Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10738/2011, 11/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10738/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 11.02.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 3), απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις κατά παράβαση των άρθρων 236(α) και 35 του Κεφ.154 (κατηγορία 4) και μη συμμόρφωσης σε φώτα τροχαίας κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(1)(ια) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμοί του 1984. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων στις 25.03.10 στην λεωφόρο Δημοκρατίας στην Πάφο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF 468 αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της προαναφερόμενης λεωφόρου. Περαιτέρω, κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το πιο πάνω όχημα με αλόγιστο και αμελή τρόπο ώστε να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή και να προκαλέσει σωματική βλάβη στον αστυφύλακα 1833 Ι. Χριστοδούλου. Επίσης, στον ίδιο με πιο πάνω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF 468 πέρασε με κόκκινο φως παραλείποντας έτσι να συμμορφωθεί σε φώτα τροχαίας. Αναφορικά με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί σ' αυτές. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στα πλαίσια διεξαγωγής ελέγχου υπόπτων προσώπων και οχημάτων στη λεωφόρο Δημοκρατίας στην Πάφο από μέλη της ΥΚΑΝ Πάφου ο αστυφύλακας 3179 Χρ. Αντωνίου έκανε σήμα στον κατηγορούμενο που οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF 468 να σταματήσει στην αριστερή μεριά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του. Ο κατηγορούμενος υπάκουσε στις οδηγίες του αστυφύλακα και σταμάτησε το όχημα του. Ωστόσο όταν ο εν λόγω αστυφύλακας του έδειξε την αστυνομική ταυτότητα του και την πρόθεση να ερευνήσει τόσο το όχημα όσο τον ίδιο αλλά και τον συνοδηγό του, ο κατηγορούμενος έθεσε το όχημα του προς τα πίσω και απρόσμενα το εκκίνησε προς τα εμπρός όπου στεκόταν ο αστυφύλακας 1833 Ι. Χριστοδούλου θέτοντας την ζωή του σε κίνδυνο, ο οποίος αστυφύλακας στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση του με το όχημα έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε. Οι τραυματισμοί του αστυφύλακα 1833 Ι. Χριστοδούλου ήταν εκδορές δεξιού βραχίονα και αντιβραχίονα δεξιού χειρός και ένας μικρός μώλωπας στη δεξιά κνήμη. Ο κατηγορούμενος έφυγε από το μέρος συνεχίζοντας την πορεία του και κατευθύνθηκε προς τον κυκλικό κόμβο Κονιών περνώντας με κόκκινο φως. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε και συνελήφθηκε δηλώνοντας παραδοχή και απολογούμενος για την αξιόποινη συμπεριφορά του. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι ούτε υπάρχουν οποιοιδήποτε βαθμοί ποινής ενώ παράλληλα δήλωσε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €35,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αφού απολογήθηκε για την αξιόποινη συμπεριφορά του πελάτη του, έκανε αναφορά σε επιπλέον γεγονότα που διαδραματίστηκαν και οδήγησαν στη διάπραξη των αδικημάτων. Επειδή τα γεγονότα αυτά, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, έχουν και αυτά τη δική τους σημασία στα πλαίσια παροχής στο Δικαστήριο συνολικής εικόνας των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων προχωρώ στην έκθεση τους. Σύμφωνα με αυτά, ενώ το όχημα του κατηγορουμένου είναι ακινητοποιημένο στα φώτα τροχαίας της Universal λόγω κόκκινου φωτός με κατεύθυνση τον κυκλικό κόμβο του Παφιακού, τον προσεγγίζει κάποιο άγνωστο άτομο που κτυπά στο παράθυρο του αυτοκινήτου του και προτού ο κατηγορούμενος το κατεβάσει ο άγνωστος άνδρας ανοίγει την πόρτα και εισέρχεται εντός του οχήματος. Ο άγνωστος άνδρας ζητεί από τον κατηγορούμενο να τον μεταφέρει σε ένα περίπτερο κοντά στην Τεχνική Σχολή. Ο κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του και αφού πέρασε τον κυκλικό κόμβο του Παφιακού κατευθύνεται προς τα φώτα της Τεχνικής Σχολής και τον κυκλικό κόμβο των Κονιών. Αμέσως 50 μέτρα περίπου μετά τον κυκλικό κόμβο του Παφιακού αστυνομικός του κάνει σήμα να σταματήσει. Όταν το όχημα του κατηγορουμένου σταμάτησε, ο άγνωστος άνδρας ανέσυρε μαχαίρι το οποίο έδειξε στον κατηγορούμενο αγγίζοντας τον στην περιοχή της κοιλιάς του. Οι αστυνομικοί ήλθαν προς το μέρος του κατηγορουμένου αλλά αυτός νιώθοντας το στιλέτο στο πλευρό του ανάπτυξε ταχύτητα και έφυγε. Την επόμενη ημέρα και αφού του τηλεφώνησε μέλος της αστυνομίας, ο κατηγορούμενος μετέβηκε από μόνος του στον αστυνομικό σταθμό εξηγώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα. Στρεφόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε πως ο πελάτης του είναι νυμφευμένος και πατέρας 2 ανηλίκων παιδιών. Περαιτέρω, ο κύριος Αλεξάνδρου με παραπομπή σε νομολογία, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει ως μετριαστικό παράγοντα το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα και ιδιαίτερα το χρονικό διάστημα των 18 μηνών που δαπανήθηκε μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης αυτής στο Δικαστήριο τη στιγμή που αυτή εξιχνιάστηκε πλήρως την επόμενη ημέρα της διάπραξης των αδικημάτων. Σε σχέση με το θέμα αυτό, ο εν λόγω συνήγορος ανέφερε ακόμη ότι ο πελάτης του είχε μία μικρή επιχείρηση και συγκεκριμένα ένα cafe στην περιοχή Πέγειας που λειτουργούσε πολύ καλά, πλην όμως στο μεσοδιάστημα που διέρρευσε η επιχείρηση αυτή βρίσκεται στα πρόθυρα αναστολής της λειτουργίας της. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε χωρίς περιστροφές και ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από τις σχετικές νομοθεσίες ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Το αδίκημα της εκτέλεσης απερίσκεπτης ή αμελής πράξης επισύρει, με βάση τα άρθρα 236 και 35 του Κεφ. 154, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τις €2.562,90 ή και τις δύο αυτές ποινές. Η αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 7 του Ν.86/72, με ποινή φυλάκισης 2 ετών ενώ παράλληλα με βάση το άρθρο 20Α της ιδίας νομοθεσίας δύναται να επισύρει 3-6 βαθμούς ποινής. Το δε αδίκημα της μη συμμόρφωσης σε φώτα τροχαίας επισύρει, μέσα από συνδυασμένη ανάγνωση των άρθρων 27 του Ν.86/72 και του Κανονισμού 58
(1)(ια) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμοί του 1984 ποινή φυλάκισης 1 έτους ενώ παράλληλα με βάση το άρθρο 20Α Ν.86/72δύναται να επισύρει 2-4 βαθμούς ποινής. Τα αδικήματα αυτά είναι σοβαρά επειδή ενέχουν το στοιχείο του κινδύνου κατά της ανθρώπινης ζωής. Η οδική συμπεριφορά κάθε ατόμου που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε δημόσιο δρόμο πρέπει να είναι τέτοια που να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι ο δημόσιος δρόμος χρησιμοποιείται από άλλους οδηγούς αλλά και πεζούς και ως εκ τούτου οι πράξεις και ενέργειες του δεν πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές άλλων πολιτών που εκείνη τη στιγμή επιλέγουν να πορευθούν στον ίδιο δρόμο. Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής χωρίς όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων είναι ιδιάζοντα. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του επιμελώς και ως ένας σώφρον οδηγός. Μάλιστα ανταποκρίθηκε σε σήμα αστυνομικού και ακινητοποίησε το όχημα του. Δεν έχω αμφιβολία ότι η οδική συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου θα συνέχιζε να ήταν αυτή αν δεν επέτρεπε την απρόσμενη επιβίβαση στο όχημα του το άγνωστο πρόσωπο που του ζήτησε την μεταφορά του σε συγκεκριμένο τόπο, χωρίς έτσι να προκληθεί το επίδικο επεισόδιο. Μπροστά όμως στην άμεση τοποθέτηση του σουγιά στην κοιλιά του από τον άγνωστο άνδρα στη θέα της παρουσίας της αστυνομίας ο κατηγορούμενος αντέδρασε στιγμιαία, απερίσκεπτα και επικίνδυνα. Μέσα από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα κάτω από το καθεστώς φόβου και απειλής κατά της ζωής του παρόλο ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι αυστηρής ευθύνης και ως εκ τούτου η διάπραξη τους προκύπτει μέσα από το αποτέλεσμα των πράξεων του, εντούτοις λαμβάνω υπόψη μου στα πλαίσια επιβολής ποινής τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Δεν παραγνωρίζω το ότι από την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου τραυματίστηκε ο αστυφύλακας 1833 Ι. Χριστοδούλου, του οποίου τα τραύματα ευτυχώς περιορίστηκαν σε εκδορές του δεξιού βραχίονα και αντιβραχίονα δεξιού χειρός και σ' ένα μικρό μώλωπα στη δεξιά κνήμη. Ούτε αγνοώ ότι από εκεί και πέρα η ανάπτυξη ιλιγγιώδους ταχύτητας σε συνδυασμό με την συνέχιση της πορείας του οχήματος και το πέρασμα του με κόκκινο φως ήταν όντως επικίνδυνη οδήγηση η οποία έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές άλλων οδηγών. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την ομολογία διάπραξης των αδικημάτων στην αστυνομία και η συνεργασία του κατηγορουμένου με τις ανακριτικές αρχές στην εξιχνίαση της υπόθεσης την επόμενη ημέρα. (β) Την παραδοχή του. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε στο Δικαστήριο από τον συνήγορο του. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι νυμφευμένος και πατέρας 2 ανήλικων παιδιών. · Η μικρή επιχείρηση και συγκεκριμένα ένα cafe που ο κατηγορούμενος έχει στην περιοχή Πέγειας βρίσκεται σήμερα στα πρόθυρα αναστολής της λειτουργίας της. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Ένα άλλο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Στην παρούσα υπόθεση, παρατηρώ ότι ενώ αυτή εξιχνιάστηκε την επόμενη ημέρα της διάπραξης των αδικημάτων ή έστω σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία διάπραξης τους, εντούτοις προωθήθηκε και καταχωρήθηκε μετά από 17,5 περίπου μήνες. Πρόκειται για υπέρμετρη καθυστέρηση για την οποία η κατηγορούσα αρχή ουδεμία δικαιολογία ή εξήγηση έδωσε. Μελετώντας το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος είναι συνυπεύθυνος στην καθυστέρηση που προκλήθηκε μετά την καταχώρηση της υπόθεσης αυτής αφού προέβηκε σε αλλαγή απάντησης από παραδοχή σε μη παραδοχή, και μεταγενέστερα αντίστροφα, ως ήταν δικαίωμα του, καθώς και σε υποβολή κοινού αιτήματος αναβολής στην εκδίκαση της. Παρόλα αυτά το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει το χρονικό διάστημα των 2 ετών και 10,5 μηνών περίπου που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο, το οποίο και λαμβάνει σοβαρά υπόψη. Παράλληλα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα συνοδεύεται από μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του αφού στο μεσοδιάστημα η επιχείρηση του οδηγείται σε αναστολή της λειτουργίας της. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα ιδιάζοντα γεγονότα και συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι επιβαρυντικοί αλλά και ελαφρυντικοί παράγοντες, επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις εξής ποινές: Τρίτη κατηγορία - Υπογραφή προσωπικής εγγύησης ύψους €500,00 για να επιδεικνύει καλή διαγωγή, να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο δύο ετών. Λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση δεν επιβάλλω οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Τέταρτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €150,00 και επιπλέον υπογραφή προσωπικής εγγύησης ύψους €1000,00 για να επιδεικνύει καλή διαγωγή, να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο δύο ετών. Πέμπτη κατηγορία - καμία ποινή καθότι η κατηγορία αυτή είναι στενά συνυφασμένη με την τρίτη κατηγορία επί της οποίας ήδη επιβλήθηκε ποινή Περαιτέρω €35,00 να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Παρεμπόδιση αστυνομικού οργάνου κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του / Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση/Μη συμμόρφωση με φώτα τροχαίας/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο