← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Xριστόδουλος Λεωνίδα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 173/11, 3/2/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Xριστόδουλος Λεωνίδα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 173/11, 3/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 173/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v

  1. Xριστόδουλος Λεωνίδα
  2. Γιαννούλα Χριστοδούλου Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 03/02/
  3. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για την Κατηγορούμενη αρ. 2: κα Α. Κωνσταντίνου. Κατηγορούμενη: παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αρ. 2 (από τώρα και στο εξής «η κατηγορούμενη») αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και συγκεκριμένα ότι κατά την 15ην Ιουλίου του 2010, επιτέθηκε του Αντώνη Πιττοκοπίτη από την Ίννεια, δηλαδή του έφτυσε στο κορμί και στο πρόσωπο (κατηγορία αρ.2). Η κατηγορούμενη αρνήθηκε την πιο πάνω κατηγορία και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κ. Αντώνη Πιττοκοπίτη (Μ.Κ.1). Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας, κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: 1) Γραπτή κατάθεση του Λοχ. 3897 Ν. Ιωαννίδη (τεκμήριο Α) στην οποία αναφέρει ότι στις 15/07/2010 και περί ώρα 16:30 ενώ βρισκόταν σε περιπολία με τον Ε/Α 5422 πήραν τηλεφώνημα από την Γ/Α 3739 όπως μεταβούν στο χωριό Ίννεια στην τοποθεσία «ΚΑΜΠΟΣ» καθ' ότι θα ερχόταν η χωρομετρία για οριοθέτηση σε χωράφι του Αντώνη Πιττοκοπίτη και χρειαζόταν την βοήθεια της Αστυνομίας. Όταν ξεκίνησαν, ο Ε/Α 5422 πήρε τηλέφωνο τον Αντώνη Πιττοκοπίτη για να τους εξηγήσει πού βρισκόταν το χωράφι και τότε αυτός τους είπε να μην πάνε διότι δεν τους χρειαζόταν. 2) Γραπτή κατάθεση του Ε/Α 5422 Ι. Κωνσταντίνου (τεκμήριο Β) το περιεχόμενο της οποίας είναι παρόμοιο με το ανωτέρω. 3) Το γεγονός ότι η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου αρ. 1 (τεκμ.Γ), η γραπτή του κατηγορία (τεκμήριο Δ) καθώς επίσης και η ανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης αρ. 2 (τεκμήριο Ε) και η γραπτής της κατηγορία (τεκμήριο ΣΤ), έχουν ληφθεί από την Γ/Αστ. 3739 Μ. Ηλία. Να σημειωθεί ότι κατηγορούμενος αρ. 1 αντιμετώπιζε την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι αυτός στις 15 Ιουλίου 2010 στην τοποθεσία «ΚΑΜΠΟΣ», έδαφος του χωριού Ίννεια της Επαρχίας Πάφου, απείλησε τον Αντώνη Πιττοκοπίτη από την Ίννεια ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του, λέγοντας του ότι θα του κόψει τα πόδια του (κατηγορία αρ. 1). Το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του αθώωσε και απάλλαξε τον κατηγορούμενο αρ. 1 στην πιο πάνω κατηγορία ενώ με την ίδια απόφαση έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης γι αυτό κλήθηκε σε απολογία. Μετά από αυτό, η κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Πέραν των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, συνοπτικά η μαρτυρία του Μ.Κ.1 έχει ως ακολούθως: Ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης αμπελιού στην περιοχή Ίνιας και δίπλα από αυτό έχει αμπέλια που ανήκουν στην οικογένεια Χριστάκη Λεωνίδα (κατηγορούμενο αρ. 1) με τον οποίο είχαν πολλά προβλήματα, μεταξύ των οποίων συνοριακές διαφορές καθότι θεωρούσε ότι ένα κομμάτι του χωραφιού του, ήταν δικό του. Μετά από αίτηση του στο Κτηματολόγιο για καθορισμό των συνόρων τους, ειδοποιήθηκε ότι στις 15/07/2010 θα επισκεπτόταν τον χώρο το Κτηματολόγιο για οριοθέτηση του χωραφιού του. Μετέβηκε στο χώρο μαζί με τον Πέτρο από το Κτηματολόγιο και το θείο του Χριστάκη, τον Φίλιππο, όπου συνάντησαν στο μέρος τον Χριστάκη με τους γονείς του. Τότε ο Χριστάκης μόλις τον είδε άρχισε να τον βρίζει με τις φράσεις «παλιάνθρωπε, ψεύτη, παραπότη, απατεώνα» και να του λέει ότι θα του κόψει τα πόδια του. Η μητέρα του, σε κοντινή απόσταση από αυτόν, άρχισε να του φτύνει πάνω στο κορμί και το πρόσωπο και άρχισε να κάνει άσεμνες χειρονομίες προς αυτόν δηλαδή τον καύλιαζε. Μετά από αυτά έφυγε ο κτηματολόγος διότι δεν μπορούσε να κάνει τη δουλειά του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η κατηγορούμενη βρισκόταν στο ίδιο σημείο που ήταν και αυτός σε απόσταση ενός περίπου μέτρου, δηλαδή στο δρόμο ενώ ο κατηγορούμενος αρ. 1 βρισκόταν σε απόσταση περίπου 10 μέτρων μακριά του, στο σύνορο του χωραφιού του. Ρωτούμενος να αναφέρει τι έγινε ακριβώς, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 τον έβριζε και τον απειλούσε ότι θα του κόψει τα πόδια του αν δοκιμάσει να μπει στη περιουσία του. Επίσης, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 δεν κρατούσε οτιδήποτε μαζί του για να του κόψει τα πόδια του ή να του προκαλέσει φόβο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ήταν απειλητικές οι διαθέσεις του κατηγορούμενου εξ' ου και έφυγε ο κτηματολόγος. Ο ίδιος όμως, δεν έφυγε και έφυγε μετά από τον κτηματολόγο. Από την αντίπερα όχθη η κατηγορούμενη προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση αναφέροντας τα ακόλουθα: «Ουδέποτε βρέθηκα σε κοντινό μέρος με τον κ. Αντώνη για να μπορώ να του φτύσω, ουδέποτε του έκαμα άσεμνη επίθεση με τα χέρια μου και δεν είχα κανένα λόγο να το κάνω.» Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τον μοναδικό μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού με πολλή προσοχή και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της, τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτήν και να προβώ σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων για τους λόγους που θα αναφερθούν κατωτέρω. Συγκεκριμένα, αυτός ήταν σταθερός στις απαντήσεις του αναφορικά με τον τρόπο και χώρο που έλαβε χώρα το επεισόδιο με την κατηγορούμενη και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του ή διαφοροποίησε την αρχική του εκδοχή. Δεν παραγνωρίζω ότι αυτός κατά την μαρτυρία του, διαφοροποίησε την ώρα που έλαβε χώρα τον εν λόγω επεισόδιο αναφέροντας ότι αυτό δεν έγινε η ώρα 16:00 που αναφέρει στην κατάθεση του αλλά η ώρα 09:00 - 10:00. Παρόλα αυτά, το γεγονός αυτό δεν είναι ουσιώδη ούτε αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος έτσι ώστε να μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Πέραν τούτου, δεν έχει διαφανεί από την υπόλοιπη του μαρτυρία ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται επ' ακριβώς το συγκεκριμένο επεισόδιο ή να παραμένουν ασάφειες γι αυτό το λόγο στη μαρτυρία του. Αντιθέτως, ήταν σαφέστατος και ξεκάθαρος πώς έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο, πού ο ίδιο στεκόταν καθώς επίσης και πού η κατηγορούμενη και ποια ήταν η συμπεριφορά της. Πέραν τούτου, έλαβα υπόψη μου και τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν είναι λογικό ο μάρτυρας να δέχθηκε επίθεση με τον τρόπο που περιέγραψε και να μην αντιδράσει. Η θέση αυτή όμως, παρατηρώ ότι είναι γενική και αόριστη αφού δεν έχει διαφανεί ούτε έχει παρατεθεί οτιδήποτε άλλο που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να αντιδράσει με τον Α ή τον Β τρόπο. Ο ίδιος ερωτούμενος επί τούτου έδωσε εξήγηση λέγοντας ότι δεν είναι του χαρακτήρα του να προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες ή να αντιδρά με ανάλογο τρόπο. Δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ως αναληθή δια το λόγο και μόνο ότι δεν είναι λογικό να δέχθηκε επίθεση και να μην αντίδρασε, εν όψει των πιο πάνω αλλά και όλης της μαρτυρίας που τέθηκε σε σχέση με το τι επικρατούσε στη σκηνή τη δεδομένη στιγμή. Περαιτέρω, δεν έχει διαφανεί ότι η κατηγορούσα αρχή κατείχε και άλλη μαρτυρία από τα άτομα τα οποία βρίσκονταν στην σκηνή και δεν την παρουσίασε. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προέκυψε μέσα από την υποβολή της υπεράσπισης προς το μάρτυρα, είναι ότι κανένας από αυτούς δεν ήθελε να ανακατευτεί στην υπόθεση. Πέραν τούτου, θεωρώ ότι και αν ακόμη υπήρχε άλλη μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα, αυτή θα ήταν σε γνώση της υπεράσπισης αφού η ίδια η κατηγορούμενη γνώριζε ποιοι ήταν στο μέρος και θα μπορούσε η ίδια να τους κλητεύσει ως μάρτυρες υπεράσπισης. Το γεγονός ότι τα άλλα παρευρισκόμενα άτομα δεν ήθελα να ανακατευτούν στην υπόθεση αυτή, δεν καταδεικνύει ότι η θέση και εκδοχή του μάρτυρα είναι αναληθής αλλά και ούτε είναι αναγκαία και η προσκόμιση τέτοιας επιπρόσθετης μαρτυρίας, έχοντας υπόψη τη φύση της κατηγορίας. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι πριν από το επεισόδιο ο παραπονούμενος και η κατηγορούμενη είχαν προβλήματα και συνοριακές διαφορές αλλά πέραν τούτου δεν έχει προκύψει ότι η καταγγελία έγινε εκδικητικά ή ο παραπονούμενος είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Η θέση της υπεράσπισης ότι η παρούσα καταγγελία έγινε διότι η κατηγορούμενη και η οικογένεια της τον κατάγγειλαν για πλαστογραφία, απορρίφθηκε από τον παραπονούμενο και αρνήθηκε και την ύπαρξη μιας τέτοιας καταγγελίας. Πέραν από αυτή τη γενική υποβολή δεν έχει τεκμηριωθεί κατ' αρχή η θέση ότι υπήρχε μια τέτοια καταγγελία αλλά και ότι η παρούσα υπόθεση έγινε εκδικητικά από τον κατηγορούμενο. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του παραπονούμενου και την αποδέχομαι. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε η κατηγορούμενη λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση της κατηγορουμένης καθότι το περιεχόμενο αυτής δεν συνάδει με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία, αντιθέτως συγκρούεται με αυτή. Περαιτέρω, αποτελεί εξήγηση για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα και δεν δόθηκε ενόρκως. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα παραδεκτά γεγονότα, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1) στις 15/07/2010 μετέβηκε στο χωράφι που διατηρεί στο χωριό Ίννεια καθότι, μετά από σχετική αίτηση του, ειδοποιήθηκε από το Κτηματολόγιο ότι τη συγκεκριμένη μέρα θα επισκεπτόταν το μέρος με σκοπό να του υποδείξει τα σύνορα του χωραφιού του. Το χωράφι του παραπονούμενο και της κατηγορούμενης συνόρευαν και είχαν συνοριακές διαφορές καθότι τόσο αυτή αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του θεωρούσαν ότι ο παραπονούμενος κατείχε μέρος του χωραφιού τους παράνομα. Όταν μετέβηκε στο μέρος ο παραπονούμενος, μεταξύ άλλων εντόπισε τον κατηγορούμενο 1 και την κατηγορούμενη να βρίσκονται και εκείνοι εκεί. Μόλις τον είδαν, ο κατηγορούμενος 1 άρχισε να τον βρίζει ενώ η κατηγορούμενη η οποία βρισκόταν σε απόσταση γύρω στο ένα μέτρο από αυτόν, άρχισε να του φτύνει πάνω στο κορμί και το πρόσωπο και να κάνει χειρονομίες με τα χέρια της. Μετά από αυτό, ο κτηματολόγος αναχώρησε από το μέρος καθότι δεν μπορούσε να κάνει τη δουλειά του και παρά το ότι ειδοποιήθηκε η Αστυνομία και άντρες της οποίας κατευθύνονταν προς το μέρος με σκοπό να βοηθήσουν και να διεκπεραιωθεί η οριοθέτηση του χωραφιού του παραπονουμένου, εντούτοις αυτοί ειδοποιήθηκαν να επιστρέψουν πίσω καθότι ο κτηματολόγος είχε ήδη φύγει και δεν χρειάζονταν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της κοινής επίθεσης που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει προβλέπεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο αναφέρει ότι οποιοσδήποτε επιτίθεται παράνομα εναντίον άλλου είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £1,000 ή και τις δύο ποινές. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η ενέργεια της κατηγορουμένης, ενώ αυτή βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από τον παραπονούμενο, να αρχίσει να του φτύνει στο κορμί και στο πρόσωπο, αναμφίβολα συνιστά επίθεση. Ο παραπονούμενος βρισκόταν πολύ κοντά στην κατηγορούμενη και η ενέργεια της να αρχίσει να του φτύνει και να κάνει χειρονομίες με το χέρι της, σκοπό είχε να προκαλέσει το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του με απώτερο σκοπό, όπως φαίνεται από τα γεγονότα, να αποτρέψουν τον παραπονούμενο και τον αρμόδιο υπάλληλο του κτηματολογίου να προβούν στην οριοθέτηση του χωραφιού του. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία 2 που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.