Σταύρου Μαυρόσαββα ν. Cyprus Popular Public Co Ltd κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 18567/12, 11/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 18567/12 Μεταξύ Σταύρου Μαυρόσαββα -ν-
- Cyprus Popular Public Co Ltd
- Ανδρέα Βγενόπουλου
- Νεοκλή Λυσάνδρου
- Ευθύμιου Μπουλούτα
- Χρίστου Στυλιανίδη
- Παναγιώτη Κουννή
- Κάλια Ευσταθίου
- Αθανάσιου Ορφανίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου, 2014 Για Παραπονούμενο: κ Μελάς Για Κατηγορούμενο 2: κ. Θρασυβούλου Για κατηγορούμενο 4: κ. Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 31.01.2014 εξέδωσα ενδιάμεση απόφαση με την οποία απέρριψα το αίτημα που υπέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονούμενου για παραπομπή νομικού ερωτήματος στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ενόψει του αποτελέσματος της πιο πάνω απόφασης και σύμφωνα με τις οδηγίες που είχαν δοθεί από τις 23.01.2014, οι συνήγοροι προχώρησαν σε προφορικές αγορεύσεις σε σχέση με το ζήτημα που έθιξε ο κ. Μελάς, ότι δηλαδή δεν είμαι ο «φυσικός» Δικαστής της υπόθεσης. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος ενώπιον μου αγόρευσαν ο κ. Μελάς και ο κ. Χαβιαράς υποστηρίζοντας ότι δεν είμαι ο «φυσικός» Δικαστής της υπόθεσης, ενώ ο κ. Θρασυβούλου δεν θέλησε να τοποθετηθεί δηλώνοντας ότι ο πελάτης του, Κατηγορούμενος 2, θα σεβαστεί την όποια απόφαση του Δικαστηρίου. Το πλήρες περιεχόμενο των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου 4, ως επίσης και η δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 έχει καταγραφεί στα πρακτικά και πιο κάτω θα γίνει αναφορά στα κύρια σημεία των επιχειρημάτων που επικαλέστηκαν οι συνήγοροι. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ένα σύντομο ιστορικό των όσων προηγήθηκαν σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 4, τα οποία συνιστούν και το υπόβαθρο της εισήγησης του κ. Μελά ότι «φυσικός» Δικαστής της υπόθεσης είναι ο αδελφός Δικαστής Φυλακτού, εισήγηση την οποία ασπάστηκε και ο κ. Χαβιαράς. Στις 02.05.13 εκδόθηκε από τον αδελφό Δικαστή Φυλακτού στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης, αιτιολογημένη ενδιάμεση απόφαση με την οποία έκρινε ότι οι επιδόσεις των κατηγορητηρίων στους Κατηγορούμενους 2 και 4 δεν ήταν νομότυπες και έγκυρες για τους λόγους που εξηγούνται στην ενδιάμεση απόφαση του. Ως αποτέλεσμα έγινε εκ νέου επίδοση των κατηγορητηρίων στους πιο πάνω αναφερόμενους Κατηγορούμενους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των οποίων ήγειραν και πάλι θέμα αντικανονικής επίδοσης. Ως εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα στις 12.12.
- Στις 02.12.13, έλαβε χώρα η τοποθέτηση μου στην παρούσα δικαιοδοσία και κατά συνέπεια μου ανατέθηκε και η εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης. Στις 12.12.13, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για αγορεύσεις και τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον μου, εγέρθηκε, μεταξύ άλλων, από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Παραπονούμενου ζήτημα κατά πόσο ενόψει της αλλαγής Δικαστή υπάρχει πρόβλημα στην συνέχιση της διαδικασίας. Ουσιαστικά, αυτό το οποίο έθιξε ο κ. Μελάς είναι το κατά πόσο είμαι ο «φυσικός» Δικαστής της υπόθεσης λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος της έκδοσης της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης από τον αδελφό Δικαστή Φυλακτού. Στην συνέχεια, υποβλήθηκε από τον κ. Μελά αίτημα για παραπομπή του πιο πάνω ζητήματος στο Ανώτατο Δικαστήριο, υπό μορφή νομικού ερωτήματος, το οποίο αίτημα απέρριψα με την ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 31.01.
- Ο κ. Μελάς, στηριζόμενος στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημοκρατία v. Ford (Αρ.1)
(1995)2 Α.Α.Δ 29, εισηγήθηκε ότι ο αδελφός Δικαστής Φυλακτού με την απόφαση του ημερομηνίας 02.05.13 έθεσε την σφραγίδα του στην υπόθεση, καθορίζοντας την παραπέρα πορεία της. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Μελάς υποστήριξε ότι ο πελάτης του συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της απόφασης ημερομηνίας 02.05.13 και η επίδοση των κατηγορητηρίων στους Κατηγορούμενους 2 και 4 έγινε σύμφωνα με τις υποδείξεις που περιλαμβάνονται στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση. Τέλος, ανέφερε ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι όμοια με εκείνα της Ford. Ο κ. Χαβιαράς εστίασε την επιχειρηματολογία του στο ότι με την ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 31.01.14 κατέληξα σε εύρημα ότι η «δίκη» της υπόθεσης είχε ξεκινήσει όταν εκδόθηκε στις 02.05.2013 η επίμαχη ενδιάμεση απόφαση. Επομένως, κατά τον κ. Χαβιαρά, δεν επιτρέπεται να συνεχίσει η «δίκη» με διαφορετική σύνθεση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ford ανωτέρω, τέθηκαν οι αρχές σχετικά με τις επιπτώσεις στην εκδίκαση ποινικών υποθέσεων όταν μεσολαβήσει αλλαγή στη σύνθεση του Κακουργιοδικείου. Τα όσα νομολογήθηκαν στη Ford, θεωρώ ότι δεν περιορίζονται μόνο στις περιπτώσεις που η αλλαγή λαμβάνει χώρα στη σύνθεση του Κακουργιοδικείου αλλά επεκτείνονται και εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει αλλαγή στη σύνθεση οποιουδήποτε Δικαστηρίου που ασκεί ποινική δικαιοδοσία. Όπως έχω ήδη αναφέρει, οι αρχές που διέπουν το επίδικο ζήτημα έχουν τεθεί στην υπόθεση Ford και έχουν υιοθετηθεί και στην μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ευθυμίου v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ
- Στη Ford, το Κακουργιοδικείο μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, με βάση το άρθρο 148 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, επεφύλαξε για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο τα πιο κάτω νομικά ζητήματα:
- Κατά πόσο η έναρξη της «δίκης», όπως ο όρος «δίκη» συναντάται στην επιφύλαξη του άρθρου 5
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων, προσδιορίζεται με βάση τη συγκεκριμένη υφή της διεξαχθείσας διαδικασίας, ή συνδέεται πάντοτε με την απάντηση του κατηγορουμένου στην κατηγορία. 2. Αν στο πρώτο μέρος του πιο πάνω ερωτήματος
(1)η απάντηση είναι καταφατική, κατά πόσο η έκδοση από το Κακουργιοδικείο της ενδιάμεσης απόφασης του, ημερομηνίας 2 Δεκεμβρίου, 1994, με την οποία αποφάσισε ότι μπορεί να εξετάσει παράπονο των κατηγορουμένων για ισχυριζόμενη παραβίαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων σε σχέση με την εμπιστευτικότητα στην επικοινωνία με τους δικηγόρους τους, όπως προκύπτει από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, σηματοδοτεί την έναρξη της δίκης. 3. Αν η απάντηση στο ερώτημα
(2)είναι καταφατική, κατά πόσο η σύνθεση του Κακουργιοδικείου πρέπει να παραμείνει μέχρι πέρατος της δίκης η ίδια με εκείνη με την οποία εξέδωσε την ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 2 Δεκεμβρίου
- Κατά πόσο το Κακουργιοδικείο μπορούσε να επιληφθεί και να εξετάσει το θέμα της σύνθεσής του, ενόψει της εκκρεμότητας της γνωμάτευσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο Υπόμνημα
- Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε κατά πλειοψηφία - δέκα προς ένα - ότι στις 9 Ιανουαρίου, 1995, όταν ο κ. Α. Κραμβής, Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής όπως ήταν τότε, προήχθη στη θέση Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου, η υπόθεση εκδικαζόταν μέσα στην έννοια της επιφύλαξης του Άρθρου 5
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως 1992. Ως εκ τούτου, η δίκη έπρεπε να συνεχιστεί μέχρι να συμπληρωθεί με την ίδια σύνθεση του Κακουργιοδικείου - (με τη συμμετοχή δηλαδή του προαχθέντα) - με βάση την επιφύλαξη του Άρθρου 5
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Το σκεπτικό της πλειοψηφίας παρατίθεται στο πιο κάτω απόσπασμα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «... Η αγγλική νομολογία, όπως ορθά επισήμανε το Κακουργιοδικείο στο πλαίσιο του δικού του προβληματισμού, δεν μπορεί να υιοθετηθεί ως αποδίδουσα την πραγματικότητα στην Κύπρο. Ενόψει των ρητών διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, η 'δίκη' είναι έννοια ευρύτερη της 'ακρόασης' που αποτελεί μέρος της και περιλαμβάνει, επαναλαμβάνουμε, κάθε δικαστική διαδικασία μετά την καταχώριση του κατηγορητηρίου. Συμφωνούμε με την κατηγορούσα αρχή πως με γνώμονα τον πρόδηλο στόχο αλλά και το λεκτικό της επιφύλαξης στο άρθρο 5 του Νόμου14/60, η έννοια των όρων 'ενώ εκδικάζεται' και 'δίκη' είναι στενότερη, αλλά όχι με τον τρόπο και στο βαθμό που εισηγήθηκε. Η επιφύλαξη δεν παραπέμπει σε κάποια διαδικαστικά στεγανά, χρονικά ή άλλα, αλλά, όπως ορθά εκτίμησε το Κακουργιοδικείο, στη συγκεκριμένη υφή της διαδικασίας που διεξάχθηκε. Οσάκις, για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση του Κακουργιοδικείου, 'το Δικαστήριο επιλαμβάνεται θέματος σχέση έχοντος με τις εγγενείς ανάγκες της υπόθεσης, θέτοντας έτσι, η σύνθεση του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται του θέματος τη δική της σφραγίδα σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις', ενεργοποιείται η επιφύλαξη στο άρθρο 5 του Νόμου 14/
- Το θέμα που εξετάστηκε από το Κακουργιοδικείο και η ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε σε σχέση προς αυτό υποθεμελιώνουν την πορεία της δίκης, και καλύπτονται από το πιο πάνω κριτήριο. Η ανάληψη της υπόθεσης από νέα σύνθεση, με δοσμένη και ισχύουσα τη διαδικασία που προηγήθηκε, θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη δέσμευσή του, ενώ η εξ αρχής διεξαγωγή της διαδικασίας θα καταστρατηγούσε τον πρόδηλο στόχο της επιφύλαξης.» Επομένως, αυτό το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί και στην παρούσα υπόθεση είναι το κατά πόσο το ζήτημα που εξετάστηκε και η ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε σε σχέση με αυτό στις 02.05.13 υποθεμελιώνει την πορεία της δίκης. Το Δικαστήριο, υπό την προηγούμενη σύνθεση του στην επίμαχη ενδιάμεση απόφαση του, εξέτασε την νομιμότητα των επιδόσεων που είχαν γίνει στους Κατηγορούμενους 2 και 4 και αποφάσισε ότι αυτές δεν ήταν έγκυρες. Καταρχάς θεωρώ ότι το ζήτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση του, δηλαδή η εγκυρότητα της επίδοσης των κατηγορητηρίων, δεν είναι τέτοιο που μπορεί να υποθεμελιώσει την πορεία της δίκης. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης, πραγματοποιηθήκαν νέες επιδόσεις στους Κατηγορούμενους 2 και 4, οι συνήγοροι των οποίων έθεσαν εκ νέου ζήτημα αντικανονικής επίδοσης, η εκδίκαση του οποίου εκκρεμεί. Είναι επομένως φανερό ότι μετά την επίμαχη ενδιάμεση απόφαση, έλαβε χώρα ένα νέο γεγονός, ήτοι η νέα επίδοση των κατηγορητηρίων. Ενόψει των πιο πάνω δεν τίθεται, κατά την άποψη μου, ζήτημα υποθεμελίωσης της πορείας της δίκης. Δεν προκαθόρισε το Δικαστήριο με την προηγούμενη σύνθεση του την πορεία της δίκης και ούτε η απόφαση του συνιστά δέσμευση του παρόντος Δικαστηρίου, αφού το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση του θα κληθεί εκ νέου να αποφασίσει για την επίδοση των κατηγορητηρίων με βάση τα νέα δεδομένα που θα τεθούν ενώπιον του. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ευθυμίου ανωτέρω (η υπογράμμιση είναι δική μου): « Σύμφωνα με τη νομολογία το υπό νέα σύνθεση Κακουργιοδικείο θα μπορούσε να θεωρήσει τον εαυτό του μη δεσμευμένο από την επίμαχη ενδιάμεση απόφαση και να προβεί σε αναθεώρηση της μόνο σε περίπτωση που μετά την έκδοση της είχε προκύψει κάτι το νέο (Βλ.Wright [1990] 90 Cr. App. R. 325, 339* - Βλ. επίσης Southwark (πιο πάνω).» Περαιτέρω δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση που εξέφρασε ο κ. Μελάς ότι το Δικαστήριο με την επίμαχη ενδιάμεση απόφαση του καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση των κατηγορητηρίων στους Κατηγορούμενους 2 και
- Από την μελέτη της πιο πάνω απόφασης δεν έχω διαπιστώσει κάτι τέτοιο. Το Δικαστήριο εξέτασε τις διάφορες νομοθετικές διατάξεις που επικαλέστηκαν οι συνήγοροι και αποφάνθηκε ότι οι επιδόσεις δεν ήταν νομότυπες. Δεν διαπιστώνω ότι προέβη σε οποιαδήποτε υπόδειξη προς τον Παραπονούμενο ως προς τον τρόπο επίδοσης των Κατηγορητηρίων. Διαφωνώ επίσης με την εισήγηση του κ. Χαβιαρά ότι ενόψει της διαπίστωσης μου που περιλαμβάνεται στην απόφαση μου ημερομηνίας 31.01.14 περί έναρξης της «δίκης» όταν εκδίδετο η επίμαχη ενδιάμεση απόφαση, το γεγονός αυτό οδηγεί άνευ ετέρου στο συμπέρασμα πως «φυσικός» Δικαστής της υπόθεσης είναι ο αδελφός Δικαστής Φυλακτού. Εδώ ακριβώς έγκειται η σημασία των νομολογηθέντων στη Ford, τα οποία εμφαίνονται και στο απόσπασμα που έχω παραθέσει πιο πάνω. Σημασία δεν έχει η έναρξη της «δίκης», όπως η έννοια αυτή ερμηνεύθηκε στην εν λόγω απόφαση, αλλά η συγκεκριμένη υφή της διαδικασίας που διεξάχθηκε. Αποφασιστικός παράγοντας δεν είναι επομένως οποιαδήποτε διαδικαστικά στεγανά χρονικά ή άλλα, αλλά το κατά πόσο το ζήτημα που εξετάστηκε και η επίμαχη ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε σε σχέση με αυτό υποθεμελιώνει την πορεία της δίκης και συνιστά δέσμευση του υπό νέα σύνθεση Δικαστηρίου. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, θεωρώ ότι εν προκειμένω κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ πως δεν υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα για να εκδικαστεί η παρούσα υπόθεση ενώπιον μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο