Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. JAMIL ASAAD, Αρ. Υπόθεσης: 9976/10, 28/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9976/10 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v JAMIL ASAAD Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 28/02/2014. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Xρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο: κα Ε. Πουλλά. Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, αυτή της βίας στην οικογένεια κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(4)και 23 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν. 119
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε (κατηγορία 1) και αυτή της κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 11/08/2007 στη Λεωφόρο Στεφάνης, στην Τάλα, επιτέθηκε κατά της συμβίας του Δήμητρας Βάσου και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη καθώς επίσης και ζημιά αξίας €1000 σε ένα καναπέ, περιουσία της πιο πάνω αναφερομένης. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και τις δύο πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε έξι
(6)μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 3142 Πανίκο Ζωττή (Μ.Κ.1), την κα Δήμητρα Βάσου (Μ.Κ.2), τον Αστ. 4083 Αλέκο Ψαρά (Μ.Κ.3), την κα Ευγενία Μιχοπούλου (Μ.Κ.4), την Δρ. Νίκη Βασιλείου (Μ.Κ.5) και τον Αστ. 3144 Πλαστήρα Σιμιλλίδη (Μ.Κ.6). Ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν παρουσίασε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας, δηλώθηκαν από πλευράς κατηγορουμένου και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: 1) Κατάθεση του Αστ.6 Γ. Παπαγεωργίου ημερομηνίας 06/06/2010 (τεκμήριο Α) το περιεχόμενο της οποίας ουσιαστικά αναφέρεται στο καθεστώς παραμονής του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα ότι αυτός είναι νυμφευμένος με την NICULINA DRAGOMIR από τη Ρουμανία και τα στοιχεία του εντοπίζονται στον κατάλογο ΣΤΟΠ ΛΙΣΤ, ημερ. καταχώρισης 11/08/2007 όπου εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για τα αδικήματα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και κακόβουλης ζημιάς . 2) Κατάθεση της Γ/Αστ. 3253 Μαρί - Ρίτα Ματάρ ημερομηνίας 11/08/2007 (τεκμήριο Β), στην οποία αναφέρει ότι στις 11/08/2007 παρέλαβε από τον Αστ. 3144 Πλαστήρα Σιμιλλίδη τη κατάθεση της Δήμητρας Βάσου και ανέλαβε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. 3) Κατάθεση του Αστ. 2087 Γ. Τσιουπή (τεκμήριο Γ) στην οποία αναφέρει ότι στις 07/06/2010 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο του απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνω αναγκαίο και σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθώ αυτολεξεί σε αυτήν. Από αυτήν όμως, προκύπτει ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη (Μ.Κ.2) κατά τους προηγούμενους έξι μήνες του κατ' ισχυρισμού επεισοδίου διατηρούσαν δεσμό και τις προηγούμενες τρεις μέρες ο κατηγορούμενος πήγαινε στο σπίτι της παραπονούμενης και διέμεναν μαζί. Κατά τις 10/08/2007 ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη κοιμήθηκαν μαζί στην οικία της και το πρωί της 11ης/08/2007, ο κατηγορούμενος έφυγε για τη δουλεία του. Αυτή αργότερα πήγε στην υπεραγορά Παπαντωνίου για ψώνια και όταν τέλειωσε διαπίστωσε ότι δεν είχε στην κατοχή της τα κλειδιά του αυτοκινήτου της και πήρε τηλέφωνο τη φίλη της Ευγενία Μιχοπούλου και πήγε και την μετέφερε στο σπίτι. Αργότερα την πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος και την ρωτούσε πού είναι και του είπε τι έγινε. Τότε αυτός άρχισε να της φωνάζει ότι δήθεν ήταν κάπου αλλού. Μετά ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι και την μετέφερε στην πιο πάνω υπεραγορά και έφερε το αυτοκίνητο της ενώ την κατηγορούσε ότι ήταν με άλλο φίλο. Γύρω στις 12:00 και ενώ βρίσκονταν σπίτι, ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει ότι η παραπονούμενη διατηρεί άλλο δεσμό και ότι του έλεγε ψέματα. Σε κάποια στιγμή βγήκε εκτός ελέγχου, κλείδωσε την κυρίως πόρτα του σπιτιού και άρχισε να φωνάζει ότι θα την σκοτώσει. Αμέσως, έπιασε δύο μαχαίρια στα χέρια του που βρίσκονταν σε συρτάρι πάγκου και την άρπαξε και την έριξε πάνω στον καναπέ. Τότε έβαλε το χέρι του το αριστερό στο λαιμό και την έσφιγγε και με το δεξί του χέρι στο οποίο κρατούσε ένα μαχαίρι της κουζίνας της το έβαλε στο στήθος και την χαράκωσε ενώ παράλληλα της φώναζε και της ζητούσε να του πει με ποιόν ήταν. Αυτή συνέχιζε και φώναζε βοήθεια και σε μια στιγμή ο κατηγορούμενος άρχισε με βία να καρφώνει με το μαχαίρι επανειλημμένως τον καναπέ. Τότε αυτή σταμάτησε να φωνάζει και προσπάθησε να τον ηρεμήσει και σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος σηκώθηκε από πάνω της και αμέσως έτρεξε στο μπαλκόνι και άρχισε να φωνάζει βοήθεια. Ο κατηγορούμενος, αμέσως την ξανάπιασε από τα μαλλιά και άρχισε να την κτυπά στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Σε κάποια στιγμή κατάφερε και του πήρε το ένα μαχαίρι και το πέταξε κάτω στο έδαφος ενώ τη στιγμή εκείνη εμφανίστηκαν δύο Άγγλοι από τους οποίους ζήτησε βοήθεια. Αυτοί πήγαν στο σπίτι και τότε ο κατηγορούμενος σταμάτησε να την κτυπά λέγοντας τους ότι μόνον φώναζαν και ακολούθως έφυγε. Αντίθετη ήταν η εκδοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος απέρριψε όλα τα πιο πάνω και ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη μέρα ενώ αυτός την έψαχνε και δεν του απαντούσε το τηλέφωνο τελικά την εντόπισε και του είπε ότι άφησε το αυτοκίνητο της έξω από την υπεραγορά Παπαντωνίου στη Χλώρακα διότι έχασε τα κλειδιά της. Αυτός της είπε να μείνει εκεί και θα πήγαινε να την πάρει χωρίς όμως αυτή να συμφωνεί λέγοντας του ότι θα την μεταφέρει σπίτι μια φίλη της. Ο ίδιος όμως, επέμενε και πήγε όπου εντόπισε έξω από την υπεραγορά το αυτοκίνητο της και να έχει μέσα ψώνια. Άρχισε να την ψάχνει χωρίς αποτέλεσμα και ακολούθως να την καλεί στο τηλέφωνο χωρίς να του απαντά. Τελικά, πήγε στο σπίτι της όπου την εντόπισε έξω να περιμένει λέγοντας του ότι βρισκόταν εκεί για δύο ώρες. Αυτός ήταν θυμωμένος και αφού την μετέφερε και πήρε το αυτοκίνητο της και επέστεψαν πίσω στο σπίτι, συνέχισε να ήταν θυμωμένος διότι θεωρούσε ότι η παραπονούμενη του έλεγε ψέματα. Ενώ συζητούσαν και τον ρωτούσε γιατί είναι θυμωμένος, σε κάποια στιγμή η παραπονούμενη έσπρωξε τον καφέ που κρατούσε δύο φορές και την τρίτη φορά που το έκανε αυτός έφυγε από τα χέρια του και πήγε στο τοίχο και μετά στο πάτωμα. Επίσης, όταν προσπάθησε να ανάψει τσιγάρο η παραπονούμενη το πήρε από το στόμα του και το πάτησε στο έδαφος. Μετά το σπρώξιμο του καφέ, ο κατηγορούμενος νευρίασε και κτύπησε το χέρι στο τραπεζάκι που υπήρχε. Τότε η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει και να συγκεντρώνονται οι γείτονες και βγήκε έξω στο μπαλκόνι. Αυτός, για να μην τους ακούσουν οι γείτονες την τράβηξε μέσα, πιάνοντας την από τα χέρια, τη μέση ενώ σε δύο περιπτώσεις η παραπονούμενη έπεσε από μόνη της στο έδαφος για να του ξεφύγει. Στην προσπάθεια του αυτή μπορεί το χέρι του να άγγιξε και το λαιμό της. Ακολούθως, ο ίδιος έφυγε από το σπίτι. Ήταν η θέση του ότι σε καμία περίπτωση την κτύπησε ή την απείλησε με οποιαδήποτε μαχαίρια. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013). Περαιτέρω, έχω υπόψη μου ότι σε υποθέσεις επιθέσεων με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Ανδρέας Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Θα προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αφήνοντας τελευταία την αξιολόγηση της παραπονούμενης και του κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να αναφέρει τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος έκανε ως εξεταστής της υπόθεσης για σκοπούς διερεύνησης της καταγγελίας της παραπονούμενης. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τα τρία μαχαίρια τα οποία παρέλαβε από τον Αστ. 4083 Α. Ψαρά (Μ.Κ.3) (βλ. τεκμήρια 1,2 και 3) καθώς επίσης και ένα μπλουζάκι χρώματος γαλάζιου στο οποίο υπάρχει λεκές (βλ. τεκμήριο 4). Παρόλο που ανέφερε ότι ο λεκές αυτός είναι αίμα, εντούτοις στην πορεία ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι ακριβώς είναι αυτός ο λεκές και ούτε στάληκε το εν λόγω τεκμήριο για εξετάσεις. Πέραν τούτου, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο ο καναπές της παραπονούμενης πράγματι είχε ζημιά καθότι δεν πήγε επί τόπου και για τούτο παράπεμψε στον Μ.Κ.
- Δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στην μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ούτε είχε οποιαδήποτε μεροληπτική στάση. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε και την αποδέχομαι. Οποιεσδήποτε άλλες αναφορές που προέρχονται από λεγόμενα των εμπλεκόμενων στις καταθέσεις τους ή μεταφορά αυτών των λεγομένων ή μεταφορά τους με διαφορετικό τρόπο, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτά καθότι ο μάρτυρας αυτός δεν έχει προσωπική γνώση για τα εν λόγω γεγονότα. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο Αστυνομικός ο οποίος επισκέφθηκε την οικία της παραπονούμενης το βράδυ της 11ης/08/2007 και δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας (τεκμήριο 14) ερεύνησε την εν λόγω οικία και περισυνέλεξε τα τρία μαχαίρια (τεκμήρια 1,2 και 3) καθώς επίσης και το γαλάζιο μπλουζάκι (τεκμήριο 4) και τα οποία παρέδωσε στον Μ.Κ.
- Ο μάρτυρας αυτός παρόλο που κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια εντούτοις παρατηρώ ότι δεν μπορούσε να συσχετίσει το τόπο που παρέλαβε το κάθε τεκμήριο και συγκεκριμένα το κάθε μαχαίρι ξεχωριστά. Ενώ στην κατάθεση του, τεκμήριο 13, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης καθώς επίσης και στο ένταλμα έρευνας αναφέρει ότι το ένα μαχαίρι το βρήκε μέσα στο συρτάρι της κουζίνας, το άλλο μέσα στο νεροχύτη της κουζίνας ενώ το τρίτο σε ανοικτό χώρο έξω από την οικία, δεν ήταν σε θέση να πει συγκεκριμένα ποιο από τα τεκμήρια 1, 2 και 3 βρισκόταν πού και συγκεκριμένα στους πιο πάνω τόπους που είπε. Το σημαντικότερο όμως, είναι ότι ουδεμία εξέταση έγινε επί των λόγω μαχαιριών, ούτε δόθηκε οποιοσδήποτε λόγος γιατί περισυνέλεξε τα εν λόγω μαχαίρια και πώς αυτά σχετίζονται με το όλο επεισόδιο. Να σημειωθεί ότι κατά την έρευνα παρούσα στη σκηνή ήταν η Μ.Κ.4 ενώ όπως φαίνεται η παραπονούμενη δεν βρισκόταν εκεί. Περαιτέρω, ουδεμία αναφορά έγινε από το μάρτυρα αυτό για τον καναπέ και κατά πόσο αυτός έφερε οποιαδήποτε ζημιά, κατά πόσο τον περισυνέλεξε και αυτόν μαζί με τα μαχαίρια ή όχι. Επίσης, πέραν της αναφοράς του ότι στο υπνοδωμάτιο της οικίας εντόπισε και περισυνέλεξε το μπλουζάκι (τεκμήριο 4), ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο λεκές που φέρει είναι αίμα ή οτιδήποτε άλλο ούτε αυτό αποστάληκε για οποιεσδήποτε εξετάσεις. Παρόλο που η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν διαφωτίζει το Δικαστήριο για ποίο λόγο περισυνέλεξε τα τεκμήρια που κατέθεσε εντούτοις αποδέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες που έκανε καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο ίδιος περισυνέλεξε τα εν λόγω τεκμήρια από την οικία της παραπονούμενης και τα παρέδωσε στον Μ.Κ.
- Η Μ.Κ.4 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 12:44 την πήρε τηλέφωνο η παραπονούμενη και της ζήτησε να πάει στο σπίτι της και ότι αυτή δεν ακουγόταν καλά. Όταν πήγε εκεί την είδε να βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση, να μιλά στο κινητό και να είναι κτυπημένη. Τότε της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να την σκοτώσει με δύο μαχαίρια και ότι τη κτύπησε με τα χέρια του και ότι έσκισε τον καναπέ με ένα μαχαίρι. Η μαρτυρία της μάρτυρος αυτής αναφορικά με το τι ακριβώς επεσυνέβη είναι εξ΄ ακοής αφού η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά το επεισόδιο και προέρχεται από ότι της ανέφερε η παραπονούμενη. Ως εκ τούτου δεν θεωρώ ορθό να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές της αυτής, δεδομένου ότι η παραπονούμενη που προέβηκε στις αναφορές αυτές κατέθεσε στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της θα αξιολογηθεί κατωτέρω. Αναφορικά με το γεγονός ότι αυτή επισκέφθηκε την οικία της παραπονούμενης και την μετέφερε στο Νοσοκομείο, αυτό δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση της, δεν συγκρούεται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και κρίνω ότι δεν έχω λόγο να μην το κάνω αποδεκτό. Πέραν των πιο πάνω, αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της μάρτυρος αυτής και συγκεκριμένα σε σχέση με την περιγραφή των τραυμάτων που ανέφερε ότι είδε στην παραπονούμενη, κρίνω ότι θα ήταν επικίνδυνο να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Και τούτο διότι όπως έχει προκύψει, η μάρτυρας αυτή, ήταν και είναι φίλη της παραπονούμενης αλλά και ειδικότερα ότι από τον τρόπο που κατέθετε φάνηκε να ήθελε να υποστηρίξει την εκδοχή της παραπονούμενης και να καταδείξει ότι τόσο στις 03/08/2007 όσο και στις 11/08/2008 ο κατηγορούμενος κτύπησε την παραπονούμενη και μάλιστα πολύ άσχημα. Ενώ στην κατάθεση της αναφέρει γενικά ότι είδε την παραπονούμενη να ήταν κτυπημένη πολύ άσχημα, κατά την προφορική της μαρτυρία διαπιστώνω μια προσπάθεια της να αναφερθεί λεπτομερώς στα τραύματα, που κατά τη θέση της διαπίστωσε, ότι είχε η παραπονούμενη αναφέροντας συγκεκριμένα σημεία του σώματος και την έκταση των τραυμάτων αυτών. Το ερώτημα είναι γιατί κατ' αρχή δεν τα περιγράφει με τόση λεπτομέρεια στην κατάθεση της και έπειτα πώς και θυμάται τόσες λεπτομέρειες σε σχέση με τα εν λόγω τραύματα μετά από πάροδο τόσων χρόνων; Περαιτέρω, ανέφερε ότι έτρεχε αίμα από την παραπονούμενη. Ενώ στην κατάθεση της δεν αναφέρει από πού έτρεχε αίμα, στην προφορική της μαρτυρία είπε ότι ήταν από το κεφάλι. Η ιατρική μαρτυρία όμως, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί, δεν υποστηρίζει ένα τέτοιο γεγονός αφού το τραύμα που διαπιστώθηκε στο κεφάλι ήταν οίδημα - αιμάτωμα στην μετωπιαία χώρα. Επίσης, ανέφερε ότι το τεκμήριο 4, η μπλούζα της παραπονούμενης δηλαδή, είχε αίμα. Τη θέση της αυτή όμως, δεν μπορούσε να την στηρίξει αφού όπως διαφάνηκε δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο ο λεκές στο μπλουζάκι είναι αίμα ή καφές. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι πέραν του γεγονότος ότι σε κάποιο στάδιο μετά το επεισόδιο που η παραπονούμενη είχε με τον κατηγορούμενο, η μάρτυρας επισκέφθηκε την οικία της παραπονούμενης και ότι την μετέφερε στο Νοσοκομείο, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της μαρτυρίας της και συγκεκριμένα στα τραύματα που περιέγραψε η μάρτυρας ότι είχε η παραπονούμενη. Η Μ.Κ.5 κατέθεσε ως η ιατρός που εξέτασε την παραπονούμενη κατά την 11/08/
- Η μάρτυρας αυτή στην κατάθεση της, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης (τεκμήριο 17), αναφέρει ότι είναι ιατρός και κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών. Το γεγονός ότι η μάρτυρας αυτής είναι ειδικός και εμπειρογνώμονας για τα θέματα τα οποία αναφέρεται στην κατάθεση της και γενικά στη μαρτυρία της δεν έτυχε αμφισβήτησης και επίσης με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, θεωρώ ότι μπορώ να την αποδεκτώ ως τέτοια. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μάρτυρας αυτή μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να το βοηθήσει να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Δεν έχω διακρίνει σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της ότι αυτή σκοπό είχε να βοηθήσει την εκδοχή κάποιου από τους διαδίκους αλλά αντιθέτως αυτή ήρθε να καταθέσει εκ καθήκοντος και ως το άτομο που έτυχε να εξετάσει την παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο στο Νοσοκομείο. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι με την μαρτυρία της επεξήγησε επαρκώς τα ευρήματα της και το τι κάθε ένα από αυτά σημαίνουν και πως μπορούν να προκύψουν τέτοια τραύματα. Θα πρέπει να αναφερθεί επίσης, ότι η αντεξέταση της είχε περισσότερο διευκρινιστικό παρά αντιπαραθετικό ρόλο και σε κανένα στάδιο αμφισβητήθηκαν τα ευρήματα της μάρτυρος. Εκείνο το οποίο της ζητήθηκε, είναι να τα επεξηγήσει. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Να σημειωθεί όμως, ότι από αυτή δεν προκύπτει ο τρόπος με τον οποίο προήλθαν τα εν λόγω τραύματα και η θέση της μάρτυρος ήταν μπορεί να προκληθούν με πολλούς τρόπους. Ιδιαίτερα για τις γραμμοειδή εκδορές που εντοπίστηκαν στο μαστό της παραπονούμενης, η μάρτυρας ανάφερε ότι αυτές ήταν επιφανειακές, θα μπορούσαν να μην βγάλουν ούτε αίμα και ότι θα μπορούσαν να προκληθούν, όπως χαρακτηρίστηκα είπε, με χίλιους τρόπους όπως με νύχι, με τη μύτη μαχαιριού ή με οποιοδήποτε άλλο αιχμηρό αντικείμενο. Τα υπόλοιπα τραύματα ήταν εκχυμώσεις, ερυθρότητα και οίδημα - αιμάτωμα στην μετωπιαία χώρα καθώς επίσης και επιφανειακές εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος της παραπονούμενης. Περαιτέρω, η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να καθορίσει τον χρόνο πρόκλησης των τραυμάτων αλλά και τον τρόπο. Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή το περιεχόμενο της μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και έχω λάβει υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτήν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό στο να απορρίψω την μαρτυρία της στην ολότητα ως μη ανταποκρινόμενη στα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα τη συγκεκριμένη ημέρα μεταξύ αυτής και του κατηγορούμενου. Κρίνω ότι η παραπονούμενη δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια ή τουλάχιστον όλη την αλήθεια και δεν με έχει πείσει ότι η καταγγελία της και το παράπονο της ήταν γνήσιο ή τουλάχιστον ότι τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν όπως τα ανέφερε. Κρίνω ότι η μαρτυρία της διακατεχόταν από το στοιχείο της υπερβολής εμπλέκοντας τα μαχαίρια ως μέσω με το οποίο δέχθηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο με μοναδικό σκοπό την καταδίκη και αυστηρή τιμωρία του κατηγορουμένου που ήταν και ο μοναδικός της σκοπός και όχι η παράθεση των πραγματικών περιστατικών. Προς υποστήριξη της πιο πάνω κρίσης μου αναφέρω τα ακόλουθα: Κατ' αρχή η μάρτυρας αυτή δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι μοναδικό σκοπό είχε την καταδίκη του κατηγορουμένου και όχι την παράθεση των πραγματικών γεγονότων. Δεν απαντούσε με αμεσότητα της ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, κάποτε απέφευγε να απαντά τα ερωτήματα ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι απαντήσεις που έδινε ήταν μετά από σκέψη και περισυλλογή και όχι αυθόρμητες. Επίσης, αρνείτο να απαντήσει αρκετές ερωτήσεις που της υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση. Αναφορικά με το γνήσιο της καταγγελίας της, ερωτηματικά εγείρει και το γεγονός ότι η μάρτυρας επικαλέστηκε επιθέσεις και άσκηση βίας από τον κατηγορούμενο σε προγενέστερες ημερομηνίες και μάλιστα κατέθεσε στο Δικαστήριο και κατάθεση - καταγγελία στην Αστυνομία ημερομηνίας 03/08/
- Ο λόγος που προέβηκε στην εν λόγω καταγγελία είναι ότι την εν λόγω ημερομηνία κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο, όπως αναφέρει σε αυτήν, φοβόταν πολύ για τη ζωή της και ότι ήθελε να ξέρει ο κατηγορούμενος ότι δεν μπορεί να συμπεριφέρεται με τον τρόπο αυτόν. Επίσης, ανέφερε ότι ζήτησε από την Αστυνομία να του κάνει παρατήρηση. Τα πιο πάνω όμως, συγκρούονται ή δεν συνάδουν με άλλα γεγονότα που ανέφερε η κατηγορούμενη στο Δικαστήριο και που ακολούθησαν την καταγγελία αυτή, όπως το γεγονός ότι η ίδια παρά τα όσα ανέφερε περί ξυλοδαρμού και φόβου για τη ζωή της, συνεχίζει να βλέπει τον κατηγορούμενο και μάλιστα να αρχίζει να διαμένει και μαζί του χωρίς η ίδια να του αναφέρει οτιδήποτε για την καταγγελία αυτή ή τουλάχιστον να είναι σε θέση να πει στο Δικαστήριο να έκανε κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ούτε η Αστυνομία έκανε οποιαδήποτε παρατήρηση στον κατηγορούμενο ούτε τον ενημέρωσε για την εν λόγω καταγγελία καθότι όπως αναφέρεται στην εν λόγω κατάθεση της κατηγορουμένης (βλ. τεκμήριο 11) δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο αλλά απλώς να καταγραφεί στο ημερολόγιο ενεργείας. Τα γεγονότα αυτά συγκρούονται με αυτά που ανέφερε προγενέστερα στο Δικαστήριο και δεν δικαιολογούν καθ' οιονδήποτε τρόπο την καταγγελία αυτή και περαιτέρω δεν είναι ικανά να καταρρίψουν τη θέση της υπεράσπισης ότι η μάρτυρας λειτούργησε μεθοδικά και με απώτερο σκοπό να ακολουθήσει η καταγγελία της 11ης /08/
- Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω και που είναι και το σημαντικότερο κατά την άποψη μου, η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει, επεξηγήσει και να περιγράψει με ένα σαφή, ξεκάθαρο και λογικό τρόπο, πώς ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε και τι τραύματα της επέφερε τελικά. Η εκδοχή της περί επίθεσης με δύο μαχαίρια δεν μπορούσε να υποστηριχθεί και να εξηγηθεί και ούτε συνάδει με τη λογική. Δεν μπορούσε να πεί πώς ο κατηγορούμενος κρατούσε το δεύτερο μαχαίρι όταν της επιτέθηκε και πού αυτά τα είχε στρέψει. Αντιλαμβανόμενη την αδυναμία της να εξηγήσει το πιο πάνω γεγονός, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έπιασε εναλλακτικά τα δύο μαχαίρια και τελικά πήρε το μαχαίρι με την καφέ χειρολαβή (τεκμήριο 3) και την απειλούσε στον καναπέ. Ενώ επίσης, περιγράφει το όλο επεισόδιο με τα μαχαίρια να έγινε στον καναπέ και να αναφέρει τελικά ότι είναι με το τεκμήριο 3 που την απειλούσε, στην συμπληρωματική κατάθεση της (τεκμήριο 12) περιγράφει τα δύο μαχαίρια που ο κατηγορούμενος κρατούσε και ότι της τα είχε βάλει στο λαιμό περιγράφοντας τον τρόπο μάλιστα λέγοντας ότι η μυτερή άκρη των δύο μαχαιριών άγγιζαν τον λαιμό της. Πιο κάτω στην μαρτυρία της είπε ότι δεν μπορεί να πει ακριβώς τι είχε γίνει καθότι εκείνη την ώρα φοβόταν για την ζωή της και δεν μπορεί να θυμηθεί και να περιγράψει τι είχε γίνει ακριβώς. Όλα τα πιο πάνω δεν πείθουν, δεν συνάδουν με τη λογική και ούτε μπορεί να έλαβε χώρα ένα τέτοιο επεισόδιο με τα μαχαίρια όπως η παραπονούμενη προσπάθησε να περιγράψει και να πείσει το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, η μάρτυρας δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί τα δύο μαχαίρια, πέραν αυτού που όπως ισχυρίστηκε έριξε κάτω από την βεράντα, βρέθηκαν στο συρτάρι στου πάγκου της κουζίνας και στον νεροχύτη. Περαιτέρω είπε, το μαχαίρι που βρέθηκε στο πάγκο της κουζίνας καθώς επίσης και τον καναπέ που ήταν σχισμένος η ίδια τα υπέδειξε στην Αστυνομία. Πότε όμως τα υπέδειξε αφού όταν το μαχαίρι περισυλλέγη και η Αστυνομία επισκέφθηκε την οικία της, η ίδια προκύπτει να μην ήταν παρούσα στη σκηνή. Επιπρόσθετα, η περιγραφή που έδωσε του τραυματισμού που ο κατηγορούμενος της προκάλεσε με το μαχαίρι δεν συνάδει με τους τραυματισμούς που εντόπισε η Μ.Κ.5 και όπως αυτή τους περιέγραψε. Συγκεκριμένα, η εν λόγω μάρτυρας βρήκε γραμμοειδείς εκδορές στο στήθος τις οποίες περιέγραψε ως πολλές και επιφανειακές. Η παραπονούμενη αναφέρθηκε σε χαρακιές μηδαμινές στο στήθος και στη συνέχεια σε μια χαρακιά. Επίσης, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει και να πει τι τραυματισμούς είχε και κατά πόσο αυτοί προκλήθηκαν την 11ην/08/2007 ή προγενέστερα. Όπως η ίδια ανέφερε στο Δικαστήριο, έφερε τραυματισμούς από την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο τόσο στις 03/08/2007 όσο και στις 11/08/
- Οι πρόσφατες ήταν στις 11/08/2007 ενώ οι πιο παλιές στις 03/08/2007 και παρέπεμψε στην έκθεση του ιατρού. Περαιτέρω, ενώ ανέφερε ότι οι λεκέδες που είχε η μπλούζα της (τεκμήριο 4) ήταν αίμα από το τραύμα που της προκάλεσε ο κατηγορούμενος στο κεφάλι, κατά την αντεξέταση της είπε ότι είναι μισό αίμα και μισό καφές ενώ στη συνέχεια είπε ότι είναι μαζί, αίμα και καφές και δεν μπορεί να ξεχωρίσει. Επίσης, είπε ότι ήρθαν δύο Άγγλοι στο σπίτι και γι αυτό σταμάτησε ο κατηγορούμενος να την κτυπά. Δεν εξήγησε όμως πως τελικά μπήκα στο σπίτι οι εν λόγω Άγγλοι αφού προηγουμένως, όπως η ίδια είπε, ο κατηγορούμενος είχε κλειδώσει την πόρτα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω καθώς επίσης και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας της παραπονούμενης κρίνω ότι αυτή είναι αντιφατική, δεν συνάδει με τη λογική και παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες σε βαθμό που δεν έχει πειστικότητα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να προβαίνει σε εικασίες για την ανεύρεση των πραγματικών γεγονότων. Ούτε επίσης, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ έστω μέρος της μαρτυρίας αναφορικά με τον τρόπο που ισχυρίστηκε ότι έλαβε χώρα η επίθεση εναντίον της, εν όψει την κρίσης μου ανωτέρω σε σχέση με την αξιοπιστία της. Επομένως, η μαρτυρία της παραπονούμενης απορρίπτεται στην ολότητα της. Από την αντίθετη όχθη ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του κατηγορούμενου με πολλή προσοχή και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο της, την υπόλοιπη μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή καθώς επίσης και τον τρόπο που αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν από το εδώλιο του μάρτυρα. Είμαι της άποψης ότι ούτε ο κατηγορούμενος ανέφερε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα όπως αυτά έλαβαν χώρα. Έχω διακρίνει ότι η προσπάθεια του ήταν να αποποιηθεί οποιωνδήποτε ενδεχόμενων ευθυνών έχει για το όλο επεισόδιο και προσπάθησε να περιγράψει με περισσή λεπτομέρεια πώς αυτό έλαβε χώρα σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα της παραπονούμενης για να καταδείξει ότι η καταγγελία εναντίον του είναι μια σκευωρία της παραπονούμενης. Ανεξαρτήτως της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονουμένης, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα στο Δικαστήριο με ένα ευνοϊκό κατά την άποψη του τρόπο χωρίς όμως να έχω πειστεί ότι κατά αυτό τον τρόπο εκτυλίχθηκαν τα πραγματικά γεγονότα. Το συμπέρασμα μου αυτό προκύπτει από όλο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και τον τρόπο που περιέγραψε το όλο επεισόδιο ότι έλαβε χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την προφορική του μαρτυρία, η οποία θα πρέπει να αναφερθεί παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, αντιφάσεις και στερείται πειστικότητας. Για παράδειγμα, προσπάθησε για καταδείξει αλλότριο κίνητρο στην καταγγελία από την παραπονούμενη και ότι αυτή έγινε διότι του είχε πάρει τις £2000 τις οποίες χάλασε και επειδή δεν μπορούσε να του τις επιστρέψει, έκανε την καταγγελία αυτή για να έρθει η Αστυνομία να τον πάρει και γνωρίζοντας η ίδια ότι ήταν παράνομος στην Κύπρο τότε, να τον διώξει έτσι να μην έχει υποχρέωση να του επιστρέψει τα εν λόγω χρήματα. Την εν λόγω θέση όμως, πρώτη φορά την προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την προφορική του μαρτυρία. Στην κατάθεση του, πουθενά αναφέρει αυτή τη θέση, τουλάχιστον για να ενισχύσει την εκδοχή του ότι δεν έλαβε χώρα ένα τέτοιο περιστατικό. Θα αναμενόταν να το είχε αναφέρει τότε όταν έδινε την κατάθεση του. Το ίδιο ισχύει και για το λόγο που ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη βγήκε έξω στη βεράντα φωνάζοντας και ότι αυτό το έκανε διότι ήθελε να τον μπλέξει που ήταν παράνομος. Ανεξάρτητα ή επιπρόσθετα από τα πιο πάνω όμως, η εκδοχή του αναφορικά με τον τρόπο που εκτυλίχθηκε το όλο επεισόδιο όπως αυτή καταγράφηκε στην κατάθεση του στην Αστυνομίας (τεκμήριο 7 α) και 7β)) είναι ουσιωδώς διαφορετική από αυτή που παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την προφορική του μαρτυρία. Δεν παραγνωρίζω ότι η εν λόγω κατάθεση δόθηκε από τον κατηγορούμενο σχεδόν τρία χρόνια μετά το συμβάν και ενδεχομένως να μην θυμόταν να περιγράψει με ακρίβεια κάποια γεγονότα. Παρόλα αυτά όμως, το ίδιο θα αναμενόταν να γίνει και κατά την προφορική του μαρτυρία όταν έχουν ήδη περάσει πολύ περισσότερα χρόνια. Αντιθέτως, σε αυτή δίνει μια πιο λεπτομερή περιγραφή του όλου επεισοδίου και αναφέρει γεγονότα που δεν είχε αναφέρει στην κατάθεση του ή δίνει περισσότερες λεπτομέρειες σε βαθμό όμως που διαφοροποιούν την αρχική του εκδοχή. Συγκεκριμένα, ενώ αναφέρει ότι η παραπονούμενη του κτύπησε το φλιτζάνι με τον καφέ που έπινε και το οποίο πήγε στο τοίχο, στην προφορική του μαρτυρία αναφέρει ότι πριν γίνει αυτό προηγήθηκαν ακόμη δύο κτυπήματα στο φλιτζάνι από την παραπονούμενη καθώς επίσης και ότι ο ίδιος όταν προσπάθησε να ανάψει ένα τσιγάρο και τον είχε βάλει στο στόμα, η παραπονούμενη τον πήρε και τον πάτησε στο πάτωμα. Τα γεγονότα αυτά δεν τα αναφέρει στην κατάθεση του, χωρίς να δίνει επαρκής εξηγήσεις και θεωρώ ότι τα όσα ανέφερε κατά την προφορική του μαρτυρία σκοπό είχαν να δικαιολογήσουν τον εκνευρισμό του και το κτύπημα στο τραπεζάκι όπως ο ίδιος αναφέρει. Έπειτα, αναφέρει ότι η παραπονούμενη βγήκε στη βεράντα και άρχισε να φωνάζει και για να μην τους ακούσουν οι γείτονες ο ίδιος προσπάθησε να την φέρει μέσα. Κατ΄ αρχή ο ίδιος πουθενά δεν αναφέρει στην κατάθεση του τι η παραπονούμενη φώναζε και γιατί ο ίδιος αφού την είδε να προσπαθεί να του δημιουργήσει πρόβλημα, όπως ισχυρίστηκε, δεν σηκώθηκε να φύγει και προσπάθησε με τον τρόπο που αναφέρει να την φέρει πίσω εντός της οικίας; Πέραν τούτου, ακόμη και έτσι να έχουν τα πράγματα ο ίδιος στην κατάθεση του αναφέρει ότι δεν θυμάται από πού έπιασε την παραπονούμενη για να την φέρει μέσα στο σαλόνι. Στην προφορική του μαρτυρία θυμάται και μάλιστα περιγράφει τον τρόπο και το σημείο που την έπιασε και την έφερε μέσα. Μάλιστα σε κάποιο σημείο αναφέρει ότι ενδεχομένως και το χέρι του να την κτύπησε στο λαιμό της στην προσπάθεια του να την μεταφέρει στο σαλόνι. Θεωρώ ότι η όλη προσπάθεια του να περιγράψει με περισσή λεπτομέρεια τον τρόπο που ο ίδιος προσπάθησε να φέρει στο σαλόνι την παραπονούμενη, σκοπό είχε ο τρόπος αυτός να συνάδει όσο περισσότερο γίνεται και με τα τραύματα που διαπιστώθηκε ότι η παραπονούμενη έφερε σε μια προσπάθεια του να γίνει πιστευτή η εκδοχή του. Πέραν των πιο πάνω, είναι εμφανής η προσπάθεια του κατηγορούμενου όταν σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του που περιέγραφε το όλο επεισόδιο που έλαβε χώρα του υποβαλλόταν ότι δεν τα περιέγραψε με το ίδιο τρόπο στην κατάθεση του, να επιμένει ότι έτσι τα είπε, ότι μπορεί να μην έτυχαν σωστής μετάφρασης, να λέει ότι μπορεί να μην τα έγραψε ο Αστυνομικός και σε κάποιο σημείο ανέφερε ότι ό,τι λέει στο Δικαστήριο τα είπε και στην κατάθεση του. Επίσης, φάνηκε να είχε επιλεκτική μνήμη αφού κάποια πράγματα δεν θυμόταν λόγο του χρόνου που πέρασε ενώ κάποια άλλα τα θυμόταν με πάσα λεπτομέρεια. Άξιον απορίας επίσης, είναι και το γεγονός ότι ενώ το φλιτζάνι του καφέ που κρατούσε ήταν γυάλινο και από το κτύπημα έπεσε στο πάτωμα, ο ίδιος δεν μπορούσε να πει και να θυμηθεί όπως έκανε για άλλες λεπτομέρειες κατά πόσο αυτό έσπασε ή όχι. Συγκεκριμένα είπε δεν ξέρω, δεν θυμάμαι. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω καθώς επίσης και ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία και ειδικότερα την ιατρική που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή, κρίνω ότι αυτή δεν παρέχει ασφαλή βάση για την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων και συγκεκριμένα των πραγματικών ή όλων των πραγματικών της παρούσας υπόθεσης και ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα της. NOMIKH ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000 Ν. 119(Ι)/2000 προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1), διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές. Το άρθρο 3
(1)του πιο πάνω Νόμου, δίδει την έννοια της βίας αναφέροντας ότι «Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.» Περαιτέρω, το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου αναφέρει ότι μέλος της οικογένειας σημαίνει μεταξύ άλλων άντρα και γυναίκα που έχουν συνάψει γάμο ανεξάρτητα αν αυτός υφίσταται ή όχι ή συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο. Όσον αφορά την έννοια της «πραγματικής σωματικής βλάβης», αυτή σύμφωνα με την νομολογία προκύπτει, αν έχουμε οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Eπίσης, στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Όπως προκύπτει για να έχουμε πραγματική σωματική βλάβη, δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Σε σχέση με τη 2η κατηγορία, το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα αναφέρει τα ακόλουθα: «324
(1). Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 168 αναφέρθηκε ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπό εξέταση αδικήματος δεν απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς. Συνεπώς το αδίκημα διαπράττεται είτε όταν ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι κάνει, δηλαδή όταν έχει την πρόθεση να το διαπράξει είτε όταν η πράξη του γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια. Όσον αφορά την έννοια της ζημιάς αυτή δεν περιορίζεται σε ζημιά μόνιμης φύσης (βλ. το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 431 στα πλαίσια παρόμοιου αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 1 του Αγγλικού Malicious Damage Act 1971). Το ύψος δε της ζημιάς και η ιδιοκτησία δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος (βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 255). Στην Μιχάλης Δρουσιώτης v. Αστυνομίας Λεμεσού
(1996)2 Α.Α.Δ. 189 όμως, η πρωτόδικη καταδίκη ακυρώθηκε για το λόγο ότι το Δικαστήριο δεν προέβηκε σε σαφές εύρημα αναφορικά με την ουσιαστική κυριότητα των αντικειμένων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, τα παραδεκτά γεγονότα και αυτά τα οποία έχουν προκύψει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εκείνο το οποίο προκύπτει ως πραγματικό γεγονός είναι ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη κατά την 11/08/2007 και προηγουμένως για περίοδο 6 μηνών διατηρούσαν ολοκληρωμένη σχέση και τις τελευταίες τρεις μέρες πριν την πιο πάνω ημερομηνία διέμεναν μαζί στο σπίτι της παραπονούμενης. Εν όψει του γεγονότος αυτού αλλά και της υπόλοιπης μαρτυρίας αναφορικά με το ζήτημα αυτό, η οποία να αναφερθεί δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από τα μέρη, κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του Νόμου 119
(1)/2000 και ότι η παραπονούμενη μπορεί να θεωρηθεί ως μέλος οικογένειας. Επίσης, με την αποδοχή της μαρτυρίας της ιατρού - Μ.Κ.5 και όλων των σχετικών ευρημάτων της μετά από εξέταση της παραπονούμενης την ίδια ημερομηνία, κρίνω ότι τα τραύματα που αυτή έφερε στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν πραγματική σωματική βλάβη εν τη έννοια του Νόμου. Με βάση την εν λόγω μαρτυρία, η παραπονούμενη διαπιστώθηκε ότι έφερε οίδημα - αιμάτωμα στην μετωπιαία χώρα αριστερή, ερυθρότητα άλγος στη δεξιά βρεγματική, άλγος στην αριστερή βρεγματική και άλγος στις ανώτερες αριστερές πλευρές. Επίσης, διαπιστώθηκαν εκχυμώσεις σε όλη την επιφάνεια του αριστερού αντιβραχίονα, ερυθρότητα και άλγος στην αριστερή ωμοπλάτη και επιφανειακό θλαστικό τραύμα στην δεξιά πηχεοκαρπική (1 cm). Περαιτέρω, διαπιστώθηκαν γραμμοειδείς εκδορές στην ραχιαία επιφάνεια της αριστερής παλάμης, γραμμοειδείς εκδορές στον αριστερό μαστό και μικροεκδορές στον λαιμό (μπροστά) και εκχυμώσεις σε όλο το δεξιό ώμο και δεξιά ωμοπλάτη. Επίσης, εκχυμώσεις διαπιστώθηκαν και στο αριστερό γόνατο και αριστερή κνήμη, αριστερό βραχίονα και στο δεξιό μηριαίο. Εκείνο το οποίο παραμένει μετέωρο από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή είναι κατά πόσο τα πιο πάνω τραύματα ή μέρος αυτών, προκλήθηκαν στην παραπονούμενη στις 11/08/2007 κατόπιν βίας που ασκήθηκε σε αυτήν από τον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.5 δεν ήταν σε θέση να καθορίσει ούτε τον τρόπο αλλά ούτε και τον χρόνο πρόκλησης των εν λόγω τραυμάτων. Η απόρριψη δε της εκδοχής της παραπονούμενης αναφορικά με τον τρόπο που προκλήθηκαν τα εν λόγω τραύματα και συγκεκριμένα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο άσκησε βία εναντίον της, με τον τρόπο που η ίδια περιέγραψε στο Δικαστήριο, αφήνει μετέωρη την κατηγορία αρ. 1 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και έκθετη σε απόρριψη. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε ευρήματα πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο άσκησε βία εναντίον της και με ποιο τρόπο και ότι τα τραύματα που έφερε η παραπονούμενη ήταν το αποτέλεσμα μιας τέτοιας βίας. Η δε απόρριψη και της εκδοχής του κατηγορουμένου για το τι έλαβε χώρα την συγκεκριμένη μέρα, στερεί από το Δικαστήριο και μια ενδεχόμενη δεύτερη βάση γεγονότων επί της οποίας θα μπορούσε να βασιστεί και να εξετάσει κατά πόσο η συμπεριφορά που ο ίδιος περιέγραψε ότι εκδήλωσε έναντι της παραπονούμενης, μπορεί να θεωρηθεί ως βία εν τη έννοια του Νόμου. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και συγκεκριμένα την άσκηση βίας από τον κατηγορούμενο εναντίον της παραπονούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβαίνει σε εικασίες αλλά ούτε και σε συμπεράσματα όσο εύλογα και αν είναι αυτά (βλ. Λοϊζου v. Aστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Η κατάληξη μου είναι ίδια και σε σχέση με την 2ην κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε εύρημα ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά σε καναπέ της παραπονούμενης. Η μόνη μαρτυρία που προσφέρθηκε σε σχέση με την κατηγορία αυτή προερχόταν από την παραπονούμενη και η οποία, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, απορρίφθηκε. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία και αυτού του αδικήματος Καταλήγοντας, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου στον απαιτούμενο βαθμός και ως εκ τούτου, αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο