Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 4288/2011, 26/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4288/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26.02.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Σ. Παπαλαζάρου για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση του άρθρου 360 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος την 20.06.10 στο περίπτερο με την ονομασία "PAFITIS" που βρίσκεται στην λεωφόρο Ελευθερίας 102 στην Χλώρακα της επαρχίας Πάφου με σκοπό την καταδολίευση του ιδιοκτήτη του, Παναγιώτη Παφίτη, παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του ως τον Άδωνη Μιχαηλίδη από την Πάφο ενώ στην πραγματικότητα ήταν ο Κυριάκος Κυριάκου από την Λεμεσό και με πρόθεση δόλου απέσπασε από τον προαναφερόμενο ιδιοκτήτη του περιπτέρου (Παναγιώτη Παφίτη) το χρηματικό ποσό των €150,00 σε μετρητά. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 21.06.10 και ώρα 17:50 καταγγέλθηκε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (ΤΑΕ) Πάφου από τον παραπονούμενο ότι την 20.06.10 και περί ώρα 12:00 η υπάλληλος Νάκα Tsartsidze του περιπτέρου με την ονομασία "PAFITIS", δικής του ιδιοκτησίας, που βρίσκεται στην λεωφόρο Ελευθερίας 102 στην Χλώρακα της επαρχίας Πάφου, η οποία υπάλληλος την δεδομένη στιγμή βρισκόταν στο ταμείο, του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι στο περίπτερο βρίσκεται κάποιος άγνωστος άντρας κύπριος ο οποίος ήθελε να μιλήσει με τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος μίλησε με τον άγνωστο άντρα που βρισκόταν στο περίπτερο και του ανάφερε ότι είναι ο φίλος του ο Άδωνης που έχει το κέντρο «ΗΝΙΟΧΟΣ» στην Πάφο και επικαλούμενος οικονομικές δυσκολίες του ζήτησε όπως του δανείσει €150,00 σε μετρητά. Ο παραπονούμενος λόγω του ότι είναι φίλος με τον Άδωνη είπε στην υπάλληλο του να του δώσει τα χρήματα, πράγμα που αυτή έπραξε. Ακολούθως όταν ο παραπονούμενος έλεγξε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης διαπίστωσε ότι ο άνθρωπος που μίλησε στο τηλέφωνο ήταν ένας άγνωστος του κύπριος και όχι ο φίλος του ο Άδωνης. Στις 21.06.10 και ώρα 18:00 οι αστυφύλακες 3894 Α. Γερμανός και 2639 Ζ. Ζήνωνος μετέβηκαν στο μέρος και επιθεώρησαν το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Εκεί ο αστυφύλακας 2639 Ζ. Ζήνωνος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο καθότι τον είχε συλλάβει στο παρελθόν για παρόμοια φύσεως υπόθεση. Στη συνέχεια εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου και στις 11.07.10 και ώρα 15:30 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού ο αστυφύλακας 1031 Μ. Τρύφωνος συνέλαβε τον κατηγορούμενο, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησε τον προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Παραδέχομαι». Στις 11.07.10 και κατόπιν επιθυμίας του, ο κατηγορούμενος που βρισκόταν στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου προέβηκε σε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχτηκε την διάπραξη του αδικήματος. Μεταξύ άλλων ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι πράγματι πήγε στο περίπτερο και αφού συστήθηκε στο τηλέφωνο στον παραπονούμενο ως Άδωνης του ζήτησε €150,00 δανεικά και ο παραπονούμενος είπε στην υπάλληλο του και του έδωσε το εν λόγω ποσό. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 15:55-16:00 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ο αστυφύλακας 1031 Μ. Τρύφωνος κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε τον προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Παραδέχομαι, έκαμα λάθος. Απολογούμαι.» Ακολούθως, ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος για να κλητευθεί αργότερα. Κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου και τη συναίνεση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα των ποινικών υποθέσεων 13565/11 και 11861/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, τα οποία αφορούν ομοειδή με την παρούσα υπόθεση αδικήματα και συγκεκριμένα αυτά της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και της κλοπής, με σκοπό να ληφθούν υπόψη στην επιβολή ποινής. Τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης 13565/11 όπως εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι συνοπτικά τα εξής: Στις 21.10.09 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Πάφου από τον Κυριάκο Κυριάκου (παραπονούμενο) ότι στις 12.10.09 ενώ ο ίδιος απουσίαζε από το πρατήριο καυσίμων του, έλαβε κλήση στο κινητό του τηλέφωνο από άγνωστο άνδρα από τηλέφωνο με αρ. κλήσης 97624315 ο οποίος του συστήθηκε με το όνομα Κυριάκος από την Χλώρακα. Το εν λόγω πρόσωπο του ανάφερε πως βρισκόταν στο πρατήριο του και επιθυμούσε να εφοδιάσει το αυτοκίνητο του με καύσιμα αξίας €40,00 υπό τη μορφή πίστωσης καθότι όπως ισχυρίστηκε είχε ξεχάσει το πορτοφόλι του υποσχόμενος πως σε μια ώρα της ίδιας ημέρας θα του έδινε τα χρήματα. Ο παραπονούμενος πίστεψε τον ισχυρισμό που του δόθηκε από τον άτομο αυτό και ζήτησε από την υπάλληλο του να καταγράψει τους αριθμούς εγγραφής AAL644 του αυτοκινήτου που οδηγούσε το πιο πάνω άτομο, πράγμα που έπραξε. Έκτοτε ο παραπονούμενος προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με ρο άτομο αυτό στον προαναφερόμενο αριθμό κλήσης με αρνητικό αποτέλεσμα. Από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής AAL644 είχε κλαπεί από το χωριό Αυγόρου της Επαρχίας Αμμοχώστου και η υπόθεση είχε ήδη καταγγελθεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου. Κατόπιν περαιτέρω εξετάσεων που διενήργησε ο Λοχίας 1275 Χρ. Χρίστου στο ΤΑΕ Λευκωσίας και συγκεκριμένα μέσω του αστυφύλακα 4599 Κ. Θεοδωρίδη, ο οποίος γνώριζε τον κατηγορούμενο λόγω του ότι στο παρελθόν διερεύνησε εναντίον του υποθέσεις για παρόμοιας φύσεως αδικήματα και αφού δόθηκε πλήρη περιγραφή του δράστη διαπιστώθηκε πως επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, ο οποίος καταζητείτο και από άλλες επαρχίες για παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Στις 20.01.10 ο αστυφύλακας 4857 Μ. Μπαρής συνέλαβε τον κατηγορούμενο στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού προηγουμένως του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επίστησε την προσοχή του στον νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε: «Παραδέχομαι και απολογούμαι». Στην συνέχεια της ίδιας ημέρας στα Γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ο κατηγορούμενος προέβηκε σε θεληματική κατάθεση του κατ/νου στην οποία παραδέχτηκε την διάπραξη του αδικήματος. Αργότερα της ίδιας ημέρας στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου η υπάλληλος του πρατηρίου καυσίμων του παραπονούμενου στην παρουσία του αστυφύλακα 1760 Π. Πελοπίδα και του αστυφύλακα 3990, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορουμένου, είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που έβαλε καύσιμα στις 12.10.09 από το πρατήριο βενζίνης ΕΚΟ στη Χλώρακα στο οποίο εργάζεται. Τότε ο αστυφύλακα 1760 Π. Πελοπίδας επέστησε την προσοχή του κατηγορουμένου στο νόμο και αυτός απάντησε: «έχει δίκαιο η κυρία, απολογούμαι κυρία». Την 21.10.10 μεταξύ των ωρών 11:20-11:25 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου η Γ/Αστυφύλακας 3439 Θ. Νεάρχου κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο απάντησε: «παραδέχομαι εγίνηκε.» Τα δε γεγονότα της ποινικής υπόθεσης 11861/12 όπως εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής που επίσης λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι περιληπτικά τα πιο κάτω: Στις 25.04.12 επισκέφθηκε τα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ο Δημήτρης Παπασάββας (παραπονούμενος), ιδιοκτήτης του πρατηρίου καυσίμων ESSO που βρίσκεται στην Λεωφόρο Μεσόγης στο χωριό Μεσόγη της Επαρχίας Πάφου και κατάγγειλε ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 08:30 επισκέφθηκε το πιο πάνω πρατήριο του το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΥΤ 956, μάρκας Mazda Familia, κόκκινου χρώματος και ο οδηγός του οχήματος μιλώντας στα ελληνικά ζήτησε από την υπάλληλο του να του εφοδιάσει το όχημα του με καύσιμα αξίας €40,
- Στη συνέχεια αφού η υπάλληλος του πρατηρίου του εφοδίασε το αναφερόμενο όχημα με καύσιμα αξίας €40,00, ο οδηγός του εν λόγω οχήματος αναχώρησε από το μέρος χωρίς να πληρώσει και χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε. Από εξετάσεις που έγιναν μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του πιο πάνω αναφερόμενου οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος. Στις 01.05.12 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού αναζητήθηκε χωρίς να εντοπιστεί τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο των αναζητουμένων προσώπων. Στις 03.05.12 ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε στην Πάχνα και συνελήφθηκε. Αφού του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «Εντάξει». Στις 03.05.12 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ο κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του επιθυμίας, προέβηκε σε θεληματική κατάθεση στην οποία, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΥΤ
- Επίσης, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι στις 25.04.12 επισκέφθηκε ένα πρατήριο καυσίμων στην Μεσόγη για να εφοδιάσει το πιο πάνω όχημα του με βενζίνη και ζήτησε από την υπάλληλο να του βάλει βενζίνη αξίας €40,
- Στην συνέχεια αφού η υπάλληλος του έβαλε βενζίνη ως της ζήτησε, είπε σε κάποιον άνθρωπο που νομίζει ότι ήταν ο ιδιοκτήτης ότι δεν κρατά χρήματα να τον πληρώσει και θα τον επισκεπτόταν την επόμενη μέρα για να τον πληρώσει πράγμα που δεν έπραξε. Ακολούθως στο ΤΑΕ Πάφου ο αστυφύλακας 494 Μ. Φιλίππου κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και κλοπής και αφού του επέστησε τον προσοχή στον Νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε: «Παραδέχομαι και απολογούμαι». Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι δεν έχουν δημιουργηθεί οποιαδήποτε έξοδα ενώ παράλληλα δήλωσε πως ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 3960/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας όπου καταδικάστηκε σε 5 μήνες φυλάκισης για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και σε 12 μήνες για το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων με ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων 01.12.09 και ημερομηνία καταδίκης 11.08.
- Στην ποινική υπόθεση αυτή λήφθηκε υπόψη η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 12322/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που αφορούσε παρόμοιας φύσης αδίκημα με ημερομηνία διάπραξης στις 29.10.09 και ημερομηνία καταδίκης 11.08.
- Επίσης, λήφθηκε υπόψη η υπόθεση υπ' αριθμό 2789/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που αφορούσε το αδίκημα της κλοπής με τέχνασμα με ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος 04.04.08 και ημερομηνία καταδίκης 11.08.
- Αναφορικά με τον κατηγορούμενο ετοιμάστηκε έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος διαμένει σε τουρκοκυπριακή κατοικία στη Μαλιά και λαμβάνει δημόσιο βοήθημα από τις υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας ύψους €452,
- Λόγω χρεών κρατήθηκε στις Κεντρικές Φυλακές από 13.07.10 μέχρι 25.02.
- Επίσης, στην εν λόγω έκθεση σημειώνεται ότι από την ημέρα της αποφυλάκισης του ο κατηγορούμενος είναι άνεργος. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής τόσο στην κυρίως υπόθεση όσο και στις δύο άλλες υποθέσεις που θα ληφθούν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και αφού συμφώνησε με την ύπαρξη της προηγούμενης καταδίκης που έχει σημειωθεί πιο πάνω, ο κατηγορούμενος απολογήθηκε για την αξιόποινη συμπεριφορά του. Σύμφωνα με τον ίδιο, από τότε που αποφυλακίστηκε η συμπεριφορά του άλλαξε προς το καλύτερο. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του, ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας λέγοντας ότι από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα δεν έχουν μεταβληθεί οι προσωπικές και οικονομικές συνθήκες του. Κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος δήλωσε πως είναι ελεύθερος και δεν έχει παιδιά. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι ο ίδιος δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας αλλά η μητέρα του είναι άρρωστη με καρκίνο και συντηρείται οικονομικά αλλά και τυγχάνει φροντίδας από τον πατέρα του. Επίσης, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι εδώ και 2 μήνες εργάζεται περιστασιακά σε εταιρεία ελαστικών. Εισηγήθηκε ακόμη την έκδοση διαταγμάτων αποζημίωσης, πράγμα που αποδέχτηκε η κατηγορούσα αρχή. Επιπλέον των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος εξέφρασε τη θέση ότι από στοιχεία που ο ίδιος διέθετε η παρούσα ποινική υπόθεση καθώς και η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 13565/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 17406/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που σύμφωνα με τον κατηγορούμενο περιείχε κατηγορητήριο πολλών κατηγοριών, μία εκ των οποίων αφορούσε πλαστοπροσωπία. Όπως ο κατηγορούμενος είπε, ο ίδιος είχε ζητήσει κάτι τέτοιο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και ότι το Δικαστήριο ανταποκρινόμενο στο αίτημα του το έπραξε. Προς στήριξη της θέσης του ο κατηγορούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο φωτοαντίγραφο του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 17406/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού καθώς επίσης το πρακτικό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 20.07.10 που αφορά την εν λόγω ποινική υπόθεση και περιλαμβάνει τις ποινές που επιβλήθηκαν αλλά και ποιες άλλες ποινικές υποθέσεις λήφθηκαν υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Καταλήγοντας, ο κατηγορούμενος αφού ζήτησε την επιείκεια του Δικαστηρίου εισηγήθηκε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να του επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του, τότε αυτή να ανασταλεί. Δυστυχώς, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο όχι μόνο δεν δείχνει σημεία κάμψης αλλά αντίθετα παρουσιάζει αυξητική τάση. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας επισύρει, με βάση το άρθρο 360 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €2.562,90 ή και τις δύο αυτές ποινές. Το δε αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 298 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 5 έτη. Τα πιο πάνω αδικήματα θεωρούνται σοβαρά για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχουν το στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και της εξαπάτησης ατόμων καθώς και την υπονόμευση των συναλλαγών και των δοσοληψιών μεταξύ των πολιτών. Στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής." Σχετικές ακόμη είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα η ποινή φυλάκισης είναι το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στην υπόθεση Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 9 μηνών και 5 μηνών αντίστοιχα σε πρόσωπο που διέπραξε τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και της πλαστοπροσωπίας, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Κουλλαπής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, η οποία μειώθηκε κατ' έφεση στο 1 έτος. Ακόμη στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010 ημερομηνίας 24.05.11 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε αδικήματα πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, 3 μηνών σε αδίκημα πλαστοπροσωπίας, 2 μηνών για τη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και 15 μηνών στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων σε άτομο από το Ιράν. Παράλληλα, στην υπόθεση Mashvill v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 482 άτομο που διέπραξε το αδίκημα της απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους. Επίσης, στην υπόθεση Kyrill v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 479 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 μηνών σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω, στην υπόθεση Καλαθά v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 658 άτομο που διέπραξε το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και αφού δήλωσε παραδοχή, λήφθηκαν υπόψη 22 παρόμοια αδικήματα, δύο προηγούμενες καταδίκες και πατέρας 4 παιδιών ηλικίας 10-18 ετών καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στην παρούσα υπόθεση τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν σοβαρά, στοιχείο που εκλαμβάνεται επιβαρυντικό για τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, η σοβαρότητα των αδικημάτων έγκειται: (α) Στο ότι ο κατηγορούμενος συνδύασε τη διάπραξη δύο σοβαρών αδικημάτων με σκοπό να αποκομίσει όφελος εις βάρος του παραπονούμενου. (β) Στο ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε ζημιά ύψους €150,00. (γ) Η εμφάνιση του κατηγορουμένου στο εν λόγω περίπτερο προσποιούμενος στην εκεί υπάλληλο ότι είναι συγκεκριμένο πρόσωπο που είναι φίλος του παραπονούμενου και παράλληλα η συνομιλία που είχε με τον ίδιο τον παραπονούμενο παραπλανώντας τον ότι είναι συγκεκριμένος φίλος του φανερώνει προμελέτη και εκτέλεση ενός μελετημένου σχεδίου δράσης. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη και συγκεκριμένα στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 3960/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας όπου ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε 5 μήνες φυλάκισης για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και σε 12 μήνες για το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων με ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων 01.12.09 και ημερομηνία καταδίκης 11.08.10, στην οποία είχαν ληφθεί υπόψη άλλες δύο ποινικές υποθέσεις. Αυτό που φαίνεται από τα πιο πάνω είναι ότι σε λιγότερο από 7 μήνες ο κατηγορούμενος επανέλαβε τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων, γεγονός που αποτελεί ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της πολιτείας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Χατζηνικολάου v. Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Βέβαια το Δικαστήριο γνωρίζει ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν οδηγούν στην τιμωρία του παραβάτη για δεύτερη φορά αλλά να επηρεάσουν το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Κυπριανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246 και Περικλέους v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.02.96). Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και η ομολογία του στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Την απολογία του. (ε) Το ότι με την αποδοχή του για έκδοση διαταγμάτων αποζημίωσης ο κατηγορούμενος αποζημίωσε πλήρως όλους τους παραπονούμενους στις εμπλεκόμενες υποθέσεις. (στ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και έχουν αναφερθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο μέσα από διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου και ειδικότερα το ότι: · Λαμβάνει δημόσιο βοήθημα από τις υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας ύψους €452,
- · Λόγω χρεών κρατήθηκε στις Κεντρικές Φυλακές από 13.07.10 μέχρι 25.02.
- · Η μητέρα του κατηγορουμένου είναι άρρωστη με καρκίνο και συντηρείται οικονομικά αλλά και τυγχάνει φροντίδας από τον πατέρα του. · Εδώ και 2 μήνες ο κατηγορούμενος εργάζεται περιστασιακά σε εταιρεία ελαστικών. Βέβαια το Δικαστήριο δεν αγνοεί την αρχή που αναδύθηκε μέσα από τη νομολογία, η οποία επισημαίνει ότι οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας αναφορικά με τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, πράγμα που ισχύει στη δική μας περίπτωση (Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Ένα άλλο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84).. Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που εκτέθηκαν αλλά και κατόπιν μελέτης του δικαστηριακού φακέλου, παρατηρώ ότι ενώ ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα στις 20.06.10 και ομολόγησε την αξιόποινη πράξη του στην αστυνομία στις 11.07.10 η εν λόγω ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε τελικά στο Δικαστήριο στις 04.04.
- Η κατηγορούσα αρχή ουδεμία εξήγηση έδωσε γι΄αυτό. Κάτω από αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι ο χρόνος των 8 μηνών περίπου που διέρρευσε για την προώθηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο είναι υπέρμετρος και γι΄αυτό λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου. Από την καταχώρηση όμως του κατηγορητηρίου και μέχρι σήμερα διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος ευθύνεται αποκλειστικά για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε λόγω των κατ΄επανήληψη αναβολών που ζήτησε αλλά και των συχνών απουσιών του από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθούν πολλά εντάλματα σύλληψης εναντίον του. Ωστόσο παρά το γεγονός αυτό και παρόλο ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε μεταβολή των προσωπικών και οικονομικών συνθηκών του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει το χρονικό διάστημα των 3 ετών και 8 μηνών περίπου που καλείται σήμερα να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο, το οποίο και λαμβάνει σοβαρά υπόψη. Θα εξετάσω τώρα τη θέση του κατηγορουμένου ότι η παρούσα ποινική υπόθεση καθώς και η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 13565/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 17406/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Πράγματι μελέτη του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 17406/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αντίγραφο του οποίου προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από τον κατηγορούμενο, καθιστά αντιληπτό ότι όλες οι κατηγορίες που περιέχει είναι ιδίας φύσεως με τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, μελέτη του πρακτικού του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.07.10 που αφορά την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 17406/10, αντίγραφο του οποίου επίσης προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από τον κατηγορούμενο, φανερώνει ότι τόσο η παρούσα ποινική υπόθεση όσο και η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 13565/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση ποινής στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 17406/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Παρόλο ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών εντούτοις δεν το έθεσε στο Δικαστήριο. Ούτε και ο κατηγορούμενος ανάφερε στο παρόν Δικαστήριο ότι η κατηγορούσα αρχή ήταν ενήμερη για κάτι τέτοιο και παρέλειψε να το θέσει η ίδια στο Δικαστήριο. Η δυνατότητα στο δικαστήριο, κατά τη λήψη απόφασης και την επιβολή ποινής, να λάβει υπόψη άλλο ή άλλα ποινικά αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος παραδέχεται ενοχή παρέχεται από τις πρόνοιες του άρθρου 81 του Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σ' αυτά περιλαμβάνονται και αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε αλλά δεν άρχισε ακόμη η δίωξη (Παραρέ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2013, ημερ. 20.03.13). Στην υπόθεση Βέλιου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 99/2012, ημερ. 23.01.13, λέχθηκε ότι εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση από τα γεγονότα της παρούσας ποινικής υπόθεσης (4288/2011) παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε την ομολογία των αδικημάτων του στην αστυνομία στις 11.07.
- Στη δε ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 13565/11 τα γεγονότα υποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος ομολόγησε για πρώτη φορά τη διάπραξη του αδικήματος στις 20.01.
- Με δεδομένο ότι η επιβολή ποινής στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 17406/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού έγινε, με βάση το πρακτικό του Δικαστηρίου, στις 20.07.10, προκύπτει ότι τόσο η παρούσα ποινική υπόθεση (4288/2011) όσο και η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 13565/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής στην προγενέστερη ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 17406/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε. Αντίθετα, δεν θα μπορούσε να γίνει το ίδιο με την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 11861/12 επειδή η ομολογία του κατηγορουμένου ενώπιον των ανακριτικών αρχών έγινε στις 03.05.12, δηλαδή μεταγενέστερα της επιβολής ποινής στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 17406/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το πιο πάνω γεγονός θα πρέπει να προσμετρήσει ουσιωδώς στην όλη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου υπό το φως της άλλης και προεξάρχουσας αρχής ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική συμπεριφορά του (Παραρέ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2013, ημερ. 20.03.13). Χωρίς να μπορεί να λεχθεί μετά βεβαιότητα ποιές θα ήταν ο ποινές στην προηγούμενη υπόθεση αν είχε ζητηθεί να ληφθούν υπόψη οι 2 υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου το Δικαστήριο λαμβάνει τον παράγοντα αυτό στο βαθμό που μπορεί. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Αυτό εξάλλου ήταν ένα από τα αιτήματα του κατηγορουμένου. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος δέχεται την έκδοση διαταγμάτων αποζημίωσης σε όλες τις εμπλεκόμενες υποθέσεις με τα οποία έτσι υπάρχει πλήρη αποζημίωση των παραπονούμενων. Αυτό δείχνει την έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορουμένου έστω και σ΄αυτό το στάδιο. Περαιτέρω, ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα καθώς και η δυνατότητα της παρούσας υπόθεσης καθώς και μίας άλλης που λαμβάνεται σήμερα υπόψη στα πλαίσια επιβολής ποινής να είχαν ληφθεί υπόψη σε προγενέστερη υπόθεση κατά το έτος 2010, είναι παράγοντες που δεν μπορούν να αγνοηθούν και συνάμα καθιστούν ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Εναντίον του κατηγορουμένου εκδίδονται τα εξής διατάγματα αποζημίωσης: (α) Προς όφελος του Παναγιώτη Παφίτη, παραπονούμενου στην παρούσα ποινική υπόθεση, για το ποσό των €150,00. (β) Προς όφελος του Κυριάκου Κυριάκου, παραπονούμενου στην ποινική υπόθεση υπ΄αρθμό 1365/2011, για το ποσό των €40,00. (γ) Προς όφελος του Δημήτρη Παπασάββα, παραπονούμενου στην ποινική υπόθεση υπ΄αριθμό 11861/2012, για το ποσό των €40,00. Στην επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λήφθηκαν υπόψη οι ποινικές υποθέσεις 13565/11 και 11861/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Πλαστοπροσωπεία -Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο