Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ALEXANDRU CONSTANTIN, Αρ. Υπόθεσης: 12360/2013, 7/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12360/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ALEXANDRU CONSTANTIN Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 07.03.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (ο κ. Ν. Νεοκλέους για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Β' και παράνομης καλλιέργειας φυτών κάνναβης κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 29/77μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 04.06.12 στην Πάφο έκανε χρήση κάνναβης ενώ στις 05.06.12 είχε στην κατοχή του κάνναβη βάρους 0,3133 γραμμαρίων χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας. Παράλληλα, στις 05.06.12 στην Πάφο ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ένα φυτό κάνναβης ύψους 90 εκατοστών επίσης χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας, το οποίο και καλλιεργούσε. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 05.06.12, κατόπιν δικαστικού εντάλματος έρευνας, μέλη της ΥΚΑΝ διενήργησαν στην παρουσία του κατηγορουμένου έλεγχο της οικίας του όπου εντός αυτής ανευρέθηκαν: (α) μία γλάστρα χρώματος καφέ στο μπαλκόνι στην οποία υπήρχε ένα φυτό κάνναβης ύψους 90 εκατοστών, (β) μικρή ποσότητα πράσινης ξηρή φυτικής ύλης κάνναβης στο σαλόνι, (γ) πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβη μέσα στο ερμάρι του υπνοδωματίου του κατηγορουμένου, (δ) ένας πλαστικός σπαστήρας εντός του πιο πάνω ερμαριού, ο οποίος περιείχε ίχνη πράσινης ξηρή φυτικής ύλης κάνναβης. Τα πιο πάνω αντικείμενα υποδείχτηκαν στον κατηγορούμενο και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτός είπε ότι είναι δικά του. Ο κατηγορούμενος τότε συνελήφθηκε αυτόφωρα και μεταφέρθηκε στην αστυνομία όπου εκεί στην παρουσία του σφραγίστηκαν όλα τα τεκμήρια τα οποία και αποστάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε θεληματική κατάθεση στην οποία ανάφερε ότι όλα τα αντικείμενα που βρέθηκαν είναι δικά του καθότι ο ίδιος ήταν χρήστης κάνναβης και η 4η Ιουνίου του έτους 2012 ήταν η τελευταία φορά που έκανε χρήση. Στις 18.02.13 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για όλα τα αδικήματα και απάντησε "Παραδέχομαι". Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του Κρατικού Χημείου, το φυτό διαπιστώθηκε ότι είναι κάνναβη ενώ το σύνολο του βάρους της κάνναβης βρέθηκε ότι είναι 0,3133 γραμμάρια. Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ενώ παράλληλα ζήτησε από το Δικαστήριο όπως τα ανευρεθέντα τεκμήρια που παραλήφθηκαν κατασχεθούν και καταστραφούν. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 21 ετών από τη Ρουμανία, άγαμος, άνεργος και διαμένει μαζί με τον πατέρα και την αδελφή του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Το έτος 2009 ο κατηγορούμενος ήλθε την Κύπρο μαζί με την οικογένεια του λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπισαν στη χώρα καταγωγής του. Το έτος 2010 ο κατηγορούμενος άρχισε να κάνει περιστασιακή χρήση όταν συναναστράφηκε με συγκεκριμένη παρέα, την οποία διέκοψε μετά τη διάπραξη των αδικημάτων της υπόθεσης αυτής. Μέχρι τη διάπραξη των συγκεκριμένων αδικημάτων ο κατηγορούμενος εργαζόταν σε ξενοδοχείο ενώ έκτοτε διέκοψε την εργασία του και είναι άνεργος. Ο κατηγορούμενος νιώθει μεταμελημένος και προβληματισμένος από την εξέλιξη της παρούσας υπόθεσης. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος αφού είπε ότι μετανόησε για την αξιόποινη συμπεριφορά του και υποσχέθηκε ότι αυτή δεν θα επαναληφθεί, ανάφερε ότι έχει διακόψει από μόνος του τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Αναμφίβολα τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας τους είναι οι προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Β', ήτοι κάνναβη, τιμωρείται, με βάση το άρθρο 6
