Δημοκρατία ν. ALIBRAHIM MUHY IDDIN κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14366/13, 13/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2014:4 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14366/13 Δημοκρατία ν.
- ALIBRAHIM MUHY IDDIN
- ΙBRAHIM ALHODOR Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 13.2.2014 Για τη Δημοκρατία: κα Ξενοφώντος Για Κατηγορούμενο 1: κα Ευφ. Γεωργιάδου Για Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Πληροφορίες που δόθηκαν στις 14.11.2013 στο Γραφείο Συλλογής Πληροφοριών στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου σχετικά με κατοχή πλαστών χαρτονομισμάτων Αμερικής και πλαστών Ευρωπαϊκών διαβατηρίων οδήγησαν στην έκδοση δικαστικού εντάλματος έρευνας για κατοικία στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου του Γ΄ αρ. 107, ΧΑΡΙΑΛΕΝΑ Court, Διαμ. 102 στη Γεροσκήπου. Η έρευνα αποκάλυψε την ύπαρξη, μεταξύ άλλων, εκ πρώτης όψεως παραχαραγμένων, 5 δεσμίδων 100δόλαρων Η.Π.Α., με αποτέλεσμα να διατυπωθούν εναντίον αμφότερων των κατηγορουμένων οι πιο κάτω κατηγορίες:
- Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Κατοχή παραχαραγμένου νομίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5
(2)του περί Νομίσματος (παραχάραξη και άλλα συναφή θέματα) Νόμος 110
(1)/2004 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Παράνομη παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7Α(β) και 19(λ), του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.
- Η τρίτη ως ανωτέρω κατηγορία η οποία στρεφόταν εναντίον του 1ου κατηγορουμένου απορρίφθηκε στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως ,θεώρησης της υπόθεσης, αφού κρίθηκε πως η δοθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούσε τα συστατικά αυτής στοιχεία. Δέκτης της πληροφορίας ήταν ο Λοχίας 1833 Ι. Χριστοδούλου (Μ.Κ.3). Ο εν λόγω μάρτυρας αφού ενημέρωσε σχετικά την Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου μετέβη σε προγενέστερο της έρευνας χρόνο, στην περιοχή που βρισκόταν το συγκεκριμένο διαμέρισμα για να προβεί σε προκαταρκτική παρακολούθηση του χώρου. Αργότερα την ίδια ημερομηνία περί ώρα ,16:00 αφού προέβη σε κάποιο ιδιαίτερο συντονισμό με τους Αστ. 431 Μ. Παναγιωτάκη 3136 Κ. Παύλου, Αστ. 2465 Δανιήλ της ΥΚΑΝ , Αστ. 495 Γ. Δημητρίου, Αστ. 1827 Μ. Καλλή (Μ.Κ.9) και Αστ. 45913 Ι. Γεωργίου ανέβηκαν γύρω στις 16:40 στο εν λόγω διαμέρισμα και κτύπησαν την πόρτα την οποία και άνοιξε ο κατηγορούμενος 1, ιδιοκτήτης και ένοικος του σπιτιού. Με την είσοδο των Αστυνομικών στην οικία ο Μ.Κ.9 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 1 για την ύπαρξη του εντάλματος έρευνας, το λόγο για τον οποίον είχε εκδοθεί το ένταλμα και ζήτησε και έλαβε τα στοιχεία του. Σε άλλο δωμάτιο της οικίας το οποίο χρησιμοποιείτο ως γραφείο βρισκόταν ο κατηγορούμενος 2 γι΄ αυτό και αποφασίστηκε να ξεκινήσει η έρευνα από εκείνο το χώρο. Παρουσία των κατηγορουμένων τους οποίους φύλαττε ο Μ.Κ.3 ξεκίνησε η έρευνα γύρω στις 16:
- Ενώ ο Μ.Κ.3 αρχικά δεν συμμετείχε στην έρευνα σε κάποια χρονική στιγμή για τους λόγους που ο ίδιος εξήγησε και οι οποίοι καταγράφονται κατωτέρω, έχοντας ο ίδιος αρκετή πείρα σε έρευνες, αμέσως αποφάσισε και ερεύνησε ένα κάλαθο αχρήστων που βρισκόταν στο χώρο. Εντόπισε κρυμμένα στο εσωτερικό του ψάθινου αυτού καλάθου κάτω από τη σακούλα με τα σκουπίδια 5 δέσμες με 100δόλαρα Αμερικής, οι 4 από τις οποίες ήταν δεμένες με άσπρο χαρτί στο οποίο αναγράφετο One Hundred ενώ η άλλη δέσμη ήταν δεμένη με δύο λαστιχάκια. Αμέσως τα υπέδειξε στους κατηγορούμενους, τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο και τους ρώτησε να του αναφέρουν το λόγο που βρίσκονταν κρυμμένα στο σημείο εκείνο αλλά τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και ο κατηγορούμενος 2 του απάντησαν «Εν εν δικά μου». Στις υποδείξεις του μάρτυρα ότι η μη παροχή ικανοποιητικών εξηγήσεων για την κατοχή των πιο πάνω χαρτονομισμάτων αποτελεί διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας και αφού τους επεστήθη η προσοχή τους στο Νόμο έδωσαν και πάλι την ίδια αρνητική απάντηση. Όταν ο μάρτυρας τους πληροφόρησε ότι υπάρχει υποψία ότι τα πιο πάνω χαρτονομίσματα πιθανόν να είναι πλαστά αρνήθηκαν και πάλι οποιαδήποτε ανάμειξη. Ακολούθησε στις 17:05 η σύλληψη του κατηγορουμένου 1 για το αυτόφορο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και η απάντηση του τελευταίου ήταν «γιατί φίλε μου δεν είναι δικά μου». Ακολούθησε στις 17:07 η σύλληψη του κατηγορούμενου 2 για το ίδιο αδίκημα ο οποίος απάντησε «εν ηξέρω τίποτε». Οι κατηγορούμενοι ενημερώθηκαν για τα δικαιώματα τους ως κρατούμενοι ως επίσης και για το δικαίωμα τους για υπηρεσίες δικηγόρου, πλην όμως ανέφεραν ότι δεν επιθυμούσαν να το ασκήσουν. Σε περαιτέρω έρευνα που ακολούθησε εντοπίστηκε στο ίδιο δωμάτιο σε ερμάρι ρούχων ένα σακάκι τζιν μέσα στο οποίο σε εξωτερική τσέπη υπήρχε το χρηματικό ποσό των €600 σε χαρτονομίσματα των €50 για τα οποία ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι είναι δικά του. Επειδή δεν έδιδε ικανοποιητικές εξηγήσεις για το πώς περιήλθαν στην κατοχή του πληροφορήθηκε ότι τα χαρτονομίσματα θα παραληφθούν ως τεκμήρια και επέμενε και πάλι ότι είναι δικά του. Η ώρα 17:30 εντοπίστηκε στο ίδιο δωμάτιο και παραλήφθηκε ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας Maxim (Τεκμήριο 14). Η ώρα 17:42 στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου 1 εντοπίστηκε ένας μαύρος χαρτοφύλακας τον οποίο ο κατηγορούμενος 1 άνοιξε με κωδικό αριθμό και εντοπίστηκαν εντός αυτού τα πιο κάτω χαρτονομίσματα: - τέσσερα
(4)χαρτονομίσματα των 5 λιρών Κύπρου, τα τρία φωτοτυπημένα από την μια πλευρά και το άλλο φωτοτυπημένο τόσο στην μια πλευρά ως επίσης και μέρος του στην άλλη πλευρά. - τέσσερα
(4)χαρτονομίσματα των 10 λιρών Κύπρου, φωτοτυπημένα τόσο στην μια πλευρά ως επίσης και μέρος του στην άλλη πλευρά. - τέσσερα
(4)χαρτονομίσματα των 20 λιρών Κύπρου, φωτοτυπημένα τόσο στην μια πλευρά ως επίσης και μέρος του στην άλλη πλευρά. Με τον εντοπισμό των ανωτέρω χαρτονομισμάτων ο Μ.Κ.3 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 ότι τα χαρτονομίσματα αυτά πιθανόν να αποτελούν μέσο για καταρτισμό πλαστών χαρτονομισμάτων και ότι θα παραληφθούν ως Τεκμήρια. Στην πληροφόρηση αυτή ο κατηγορούμενος 1 απάντησε «έβγαλα τα φωτογραφία να τα κάνω συλλογή». Με την ανεύρεση των Τεκμηρίων αυτά φωτογραφίζονταν από τον Αστ. 2588 Α. Παπακλεοβούλου (Μ.Κ.1) ο οποίος έδεσε τις φωτογραφίες σε βιβλιάριο και τις κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 1). Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι μεταφέρθηκαν η ώρα 19:05 στα Γραφεία του ΤΑΕ Πάφου όπου ενημερώθηκαν ξανά για τα δικαιώματα τους μέσω διερμηνέων και τους παραδόθηκαν τα σχετικά έντυπα επεξήγησης των δικαιωμάτων τους στην μητρική τους γλώσσα τα οποία και υπέγραψαν. Την ίδια ημερομηνία η ώρα 22:50 ο Μ.Κ.9 από τα ανευρεθέντα και παραληφθέντα ως Τεκμήρια παρέλαβε δύο χαρτονομίσματα από κάθε δεσμίδα των 100 Δολαρίων και τα τοποθέτησε σε 5 ξεχωριστούς φακέλους (Τεκμήρια 4, 5, 6, 7 και 8) τους οποίους σφράγισε και παρέδωσε στον Αστ. 4857 Μ. Μπαρρή για μεταφορά τους στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο Αρχηγείου για να εξεταστεί η γνησιότητα τους. Η ώρα 23:08 της ίδιας ημερομηνίας ο ίδιος μάρτυρας συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα τον κατηγορούμενο 2 ως ύποπτο για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, παραχάραξη νομίσματος, κυκλοφορία παραχαραγμένου χαρτονομίσματος και κατοχή υλικών και εργαλείων για παραχάραξη νομίσματος. Η απάντηση του αφού του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο ήταν «δεν έχω να πω τίποτε, ούτε ξέρω κάτι για αυτά που βρήκατε». Στις 23:20 και πάλι δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 για τα ίδια ως ανωτέρω αδικήματα και επιπλέον για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφού του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «με τα λεφτά δεν έχω σχέση, για την παραμονή έβαλα δικηγόρο». Να σημειωθεί ότι συνελήφθησαν και άλλα δύο άτομα για τα ίδια αδικήματα, αυτά τα οποία είχαν θεαθεί από τον Μ.Κ.3 να μεταφέρουν τον κατηγορούμενο 2 στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου
- Τα άτομα αυτά δεδομένου ότι δεν προέκυψε οτιδήποτε εναντίον τους για την παρούσα υπόθεση αφέθηκαν ελεύθερα πλην του ενός το οποίο κρατείτο λόγω του ότι διέμενε στη Δημοκρατία παράνομα. Από τους κατηγορούμενους και τα άλλα 2 ως ανωτέρω πρόσωπα, παραλήφθηκαν από τον μάρτυρα μεταξύ των ωρών 23:35 με 00:12 των ημερομηνιών 14 μέχρι 15.11.2013 τα παρειακά τους επιχρίσματα και τα δακτυλικά και παλαμικά τους αποτυπώματα. Στις 15.11.2013 και ώρα 01:30 ο μάρτυρας αυτός παρέδωσε στον Αρχ/Αστυφ. 711 Θ. Παπαδόπουλο (Μ.Κ.7) το χρηματικό ποσό των 600 ευρώ σε χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, από 4 φωτοτυπίες χαρτονομισμάτων των 20 λιρών, των 10 λιρών και των 5 λιρών, μία φωτοτυπία χαρτονομίσματος της μίας λίρας, 3 χαρτονομίσματα της μίας λίρας και ένα φάιλ με αριθμό εγγράφων όπως αντίγραφα αδείας οδηγού, διαβατηρίου, ΔΕΑ και δελτίο ταυτότητας διαφόρων αλλοδαπών. Την ίδια ημερομηνία και ώρα 7:00 ο Μ.Κ.9 παρέδωσε στον Αστ. 1695 πέντε σφραγισμένους φακέλους οι οποίοι περιείχαν τα υπόλοιπα 490 χαρτονομίσματα των 100 Δολαρίων Αμερικής (Τεκμήρια 9, 10, 11, 12 και 13), 4 σφραγισμένους φακέλους με τα παρειακά επιχρίσματα των 4 συλληφθέντων ατόμων (Τεκμήρια 15, 16, 17 και 18), τα δακτυλοσκοπικά δελτία των κατηγορουμένων 1 και 2 (Τεκμήρια 21 και 20 αντίστοιχα) και ένα πύργο ηλεκτρονικού υπολογιστή μάρκας Maxim (Τεκμήριο 14). Τα παραληφθέντα Τεκμήρια δηλαδή παρειακά επιχρίσματα, χαρτονομίσματα, παλαμικά και δακτυλικά αποτυπώματα, πύργος ηλεκτρονικού υπολογιστή, προωθήθηκαν στα αρμόδια εργαστήρια για επιστημονικές εξετάσεις. «Η παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση όλων των τεκμηρίων μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο έγινε ορθά και νομότυπα χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση από οποιονδήποτε, πλην για τις επιστημονικές εξετάσεις στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης.» (παραδεκτό γεγονός). Αποτέλεσε επίσης παραδεκτό γεγονός πως ο Δρ. Μάριος Καριόλου, Διευθυντής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής εξέτασε τα Τεκμήρια Δικαστηρίου 9, 10, 11, 12, 13, 15, 16, 17 και 18 και από τις εξετάσεις που έκανε διαπίστωσε ότι η ποσότητα/ποιότητα του ανθρώπινου πυρηνικού γενετικού υλικού στα Τεκμήρια 9, 10, 11, 12 και 13 ήταν μηδαμινή, δεν ήταν ικανοποιητική για να επιτρέψει να γίνουν περαιτέρω συγκρίσεις με το δείγμα γενετικού υλικού που απομονώθηκε από τα Τεκμήρια Δικαστηρίου 15, 16, 17 και
- Υπενθυμίζουμε πως τα Τεκμήρια 9-13 είναι οι πέντε δέσμες χαρτονομισμάτων οι οποίες περιέχουν από ενενήντα-οκτώ χαρτονομίσματα των εκατόν δολαρίων Αμερικής ενώ τα Τεκμήρια 15 και 18 είναι τα παρειακά επιχρίσματα των κατηγορουμένων 2 και 1 αντίστοιχα, ενώ τα παρειακά επιχρίσματα (Τεκμήρια 16 και 17) ανήκουν στα άλλα δύο συλληφθέντα πρόσωπα. Την εξέταση των 5 δεσμίδων χαρτονομισμάτων (Τεκμήριο 9-13) διενήργησε αφού παρέλαβε τα δακτυλικά και παλαμικά αποτυπώματα (Τεκμήρια 19-22) μεταξύ των οποίων Τεκμήριο 21 και 20 που ανήκουν στους κατηγορούμενους 1 και 2 αντίστοιχα, ο Υπαστ. Γ. Αναστασίου (Μ.Κ.5) εμπειρογνώμονας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών. Η εξέταση και εργασία που έκανε περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 27 και ως αποτέλεσμα εξέτασης καταγράφεται ότι ανευρέθη ένα αποτύπωμα σε χαρτονόμισμα της 4ης δέσμης το οποίο αφού συγκρίθηκε με τα αποτυπώματα τα οποία λήφθηκαν διαπιστώθηκε ότι δεν ανήκει σε αυτούς. Τόσο τα δέκα χαρτονομίσματα των 100 Δολαρίων Αμερικής (Τεκμήρια 4, 5, 6, 7 και 8) όσο και τα υπόλοιπα 490 χαρτονομίσματα των 100 Δολαρίων Αμερικής (Τεκμήρια 9, 10.11, 12 και 13) απεστάλησαν στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας Κύπρου. Την επιστημονική εξέταση τους διενήργησε ο πραγματογνώμονας Σ. Σοφοκλέους (Μ.Κ.8) και συνέταξε τις εκθέσεις (Τεκμήριο 31 και 32). Το αποτέλεσμα της εξέτασης κατέδειξε πως όλα τα χαρτονομίσματα είναι πλαστά. Εξήγησε περαιτέρω, κατά την προφορική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία πως και τα 500 χαρτονομίσματα έχουν τις ίδιες απομιμήσεις των γνήσιων χαρακτηριστικών ασφαλείας. Συγκεκριμένα απουσιάζει η υδατογραφία η οποία είναι κατασκευασμένη στο χαρτί, απουσιάζει η ταινία ασφαλείας, η μελάνη μεταβλητού χρωματισμού δεν είναι ανάγλυφη, αντιδρούν διαφορετικά στην υπεριώδη ακτινοβολία και αρκετά άλλα χαρακτηριστικά. Ο πύργος του ηλεκτρονικού υπολογιστή που λήφθηκε από το σπίτι του κατηγορούμενου 1 (Τεκμήριο 14) εξετάστηκε από τον Αστ. 1612 Ιωάννη Παύλου (Μ.Κ.4) στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων της Αστυνομίας Κύπρου. Εντός αυτού βρισκόταν ένας σκληρός δίσκος μάρκας SEAGATE στον οποίο ο μάρτυρας έδωσε το διακριτικό ΙP2A. Ζητήθηκε από το μάρτυρα να προβεί σε εξέταση ούτως ώστε:
(1)να εντοπιστεί οποιοδήποτε πρόγραμμα κατασκευής χαρτονομισμάτων, και
(2)να εντοπιστούν φωτογραφίες και έγγραφα στα οποία απεικονίζονται χαρτονομίσματα. (σχετικός κατάλογος με αριθμούς χαρτονομισμάτων είχε αποσταλεί). Ο μάρτυρας στις 17.11.2013 προέβηκε στη δημιουργία δικανικού αντιγράφου (image) του σκληρού δίσκου το οποίο αντίγραφο αποθήκευσε στη διαδρομή :\IMAGES\IP2A στον σκληρό δίσκο μάρκας Seagate με σειριακό αριθμό 9QZ1BT83, με διακριτικά IP1 ο οποίος αγοράστηκε από την Αστυνομία. Ακολούθως ο μάρτυρας μεταξύ των ημερομηνιών 9.12.2013 και 10.12.2013 προέβηκε στην αυτοματοποιημένη δικανική ανάλυση του δικανικού αντιγράφου με διακριτικά IP2A η οποία έγινε με τη χρήση λογισμικού προγράμματος. Αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής ήταν ο εντοπισμός των ακολούθων: - Εντοπίστηκαν 359.789 αρχεία φωτογραφίας τα οποία αφού επιθεωρήθηκαν εντοπίστηκαν 2 αρχεία φωτογραφίας στα οποία απεικονίζονται χαρτονομίσματα όπως αυτά φαίνονται στην φωτογραφία που υπάρχει στην έκθεση. Διενεργήθηκε έρευνα επί της δικανικής ανάλυσης για εντοπισμό λογισμικού προγράμματος το οποίο να έχει τη δυνατότητα για επεξεργασία φωτογραφιών αλλά όπως διαπιστώθηκε τέτοιο πρόγραμμα δεν υπήρχε εγκατεστημένο στο τεκμήριο αυτό. - Διενεργήθηκε έρευνα με βάση κατάλογο στον οποίο υπήρχαν 500 αριθμοί χαρτονομισμάτων χωρίς όμως να εντοπιστεί οποιοσδήποτε από τους αριθμούς αυτούς στο υπό εξέταση τεκμήριο. Η έρευνα που διενεργήθηκε στο αρχείο κειμένου του Τεκμηρίου δεν εντόπισε οτιδήποτε σχετικό με την παρούσα υπόθεση. Όλα τα ανωτέρω καταγραφέντα προκύπτουν είτε από παραδεκτά γεγονότα είτε από αδιαμφισβήτητη μαρτυρία για τούτο και καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Γεγονότα και στοιχεία τα οποία αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και τα οποία έδωσαν και έρεισμα για εισήγηση περί μη αξιόπιστης κατάθεσης εκ μέρους των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.9 ήσαν τα κάτωθι: (α) Καθυστέρηση εκ μέρους του κατηγορουμένου 1 να ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματος. (β) Άρνηση του κατηγορουμένου 1 για ύπαρξη άλλου ατόμου στο διαμέρισμα. (γ) Ώρα εντοπισμού των πλαστών χαρτονομισμάτων στον κάλαθο. (δ) Κατάσταση καλάθου. Η μαρτυρία που τέθηκε από τον Μ.Κ.3 πέραν της ανωτέρω καταγραφείσας περιλάμβανε και τα πιο κάτω: Μετέβηκε για πρώτη φορά στο μέρος γύρω στις 2:00 το απόγευμα για μία εκ πρώτης όψεως παρακολούθηση και επέστρεψε πίσω στην Αστυνομία. Είχε ήδη λάβει προφορικά από τον πληροφοριοδότη του τη σχετική πληροφορία για τα παραχαραγμένα χαρτονομίσματα και με την επιστροφή του στην ΑΔΕ Πάφου πληροφόρησε γραπτώς, γύρω στις 3:00 μ.μ. τον Αστυνομικό Διευθυντή. Ακολούθησε η εξασφάλιση εντάλματος έρευνας του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Επανήλθε στην ίδια περιοχή μία ώρα πριν ξεκινήσει η έρευνα και παρέμεινε εκεί για να παρακολουθεί το μέρος και να δώσει οδηγίες για να ξεκινήσει η έρευνα όταν θα το έκρινε κατάλληλο. Ενώ ανέμενε στο μέρος είδε να καταφθάνει ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW 520 στο οποίο επέβαιναν κάποια άτομα τα οποία όπως αντελήφθηκε ήταν Αραβικής καταγωγής. Ένα από τα άτομα αυτά κατέβηκε και εισήλθε στην πολυκατοικία ενώ τα άλλα δύο άτομα στάθμευσαν μπροστά από το Thrasos Supermarket και έβλεπαν προς το σπίτι που ανευρέθηκαν οι δύο κατηγορούμενοι. Ακολούθως είδε στο μπαλκόνι του διαμερίσματος το οποίο θα ερευνούσαν τον κατηγορούμενο
- Γι΄ αυτό και ήταν σίγουρος ότι μέσα στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου 1 υπήρχε και άλλο πλην του πρώτου κατηγορούμενου άτομο. Επειδή θεώρησε ύποπτα τα άτομα που επέβαιναν στο αυτοκίνητο έδωσε οδηγίες να ελεγχθούν τα άτομα αυτά και να μεταφερθούν στην Αστυνομική Διεύθυνση για περαιτέρω εξετάσεις. Ο ίδιος δεν έλαβε μέρος είτε στην ανάκριση των ατόμων αυτών είτε στον έλεγχο του αυτοκινήτου. Ήδη στο μέρος είχαν φτάσει και οι άλλοι Αστυνομικοί που έλαβαν μέρος στην έρευνα οι οποίοι ανέμεναν το δικό του σήμα για την επιχείρηση. Μετά πάροδο 5 με 10 περίπου λεπτών από τη στιγμή που έφθασαν άνδρες της τροχαίας για να παραλάβουν το ύποπτο αυτοκίνητο, έδωσε οδηγίες στους υπόλοιπους Αστυνομικούς οι οποίοι ήταν και εκείνοι κρυμμένοι σε κάποια άλλα σημεία και ανέβησαν στον όροφο που βρισκόταν το επίδικο διαμέρισμα. Κτύπησαν την πόρτα, δεν υπήρξε ανταπόκριση γι΄ αυτό ανέφερε στους υπόλοιπους πως αν δεν ανοίξει η πόρτα θα έπρεπε να την σπάσουν. Μετά πάροδο ενάμιση λεπτού περίπου ο κατηγορούμενος 1 έκανε την εμφάνιση του. Εισερχόμενοι στο διαμέρισμα ο ίδιος ρώτησε τον κατηγορούμενο 1 αν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο άτομο στο διαμέρισμα και του απάντησε αρνητικά. Γνωρίζοντας όμως αφού είδε στο μπαλκόνι του εν λόγω διαμερίσματος τον κατηγορούμενο 2 ότι υπήρχε άλλο άτομο εισήλθαν σε άλλους χώρους του διαμερίσματος όπου εντόπισαν στο γραφείο τον κατηγορούμενο
- Για τούτο και αποφασίστηκε να ξεκινήσει η έρευνα από εκείνο το δωμάτιο. Η έρευνα ξεκίνησε η ώρα 16:50 και εντόπισε μετά δέκα λεπτά τα πλαστά δολάρια στον ψάθινο κάλαθο. Ήταν σίγουρος για την ώρα γιατί κοίταξε το ρολόι του. Ο λόγος που τον έκανε να ψάξει τον κάλαθο εκείνο ήταν κάποιες περίεργες και κυρίως ανήσυχες κινήσεις και αντιδράσεις που διέκρινε στους κατηγορούμενους οι οποίοι κοίταζαν επίμονα και ανήσυχα τον χώρο κοντά στον οποίο βρισκόταν ο κάλαθος. Τα γεγονότα τούτα θεωρήθηκαν από τους συνηγόρους Υπεράσπισης ως νέα στοιχεία γι΄ αυτό και έγινε και έντονη και επίμονη αντεξέταση στο μάρτυρα κυρίως για το λόγο της μη καταγραφής τους στην κατάθεση του. Εξήγησε ο μάρτυρας πως στην κατάθεση έχει γράψει τα κυριότερα σημεία και πως αφηγούμενος τούτα με λεπτομέρεια στην εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής διεφάνη ότι έπρεπε να τα αναφέρει και στο Δικαστήριο. Ο Μ. Καλλής (Μ.Κ.9) ήταν ο Αστυφύλακας ο οποίος εκτέλεσε το ένταλμα έρευνας.. Στην οπισθογράφηση αυτού καταγράφεται ως ώρα ανεύρεσης των πλαστών δολαρίων η ώρα 17:
- Ο συγκεκριμένος μάρτυρας ανέφερε πως την ώρα εκτέλεσης του εντάλματος κατέγραφε τις σημειώσεις του σε ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 35). Σε αυτό το Τεκμήριο ως η ώρα ανεύρεσης των πλαστών δολαρίων αναγράφεται η ώρα 17:
- Η καταγραφή του ημερολογίου ενεργείας προηγήθηκε της οπισθογράφησης του εντάλματος και αποδόθηκε σε λάθος από το μάρτυρα η αναφορά στην ώρα. Ο ίδιος μάρτυρας επιβεβαίωσε την αναμονή για ενάμιση λεπτό περίπου από την ώρα που κτύπησαν την πόρτα του διαμερίσματος του κατηγορούμενου1 μέχρι το άνοιγμα της. Ο ίδιος ανέφερε πως δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο 1 για την ύπαρξη άλλου προσώπου στο διαμέρισμα αλλά δεν απέκλεισε το γεγονός να ρωτήθηκε από άλλο συνάδελφο του και να μην το άκουσε διότι ο ίδιος ασχολείτο με την καταγραφή των στοιχείων του κατηγορούμενου και ενδεχομένως να μην άκουσε. Παρά την αντεξέταση εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου 2 για την υποβολή ή όχι ερώτησης από τον Μ.Κ.3 προς τον κατηγορούμενο 1 για ύπαρξη ή όχι άλλου προσώπου εντός του διαμερίσματος και την υποβολή προς το Μ.Κ.9 ότι «σε καμιά περίπτωση δεν ρωτήθηκε ο κατηγορούμενος 1 αν έχει άλλο πρόσωπο στην κατοικία» εντούτοις η υποβολή της ερώτησης δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τον κατηγορούμενο 1 ούτε από τη συνήγορο του. Εκείνο που αμφισβητήθηκε ήταν το περιεχόμενο της απάντησης. Εκδοχή κατηγορουμένων Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι δηλώνουν αθώοι και πρόσφεραν τη δική τους εκδοχή/εξήγηση αποποιούμενοι οποιασδήποτε ευθύνης ή ανάμιξης για τα εκδικαζόμενα αδικήματα. Και οι δύο κατηγορούμενοι πρόσφεραν ανώμοτη δήλωση στο Δικαστήριο ενώ ο κατηγορούμενος 1 κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Καταγράφουμε ξεχωριστά την εκδοχή εκάστου κατηγορουμένου όπως αυτή προσφέρθηκε μέσα από τις ανακριτικές τους καταθέσεις και την ανώμοτη τους δήλωση. Κατηγορούμενος 1: (α) Ανακριτική κατάθεση Από τον κατηγορούμενο 1 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση στις 14.11.2013 η ώρα 20:30 (Τεκμήριο 25Β). Συνοψίζουμε το περιεχόμενο της: Κατάγεται από τη Συρία και βρίσκεται στην Κύπρο από το
- Στη διεύθυνση στην οποία εντοπίστηκε μένει τα τελευταία 14 με 15 χρόνια. Αρχικά διέμενε με τη σύζυγο του Άντρη Ζάνου Ιμπραχίμ. Τα τελευταία όμως 3 χρόνια η γυναίκα του λόγω ψυχολογικών προβλημάτων διαμένει μόνη της στη Λεμεσό. Τις τελευταίες δύο μέρες πριν το επίδικο αδίκημα εργαζόταν ως καλουψιής στο Γιαννάκη Κουρίδη και τον τελευταίο ενάμιση μήνα είχε αναλάβει δική του δουλειά και συγκεκριμένα την ανακαίνιση των κτιρίων της Ηλεκτρικής στην Αγία Βαρβάρα. Γνώρισε τον κατηγορούμενο 2 τα τελευταία 5 με 6 χρόνια τυχαία σε μια μπυραρία στην Πάφο αλλά δεν κράτησε οποιαδήποτε επαφή και τον ξανασυνάντησε πριν 3 χρόνια και πάλιν τυχαία στην Πάφο. Ενάμιση μήνα προηγουμένως ο κατηγορούμενος 2 τον πλησίασε ενδιαφερόμενος να εργαστεί κοντά του ή να του εξεύρει και του ίδιου κάποια δουλειά. Πριν 5 ημέρες ο κ. Κουρίδης του ζήτησε να εξεύρει 4-5 άτομα για κάποιες εργασίες που ανέλαβε στην Πάφο και στη Λεμεσό γι΄ αυτό τηλεφώνησε του κατηγορούμενου 2 και κανόνισαν να συναντηθούν την επίδικη ημερομηνία στην Πάφο στο διαμέρισμα του. Όντως ο κατηγορούμενος 2 ήρθε από τη Λεμεσό στο σπίτι του γύρω στις 4:00 το απόγευμα και αμέσως ο κατηγορούμενος 1 τον ενημέρωσε ότι η δουλειά στη Λεμεσό είχε ακυρωθεί όπως τον ενημέρωσε ενωρίτερα ο κ. Κουρίδης. Πήγε να φτιάξει καφέ ενώ ο κατηγορούμενος 2 κάθισε στο computer του κατηγορούμενου 1 για να διαβάσει τη σελίδα που διατηρούσε στο facebook. Προτού προλάβει να φτιάξει τον καφέ και να κουβεντιάσουν περαιτέρω, κτύπησε η πόρτα, την άνοιξε και εισήλθαν οι αστυνομικοί. Δηλώνει ότι δεν είχε καμία σχέση με τα ανευρεθέντα χαρτονομίσματα Αμερικής και ούτε γνωρίζει πώς βρέθηκαν στο σημείο εκείνο. Ανέφερε ότι το σπίτι έχει δύο μήνες να το καθαρίσει και το σακούλι του συγκεκριμένου καλάθου έχει δύο μήνες και παραπάνω να το καθαρίσει. Ανέφερε επίσης ότι από τις 18.2.2013 μέχρι τις 15.9.2013 απουσίαζε από την Κύπρο διότι είχε πάει στην Αίγυπτο και όταν έφυγε έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού του στον φίλο του ονόματι Imbrahim Mahmoud από τη Συρία για να διαχειρίζεται το διαμέρισμα και το χωράφι στο οποίο φυλάει πολλά εργαλεία της δουλειάς του. Όταν επέστρεψε στις 15.9.2013 διαπίστωσε ότι έλειπαν διάφορα αντικείμενα από το διαμέρισμα του, τρία αυτοκίνητα του καθώς και πολλά εργαλεία από το χωράφι. Τηλεφώνησε στο ανωτέρω άτομο για να ζητήσει εξηγήσεις αλλά δεν του απαντούσε το τηλέφωνο. Ταυτόχρονα έμαθε από άλλους ότι ενώ εκείνος απουσίαζε, ο Mahmoud πουλούσε διάφορα αντικείμενα του σε χαμηλές τιμές. Γι΄ αυτό κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Πιστεύει ότι ο Mahmoud ενδεχομένως να τοποθέτησε τα χρήματα στο σημείο εκείνο για να τον ενοχοποιήσει. Στη συνέχεια της ανακριτικής κατάθεσης ο κατηγορούμενος 1 επαναλαμβάνει την άγνοια του για την τοποθέτηση των χρημάτων εκεί και εκφράζει τη σκέψη πως μπορεί να τα τοποθέτησε και κάποιος άλλος ακόμη και ο κατηγορούμενος
- Δηλώνει βέβαια περαιτέρω πως όταν επέστρεψε από το εξωτερικό δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε διάρρηξη του διαμερίσματος του και μετά την διαπίστωση της κλοπής άλλαξε την κλειδαριά του διαμερίσματος του. (β) Ανώμοτη δήλωση Mε την ανώμοτη του δήλωση αναφέρεται ουσιαστικά στα ίδια ως ανωτέρω γεγονότα με κάποιες όμως διαφορές που εντοπίζονται κατωτέρω, δίδοντας όμως πολύ μεγαλύτερη έμφαση στο γεγονός της κλοπής, όπως ισχυρίζεται, στην οποία προέβη ο εν λόγω Mahmoud, την καταγγελία που έκαμε και τις ενέργειες του. Εκφράζει τα παράπονα του για την αστυνομία η οποία ολιγωρεί στη διερεύνηση της καταγγελίας του και τελείωσε τη δήλωση του ως ακολούθως: «Εχτές έμαθα από φυλακισμένους ο Αμπντούλ Καρίμ Μαχμούτ βρίσκεται στο σπίτι μου στο τραπέζι, στην τραπεζαρία μου με 2 μάρτυρες που ήρθαν και μαρτύρησαν στο Δικαστήριο έτρωγαν και έπιναν και είχε κοπέλες από τη Ρωσία και θα φέρει αυτές τις φωτογραφίες σαν μάρτυρας. Εγώ παρακάλεσα πολλά το C.I.D για να έρθουν να κάνουν έρευνα σε αυτούς τους κλέφτες, αυτοί που βρήκαν τα εργαλεία μου κοντά τους και μου είπαν δεν μπορούμε να πάμε εκτός αν συλλάβουμε τον Αμπντούλ πρώτα και εγώ τους ανάφερα ότι μένει ο Αμπντούλ στην Πόλη Χρυσοχούς και Λάρνακα με κάποιο Νίκο αλλά το μόνο ζήτησα μια βοήθεια τους Αστυνομικούς να πάνε 2 Αστυνομικοί μαζί μου για να τον συλλάβουν και μου είπαν αυτή η δουλειά είναι δική μας και εμείς αποφασίζουμε.» Οφείλουμε στο σημείο τούτο να επισημάνουμε πως όντως ο κατηγορούμενος 1 προέβη σε καταγγελία εναντίον ομοεθνή του, του Abdul Karin, κατονομάζοντας τον ως το άτομο που υποψιαζόταν ότι έκλεψε από το διαμέρισμα και από το χώρο εργασίας του αρκετά αντικείμενα, δίδοντας προς τούτο σχετική κατάθεση στην αστυνομία (Τεκμήριο 30) στις 10.10.
- Εναντίον του εν λόγω προσώπου εξεδόθηκε ένταλμα συλλήψεως, καταζητείται και το όνομα του τοποθετήθηκε στο stop-list (Μ.Κ.7 Θ. Παπαδόπουλος). Μαρτυρία Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 Όπως ανωτέρω λέχθηκε ο κατηγορούμενος 1 κάλεσε ως μάρτυρες τους Γιαννάκη Κουρίδη (Μ.Υ.1) και Χριστάκη Πηλείδη (Μ.Υ.2). Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι είναι διευθυντής της Εταιρείας EMYK LTD η οποία ασχολείται με την εμπορία ξυλείας, καλουπιών και ενοικιάσεις, ΤΕΚΑ LTD η οποία ασχολείται με την κατασκευή οικοδομών και της J. ΚOURIDIS KΑΙ Μ. STAVRINOS LTD DEVELOPERS η οποία ασχολείται με την αγοραπωλησία κατοικιών. Συνεργάζεται με τον κατηγορούμενο 1 τα τελευταία δέκα χρόνια. Το τελευταίο διάστημα δεν είχαν αρκετή συνεργασία διότι ο κατηγορούμενος 1 απουσίαζε στην Αίγυπτο. Μίλησε ξανά μαζί του στις 11.11.2013 για κάποια υπεργολαβία την οποία ήθελε να του αναθέσει αλλά δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Αντεξεταζόμενος εξήγησε πως με τη φράση δεν κατέληξαν σε συμφωνία εννοεί πως μίλησαν για τη δουλειά, του ανέθεσε να βρει ανθρώπους για να ξεκινήσει, περίμενε 2-3 μέρες να βρει προσωπικό αλλά δεν ξεκίνησε οποιαδήποτε εργασία. Δηλαδή δεν είχαν καταλήξει σε συμφωνία. Ο Μ.Υ.2 είναι εργολάβος οικοδομών και έχει δική του εταιρεία. γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο 1 το
- Να σημειωθεί εδώ ότι τόσο ο Μ.Υ.1 όσο και Μ.Υ.2 γνώριζαν τον κατηγορούμενο 1 με το όνομα ΤΟΜΑΣ. Προ 4-5 χρόνων περίπου υπέγραψαν ως εγγυητές τόσο ο ίδιος όσο και ο Γιαννάκης Κουρίδης για ένα δάνειο €47.000 που συνήψε ο κατηγορούμενος 1 για να αγοράσει καλούπια. Το διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν στο εξωτερικό πήρε τηλέφωνο το μάρτυρα και του ανέφερε ότι έχει βρει πολυεκατομμυριούχους Σύριους οι οποίοι ενδιαφέρονται να αγοράσουν σπίτια στην Κύπρο και ο μάρτυρας του υποσχέθηκε πως αν καταφέρουν να καταλήξουν σε συμφωνία με τέτοιους πελάτες θα του έδιδε ως αμοιβή €60.000 ούτως ώστε να ξοφλήσει και το δάνειο του. Παρόμοια συνομιλία είχαν και τον Οκτώβριο του
- Στις 13.11.2013 του έστειλε μήνυμα με κάποια ονόματα Σύριων στους οποίους ο μάρτυρας απέστειλε «τα σπίτια που είχα για να τα δουν και αν ήθελαν να έρθουν να τα αγοράσουν». Στις 14.11.2013 το πρωί τον πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος και του ζήτησε το βιβλίο της εταιρείας του, πράγμα το οποίο ο μάρτυρας έκανε αφού πέρασε από το διαμέρισμα του τελευταίου γύρω στις 16:
- Έμεινε στο διαμέρισμα εκείνο γύρω στα 2 λεπτά και δεν πρόσεξε να υπάρχει άλλο άτομο εκεί εκτός από τον ίδιο. Ακολούθως ο μάρτυρας έφυγε και πήγε στο χωριό Αγία Μαρινούδα και επιστρέφοντας πέρασε από τον ίδιο δρόμο που ήταν το διαμέρισμα του κατηγορούμενου 1 και είδε αστυνομικούς στην βεράντα του και κάτω από αυτό. Θορυβήθηκε με τη θέα των αστυνομικών προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο 1 αλλά αυτός δεν απαντούσε. Μετά από λίγη ώρα πληροφορήθηκε από τον Γιαννάκη Κουρίδη για την υπόθεση των πλαστών δολαρίων. Κατηγορούμενος 2 Με την κατάθεση του ημερ. 14.11.2013 (Τεκμήριο 26Β) ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει τα εξής: Κατάγεται από τη Συρία και τα τελευταία 7 χρόνια διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Τον Απρίλιο του 2008 παντρεύτηκε με Ρουμάνα υπήκοο και από το γάμο τους απέκτησαν ένα αγοράκι ηλικίας 1 έτους σήμερα. Ασχολείται με εργολαβίες καλουπιών και σιδήρων και έχει συστήσει και εταιρεία η οποία εδρεύει στη Λεμεσό. Γνώρισε τον κατηγορούμενο 1 το 2008 και δούλεψε για αυτόν για μια εβδομάδα. Δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις αλλά όταν βρισκόντουσαν τυχαία μιλούσαν. Προ εικοσαημέρου περίπου που έτυχε να τον συναντήσει του έδωσε την κάρτα του και του ζήτησε να συνεργαστούν αν ήθελε. Στις 14.11.2013 αφού τον πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος 1 διευθέτησαν συνάντηση στο σπίτι του τελευταίου για να συζητήσουν για μια δουλειά που είχε βρει. Ξεκινώντας από τη Λεμεσό για να έρθει στην Πάφο έπαθε το αυτοκίνητο του μηχανική βλάβη γι΄ αυτό ζήτησε από κάποιο φίλο του ονόματι Abusamy να τον μεταφέρει στην Πάφο, πράγμα το οποίο και έγινε. Το ανωτέρω πρόσωπο τον μετέφερε με το αυτοκίνητο του, τύπου BMW συνοδευόμενος από κάποιο άλλο φίλο του τον οποίο ο ίδιος όμως πρώτη φορά τον έβλεπε. Φθάνοντας στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου 1 του είπε ότι έχει βρει μια δουλειά στη Λεμεσό και ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να την αναλάβει γιατί είχε αρκετές δουλειές στην Πάφο. Γι΄ αυτό πήγαν στο γραφείο για να συζητήσουν την τιμή που θα έπαιρνε ο κατηγορούμενος 2 τη δουλειά. Ενώ καθόντουσαν στο γραφείο κτύπησε η πόρτα, ο κατηγορούμενος 1 άνοιξε εισήλθαν 4 αστυνομικοί οι οποίοι ανέφεραν στον κατηγορούμενο 1 ότι είχαν ένταλμα για έρευνα της κατοικίας και κατά τη διάρκεια της έρευνας ανεύραν σε κάλαθο της οικίας δέσμες με δολάρια Αμερικής. Οι αστυνομικοί ρώτησαν και τον κατηγορούμενο 2 αν γνωρίζει οτιδήποτε για τα χρήματα και τους ανέφερε ότι δεν είχε ιδέα και ότι πήγε στο σπίτι του κατηγορούμενου1 για να κλείσει μια δουλειά. Ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου 2 Καταγράφεται το κείμενο αυτολεξεί: «Εντιμοτάτη όταν βγήκα από τη Λεμεσό, ερχόμουνα για να βρω τον εργολάβο Thomas για να μιλήσουμε για δουλειές και σχετικά με την υπόθεση για τα δολάρια δε γνωρίζω τίποτα. Οτιδήποτε ανάφερα στην κατάθεση μου στο C.I.D είναι αλήθεια και δε μίλησα οτιδήποτε εκτός την αλήθεια και παρακαλώ το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι έχω οικογένεια, έχω ένα μωρό και δουλεύω σκληρά για να ζήσω. Και εγώ εμπιστεύομαι και το Δικαστήριο για να βρεθεί η αλήθεια και την κυβέρνηση την κυπριακή . Δεν έχω τίποτα άλλο να αναφέρω.» Σε αυτό το στάδιο θεωρούμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την καλά γνωστή και νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι η ανώμοτη δήλωση όπως και το περιεχόμενο κατάθεσης στην αστυνομία δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτική μαρτυρία για το συγκατηγορούμενο του κατηγορουμένου που την δίδει, εκτός βέβαια αν το περιεχόμενο της έχει υιοθετηθεί από τον συγκατηγορούμενο του (δέστε R. v. Rhodes
(1960)44 Cr. Ap. R. 23, R. George
(1979)68 Cr. Ap. R. 210). Αναφορικά με την ανώμοτη κατάθεση των κατηγορουμένων 1 και 2 σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. R. v.Frost
(1964)Cr. App. R. 284) το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Επίσης έχει νομολογηθεί (R. v. Coughlan,
(1976)64 Cr. App. R. 11) ότι «αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα για τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως». Ανάλογος τρόπος προσέγγισης υιοθετήθηκε και στην υπόθεση R. v. Cambell
(1979)69 Cr. App.. R. 221) στην οποία λέχθηκε ότι «μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ΄ ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ΄ ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση». Επί του πιο πάνω συγκεκριμένου θέματος, παραπέμπουμε επίσης στην υπόθεση Σίφουνας ν. Αστυνομίας και Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. σελ. 91 και στις εκεί αυθεντίες που η υπόθεση παραπέμπει. Επιβεβαιώθηκε στην ανωτέρω υπόθεση πως η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αφού εξετάσαμε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου 1 σε σχέση με την κατάθεση και τη γραμμή υπεράσπισης του παρατηρούμε τα εξής: - Στην ανώμοτη του δήλωση αναφέρει πως όταν ήλθε ο κατηγορούμενος 2 πήγε να φτιάξει καφέ κτύπησε η πόρτα μια φορά και άνοιξε χωρίς καθυστέρηση. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.3 ερωτήθηκε ο μάρτυρας στην προσπάθεια να δικαιολογηθεί κάποια καθυστέρηση στο άνοιγμα της πόρτας αν ο κατηγορούμενος 1 κρατούσε φλιτζάνι καφέ, του υποβλήθηκε ότι κρατούσε τέτοιο φλιτζάνι και του υποδείχθηκε η φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου1 στην οποία εμφανίζεται ένα φλιτζάνι. - Στην ανακριτική του κατάθεση δηλώνει πως ήλθε ο κατηγορούμενος 2 τον ενημέρωσε ότι η δουλειά ακυρώθηκε και πήγε να φτιάξει καφέ. Στην ανώμοτη του δήλωση αναφέρει πως ήλθε ο κατηγορούμενος 2 στο σπίτι του να συζητήσουν για τις δουλειές που του ανέφερε ο Κουρίδης και άρχισαν να μιλούν για δουλειές. Στην κρινόμενη περίπτωση δεν θα προσδώσουμε στην ανώμοτη δήλωση οποιαδήποτε βαρύτητα τόσο για τους προαναφερθέντες λόγους όσο και εκείνους που εκτίθενται σε μεταγενέστερο σημείο της απόφασης μας. Οι προσφερθέντες Μάρτυρες Υπεράσπισης κρίνονται απόλυτα αξιόπιστοι και ειλικρινείς. Κατέθεσαν ό,τι οι ίδιοι γνώριζαν χωρίς η μαρτυρία τους να κατευθύνεται από οποιοδήποτε κίνητρο παρότι αμφότεροι ήσαν συνεργάτες με τον κατηγορούμενο
- Από τη μαρτυρία τούτη προκύπτει ως γεγονός η ανάθεση εκ μέρους του Μ.Υ.1 προς τον κατηγορούμενο 1 της εξεύρεσης υπαλλήλων, η παροχή εγγύησης εκ μέρους των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 για δάνειο που συνήψε ο κατηγορούμενος 1 και το οποίο είναι εισέτι οφειλόμενο. Ερχόμαστε τώρα να αξιολογήσουμε τα αμφισβητούμενα ως ανωτέρω καταγραφέντα στοιχεία που προσφέρθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, και δη από τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.9 των οποίων η μαρτυρία ήταν η μοναδική, σε ορισμένα σημεία της, που αμφισβητήθηκε. Κρίνουμε πως η ώρα άφιξης του Μ.Κ.3 στο χώρο, ο χρόνος παρακολούθησης, καθώς και η ώρα ανεύρεσης των παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων αποτελούν αδιάφορα στοιχεία για την υπόθεση. Το γεγονός της ανεύρεσης των παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων που είναι σημαντικό δεν έχει ούτως ή άλλως αμφισβητηθεί. Ούτε θεωρούμε ότι είναι τόσο σημαντικό στοιχείο που να κρίνει ή να στιγματίζει την αλήθεια των ισχυρισμών ή το αξιόπιστο των εν λόγω μαρτύρων. Η όλη παρουσία και εμφάνιση των μαρτύρων αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου, ο τρόπος που κατέθεταν και οι απαντήσεις που έδιναν με τις οποίες δικαιολογούνταν οι ενέργειες και οι πράξεις τους καταμαρτυρούν και μας πείθουν για την αλήθεια και την ειλικρίνεια καθώς και το αξιόπιστο το οποίο χαρακτήριζε τη μαρτυρία τους. Μέρος της μαρτυρίας των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.9 αφορούσε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου 1 ότι είχε να αλλάξει το σακούλι του κάλαθου για πέραν των δύο μηνών. Ο Μ.Κ.3 τόνισε ότι το σακούλι ήταν καθαρό και δεν είχε σκόνες, πράγμα το οποίο υπέδειξε ότι παρουσιάζεται και στο Τεκμήριο 1 (φωτογραφία 3). Υπέδειξε περαιτέρω ο μάρτυρας πως τα αντικείμενα και ιδίως η στάκτη που βρισκόταν μέσα στον κάλαθο δεν ήταν παλιά. Αν χρονολογείτο και αν βρισκόταν εκεί για δίμηνο θα γινόταν πιο συμπαγής, ανέφερε ο μάρτυρας, λαμβάνοντας υπόψη προσωπική του εμπειρία και πείρα. Η δικαιολογία που πρόβαλε και η εξήγηση που έδωσε για την μη αναφορά του γεγονότος αυτού στην κατάθεση του, (όπως ανωτέρω αναφέρθηκε) και πάλι είναι εύστοχη και λογική. Τα ίδια στοιχεία κατέθεσε και ο Μ.Κ.9 ο οποίος δήλωσε ότι δεν το θεώρησε σκόπιμο να το καταγράψει ούτε να το αναφέρει μέχρι που ρωτήθηκε από τον Αστ. Ζήνωνος ο οποίος λάμβανε την κατάθεση από τον κατηγορούμενο
- Δεν καταγράφηκε επίσης το γεγονός της καθυστέρησης στο άνοιγμα της πόρτας διότι τελικά την άνοιξε ο κατηγορούμενος. Εάν την έσπαζαν τότε θα καταγραφόταν αυτό το οποίο ήταν και το ουσιώδες για ενημέρωση των αξιωματικών και της δικής τους προστασίας (Μ.Κ.9). Επίμονη υπήρξε η αντεξέταση του Μ.Κ.3 αναφορικά με τις ενέργειες που έκανε σχετικά με το ύποπτο αυτοκίνητο και τους επιβαίνοντες αυτού. Οι απαντήσεις αυτού εύστοχες, απόλυτα δικαιολογημένες και μάλιστα τυγχάνουν αποδεκτές από τα παραδεκτά γεγονότα και την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία εκ των οποίων προκύπτουν η σύλληψη άλλων δύο προσώπων τα οποία κατονομάστηκαν και εκ των οποίων έγινε λήψη παρειακών επιχρισμάτων και δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων. Η ώρα εντοπισμού των παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων ενισχύεται και από το εξής: Το γεγονός του εντοπισμού των χαρτονομισμάτων αυτών καθώς και η ώρα ανεύρεσης τους καταγράφεται στο τεκμήριο 2 τον κατάλογο διακίνησης Τεκμηρίων, το περιεχόμενο του οποίου δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Ώρα ανεύρεσης των παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων καταγράφεται η προσδιορισθείσα από τον Μ.Κ.3, δηλαδή ώρα 17:
- Παρά την προσπάθεια της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 να αμφισβητήσει την ώρα εντοπισμού των παραχαραγμένων νομισμάτων που καταγράφεται στο Τεκμήριο 28 όταν αντεξέταζε τον Μ.Κ.7 όμως η υπεροχή του παραδεκτού γεγονότος είναι δεδομένη. Έτερο στοιχείο αναξιοπιστίας του Μ.Κ.3 όπως αυτό υποδείχθηκε από την συνήγορο του κατηγορουμένου 1 είναι το εξής: Ο μάρτυς ενώ ανέφερε ότι παρακολουθούσε το διαμέρισμα του πελάτη της όμως δεν έκανε καμιά μνεία για την επίσκεψη που αυτός δέχθηκε από τον κ. Πηλείδη (Μ.Υ.2) η ώρα 4:30 μ.μ.. Παρατηρούμε όμως σε σχέση με την ανωτέρω υπόδειξη τα εξής: Δεν γνωρίζουμε εάν από το σημείο που παρακολουθούσε ο Μ.Κ.3 την πολυκατοικία φαινόταν η πόρτα του διαμερίσματος του κατηγορουμένου 1 ούτως ώστε να αποδεικνύεται και να συμπεραίνεται ότι όποιος εισέρχεται στην είσοδο της πολυκατοικίας επισκέπτεται και τον κατηγορούμενο
- Όπως έχει αναφέρει ο Μ.Κ.3 και όπως περιλαμβάνεται και στο Τεκμήριο 37 δηλαδή την πληροφόρηση που ο ίδιος απέστειλε προς τον Αστυνομικό Διευθυντή η πληροφορία αναφερόταν σε Σύριο κάτοχο πλαστών χαρτονομισμάτων ο οποίος δεχόταν επισκέψεις και συναλλασσόταν με άτομα Αραβικής καταγωγής. Ο μάρτυρας παρακολουθούσε άτομα τα οποία του κινούσαν την υποψία υπόπτων ατόμων γι΄ αυτό θεώρησε ύποπτο το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν, όπως έκρινε, άτομα Αραβικής καταγωγής. Τον κατηγορούμενο 2 ο μάρτυρας ανέφερε ότι τον είδε να εισέρχεται στην πολυκατοικία και αργότερα να εμφανίζεται στο μπαλκόνι του διαμερίσματος που παρακολουθούσε. Για τούτο έχοντας κρίνει αξιόπιστους τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.9 καταγράφουμε και ως ευρήματα και ως αποδειχθέντα γεγονότα τα στοιχεία που αναφέρονται πιο πάνω ως αμφισβητούμενα. Δηλαδή:
(1)Τα παραχαραγμένα χαρτονομίσματα ανευρέθηκαν η ώρα 17:00.
(2)Ο κατηγορούμενος 1 καθυστέρησε για ενάμιση περίπου λεπτό να ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματος του από την ώρα που οι αστυνομικού έκρουσαν τη θύρα.
(3)Όταν ερωτήθηκε από τον Μ.Κ.3 για ύπαρξη άλλου προσώπου στο διαμέρισμα απάντησε αρνητικά.
(4)Το διαμέρισμα ήταν καθαρό και η σακούλα του καλάθου δεν ήταν σκονισμένη. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω θα εξετάσουμε τις κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, με την υπαγωγή των γεγονότων και ευρημάτων μας στη νομική πτυχή των εν λόγω αδικημάτων και εάν αυτά θεμελιώνουν καταδίκη για τις παράνομες ενέργειες όπως αυτές αναδύονται από τις σχετικές διατάξεις. Με γνώμονα την αρχή πως η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος απόδειξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας. Κατηγορία 2 Έρεισμα της δεύτερης κατηγορίας είναι το άρθρο 5
(2)του Περί Νομίσματος (Παραχάραξη και άλλα Συναφή Θέματα) Νόμος του 2004 (110(Ι)/2004) οι πρόνοιες του οποίου διαλαμβάνουν: «Κάθε πρόσωπο που κατέχει, έχει υπό τον έλεγχο του, παραλαμβάνει ή εξασφαλίζει παραχαραγμένο νόμισμα και προτίθεται να το χρησιμοποιήσει για πληρωμή, εν γνώσει του ότι τέτοιο νόμισμα είναι παραχαραγμένο, είναι ένοχο κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη.» Όπως αναδεικνύεται από την καταγραφή του αδικήματος αυτού, συστατικά του στοιχεία αποτελούν η κατοχή, η γνώση και η πρόθεση χρησιμοποίησης παραχαραγμένου νομίσματος. Το γεγονός ότι τα ανευρεθέντα χαρτονομίσματα των δολαρίων Αμερικής είναι παραχαραγμένα είναι αποδεκτό και έχει αποδειχθεί. Απομένουν να αποδειχθούν η κατοχή, η γνώση αλλά και η πρόθεση χρησιμοποίησης τους για πληρωμή. Η συνήγορος του κατηγορουμένου 1 έχει επιχειρηματολογήσει πως δεν αποδεικνύονται τα συστατικά αυτά στοιχεία από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί υποδεικνύοντας πως δεν έχει προσκομιστεί ίχνος μαρτυρίας για τη στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχεία της πρόθεσης του κατηγορούμενου 1 να χρησιμοποιήσει το παραχαραγμένο νόμισμα για πληρωμή. Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία για στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της γνώσης. Παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία η συνήγορος υπογράμμισε πως το γεγονός ότι η ποιότητα ήταν αρκετά καλή σύμφωνα με τον Μ.Κ.8 δεν αποδεικνύει και τη γνώση του κατηγορούμενου
- Αντίθετα υπέδειξε η συνήγορος, η καλή ποιότητα του χαρτονομίσματος μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο καθένας μπορεί να ξεγελαστεί. Με την αγόρευση της συνηγόρου πλήττεται και ως ακροσφαλές το συμπέρασμα του Μ.Κ.3 ότι ο κάλαθος του διαμερίσματος του κατηγορουμένου 1 εντός του οποίου βρέθηκαν τα επίδικα χαρτονομίσματα δεν είχε αρκετό καιρό να αλλαχθεί και ότι αλλάχθηκε πρόσφατα επειδή δεν υπήρχαν σκόνες και η στάχτη εντός αυτού ήταν φρέσκα. Κάλεσε το Δικαστήριο να στρέψει την προσοχή του στους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου ότι αυτός έλειπε από την Κύπρο για κάποιο χρονικό διάστημα, ότι έδωσε τα κλειδιά του διαμερίσματος του σε κάποιο ομοεθνή του εναντίον του οποίου υπέβαλε καταγγελία για κλοπή αντικειμένων τόσο από το διαμέρισμα όσο και από το χώρο εργασίας του. Το γεγονός αυτό είναι αποδεκτό υπέδειξε η συνήγορος και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Υπέδειξε επίσης η συνήγορος ότι δεν έχει γίνει σύνδεση του πελάτη της με γενετικό υλικό είτε με αποτύπωμα αλλά αντίθετα το γεγονός της ανεύρεσης ενός δακτυλικού αποτυπώματος που δεν ανήκει στους κατηγορούμενους συμφωνεί με τη θέση του κατηγορούμενου 1 ότι δεν έβαλε αυτός τα πλαστά χαρτονομίσματα αλλά κάποιος άλλος. Οι εισηγήσεις και θέσεις του κ. Αλεξάνδρου αφού ανέλυσε και αυτός τα σημεία της μαρτυρίας των Μ.Κ.3 και 9 τα οποία έχουν αναφερθεί προηγουμένως και τα οποία χαρακτήρισε κατασκευασμένη μαρτυρία υπέδειξε πως το μοναδικό στοιχείο εναντίον του πελάτη του είναι η εκεί φυσική παρουσία του. Αντίθετα από την αντίπερα όχθη η κα Ξενοφώντος έχει υποδείξει πως τα χαρτονομίσματα έχουν βρεθεί στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου 1 και ουσιαστικά αποδεικνύεται τόσο η κατοχή όσο και η γνώση αυτού για τα χαρτονομίσματα. Υπέδειξε πως η πρόθεση χρησιμοποίησης τους για πληρωμή αποδεικνύεται από το γεγονός πως έχει γίνει ιδιαίτερα καλή δουλειά ούτως ώστε αυτά να προσομοιάζουν με αληθινά και επίσης από τη μεγάλη ποσότητα αυτών. Στους κατηγορούμενους αποδίδεται σε αμφότερους η κατοχή των παραχαραγμένων νομισμάτων κατά παράβαση του σχετικού Νόμου και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Η απόδειξη της κοινής κατοχής, του κοινού σκοπού και της συνέργειας εξαρτάται πάντοτε από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και αποδεικνύεται είτε με άμεση είτε περιστατική μαρτυρία. (Ξυδιά και άλλου ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, Χρ. Ιωάννου Τίτος και άλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 492 και Γενικός Εισαγγελέας ν. M. Binnington
(2008)2 Α.Α.Δ. 108). Θα πρέπει περαιτέρω να επισημανθεί πως η σημασία της ύπαρξης κοινής κατηγορίας είναι πως παρέχει στην Κατηγορούσα Αρχή τη δυνατότητα να επικαλεσθεί και να στηριχθεί στις ενέργειες συγκατηγορούμενου ως ενέργειες που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, δηλαδή το actus reus που αποδίδεται σε όλους τους κατηγορούμενους (D.P.P. ν. Merriman
(1972)2 Αll E.R. και Βρακάς ν. Δημοκρατίας
(1973)2 Α.Α.Δ. 139). Έχει υποδειχθεί όπως ανωτέρω αναφέρθηκε πως το γεγονός της μη ταύτισης των κατηγορούμενων με γενετικό υλικό ή η μη ανεύρεση δακτυλικού αποτυπώματος αποσυνδέει αυτούς από το αδίκημα. Διαφωνώντας με την ανωτέρω στη γενικότητα της εισήγηση παρατηρούμε πως η απουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων κατηγορουμένου δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν άγγιξε ή δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τα Τεκμήρια. Εν αντιθέσει με την ύπαρξη η οποία πλειστάκις οδηγεί σε θετικό εύρημα η απουσία τέτοιων αποτυπωμάτων δεν καταλήγει σε αρνητικό συμπέρασμα (Χριστάκης Χ"Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 123). Όπως λέχθηκε στην ανωτέρω υπόθεση «... από το ότι θα είχε σημασία η ύπαρξη δικών του δακτυλικών αποτυπωμάτων, δεν ακολουθεί ότι σημασία είχε και η ανυπαρξία τους». Όπως έχει υποδείξει ο Υπαστυνόμος Γ. Αναστασίου (Μ.Κ.5) η μη άφεση δακτυλικού αποτυπώματος δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη μη επαφή. Ενδεχομένως ο δράστης να ήταν προσεκτικός ή να φορούσε γάντια. Η ανεύρεση δακτυλικού αποτυπώματος σε ένα χαρτονόμισμα έδωσε έρεισμα για την εισήγηση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 πως αυτό αποδεικνύει τον ισχυρισμό του πελάτη της πως κάποιος άλλος τα τοποθέτησε εκεί. Δεν θα συμφωνήσουμε με τη θέση τούτη. Η ύπαρξη δακτυλικού αποτυπώματος υποδεικνύει πως κάποιο τρίτο άτομο είχε επαφή σε κάποιο χρόνο με τα επίδικα χαρτονομίσματα. Η απουσία δακτυλικού αποτυπώματος και μη ανεύρεση ή σύνδεση με γενετικό υλικό δεν αποσυνδέει αυτόματα και από μόνη της τους υπόπτους από τη διάπραξη των αδικημάτων σε αντίθεση με την επενέργεια που έχει η ανεύρεση τέτοιων υλικών. Στο σύγγραμμα BlackStone's Criminal Practice του 2009 σελ. 484, παρ.Β6-54 όπου ο συγγραφέας πραγματεύεται μεταξύ άλλων το θέμα της κατοχής ή ελέγχου (custody or control) αναφέρεται πως είναι αρκετό για απόδειξη της κατοχής εάν τα παραχαραγμένα νομίσματα φυλάσσονται στο σπίτι, στο γκαράζ, στο αυτοκίνητο ή στον τόπο εργασίας κάποιου. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Custody or Control. The offences in the Forgery and Counterfeiting Act 1981, s.5, are not limited to having the offending items on one's person, or even "with" one in the sense required for liability, under comparable legislation dealing with offensive weapons or theft etc. (e.g. Theft Act 1968, ss. 10 and 25; see B4.81 and B.4.125). It will suffice if they are kept in one's home, garage, car or workplace. problems of liability based on "innocent possession", such as sometimes arise in other offences (e.g. possession of drugs or firearms) should not be a problem, because the prosecution must prove D's knowledge of the falsity and, in cases under s.5
(1)or 5
(3), his ulterior intent. One might perhaps know of the falsity etc. without knowing one had custody or control (cf. Wings Ltd v. Ellis
(1985)AC 272), but such a case would be most unusual, and it is doubtful whether strict liability would be imposed even then.» Στην υπόθεση Τίτος (ανωτέρω) (η οποία αφορούσε κατοχή οπλισμού και ναρκωτικών) λέχθηκε: «Η έννοια της κατοχής είναι αρκετά ευρεία για να καλύψει τις περιπτώσεις φύλαξης οπλισμού σε υποστατικό τρίτου εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο του. Η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για να στηρίξει καταδίκη. Είναι μέσα σε αυτό το πνεύμα που αποφασίστηκε και η υπόθεση Mixis v. Republic
(1962)C.L.R. 111. Ο εφεσείων, του οποίου η καταδίκη για κατοχή πιστολιού επικυρώθηκε, το φύλαγε στο σπίτι τρίτου προσώπου: Βλ. επίσης Chronias v. Police
(1962)C.L.R. 304.» Άμεση μαρτυρία για το στοιχείο είτε της γνώσης είτε της πρόθεσης δεν μπορεί να δοθεί. Τα στοιχεία αυτά ανευρίσκονται πάντοτε μέσα από περιστατική μαρτυρία και από τις συνθήκες και περιστάσεις που περιβάλλουν μια υπόθεση. Κοινολεκτούμε νομικά, αλλά πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι η περιστατική μαρτυρία δε θεωρείται υποδεέστερη οποιασδήποτε άλλης φύσεως απόδειξης. Και είναι δυνατό να αποτελέσει τη βάση και το πλαίσιο καταδικαστικής απόφασης χωρίς τη συνδρομή οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού στοιχείου. Κλασσική περίπτωση καταδίκης βασισμένη στα συμπαρομαρτούντα στοιχεία είναι η υπόθεση Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R.
- Θεωρείται ότι σε μερικές περιπτώσεις η περιστατική μαρτυρία είναι πιο ασφαλής απόδειξη γιατί δεν είναι εύκολα επιδεκτική πλάνης. Παραπέμπουμε στο κλασσικό έργο των Wills οn "Circumstantial Evidence" σελ. 19 και Best on "Evidence" 12η έκδοση σελ.
- Η γνώση όπως ανωτέρω καταγράφηκε είναι στοιχείο που αποτελεί την υποκειμενική υπόσταση τούτου του αδικήματος. Το στοιχείο της γνώσης διαπιστώνεται συνήθως ως ένα γεγονός, μόνο που, όπως παρατηρείται στη Yusef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295: «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση». Για διαπίστωση της ύπαρξης γνώσης, επιστρατεύεται, όπως ανωτέρω λέχθηκε, περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές (Hodfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414, 428): «Τόσο η γνώση όσο και η πρόθεση, που απαιτείται για να καταδειχθεί η υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων, συνάγεται συνήθως από το σύνολο της μαρτυρίας (Katelaris v. Police
(1980)2 C.L.R. 230. Σε περίπτωση ταλαντεύσεων για την ύπαρξη της ο κατηγορούμενος δικαιούται στο ευεργέτημα της αμφιβολίας και σε απαλλαγή του. Απευθείας μαρτυρία δεν αναμένεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Συνάγεται από τη συμπεριφορά του δράστη και τα γεγονότα που έχουν συνήθως το χαρακτήρα της περιστατικής μαρτυρίας (R. v. Georgiades (Νο.2) 22 C.L.R. 128, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258». Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1 παρατηρούμε τα εξής: - Τα πλαστά χαρτονομίσματα ανευρέθηκαν στο δικό του διαμέρισμα - Στο διαμέρισμα αυτό διαμένει μόνος εδώ και τρία χρόνια. - Βρέθηκαν καλά κρυμμένα σε ψάθινο κάλαθο σκουπιδιών του οποίου το σακούλι δεν ήταν σκονισμένο. - Βρέθηκαν σε δωμάτιο το οποίο χρησιμοποιείται από τον ίδιο. Χρησιμοποιείται ως γραφείο το οποίο διαθέτει ηλεκτρονικό υπολογιστή. Δεν ήταν επομένως ένα δωμάτιο στο οποίο δεν είχε πρόσβαση ή του οποίου δεν έκανε χρήση. Τα στοιχεία και γεγονότα αυτά είναι αρκετά για απόδειξη του συστατικού στοιχείου της κατοχής. Ο κατηγορούμενος 1 έδωσε κάποια εξήγηση όπως ανωτέρω καταγράφηκε για να αποστασιοποιηθεί από την τοποθέτηση των χαρτονομισμάτων στο συγκεκριμένο μέρος προβάλλοντας την αιτιολογία πως είχε πέραν των δύο μηνών να αλλάξει το σακούλι του καλάθου και για δύο μήνες να καθαρίσει. Η αιτιολογία αυτή, δεδομένης της μη απόδοσης οιασδήποτε βαρύτητας στην ανώμοτη δήλωση για τους λόγους που ανωτέρω εξηγήθηκαν αλλά και για τους λόγους της αποδοχής της αξιόπιστης θέσης των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.9 (ότι δηλαδή το διαμέρισμα ήταν καθαρό και η σακούλα στο κάλαθο στον οποίο ανευρέθηκαν τα παραχαραγμένα χαρτονομίσματα δεν ήταν σκονισμένη) και με γνώμονα τις αρχές που διέπουν τις ανώμοτες δηλώσεις, δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Πέραν των ανωτέρω στοιχείων προσθέτουμε πως η φύλαξη και η τοποθέτηση των πλαστών χαρτονομισμάτων στο σημείο που αυτά ανευρέθηκαν δεικνύει πρόθεση απόκρυψης τους και αναδεικνύει τη γνώση περί του παραχαραγμένου και της πλαστότητας αυτών. Η τοποθέτηση και η ύπαρξη σκουπιδιών εντός του καλάθου που ανευρέθηκαν τα πλαστά χαρτονομίσματα υποδεικνύει και υποδηλεί προσπάθεια αποπροσανατολισμού κάποιου για έρευνα και ψάξιμο σε εκείνο το συγκεκριμένο σημείο. Η καθυστέρηση του κατηγορουμένου να ανοίξει την πόρτα και η άρνηση ύπαρξης οποιουδήποτε άλλου ατόμου στο σπίτι ενισχύει, πέραν των όσων ανωτέρω καταγράφησαν, τα οποία βέβαια και από μόνα τους χωρίς την ύπαρξη αυτών των στοιχείων, τη γνώση του κατηγορουμένου 1 περί του παραχαραγμένου των χαρτονομισμάτων. Η μεγάλη ποσότητα των ανευρεθέντων πλαστών χαρτονομισμάτων, η ποιότητα της εργασίας η οποία έγινε, και η οποία χαρακτηρίστηκε από τον Μ.Κ.8 ως πολύ καλή δεικνύει με τη σειρά της την πρόθεση χρησιμοποίησης αυτών των χαρτονομισμάτων για πληρωμή. Υποδεικνύεται περαιτέρω πως ο κατηγορούμενος 1 δεν έχει παράσχει οποιαδήποτε εξήγηση για την κατοχή τους (δεν θα μπορούσε εξάλλου να προσφέρει αφού αρνείται την κατοχή) σε αντίθεση με την εξήγηση που πρόσφερε για την κατοχή των φωτοτυπημένων Κυπριακών χαρτονομισμάτων για τα οποία δήλωσε πως τα κατέχει για συλλεκτικό σκοπό. Εξάλλου όπως ανωτέρω καταγράφηκε ο κατηγορούμενος 1 συνήψε δάνειο, η εξόφληση του οποίου εκκρεμούσε. Κρίνουμε συνεπώς πως η δοθείσα μαρτυρία έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου 1 στην κρινόμενη κατηγορία πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Αντίθετο είναι το εύρημα μας αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2. Πέραν της εκεί παρουσίας του δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο να τον συνδέει με το αδίκημα. Έχει αναφέρει ο κατηγορούμενος στους αστυνομικούς που εισήλθαν για έρευνα πως η παρουσία του εκεί σκοπό είχε τη συζήτηση με τον κατηγορούμενο 1 για την ανάθεση εργασίας. Μπορεί το γεγονός της παρουσίας του στο συγκεκριμένο χώρο/δωμάτιο που βρέθηκαν τα πλαστά χαρτονομίσματα, οι εξηγήσεις που έδωσε σε σχέση με το χρόνο γνωριμίας του με τον κατηγορούμενο 1 και τις συναντήσεις του με αυτό, οι συναλλαγές του με τον κατηγορούμενο 1 να δημιουργούν κάποιες υποψίες. Άλλο όμως οι υποψίες και άλλο οι αποδείξεις. Οι υποψίες δεν είναι αρκετές για να καταδικάσουν κάποιο κατηγορούμενο όσο εύλογες αυτές και αν είναι. Κρίνουμε συνεπώς πως η δοθείσα μαρτυρία δεν είναι ικανοποιητική για να συνδέσει τον κατηγορούμενο 2 για το αδίκημα αυτό και συνεπώς αθωώνεται και απαλλάσσεται. Κατηγορία 1 Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της συνωμοσίας για διάπραξη του κακουργήματος της κατοχής πλαστών χαρτονομισμάτων. Αναφορικά με την 1η κατηγορία αυτή της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, αποτελεί τη θέση και εισήγηση της κας Γεωργιάδου πως δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο πελάτης της συνωμότησε με τον κατηγορούμενο 2 για τη διάπραξη του υπό κατηγορία αδικήματος. Την ίδια θέση υιοθέτησε και ο κ. Αλεξάνδρου σε σχέση με τον δικό του πελάτη. Επισημαίνουμε πως το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος είναι αυτοτελές αδίκημα και εξετάζεται έστω και αν δεν αποδειχθεί το αδίκημα που τα άτομα συνωμότησαν να διαπράξουν. Απαιτεί δε τη συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 39η έκδοση παρ. 4051 τονίζεται ότι: «The crime of conspiracy is completely committed the moment two or more have agreed that they will do, at once or at some future time, certain things. .......................... The conspirators may repent and stop, or may have no opportunity, or may be prevented, or may fail. Nevertheless the crime is complete: it was completed when they agreed» Σε ελεύθερη μετάφραση: « Το έγκλημα της συνωμοσίας θεωρείται συντελεσθέν τη στιγμή που δύο ή περισσότερα άτομα συμφώνησαν να διαπράξουν αμέσως ή σε μεταγενέστερο χρόνο κάποιες συγκεκριμένες πράξεις. .......................... Οι συνωμότες μπορεί να μετανιώσουν και να σταματήσουν ή μπορεί να μην έχουν την ευκαιρία ή να εμποδίσθηκαν ή απέτυχαν να πράξουν αυτό που συμφώνησαν. Παρ΄ όλα αυτά το έγκλημα συντελέσθηκε. Συντελείται όταν συμφωνείται.» (Δέστε Gani v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 194) Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται πως η απόδειξη ύπαρξης συμφωνίας συνάγεται από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση, τα γεγονότα και τα ιδιαίτερα περιστατικά. «The agreement may be proved in the usual way or by proving circumstances from which the jury may presume it» Παρατηρούμε ότι ο κατηγορούμενος 2 έχει ήδη απαλλαγεί από το αδίκημα της κατοχής παραχαραγμένου νομίσματος. Τούτο το γεγονός υπό άλλες περιστάσεις δεν θα σήμαινε και απαλλαγή του από το αδίκημα της συνομωσίας (δέστε Gani ανωτέρω). Όμως: Η κατηγορία της συνωμοσίας φέρει τον κατηγορούμενο 1 να έχει συνωμοτήσει με συγκεκριμένο άτομο, δηλαδή τον κατηγορούμενο 2, για διάπραξη του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας. Φέρει τους δύο κατηγορούμενους να έχουν συνωμοτήσει μεταξύ τους. Με την απαλλαγή του δεύτερου κατηγορούμενου απουσιάζουν ουσιαστικά και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας και ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας για τη διάπραξη του αδικήματος αυτού, για την οποία δεν προσφέρθηκε ικανή μαρτυρία. Με την αθώωση του κατηγορούμενου 2 για το ουσιαστικό αδίκημα της κατοχής παραχάραξης νομίσματος και δεδομένου πως η μαρτυρία κρίθηκε ακροσφαλής για εκείνο ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη κρίνουμε πως η ίδια αβεβαιότητα υπάρχει για τα γεγονότα που συνθέτουν την κατηγορία της συνωμοσίας, η οποία παραμένει ανυποστήρικτη (δέστε R. v. Cooper and Compton
(1947)2 All E.R. 147). Συνεπώς αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από την 1η κατηγορία. Συνακόλουθα: Ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στη δεύτερη κατηγορία ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται από την πρώτη κατηγορία. Ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ)............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο