των παραπονουμένων επί σειρά ετών και εξακολουθεί να εργάζεται και μετά το επεισόδιο αυτό από τον κατηγορούμενο, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι τα τσιγάρα και τα υπόλοιπα καπνικά που κλάπηκαν κατά την 26ην Σεπτεμβρίου 2013 επιστράφηκαν στον ιδιοκτήτη και αυτός δεν υφίσταται οποιαδήποτε ζημιά για αυτά. Eπίσης, εκφράστηκε η προθυμία του κατηγορουμένου όπως εκδοθεί διάταγμα αποζημίωσης ύψους €6,000 που έχει δικαιοδοσία το Δικαστήριο και το οποίο να καταβληθεί μετά την αποφυλάκιση του και δια μηνιαίων δόσεων ύψους €250 έκαστη. Με τα πιο πάνω συγκατατέθηκε και η κατηγορούσα αρχή. Πέραν των πιο πάνω, τονίστηκε το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή του. Αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, η συνήγορος του υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Τέλος, κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει κάθε δυνατή επιείκια και ότι σε περίπτωση που καταλήξει ότι η καταλληλότερη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, τότε εισηγήθηκε ότι δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεση της εν όψει των όσων έχει αναφέρει ανωτέρω για σκοπούς μετριασμού. Αναμφίβολα το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου είναι ιδιαίτερα σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από την προβλεπόμενη στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ποινή, το οποίο προνοεί ποινή φυλάκισης 14 χρόνων. Η ιδιαίτερη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού έγκειται στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύεται τη σχέση εμπιστοσύνης, η οποία υπάρχει μεταξύ του και του εργοδότη του και είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα εκεί όπου ο εργοδότης βασίζεται στην αφοσίωση και ειλικρίνεια του εργοδοτουμένου του (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd Edition, p. 141 - 142). Eπίσης, στην Τhe Attorney General v. Neophytos Nicola Vassiliotis alias Kaizer a.o

(1967)2 C.L.R. 20 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Stealing by servant tends to undermine the basis, upon which hundreds of people carry on their business as employers, or earn their living as employees. The relationship of trust and confidence which must always exist between them, is of great importance; and is entitled to adequate protection from the law." Mεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επανέλαβαν τη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού και κατέδειξαν ότι τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά με την επιβολή κατά κανόνα ποινής φυλάκισης (βλ. Πολυδώρου v. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 48, Aristotelous v. Police
(1985)2 C.L.R. 212, Κατσούρης v. Αστυνομίας
(1988)2 C.L.R. 180, Αργυρού v. Αστυνομίας
(1993)2 A.A.Δ. 434 και Αθανασιάδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 701). Πέραν των πιο πάνω, στην Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, αφού αναφέρθηκαν κάποιες κατευθυντήριες γραμμές που ακολουθούνται στην Αγγλία για τέτοιας φύσης αδίκημα, λέχθηκε ότι δεν θα ήταν ορθό να παραγνωρίζονται τα σωρευτικά αποτελέσματα του συνόλου της εγκληματικής δραστηριότητας για την οποία ο κατηγορούμενος βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση αυτή, ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ηλικίας 31 ετών, οικογενειάρχη με τρία μικρά παιδιά ο οποίος έκλεψε συνολικά το ποσό των £36,000 ενώ ήταν υπάλληλος της ΣΠΕ Πολεμιδιών μειώθηκε σε 18 μήνες κατ' έφεση. Η σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι δεδομένη και αντικατοπτρίζεται από τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν. Περαιτέρω, στην παρούσα περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος για μια περίοδο ενός περίπου μηνός συστηματικά έκλεβε από το περίπτερο της υπεραγοράς όπου εργοδοτείτο τσιγάρα και διάφορα καπνικά προϊόντα η συνολική αξία των οποίων ανήλθε σε €10,000. Όπως φαίνεται και από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ κατωτέρω, ο κατηγορούμενος προέρχεται από φτωχή οικογένεια και ήρθε στην Κύπρο για ένα καλύτερο μέλλον. Οι παραπονούμενοι πρόσφεραν εργασία στον κατηγορούμενο και τον εργοδότησαν, αλλά αυτός αντί να σεβαστεί την ευκαιρία που του δόθηκε, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός αυτό και τη σχέση εμπιστοσύνης που απορρέει από μια τέτοια εργοδότηση, διαπράττοντας τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει. Δεν παραγνωρίζω τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς του σε σχέση με το λόγο που τον ώθησαν στην διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, αλλά ακόμη και έτσι να ήταν αυτό δεν δικαιολογεί τις πράξεις του κατηγορουμένου. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η εξατομίκευση της ποινής όμως, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει ούτε τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ούτε το στοιχείο της αποτροπής και να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος του κατηγορουμένου και για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τα όσα η ευπαίδευτος συνήγορος του ανέφερε στο Δικαστήριο και ειδικότερα την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση αφού αυτή έγινε μετά τη διευκρίνιση των ποσών που αναφέρονται σε κάθε μια από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Την συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές μετά τη σύλληψη του και την ομολογία του, αν και η αποκάλυψη των αδικημάτων δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από αυτήν. Την μεταμέλεια του όπως αυτή εκφράστηκε μέσω της συνηγόρου του αλλά προκύπτει και από την ομολογία του στις Αρχές και την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι μέρος της κλαπείσας περιουσίας ανευρέθηκε και επιστράφηκε στους παραπονούμενους καθώς επίσης και το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι κατακράτησαν μισθούς και άλλα ωφελήματα του κατηγορουμένου ύψους €2,134.79 τα οποία θα χρησιμοποιηθούν έναντι της κλαπείσας περιουσίας. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου, την πρόθεση του κατηγορούμενου να αποζημιώσει τους παραπονούμενους για την υπόλοιπη αξία της κλαπείσας περιουσίας όπως εκφράστηκε από τη συνήγορο του καθώς επίσης και τη συγκατάθεση του για έκδοση διατάγματος αποζημίωσης ύψους €6,000 που έχει δικαιοδοσία το παρόν Δικαστήριο να εκδώσει. Αναφορικά με το κατά πόσο το Δικαστήριο θα εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα όπως τα μέρη έχουν προτείνει, θα αναφερθώ κατωτέρω. Εκείνο το οποίο όμως λαμβάνω υπόψη μου, είναι την πρόθεση του κατηγορούμενου να αποζημιώσει κάτι το οποίο σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη συμπεριφορά του μετά τη διάπραξη των αδικημάτων καταδεικνύει την μεταμέλεια του. Φυσικά, περισσότερη βαρύτητα θα είχε η πλήρης και άμεση αποζημίωση του θύματος από τον κατηγορούμενο, στο βαθμό που αυτό το στοιχείο μπορεί να παίξει ρόλο στην επιβαλλόμενη ποινή. Στην Καραμανλής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 248 λέχθηκε ότι η αποζημίωση του θύματος δεν είναι βαρυσήμαντο στοιχείο. Παρόλα αυτά, το στοιχείο αυτό προσμετρά για να καταδείξει την μεταμέλεια του κατηγορουμένου, την οποία εν πάσει περιπτώσει λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση. Αναφορικά με το διάταγμα αποζημίωσης, το οποίο ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να εκδοθεί με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω, παρατηρώ τα ακόλουθα: Κατ' αρχή με βάση το άρθρο 24 του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60, το Δικαστήριο δύναται επιπροσθέτως ή σε υποκατάσταση οποιασδήποτε ποινής να εκδώσει διάταγμα αποζημίωσης μη υπερβαίνουσας τις €6,000. Όπως προκύπτει από το λεκτικό η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου είναι διακριτική. Περαιτέρω, στο σύγγραμμα "SENTENCING IN CYPRUS", 2nd Edition, p.37 αναφέρεται ότι είναι επιθυμητή πρακτική να εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης προς το θύμα σε ποινική διαδικασία όταν το ποσό είναι μικρό και εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, εφόσον τα μέρη έχουν συμφωνήσει γι αυτό. Επίσης, αναφέρεται ότι ένα τέτοιο διάταγμα είναι δραστικό μέτρο καθότι εισπράττεται ως χρηματική ποινή με βάση τις πρόνοιες του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και αποφεύγεται η πολλαπλότητα των διαδικασιών και περισώζεται χρήμα και ταλαιπωρία των μερών (βλ. επίσης Υiangos Katsari and Others v. Androulla Hambi
(1969)1 C.L.R. 298, Aνδρέας Ευτυχίου άλλως Ραιφ Χασσαν v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78)). Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, παρατηρώ ότι στην παρούσα περίπτωση υπάρχει συμφωνία μεταξύ των μερών για έκδοση διατάγματος αποζημίωσης για το ποσό των €6,000 και επίσης καθορίζεται και ο χρόνος και τρόπος πληρωμής του. Παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι τέτοιου είδους διατάγματα θα πρέπει να καταβάλλονται και να εξοφλούνται δια μιας για να εξυπηρετείται καλύτερα ο σκοπός της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου, εντούτοις φαίνεται από το λεκτικό του σχετικού άρθρου του Νόμου να μην απαγορεύεται η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος του οποίου η εξόφληση θα λάβει χώρα δια μηνιαίων δόσεων. Στην παρούσα περίπτωση έλαβα υπόψη μου τη συμφωνία των μερών για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος και παρά το γεγονός ότι η έκδοση του ή μη δεν θα παίξει οποιοδήποτε σημαντικό ρόλο στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί, πέραν των πιο πάνω που ανάφερα σε σχέση με την μεταμέλεια του κατηγορούμενου, έχω καταλήξει όπως εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες όπως αυτές φαίνονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα τα ακόλουθα: α) Το νεαρό της ηλικίας του, ότι δηλαδή είναι ηλικίας 22,5 ετών και άγαμος. β) Το ότι σήμερα δεν έχει εισοδήματα αφού απώλεσε την εργασία του μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. γ) Το ότι προέρχεται από φτωχή οικογένεια και από την ηλικία των 16 ετών άρχισε να εργάζεται. δ) Το ότι λόγω ανεργίας αναγκάστηκε και έφυγε από την Ρουμανία (χώρα καταγωγής του) και ήρθε στην Κύπρο όπου διαμένει τα τελευταία τρία χρόνια. ε) Το ότι μέρος των εισοδημάτων που είχε, τα απόστελλε στους γονείς του οι οποίοι λόγω προβλημάτων υγείας είναι άνεργοι. Όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά του κατηγορούμενου όμως και οι προσωπικές του συνθήκες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να μπορούν να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας του. Τα αδικήματα που διέπραξε είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Παρόλα αυτά όλα τα ανωτέρω, θα ληφθούν υπόψη και θα παίξουν σημαντικό ρόλο στο ύψος των ποινών που θα επιβληθούν. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλεται σε αυτόν ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει με αρ. 1-20 συμπεριλαμβανομένων. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχοντας καταλήξει στις πιο πάνω ποινές φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή τους, όπως ήταν και η εισήγηση της υπεράσπισης. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Στην παρούσα περίπτωση, τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά το ίδιο και οι περιστάσεις διάπραξης τους, αφού αυτός συστηματικά και για περίοδο ενός μηνός περίπου έκλεβε διάφορα καπνικά προϊόντα, περιουσία των εργοδοτών του. Επίσης, το λευκό του ποινικό μητρώο και η μεταμέλεια του έχουν δεόντως ληφθεί υπόψη ανωτέρω κατά την επιμέτρηση της ποινής καθώς επίσης και οι προσωπικές του συνθήκες, κάτι το οποίο αντικατοπτρίζεται και στο ύψος των ποινών που επιβλήθηκαν. Ισοζυγίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη για αποτροπή που υπάρχει από τη μια και όλα τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν από την άλλη έχω καταλήξει ότι η αναστολή των ποινών φυλάκισης δεν δικαιολογείται. Οι ποινές φυλάκισης να αρχίζουν να προσμετρούν από την ημερομηνία που ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση και συγκεκριμένα από τις 04/10/2013. Επιπρόσθετα από την πιο πάνω ποινή και εν όψει της συγκατάθεσης του κατηγορουμένου και της κατηγορούσας αρχής, εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60με το οποίο διατάσσεται ο κατηγορούμενος όπως καταβάλει στους παραπονούμενους και/ή στην παραπονούμενη εταιρεία το ποσό των €6,000 το οποίο θα πληρωθεί δια μηνιαίων δόσεως ύψους €250 έκαστη αρχής γενομένης την 1ην/ 09/2014 και ακολούθως την 1ην ημέρα εκάστου επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.