(2)και τον Τρίτο Πίνακα του άρθρου 30 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 29/77μετά των συναφών τροποποιήσεων, σε ποινή φυλάκισης 8 ετών ή σε πρόστιμο ή και στις δύο αυτές ποινές. Το δε αδίκημα χρήσης κάνναβης, υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10(α) και τον Τρίτο Πίνακα του άρθρου 30 του ιδίου με το πιο πάνω αδίκημα νόμου, σε δια βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και στις δύο αυτές ποινές. Οι ίδιες με τη χρήση κάνναβης ποινές προβλέπονται και στη διάπραξη του αδικήματος της καλλιέργειας φυτού κάνναβης. Επειδή όμως ο κατηγορούμενος πληροί και τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 30
(2)του Ν.29/77 αφού είναι αναντίλεκτο ότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και κατά τη διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου είναι αδιαμφισβήτητο ότι ήταν ηλικίας 19 ετών και ότι κατείχε και χρησιμοποιούσε κάνναβη για προσωπική του χρήση, οι ποινές, σε σχέση με τα αδικήματα αυτά, δεν θα υπερβαίνουν φυλάκιση μέχρι 2 έτη ή χρηματική ποινή. Όσον αφορά το αδίκημα της καλλιέργειας κάνναβης, αυτό εκδικάζεται συνοπτικά και έτσι το μέγιστο της ποινής που θα έχει υπόψη του το παρόν Δικαστήριο θα είναι, με βάση το άρθρο 24
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων, σε 5 έτη φυλάκισης ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €85.430,00 ή και τις δύο αυτές ποινές. Αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά έχουν όντως λάβει τρομακτικές διαστάσεις στην Κύπρο. Αποτελούν κοινωνική μάστιγα και θανάσιμη πληγή για τον τόπο μας. Σπέρνουν πόνο, δυστυχία και αργό θάνατο στα θύματα τους αλλά και στις οικογένειες τους. Στα θύματα τους περιλαμβάνονται άτομα από όλες τις ηλικίες. Η κυπριακή κοινωνία έχει περάσει από το στάδιο της ανησυχίας στο στάδιο της αγωνίας τρέμοντας για την δραματική εξάπλωση των εγκλημάτων αυτών και τις καταστροφικές συνέπειες που επιφέρουν. Το φαινόμενο αυτό πήρε ήδη τρομαχτικές διαστάσεις με θύματα όπως έχω πει σχεδόν από όλες τις ηλικίες. Η συχνότητα διάπραξης αυτών των αποτρόπαιων αδικημάτων έχει ξεφύγει από τα όρια της λογικής επηρεάζοντας άμεσα και πολλές φορές καταλυτικά, όχι μόνο τη ζωή του χρήστη αλλά της οικογένειας και του φιλικού περιβάλλοντος του ενώ ταυτόχρονα φθείρει γενικότερα τον ιστό της κοινωνίας (Τρύφωνος v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 197 και Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 A.A.Δ. 60). Σήμερα τα ναρκωτικά έχουν διεισδύσει, μεταξύ άλλων, σε οικίες και σχολεία διαλύοντας οικογένειες και φιλίες και συνθλίβοντας στο πέρασμα τους ατομικά όνειρα και προσδοκίες. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν επιτρέπεται εφησυχασμός αλλά αντίθετα καλούνται οι αρμόδιοι φορείς της κοινωνίας να εντατικοποιήσουν την εκστρατεία τους κατά των ναρκωτικών. Παράλληλα, η πολιτεία οφείλει να εφαρμόζει μηχανισμούς προστασίας και ευρύτερης βοήθειας προς τους χρήστες ναρκωτικών. Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει τέτοιας φύσεως αδικήματα με πάσα αυστηρότητα και επιβάλλει ποινές αποτρεπτικές, σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσει την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων και παράλληλα να περάσει το μήνυμα της κοινωνίας σε νέους επίδοξους παραβάτες ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν θα γίνονται ανεκτές από την κοινωνία. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παγιαβλάς v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισης τους - (βλ. Κάττου και άλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, 515. Βλ. επίσης, El-Beyrouty and Another v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 543). Η χρήση ναρκωτικών έχει, όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, 15/7/96. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο, τόσο για τη φυσική, όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή." Μέσα από την υπόθεση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως παρόλο που γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών αναφορικά με το ύψος της επιβολής ποινής, εντούτοις και στην περίπτωση των χρηστών συντρέχουν λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Ειδικότερα, παρατίθεται αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα που επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Πράγματι, γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών. Στην περίπτωση των πρώτων, η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη. Αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Η διάκριση, όμως, μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβατών, αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό, αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Χωρίς τους χρήστες, δεν θα υπήρχε αγορά για τα ναρκωτικά. Η καταπολέμηση του κακού στη γένεση του διέρχεται μέσα από την καταπολέμηση της κατανάλωσης ναρκωτικών. Έτσι και στην περίπτωση των χρηστών, συντρέχουν ισχυροί λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών." Η πιο πάνω θέση όμως δεν διαγράφει την προαναφερόμενη διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών και ούτε πρέπει να στέκεται εμπόδιο στην κατανόηση και βοήθεια που οι τελευταίοι πρέπει να εισπράττουν σε μια προσπάθεια απεξάρτησης τους από τα ναρκωτικά και ομαλής επανένταξης τους στο κοινωνικό σύνολο. Στην υπόθεση Κυπριανίδης και άλλος v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως τα κυπριακά δικαστήρια ακολουθούν τις κατευθυντήριες γραμμές που τέθηκαν στην σχετική επί του θέματος αγγλική υπόθεση R v. Aramah [1982] 4 Cr. App. R(S) 407 και έτσι επιβάλλονται ελαφρότερες ποινές σε περίπτωση απλής κατοχής για ιδιωτική χρήση. Ωστόσο, μέσα από την ίδια υπόθεση επισημάνθηκε ότι δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί το γεγονός ότι με την τροποποίηση του Ν.29/77 για κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων με το Ν.20(Ι)/92, οι ποινές αυξήθηκαν σε 8 χρόνια φυλάκισης, το οποίο δείχνει τη σοβαρότητα που ο νομοθέτης επιθυμεί να αποδώσει σε αδικήματα αυτού του είδους. Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60 στην οποία γίνεται αναφορά η υπόθεση Afroughi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 174, που υπενθυμίζει την περιορισμένη διάκριση μεταξύ έμπορα και χρήστη ναρκωτικών: "Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης." Η ανάγκη επιβολής αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής δημιουργεί τις συνθήκες για επιβολή ποινής στερητικής ελευθερίας του παραβάτη. Στην πιο πάνω υπόθεση Παγιαβλάς v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240 ποινή 3 και 2 μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε κατηγορούμενο για αδικήματα κατοχής ρητίνης κάνναβης 0,094 γραμμάρια και καπνίσματος τσιγάρου που περιείχε ποσότητα ρητίνης κάνναβης αντίστοιχα, ο οποίος κατηγορούμενος προέβηκε σε παραδοχή, είχε λευκό ποινικό μητρώο, συνεργάστηκε με την αστυνομία άνευ όρων και εκδήλωσε πρόθεση να παύσει πλήρως τη χρήση κάνναβης στο μέλλον, μειώθηκε κατ' έφεση σε ποινή άμεσης φυλάκισης 45 ημερών σε κάθε μια από τις δύο κατηγορίες. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Σατανάς κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 ποινής φυλάκισης 4 μηνών με αναστολή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο για μικρή ποσότητα κάνναβης επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω, στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυπριανίδης και άλλος v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246 ποινή φυλάκισης 6 μηνών και 2 μηνών που επιβλήθηκαν σε κατηγορούμενο που βρέθηκε ένοχος για αδικήματα κατοχής ινδικής κάνναβης και κατοχής ξηρών φύλλων ινδικής κάνναβης, προσωπικής χρήσης με λευκό ποινικό μητρώο επικυρώθηκε από το Εφετείο. Το ίδιο έγινε για την επιβολή ποινής φυλάκισης 10 μηνών και 2 μηνών που επιβλήθηκαν σε συγκατηγορούμενο που βρέθηκε ένοχος για τα ίδια αδικήματα. Η διαφορετική ποινή που επιβλήθηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο οφείλεται στο ότι είχε μία προηγούμενη καταδίκη για παρόμοιο αδίκημα, γεγονός που στέρησε στον εν λόγω κατηγορούμενο να ζητήσει την επιείκεια του Δικαστηρίου. Παρόλα αυτά μελέτη από νομικά συγγράμματα επισημαίνουν ότι η ποινή φυλάκισης δεν είναι πάντοτε η αρμόζουσα ποινή στην περίπτωση χρηστών ναρκωτικών που αντιμετωπίζουν αδικήματα κατοχής και χρήσης τέτοιων ουσιών. Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του κ. Γ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 218 σημειώνονται τ' ακόλουθα: "Drug addicts in possession of drugs for their own use deserve special consideration. In their case, the need for punishment must be balanced to an extent by the need to help them rid themselves of their destructive addiction. For them imprisonment is not invariably the answer." Ακολούθως, μέσα από το ίδιο σύγγραμμα παρατίθεται νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί σε χρήστες ναρκωτικών για τα αδικήματα κατοχής και χρήσης αντικαταστάθηκαν με διατάγματα κηδεμονίας με όρους με το σκεπτικό να βοηθηθούν από αρμόδιους φορείς και επιστήμονες και να απεξαρτηθούν από την καταστροφική τους συνήθεια (Pikatsas v. The Police
(1963)1 C.L.R. 1 και Anastasiou v. The Republic
(1969)2 C.L.R. 193). Χωρίς η επιβολή άμεσης φυλάκισης να αποτελεί ως θέμα αρχής εσφαλμένη, το πιο πάνω σύγγραμμα υποδεικνύει ότι η αναστολή ποινής φυλάκισης καθώς και η χρηματική ποινή αποτελούν επίσης εναλλακτικές επιλογές στις περιπτώσεις κατοχής και χρήσης ναρκωτικών από εθισμένους χρήστες εάν και εφόσον οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου το επιτρέπουν. Ειδικότερα στη σελίδα 220 του εν λόγω συγγράμματος αναφέρονται τα εξής: "Where the quantity of narcotics possessed is small and intended for personal use, suspension of the sentence cannot be ruled out." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε σε άτομο λευκού ποινικού μητρώου, κατόπιν παραδοχής, με δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις που διέπραξε τα αδικήματα της καλλιέργειας και κατοχής 7 φυτών κάνναβης ύψους 5-10 εκατοστών καθώς και χρήσης κάνναβης, χρηματικές ποινές ύψους Λ.Κ.£300,00, Λ.Κ.£200,00 και Λ.Κ.£100,00, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπλέον, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ελευθερίου, άλλως "Άσπρος"
(1996)2 Α.Α.Δ. 192 χρηματική ποινή που επιβλήθηκε σε άτομο που ήταν χρήστης ναρκωτικών για 30 χρόνια σε μια προσπάθεια να βοηθηθεί να σταματήσει την θανατηφόρα αυτή συνήθεια επικυρώθηκε κατ' έφεση. Άξιο αναφοράς είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, έκδοση 2000, σελ. 789: "When only small amounts are involved being for personal use, the offence can often be met by a fine. If the history shows however a persisting flouting of the law, imprisonment may become necessary." Επίσης, στην αγγλική υπόθεση Re v. Aramah
(1982)4 CrApp RS 407 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Simple possession of small amounts of cannabis for personal use, guidelines indicate that a fine will often be an appropriate penalty, unless there is repetition involving 'floating of the law'." Τα πιο πάνω σχόλια βρήκαν έρεισμα στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 288 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, επέβαλε για τα αδικήματα κατοχής και χρήσης ινδικής κάνναβης χρηματική ποινή Λ.Κ.100,00 και Λ.Κ.200,00 αντίστοιχα επειδή επρόκειτο για ελάχιστη ποσότητα και επειδή είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι η υπόθεση να φτάσει στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, στην υπόθεση Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. το Ανώτατο Δικαστήριο ουσιαστικά ανάτρεψε ποινή φυλάκισης που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε σε άτομο που διέπραξε τα αδικήματα της κατοχής 0,2 γραμμαρίων φυτού κάνναβης και κατοχής σκευών για τη λήψη ναρκωτικών, το οποίο διέθετε λευκό ποινικό μητρώο, προέβηκε σε άμεση παραδοχή, απολογία και συνεργασία με την αστυνομία, έδειξε άμεμπτη διαγωγή μετά το συμβάν και ήταν περιστασιακός χρήστης ναρκωτικών αλλά και επειδή είχε διαρρεύσει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι η υπόθεση αυτή καταχωρηθεί στο δικαστήριο. Παρόμοια προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο έδειξε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. όπου επίσης ουσιαστικά ανάτρεψε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε σε άτομο ηλικίας 40 ετών που διέπραξε τα αδικήματα της κατοχής 56,0039 και 0,489 γραμμάρια αντίστοιχα (δύο κατηγορίες) και χρήσης κάνναβης (μία κατηγορία), το οποίο διέθετε λευκό ποινικό μητρώο, άμεση παραδοχή, ομολογία πως είναι χρήστης από την ηλικία των 18 ετών, απόλυτη συνεργασία με την αστυνομία, υποβολή με δική του πρωτοβουλία και τη βοήθεια ειδικών σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Συνεπώς, το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών, ο σκοπός για τον οποίον τα ναρκωτικά κατέχονται και η ηλικία του κατηγορουμένου είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής, χωρίς αυτό σε καμία περίπτωση να εξουδετερώνει το στοιχείο αποτρεπτικότητας που χαρακτηρίζει την αντιμετώπιση που οι υποθέσεις ναρκωτικών τυγχάνουν από τα Δικαστήρια. Βέβαια εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η μικρή ποσότητα ναρκωτικών λαμβάνεται υπόψη, πλην όμως από μόνο του το γεγονός αυτό δεν έχει αναγκαστικά αποφασιστική σημασία (Σελλής ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 215). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω αλλά και από τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτά διαπράττονται. Επίσης, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το ύψος 90 εκατοστών που είχε το φυτό κάνναβης που ο κατηγορούμενος κατείχε και καλλιεργούσε. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Το νεαρό της ηλικίας του αφού όταν διέπραξε τα αδικήματα ήταν 19 ετών περίπου. (γ) Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. (δ) Η ομολογία όλων των αδικημάτων που διέπραξε στην αστυνομία και η απόλυτη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές στη διερεύνηση και εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (ε) Το είδος του ναρκωτικού που χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο που είναι κάνναβη, η οποία, με βάση το Ν.29/77, κατατάσσεται ως ελεγχόμενο φάρμακο τάξης ΄Β΄ και δεν θεωρείται από τα σκληρότερα είδη ναρκωτικών, χωρίς αυτό βέβαια να υποβαθμίζει το στοιχείο της σοβαρότητας που ενέχεται στα αδικήματα. (στ) Η μικρή ποσότητα κάνναβης που ο κατηγορούμενος κατείχε και μέρος της οποίας χρησιμοποίησε για προσωπική του χρήση σε συνδυασμό με το ότι είναι περιστασιακός χρήστης. (ζ) Η καλλιέργεια του φυτού κάνναβης δεν αποσκοπούσε στην προμήθεια ποσότητας σε άλλα άτομα αλλά αποκλειστική ικανοποίηση της δικής του εξάρτησης στη χρήση της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας. (η) Την προσπάθεια που ο κατηγορούμενος έκτοτε έκανε και απεξαρτοποιήθηκε από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, πράγμα που δείχνει αναγνώριση του λάθους του και ταυτόχρονα στοιχείο έμπρακτης μεταμέλειας. (θ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ίδιο στο Δικαστήριο και ειδικότερα ότι: · Είναι άνεργος. · Ουσιαστικά συντηρείται οικονομικά από το εισόδημα του πατέρα του. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Καθοδηγούμενος από τα νομικά συγγράμματα και την σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της χρηματικής. Πιστεύω ότι στην προκειμένη περίπτωση ο σκοπός της αποτροπής, μπορεί να επιτελεστεί επαρκώς με την επιβολή των κατάλληλων χρηματικών ποινών. Με γνώμονα το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου, την προσπάθεια που αυτός ήδη κατέβαλε και απεγκλωβίστηκε από τη συνήθεια χρήσης ναρκωτικών, την συμπεριφορά του από τότε, το λευκό ποινικό μητρώο του αλλά και την παραδοχή του στο Δικαστήριο και συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές είναι παράγοντες που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να μην εξαντλήσει την αυστηρότητα του αλλά να σταθεί αρωγός στην προσπάθεια του κατηγορουμένου για μια νέα αρχή στην μετά ναρκωτικών εποχή δίδοντας του έτσι μία δεύτερη ευκαιρία για να προσχωρήσει με τη ζωή του δίπλα στην οικογένεια του. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Πρώτη κατηγορία - να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €500,00 για να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών. Δεύτερη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €300,00 Τρίτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €300,00 Τέταρτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €200,00 Επιπλέον, ασκώντας τις εξουσίες που μου παρέχονται από το άρθρο 31 του Ν.29/77, διατάζω όπως τα επίδικα ναρκωτικά, σύνεργα, σκεύη, εργαλεία και εξαρτήματα αυτών δημευθούν και καταστραφούν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως 'Β'-Καλλιέργεια φυτού κάνναβης/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο