Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ALEKSANDAR PETROV, Αρ. Υπόθεσης: 7930/2012, 18/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7930/2012 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ALEKSANDAR PETROV Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 18.02.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (ο κος Σ. Συμεού για να ακούσει ποινή) Για τον Κατηγορούμενο: κα Παπακλεοβούλου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις τροποποιημένες λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των μηνών Απριλίου-Μαϊου 2011 στη Λεωφόρο Ευαγόρα Παλληκαρίδη στη Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου έκλεψε από διαμέρισμα ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας Toshiba μαύρου χρώματος αξίας €650,00 περιουσία του Iordan Dimitor Lazarov από την Βουλγαρία, παραπονούμενου στην υπόθεση αυτή. Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή της με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί σ' αυτή. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 11.02.12 προσήλθε στα γραφεία του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Πάφου ο παραπονούμενος, ο οποίος κατάγγειλε την κλοπή από το διαμέρισμα του ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή μάρκας Toshiba μαύρου χρώματος αξίας €650,00 περιουσία του αναφέροντας ότι γι΄αυτό υποψιάζεται τον κατηγορούμενο. Αργότερα της ίδιας ημέρας ο αστυφύλακας 2827 Χ. Ιακώβου ερεύνησε την οικία του κατηγορουμένου, μετά από γραπτή συγκατάθεση του τελευταίου, μέσα από την οποία εντοπίστηκε ο συγκεκριμένος ηλεκτρονικός υπολογιστής, ο οποίος επιστράφηκε στον παραπονούμενο αφού προηγουμένως τον αναγνώρισε. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και κατηγορήθηκε αφού πρώτα έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία ανάφερε ότι έκλεψε τον εν λόγω ηλεκτρονικό υπολογιστή επειδή έχε κάποιες διαφορές με τον παραπονούμενο. Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αφού ανάφερε ότι ο παραπονούμενος δεν έχει πλέον οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο, δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα ανάφερε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €15,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Η θέση ότι ο παραπονούμενος έχει πλήρως αποζημιωθεί και δεν έχει παράπονο από τον κατηγορούμενο με τον οποίο έχει συμφιλιωθεί και είναι φίλοι επιβεβαιώθηκε γραπτώς από ενυπόγραφη βεβαίωση του παραπονούμενου, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε με τον παραπονούμενο με τον οποίο ήταν από παλιά φίλοι ότι όταν θα ερχόταν στην Κύπρο θα συγκατοικούσε με τον κατηγορούμενο στο διαμέρισμα που ο τελευταίος ενοικίαζε στην Γεροσκήπου και να μοιράζονται τα έξοδα. Πράγματι αυτό έγινε και έτσι ο κατηγορούμενος συγκατοικούσε με τον παραπονούμενο μέχρι τα τέλη του Απριλίου του 2011. Όπως η κυρία Παπακλεοβούλου εξήγησε, η συγκατοίκηση αυτή απέτυχε γιατί ο παραπονούμενος δεν ανταποκρινόταν στις οικονομικές υποχρεώσεις του και κατ' επέκταση δεν συνείσφερε, ως είχε συμφωνήσει, στα έξοδα συγκατοίκησης καθώς και στο ενοίκιο με την πληρωμή του μεριδίου του με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να επωμίζεται το μεγαλύτερο οικονομικό βάρος. Την επίλυση των μεταξύ τους οικονομικών διαφορών ο κατηγορούμενος επιχείρησε να συζητήσει μαζί με τον παραπονούμενο περί τα τέλη Απριλίου του έτους 2011, πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό επειδή ο παραπονούμενος ήταν μεθυσμένος. Ο κατηγορούμενος τότε εκνευρίστηκε και εκείνη την στιγμή είδε μπροστά του τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του παραπονούμενου, τον οποίο και πήρε. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο καθότι ο κατηγορούμενος ενέργησε παρορμητικά, απερίσκεπτα και κάτω από θυμό. Ερχόμενη στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, η εν λόγω συνήγορος δήλωσε πως ο πελάτης της είναι ένα νεαρό παιδί που ήλθε στην Κύπρο για να εργαστεί και να δημιουργήσει ένα οικονομικό μαξιλάρι και από εκεί να φτιάξει τη ζωή του στέλλοντας παράλληλα χρήματα στη μητέρα του την οποία και συντηρεί καθότι είναι άρρωστη, ανήμπορη ενώ ταυτόχρονα δεν εργάζεται. Ο ίδιος όμως εργάζεται στο εστιατόριο Castle στην Κάτω Πάφο και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €800,00. Αναμφίβολα το αδίκημα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής από κατοικία θεωρείται κακούργημα και επισύρει, με βάση το άρθρο 266(β) του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 5 ετών. Το αδίκημα της κλοπής θεωρείται αρκετά σοβαρό για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η διάπραξη του παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει ορθά λεχθεί ότι το αδίκημα της κλοπής μαζί με άλλα ομοειδή αδικήματα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ιδιαίτερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης του αδικήματος της κλοπής καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Πρόκειται για αδίκημα που φανερώνει ασέβεια και κατάφωρα καταπατεί τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδίκημα που δυστυχώς η διάπραξη του προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για αδικήματα κλοπής και άλλων ομοειδών αδικημάτων η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας σε τέτοιου είδους αδικήματα είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 όπου επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00. Επίσης, στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη παρόμοια υπόθεση. Ακόμη στην υπόθεση Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο μειώνοντας την ποινή των 6 μηνών του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σε κάθε εφεσείοντα που ήταν άτομα νεαρής ηλικίας 22, 20 και 20 ετών αντιστοίχως, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και παραδέχθηκαν ενοχή. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν Λ.Κ.£280, της οποίας μεγάλο μέρος βρέθηκε και θα επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη της. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη απουσία ιδιαίτερου προσχεδιασμού καθώς επίσης δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Επιπλέον, στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 επιβλήθηκε κατ' έφεση ποινή φυλάκισης δύο μηνών σε φοιτητή, πολύ νεαρής ηλικίας με λευκό ποινικό μητρώο που διαδραμάτισε ρόλο ήσσονος σημασίας στη διάπραξη των αδικημάτων της διάρρηξης και κλοπής με άμεση παραδοχή και συνδρομή στη διαλεύκανση των αδικημάτων και ιδιάζοντες προσωπικές περιστάσεις. Από την άλλη η επιβολή ποινή φυλάκισης δεν είναι πάντοτε το καταλληλότερο είδος ποινής. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος σε συνδυασμό με την συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι τέτοια που μπορεί να καταστήσουν την χρηματική ποινή ως καταλληλότερο, υπό τις περιστάσεις, είδος ποινής ή έστω να αφήσουν ανοικτό το ενδεχόμενο υιοθέτησης μιας ευνοϊκότερης προσέγγισης από ότι σε άλλες περιπτώσεις (Χ' Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη του αδικήματος επιτρέπουν στο να διαχωριστεί από τις κλασσικές περιπτώσεις κλοπής που σκοπό έχουν μέσα από τις παράνομες πράξεις και το εύκολο κέρδος να προκαλέσουν ρήγμα στο αίσθημα ασφάλειας συμπολίτη μας. Χωρίς να υποτιμάται η σοβαρότητα της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου η οποία είναι καταδικαστέα, θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε ανώριμα, στιγμιαία, απερίσκεπτα και εντελώς αψυχολόγητα. Αποδίδω την πράξη του στο νεαρό της ηλικίας σε συνδυασμό με τα αισθήματα θυμού και αδικίας που ένιωθε μπροστά στην συμπεριφορά του παραπονούμενου και ταυτόχρονα συγκάτοικου του να μην ανταποκρίνεται στις συμφωνημένες οικονομικές υποχρεώσεις του εις βάρος του κατηγορουμένου. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αντίς να επιλέξει την οδό της νομιμότητας, μεταξύ άλλων, καταφεύγοντας στο Δικαστήριο για τη δικαίωση του, αναζήτησε το δίκαιο του δια της παράνομης και απαράδεκτης ενέργειας του να κλέψει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του συγκάτοικου του και να τον οικειοποιηθεί. Θεώρησε λανθασμένα ότι με αυτόν τον τρόπο θα αποκατασταθεί η αδικία προς το πρόσωπο του. Το Δικαστήριο κατανοεί την πίκρα και την αδικία που ο κατηγορούμενος αισθανόταν πλην όμως μπροστά στην κακή ή ατυχή επιλογή του να συμφωνήσει να συγκατοικήσει με τον παραπονούμενο, ο τρόπος αντίδρασης του είναι αδικαιολόγητος και ασυγχώρητος. Με τη στάση του επέδειξε πλήρη ασέβεια και αδιαφορία στους νόμιμους φορείς, σώματα, μηχανισμούς και διαδικασίες που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Σίγουρα η εξ' αντικειμένου σοβαρότητα της πράξης του κατηγορουμένου είναι ένας επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Η ανησυχητικά αυξανόμενη συχνότητα και ευκολία με την οποία τέτοιου είδους αδικήματα διαπράττονται είναι ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας που επίσης λαμβάνεται υπόψη. Δεν αγνοώ ακόμη την αξία και το είδος του κλαπέντος αντικειμένου που είναι ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής αξίας €650,00 και συνάμα την πρόκληση αντίστοιχης ζημιάς στον παραπονούμενο για την περίοδο που υπήρξε η παράνομη οικειοποίηση και μέχρι την επιστροφή του αντικειμένου σ' αυτόν. Επιβαρυντικός παράγοντας είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την πρόσβαση που είχε στο χώρο που βρισκόταν ο εν λόγω ηλεκτρονικός υπολογιστής λόγω της συγκατοίκησης του με τον παραπονούμενο προκειμένου να τον κλέψει, πράγμα που λαμβάνω υπόψη μου. Περαιτέρω, δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τερματίστηκε μόνο μετά από σχετική καταγγελία του παραπονούμενου στην αστυνομία και κατόπιν σχετικής έρευνας στο διαμέρισμα. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την ομολογία της διάπραξης του αδικήματος στην αστυνομία και η συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές στην εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Το ότι το κλαπέν αντικείμενο επιστράφηκε στον παραπονούμενο, ο οποίος πλέον δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενος με τον οποίο έχει συμφιλιωθεί. (ε) Το ότι ο κατηγορούμενος δεν προσπορίστηκε οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλου είδους όφελος. (στ) Η απουσία στοιχείου προσχεδιασμού. (ζ) Το λευκό ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με την συνεργασία του με την αστυνομία και στη συνέχεια η παραδοχή του στο Δικαστήριο κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες διάπραξης του αδικήματος επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκλάβει το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο. (η) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Εργάζεται στο εστιατόριο Castle στην Κάτω Πάφο και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €800,00. · Μέρος των χρημάτων του αποστέλλεται στην άρρωστη και ανήμπορη μητέρα του, την οποία οικονομικά συντηρεί αφού αυτή δεν εργάζεται. Γενικά λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες και αφού εξάντλησα κάθε δυνατή επιείκεια, κρίνω ότι η καταλληλότερη, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της χρηματικής, το ύψος της οποίας θα αντανακλά τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το Δικαστήριο κρίνει ότι το είδος αλλά και το ύψος της ποινής ικανοποιεί στη συγκεκριμένη περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής. Το Δικαστήριο δίδει μία δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο για να συνεχίσει με τη ζωή του ευελπιστώντας ότι αυτός θα την εκμεταλλευτεί αφήνοντας στο παρελθόν το μεμονωμένο αυτό περιστατικό. Καταληκτικά, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο χρηματική ποινή ύψους €700,00. Η πιο πάνω χρηματική ποινή να καταβληθεί σε 7 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των €100,00 αρχής γενομένης την 1ην Μαρτίου 2014 και κάθε επόμενη ημέρα εκάστου επομένου μήνα μέχρι πλήρους εξόφλησης. Επίσης, έξοδα €15,00 να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο