← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΔΩΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2249/2011, 24/2/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΔΩΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2249/2011, 24/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2249/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΑΔΩΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 24.02.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Σ. Παπαλαζάρου για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Χ. Ζόππος Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1 και 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 03.09.10 στην Έμπα της επαρχίας Πάφου απείλησε τον Σόλωνα και την Alla Bibiseva Χατζησολωμού ότι θα επαγάγει βλάβη στα πρόσωπα τους με τη φράση «Οι σιήλλοι μου είναι η οικογένεια μου και όποιος τα βάλει μιτά μου, εν να σας κάμω να φύεται που δαμέ και θα σας σκοτώσω να μείνεται δαμέ, τζιε να φύετε. Πρέπει να αλλάξετε ονόματα γιατί θα σας έβρω και θα σας σκοτώσω.» Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες και συγκεκριμένα τον πρώτο παραπονούμενο Σόλωνα Χατζησολωμού (ΜΚ1), τον αστυφύλακα 2087 Γιώργο Τσιουπή (ΜΚ2) και την δεύτερη παραπονούμενη Alla Bibiseva Χατζησολωμού (ΜΚ3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 7 τεκμήρια. Ο ΜΚ1, Σ. Χατζησολωμού, είναι ένας εκ των δύο παραπονούμενων στην υπόθεση και στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε 4 γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία ημερομηνίας 03.09.10, 06.09.10, 08.09.10 και 09.09.10 αντίστοιχα ως Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε. Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 1 και 2, η οικία των παραπονούμενων, οι οποίοι μεταξύ τους είναι ζευγάρι, συνορεύει με την οικία του κατηγορουμένου, η δε οικίες τους επίσης συνορεύουν και διαχωρίζονται με μεταλλικό πλέγμα. Όπως ο ΜΚ1 δηλώνει στο εν λόγω έγγραφο, εντός της αυλής του κατηγορουμένου υπάρχουν διάφοροι σκύλοι που προκαλούν οχληρία και δυσοσμία. Για το λόγο αυτό ο ΜΚ1 αποτάθηκε στον κοινοτάρχη Έμπας για να λάβει τα απαραίτητα μέτρα. Στις 03.09.10 και περί ώρα 14:00 και ενώ οι παραπονούμενοι βρίσκονταν εντός της οικίας τους, ο κατηγορούμενος βγήκε στην αυλή του φωνάζοντας ότι ο ΜΚ1 τον είχε καταγγείλει και παράλληλα εκστομίζοντας βρισιές και απειλές. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος στεκόταν στο μεταλλικό πλέγμα της αυλής του και απευθυνόμενος στους παραπονούμενους είπε «Οι σιήλλοι μου είναι η οικογένεια μου και όποιος τα βάλει μιτά μου, εν να σας κάμω να φύεται που δαμέ και θα σας σκοτώσω να μείνεται δαμέ, τζιε να φύετε. Πρέπει να αλλάξετε ονόματα γιατί θα σας έβρω και θα σας σκοτώσω.» Ευθύς ο ΜΚ1 επικοινώνησε με την αστυνομία λέγοντας ότι κινδυνεύει η ζωή τους από τον κατηγορούμενο με την σύζυγο του ΜΚ1 (δεύτερη παραπονούμενη) να είναι τρομοκρατημένη από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενο, τον οποίο θεωρούσαν επικίνδυνο και εγκληματικό στοιχείο ένεκα πληροφόρησης που έτυχαν ότι στο παρελθόν είχε εγκλειστεί στις Κεντρικές Φυλακές λόγω διάπραξης ποινικών αδικημάτων. Ακολούθως στο μέρος μετέβηκαν δύο αστυνομικοί, οι επισκέφτηκαν τον κατηγορούμενο στην οικία του. Με την αποχώρηση των αστυνομικών περί ώρα 16:00, ο κατηγορούμενος άρχισε εκ νέου να φωνάζει και να τους απειλεί με την ίδια φράση και συγκεκριμένα ότι θα τους τιμωρήσει και θα τους σκοτώσει, χωρίς όμως οι παραπονούμενοι να του μιλήσουν ή να του δώσουν οποιαδήποτε σημασία. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος τοποθέτησε μία επιγραφή πάνω στο μεταλλικό πλέγμα χρώματος κόκκινου που έγραφε "Beware of dog", στο πλευρό της οποίας υπήρχε ένα όπλο που σημαδεύει την οικία των παραπονούμενων. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η παρούσα υπόθεση δημιουργήθηκε στις 03.09.10 όταν το πρωί της ημέρας αυτής το υγειονομείο ήλθε στην οικία του κατηγορουμένου και προέβηκε σε επί τόπου επιθεώρηση σχετικά με το εκτροφείο επικίνδυνων σκύλων που ο κατηγορούμενος διατηρούσε κάτω από τα παράθυρα των υπνοδωματίων των παραπονούμενων με αποτέλεσμα όταν ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε γι' αυτό προέβηκε σε απειλές, οι οποίες απευθύνονταν στους παραπονούμενους. Ειδικότερα, όπως ο ΜΚ1 εξήγησε, ο κατηγορούμενος πηγαινοερχόταν στο μεταλλικό πλέγμα, κουνούσε τα χέρια του, ούρλιαζε κυριολεκτικά, μούγκριζε και ακουγόταν σε ολόκληρη την περιοχή. Γύρισε και κοίταξε τους παραπονούμενους με τους οποίους είχε οπτική επαφή. Σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης αν ο εκφοβισμός ή απειλή από τον κατηγορούμενο έγινε με σκοπό να γίνει κάτι ή να αποφύγει να γίνει κάτι, ο ΜΚ1 απάντησε ότι επρόκειτο απειλή εκδίκησης. ΜΚ2 ήταν ο αστυφύλακας 2087 Γιώργος Τσιουπής που υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού. Στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε τη κατάθεση του ως Τεκμήριο 5, γραπτό αστυνομικό έντυπο κατηγορίας ημερομηνίας 01.10.10 ως Τεκμήριο 6 και την γραπτή κατάθεση της δεύτερης παραπονούμενης ημερομηνίας 09.09.10 μαζί με πιστή μετάφραση αυτής στην ελληνική γλώσσα ιδίας ημερομηνίας ως Τεκμήρια 7Α και 7Β. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, ο ΜΚ1 κατάγγειλε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου ότι ο κατηγορούμενος και γείτονας του απείλησε τον ίδιο και τη σύζυγο του. Ακολούθως ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε στην οικία του κατηγορουμένου όπου και του έκανε αυστηρές συστάσεις. Τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν η σύζυγος του ΜΚ1 και δεύτερη παραπονούμενη Alla Bibiseva Χατζησολωμού (ΜΚ3). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της η εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία υποδεικνύοντας τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που μέσα από αυτή κατονομάζει σαν Άδωνη Χαραλαμπίδη. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7Β, η οικία της μάρτυρας αυτής βρίσκεται δίπλα από την οικία του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει πολλούς σκύλους. Οι σκύλοι αυτοί δημιούργησαν προβλήματα στην διαβίωση της παραπονούμενης και του συζύγους της (ΜΚ1)καθότι προκαλείται θόρυβος από τα γαυγίσματα τους όλη μέρα και όλη νύχτα καθώς και μυρωδιά από την κακή κατάσταση τους. Παράλληλα, οι μικροί σκύλοι κλαίνε τη νύχτα προκαλώντας επιπρόσθετη φασαρία. Σε σχέση με τα γεγονότα της 03.09.10, το εν λόγω έγγραφο σημειώνει ότι την ημέρα εκείνη μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Έμπας μετέβηκε στην οικία του κατηγορουμένου από τον οποίο ζήτησε να απομακρύνει τους σκύλους. Επειδή ο κατηγορούμενος θεώρησε ότι αυτή μαζί με τον σύζυγο της και πρώτο παραπονούμενος της υπόθεσης αυτής (ΜΚ1) που είχαν καλέσει τα μέλη του κοινοτικού συμβουλίου μετά από σχετικό παράπονο τους για τους σκύλους του, ο κατηγορούμενος περί ώρα 14:00 βγήκε στην αυλή του και άρχισε να φωνάζει και να ουρλιάζει εκστομίζοντας απειλές, μία εκ των οποίων ήταν η επίμαχη φράση που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών του κατηγορητηρίου. Ακολούθως κλήθηκε η αστυνομία από τα μέλη της οποίας που μετέβηκαν στην οικία της και έλαβαν κατάθεση ζητήθηκε να γίνουν προς τον κατηγορούμενο αυστηρές παρατηρήσεις έτσι ώστε αυτός να σταματήσει να τους εκφοβίζει, πράγμα που έγινε. Όταν όμως η αστυνομία έφυγε από την οικία του ο κατηγορούμενος άρχισε πάλι να φωνάζει και να απειλεί ότι θα σκοτώσει την μάρτυρα και το σύζυγο της. Όπως ακόμη αναφέρεται στο Τεκμήριο 7Β, τόσο η ΜΚ3 όσο και ο σύζυγος της φοβούνται για τη ζωή τους και ζήτησαν προστασία από την αστυνομία. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ3, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε πως στις 03.09.10 ο κατηγορούμενος έτρεχε δίπλα από την οικία τους και απειλούσε να σκοτώσει την ίδια και το σύζυγο της. Η εν λόγω μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι η επίμαχη φράση που σημειώνεται στις λεπτομέρειες των απευθυνόταν στην ίδια και τον ΜΚ1 αφού ο κατηγορούμενος ομιλούσε σ' αυτούς και κουνούσε τα χέρια του προς αυτούς. Την ίδια ο κατηγορούμενος την είδε που στεκόταν στο παράθυρο της κουζίνας ενώ γνώριζε ότι και ο σύζυγος της βρισκόταν εντός της οικίας του. Όπως η μάρτυρας αυτή είπε, οι φωνές του κατηγορουμένου ακούγονταν σε ολόκληρη ην περιοχή της Έμπας. Η ΜΚ3 πίστεψε ότι ο κατηγορούμενος θα υλοποιούσε την απειλή του. Σύμφωνα ακόμη με την ίδια, ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε με τον τρόπο αυτό επειδή επιθυμούσε να τους εκδικηθεί λόγω του ότι οι παραπονούμενοι στράφηκαν εναντίον των σκύλων του. Το παράπονο τους προκάλεσε άσχημη εντύπωση και ο ίδιος κρίνεται ικανός για οτιδήποτε. Ο δε κατηγορούμενος προέβηκε σε χωρίς όρκο δήλωση λέγοντας ότι ουδέποτε απείλησε ή εκφόβισε τους παραπονούμενους ή οποιονδήποτε άλλο. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ουσιαστικά η απειλή του κατηγορουμένου στρεφόταν προς την κατεύθυνση των σκύλων και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει τον κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία του κατηγορητηρίου. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε ότι μέσα από την εκδίκαση της υπόθεση δεν κατέστη δυνατό να γίνει γνωστό για ποιον κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος καθότι έχουν αναφερθεί δύο διαφορετικά ονόματα για τα οποία δεν δόθηκε μαρτυρία ως προς το αν επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο. Επίσης, είναι η νομική θέση του κυρίου Ζόππου ότι η προειδοποιητική πινακίδα που ο κατηγορούμενος τοποθέτησε ήταν υποχρεωτική με βάση τη σχετική νομοθεσία περί σκύλων ενώ το όπλο που απεικονιζόταν σ' αυτή ήταν διακοσμητικού χαρακτήρα. Περαιτέρω, με παραπομπή σε συναφή με την κατηγορία που ο πελάτης του αντιμετωπίζει νομολογία και με αναφορά σε μαρτυρία προερχόμενη από τους ΜΚ1 και ΜΚ3, ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως υπέβαλε ότι ελλείπει το συστατικό στοιχείο εκφοβισμού προσώπου για να διενεργήσει πράξη για την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να ενεργήσει ή να παραλείψει πράξη για την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει. Επιπλέον, είναι η νομική θέση του κυρίου Ζόππου ότι η επίμαχη απειλητική φράση είναι κενού περιεχομένου. Στη βάση αυτών, ο συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Ο ΜΚ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήλθε στο Δικαστήριο και περίγραψε τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Μέσα από την δια ζώσης κατάθεση του κρίνω ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Χωρίς προσχεδιασμό απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Το περιεχόμενο των απαντήσεων που έδωσε φανερώνει άτομο απελπισμένο και ταυτόχρονα τρομερά ανήσυχο για την αρνητική και θα έλεγα χωρίς υπερβολή επικίνδυνη τροπή που έλαβαν οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο με τον οποίο είναι γείτονας και συγγενής, εξαιτίας μιας κατάστασης που φαίνεται να χρονολογείται και να σχετίζεται με την παρουσία σκύλων στην αυλή της οικίας του κατηγορουμένου η οποία διαχωρίζεται από την αυλή της οικίας των παραπονούμενων με ένα μεταλλικό πλέγμα. Μιας κατάστασης που ο κατηγορούμενος αγωνιωδώς επιθυμεί να λύσει αναζητώντας παράλληλα βοήθεια και προστασία για κάτι τέτοιο από την αστυνομία. Από τη μια τα χρόνια προβλήματα οχληρίας και φόβου που οι διάφοροι σκύλοι φαίνεται να προκαλούσαν στους παραπονούμενους με την εκεί παρουσία τους πράγμα που τους υποχρέωσε να προβούν σε καταγγελία στο Κοινοτικό Συμβούλιο Έμπας με τον κοινοτάρχη του οποίου να ειδοποιεί το υγειονομικό τμήμα το οποίο στα πλαίσια επίλυσης της κατάστασης αποφάσισε την απομάκρυνση των σκύλων και από την άλλη η υπερβολική αγάπη που ο κατηγορούμενος έτρεφε στα σκυλιά του γεγονός που τον καθιστούσε αδύναμο να αποδεχτεί κάτι τέτοιο θεωρώντας αποκλειστικούς υπεύθυνους τους παραπονούμενους για την εξέλιξη αυτή, ήταν η πηγή που προκάλεσε τα δύο επίδικα περιστατικά της 03.09.10 και συγκεκριμένα περί ώρα 14:00 και 16:00 αντίστοιχα. Όσον αφορά την μαρτυρία του ΜΚ1, καταλήγω ότι αυτή είναι γνήσια και περιέχει τα προσωπικά βιώματα του εν λόγω μάρτυρα κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου δίχως στοιχεία υπερβολής και ταυτόχρονα απαλλαγμένη από αλλότρια κίνητρα ή σκοπούς. Ο δε μάρτυρας δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του. Κάποια επιμέρους σημεία που αναφέρθηκαν στη δια ζώσης μαρτυρίας του και δεν περιλαμβάνονται στις γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία δεν διαφοροποιούν την θετική εικόνα που δημιούργησε στο Δικαστήριο και ούτε του αφαιρούν την ταυτότητα του ειλικρινούς μάρτυρα καθότι αυτά φυσιολογικά λέχθηκαν από τον μάρτυρα μέσα από την πορεία και γραμμή αντεξέτασης που είχε από το συνήγορο υπεράσπισης. Αξιολογώντας την μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολο της, τόσο της δια ζώσης της όσο και τα Τεκμήρια 1 και 2, δέχομαι, ανάμεσα σ' άλλα, ότι στις 03.09.10 και περί ώρα 14:00 και ενώ οι παραπονούμενοι βρίσκονταν εντός της οικίας τους, ο κατηγορούμενος βγήκε στην αυλή του και, αφού πηγαινοερχόταν στο μεταλλικό πλέγμα της αυλής του με κατεύθυνση την οικία των παραπονούμενων που γύρισε και κοίταξε και με τους οποίους είχε οπτική επαφή, φώναζε ότι ο ΜΚ1 τον είχε καταγγείλει και παράλληλα εκστομίζοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Οι σιήλλοι μου είναι η οικογένεια μου και όποιος τα βάλει μιτά μου, εν να σας κάμω να φύεται που δαμέ και θα σας σκοτώσω να μείνεται δαμέ, τζιε να φύετε. Πρέπει να αλλάξετε ονόματα γιατί θα σας έβρω και θα σας σκοτώσω." Ο κατηγορούμενος κουνούσε τα χέρια του, ούρλιαζε κυριολεκτικά και μούγκριζε, γεγονός που τον έκανε να ακούγεται σε ολόκληρη την περιοχή της Έμπας. Περαιτέρω, αποδέχομαι ότι συνεπεία της πιο πάνω συμπεριφοράς του κατηγορουμένου οι παραπονούμενοι κάλεσαν την αστυνομία, μέλη της οποίας μετέβησαν στην οικία του κατηγορουμένου όπου προέβησαν σε παρατηρήσεις. Ωστόσο με την αποχώρηση των αστυνομικών περί ώρα 16:00, ο κατηγορούμενος άρχισε εκ νέου να φωνάζει και να δηλώνει ότι θα τους τιμωρήσει και θα τους σκοτώσει, χωρίς οι παραπονούμενοι να του μιλήσουν ή να του δώσουν οποιαδήποτε σημασία. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος τοποθέτησε μία επιγραφή πάνω στο μεταλλικό πλέγμα χρώματος κόκκινου που έγραφε "Beware of dog", στο πλευρό της οποίας υπήρχε ένα όπλο που σημάδευε την οικία των παραπονούμενων. Η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου υπό το φως της προσαχθείσας μαρτυρίας του ΜΚ1 στο σύνολο της σε συνδυασμό με το κίνητρο που ο κατηγορούμενος είχε για να αισθάνεται έτσι από τους παραπονούμενους αλλά και τα χρονικά σημεία που επέλεξε να εκδηλώσει την συμπεριφορά του όχι μία αλλά δύο φορές την ίδια ημέρα, αποκαλύπτει ότι ο κατηγορούμενος όντως εκστόμισε την επίμαχη φράση του κατηγορητηρίου, η οποία σαφώς και χωρίς δεύτερη σκέψη καθίσταται αντιληπτή ότι απευθυνόταν προς τους παραπονούμενους με τους οποίους είχε διαφορές και αισθανόταν οργή για την ενέργεια τους να μεριμνήσουν για να ειδοποιηθεί το υγειονομικό τμήμα, η μετάβαση του οποίου στην οικία του κατηγορουμένου της 03.09.10 το πρωί ενείχε το ενδεχόμενο απομάκρυνσης των σκύλων του, τους οποίους και αγαπούσε. Στη βάση αυτών αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 ως ορθή, αληθής και αξιόπιστη στο βαθμό και την έκταση όμως που αφορά τα γεγονότα των περιστατικών της 03.09.10, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 1 και 2, το περιεχόμενο των οποίων, κατόπιν αξιολόγησης τους, κρίνω ορθό, αληθές και αξιόπιστο. Αντίθετα, στα Τεκμήρια 3 και 4 τα οποία παραπέμπουν σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν στις 08.09.10 και 09.09.10, δηλαδή σε χρονικές στιγμές διαφορετικές από αυτή που περιέχεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών και συνεπώς δεν σχετίζονται με τα ουσιώδη γεγονότα και χρόνο του κατηγορητηρίου, προσδίδω μηδενική βαρύτητα. Τα όσα ανάφερα για τον ΜΚ1 ισχύουν και για την ΜΚ3, των οποίων οι μαρτυρίες συνάδουν και αλληλοεπιβεβαιώνονται. Μεταξύ άλλων, οι δηλώσεις της ότι ο κατηγορούμενος περί ώρα 14:00 βγήκε στην αυλή του και άρχισε να φωνάζει και να ουρλιάζει εκστομίζοντας απειλές, μία εκ των οποίων ήταν η επίμαχη φράση που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών του κατηγορητηρίου καθώς και το ότι κουνούσε τα χέρια του προς τους παραπονούμενους επαληθεύουν την μαρτυρία του ΜΚ1 ότι όντως ειπώθηκε η εν λόγω φράση από τον κατηγορούμενο απευθυνόμενος και στους δύο παραπονούμενους. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΚ3 ως ορθή, αληθής και αξιόπιστη στο βαθμό και την έκταση που αυτή αφορά τα γεγονότα του επεισοδίου της 03.09.10. Μαζί με αυτή αποδέχομαι, κατόπιν αξιολόγησης, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7Β που επίσης κρίνω ότι είναι ορθό, αληθές και αξιόπιστο στο βαθμό και την έκταση που αφορά τα γεγονότα των περιστατικών της 03.09.10. Η μαρτυρία του ΜΚ2, αστυφύλακα 2087 Γιώργου Τσιουπή, ήταν τυπικής φύσεως αφού εστιάζεται στην καταγραφή της καταγγελίας του ΜΚ1 υπό τη μορφή λήψης σχετικής κατάθεσης (Τεκμήριο 1), στην μετάβαση του στην οικία του κατηγορουμένου στις 03.09.10 προς τον οποίο έκανε αυστηρές συστάσεις σε σχέση με το πρώτο περιστατικό της ημέρας εκείνης και συγκεκριμένα περί ώρα 14:00, καθώς και στο γεγονός ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο με τις κατηγορίες του παρόντος κατηγορητηρίου. Οι ενέργειες του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ2 υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έκαμε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 5. Επίσης, κατόπιν αξιολόγησης του, αποδέχομαι το Τεκμήριο 6, που είναι οι γραπτές κατηγορίες προς τον κατηγορούμενο μόνο ως αδιαμφισβήτητη ενέργεια που έγινε από μέρους του μάρτυρα αυτού. Η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε δύο διαφορετικά ονόματα ως παραπονούμενο χωρίς όμως να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο πέφτει στο κενό χωρίς να έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Κατ' αρχήν το όνομα της ΜΚ3 ως μία εκ των δύο παραπονούμενων και συζύγου του ΜΚ1 ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά τον ΜΚ1 πράγματι υπάρχουν καταθέσεις που παρουσιάζουν το πρώτο όνομα του ως Σόλωνα ενώ άλλες σαν Σολωμός. Ο ίδιος, κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης του Δικαστηρίου, επιβεβαίωσε ότι το πρώτο όνομα του είναι Σολωμός. Με δεδομένο ότι: (α) Το επίθετο του ΜΚ1 δεν τελεί υπό αμφισβήτηση και (β) Παρέμεινε αναντίλεκτο ότι το πρόσωπο που εμφανίστηκε στο δικαστήριο και κατέθεσε ως ΜΚ1 είναι ο δεύτερος παραπονούμενος και (γ) Ο ΜΚ1 είναι σύζυγος της ΜΚ3 και διαμένουν μαζί και (δ) Παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός ότι η οικία των ΜΚ1 και ΜΚ3 συνορεύει με την οικία του κατηγορουμένου καθώς επίσης και το ότι η αυλή των πρώτων διαχωρίζεται από την αυλή του δεύτερου με μεταλλικό πλέγμα και (ε) Ουδέποτε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής ο συνήγορος υπεράσπισης προώθησε εκδοχή ότι ο ΜΚ1 δεν ήταν ένα από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα της υπόθεσης αυτής. (στ) Ουδέποτε ο συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε ότι ο ΜΚ1 ήταν το πρόσωπο που προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του κατηγορουμένου στις 03.09.10 αλλά και το ότι ήταν ένα από τα δύο πρόσωπα που έδωσαν καταθέσεις στην αστυνομία για την υπόθεση αυτή. Ο συνδυασμός των προαναφερόμενων καθιστά άνευ σημασίας αν το μικρό όνομα του κυρίου Χαζησολωμού, ΜΚ1 στην παρούσα υπόθεση, είναι Σόλωνας ή Σολωμός. Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι η μονολεκτική δήλωση του ότι ουδέποτε απείλησε ή εκφόβισε τους παραπονούμενους ή οποιονδήποτε άλλο απογυμνωμένη από οποιαδήποτε άλλα στοιχεία ή λεπτομέρειες δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Παράλληλα, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή δεν είναι σε θέση να εξουδετερώσει τις ένορκες μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ3 που κρίθηκαν αξιόπιστες και κατ' επέκταση έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο για τους λόγους που σημειώθηκαν πιο πάνω. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του κατηγορουμένου, η οποία παρεμπιπτόντως δεν ενισχύεται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Οι παραπονούμενοι (ΜΚ1 και ΜΚ3) και ο κατηγορούμενος διαμένουν στην Έμπα της επαρχίας Πάφου και οι οικίες τους συνορεύουν μεταξύ τους. Η δε αυλή των παραπονούμενων διαχωρίζεται από την αυλή του κατηγορουμένου με μεταλλικό πλέγμα ('ττέλλι'). Εντός της αυλής του κατηγορουμένου βρίσκονται διάφοροι σκύλοι οι οποίοι γαβγίζουν και προκαλούν με την παρουσία τους φόβο αλλά και δυσοσμία σε βαθμό τέτοιο που οι παραπονούμενοι ειδοποίησαν τον κοινοτάρχη του Κοινοτικού Συμβουλίου Έμπας, ο οποίος με τη σειρά του κάλεσε το υγειονομικό τμήμα για να λάβουν τα δέοντα μέτρα με σκοπό την επίλυση της κατάστασης. Στις 03.09.10 το πρωί μετέβηκε στο χώρο που βρίσκονται οι σκύλοι το υγειονομικό τμήμα και αφού τον επιθεώρησαν υπέδειξαν στον κατηγορούμενο να τους μετακινήσει. Αυτό προκάλεσε την οργίλη αντίδραση του κατηγορουμένου, ο οποίος θεώρησε τους παραπονούμενους υπεύθυνους για την απόφαση του υγειονομικού τμήματος. Συγκεκριμένα, στις 03.09.10 και περί ώρα 14:00 και ενώ οι παραπονούμενοι βρίσκονταν εντός της οικίας τους, ο κατηγορούμενος βγήκε στην αυλή του και, αφού πηγαινοερχόταν στο μεταλλικό πλέγμα της αυλής του με κατεύθυνση την οικία των παραπονούμενων που γύρισε και κοίταξε και με τους οποίους είχε οπτική επαφή, φώναζε ότι ο ΜΚ1 τον είχε καταγγείλει και παράλληλα εκστομίζοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Οι σιήλλοι μου είναι η οικογένεια μου και όποιος τα βάλει μιτά μου, εν να σας κάμω να φύεται που δαμέ και θα σας σκοτώσω να μείνεται δαμέ, τζιε να φύετε. Πρέπει να αλλάξετε ονόματα γιατί θα σας έβρω και θα σας σκοτώσω." Μάλιστα ο κατηγορούμενος είδε την ΜΚ3 που στεκόταν στο παράθυρο της κουζίνας καθώς επίσης γνώριζε ότι και ο σύζυγος της βρισκόταν εντός της οικίας του. Ο κατηγορούμενος κουνούσε τα χέρια του προς την κατεύθυνση των παραπονούμενων, ούρλιαζε κυριολεκτικά και μούγκριζε, γεγονός που τον έκανε να ακούγεται σε ολόκληρη την περιοχή της Έμπας. Συνεπεία της πιο πάνω συμπεριφοράς του κατηγορουμένου οι παραπονούμενοι κάλεσαν την αστυνομία, μέλη της οποίας μετέβησαν στην οικία του κατηγορουμένου όπου προέβησαν σε παρατηρήσεις. Ωστόσο με την αποχώρηση των αστυνομικών περί ώρα 16:00 της ίδιας ημέρας, ο κατηγορούμενος άρχισε εκ νέου να φωνάζει και να δηλώνει ότι θα τιμωρήσει και θα σκοτώσει τους παραπονούμενους, χωρίς οι τελευταίοι να του μιλήσουν ή να του δώσουν οποιαδήποτε σημασία. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος τοποθέτησε μία επιγραφή πάνω στο μεταλλικό πλέγμα χρώματος κόκκινου που έγραφε "Beware of dog", στο πλευρό της οποίας υπήρχε ένα όπλο που σημάδευε την οικία των παραπονούμενων. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ.
  1. Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: "Απειλή Βιαιοπραγίας
  2. Όποιος— ........ (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Μελέτη των πιο πάνω διατάξεων καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας δυνάμει του άρθρου 91(γ) είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος απειλεί τον παραπονούμενο ότι δυνατό να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του, (β) με σκοπό να τον υποκινήσει για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει, ή (γ) με σκοπό να τον υποκινήσει για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει. Στην υπόθεση Νετζιήπ v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 λέχθηκε ότι η 'απειλή' πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε την φράση "Οι σιήλλοι μου είναι η οικογένεια μου και όποιος τα βάλει μιτά μου, εν να σας κάμω να φύεται που δαμέ και θα σας σκοτώσω να μείνεται δαμέ, τζιε να φύετε. Πρέπει να αλλάξετε ονόματα γιατί θα σας έβρω και θα σας σκοτώσω." Επίσης, είναι εύρημα του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ήταν οργισμένος και πηγαινοερχόταν στο μεταλλικό πλέγμα της αυλής του με κατεύθυνση την οικία των παραπονούμενων όπου γύρισε και κοίταξε και με τους οποίους είχε οπτική επαφή, κουνούσε τα χέρια του προς την κατεύθυνση των παραπονούμενων, ούρλιαζε κυριολεκτικά και μούγκριζε, γεγονός που τον έκανε να ακούγεται σε ολόκληρη την περιοχή της Έμπας. Ακόμη είναι εύρημα του δικαστηρίου ότι με την αποχώρηση των αστυνομικών από την οικία του αργότερα της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος επανέλαβε την συμπεριφορά που εκδήλωσε προηγουμένως φωνάζοντας και δηλώνοντας ότι θα τιμωρήσει και θα σκοτώσει τους παραπονούμενους ενώ παράλληλα σχεδίασε στο πλευρό μιας επιγραφής που τοποθέτησε πάνω στο μεταλλικό πλέγμα ένα όπλο που σημάδευε την οικία των παραπονούμενων. Το λεκτικό και το περιεχόμενο της επίμαχης φράσης σε συνδυασμό με το ύφος του κατηγορουμένου, τον πληθυντικό αριθμό που χρησιμοποίησε, τις οργίλες διαθέσεις του τις οποίες εξωτερίκευσε προς την κατεύθυνση των παραπονούμενων, με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος αντίδρασε και ενέργησε καθώς και η όλη συμπεριφορά που εκδήλωσε και στις δύο περιπτώσεις στις 03.09.10 είναι παράγοντες που αντικειμενικά δημιουργούν εκφοβιστικό χαρακτήρα στους παραπονούμενους προς τους οποίους αυτά απευθύνονταν προσωπικά απειλώντας τους ότι θα του βλάψει. Δεν μπορεί ακόμη να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου επαναλήφθηκε την ίδια ημέρα, πράγμα που ενίσχυσε τους φόβους των παραπονουμένων για ενδεχόμενη υλοποίηση της απειλής του. Η δε ενέργεια του κατηγορουμένου να σχεδιάσει όπλο και να το στρέψει προς την οικεία των παραπονουμένων δείχνει ότι ο κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε απλά σε θεωρητικές εκφράσεις αλλά ότι σοβαρομιλούσε με παράνομες σκέψεις στο μυαλό του που σκοπό είχε με αυτό τον τρόπο να τις μεταδώσει στους παραπονούμενους. Από τα πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα πως υπήρχε απειλή τέτοιας φύσης που θα μπορούσε να προκαλέσει φόβο σ' ένα μέσο λογικό άνθρωπο κάτω από τις ίδιες περιστάσεις. Επομένως, η επίμαχη φράση αποτελεί απειλή υπό την έννοια του κειμένου του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154. Σε αντίθεση με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, υπό τις συνθήκες που η απειλή διατυπώθηκε και στη βάση των ευρημάτων, το δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πρόκειται για απειλή κενού περιεχομένου αλλά απειλή που στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R. 210, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493). Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ1 νιώθει πολύ ανήσυχος για την συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου ενώ η ΜΚ3 είναι τρομοκρατημένη. Είναι γι' αυτό το λόγο που και οι δύο παραπονούμενοι αναζήτησαν βοήθεια και προστασία από την αστυνομία. Επομένως, το πρώτο συστατικό στοιχείο πληρείται. Το δεύτερο και τρίτο συστατικό στοιχείο είναι διαζευκτικής μορφής πράγμα που σημαίνει ότι μόνο ένα από τα δύο απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό αλλά και με τις διατάξεις του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154, η απειλή πρέπει να αποσκοπεί στο να υποκινήσει τον παραπονούμενο για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή με σκοπό να τον υποκινήσει για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει (Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει ότι αυτό που ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε μέσα από την εκστόμιση της επίμαχης φράσης μαζί με την όλη συμπεριφορά που εκδήλωσε ήταν να αναγκάσει τους παραπονούμενους να εγκαταλείψουν την οικία τους στην Πάφο. Το περιεχόμενο της φράσης που ο κατηγορούμενος είπε και συγκεκριμένα το μέρος αυτής που λέει " εν να σας κάμω να φύεται που δαμέ και θα σας σκοτώσω να μείνεται δαμέ, τζιε να φύετε. Πρέπει να αλλάξετε ονόματα γιατί θα σας έβρω και θα σας σκοτώσω" αποτελεί μαρτυρία που αποδεικνύει πρόθεση του κατηγορουμένου για εκφοβισμό των παραπονούμενων και έτσι να τους υποκινούσε να διενεργήσουν πράξη την οποία αυτοί δεν είχαν νομική υποχρέωση να διενεργήσουν. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες του κατηγορητηρίου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Απειλή βιαιοπραγίας/Άρθρο 91(γ) Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.